Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΙ ΒΑΡΑΓΓΟΙ ΤΟ 1203-1204 Μ.Χ. : ΤΟ ΚΎΚΝΕΙΟ ΆΣΜΑ ΤΩΝ ΈΣΧΑΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ ΜΙΣΘΟΦΌΡΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΉΝΩΝ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΎΠΟΛΗΣ

 


Στις 23 Ιουνίου 1203 οι Φράγκοι Σταυροφόροι αντίκρισαν την Κωνσταντινούπολη μένοντας κατάπληκτοι από το μεγαλειώδες θέαμα. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος περιγράφει: «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι υπήρχε στον κόσμο τόσο καλά οχυρωμένη πόλη. Είδαν τα υψηλά τείχη, τους ισχυρούς πύργους, τα θαυμαστά παλάτια, τις μεγάλες εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές ώστε κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν τις έβλεπε με τα μάτια του. Το μήκος της, το πλάτος της, έδειχναν πως ήταν η βασιλεύουσα των πόλεων.» Ο στρατός των Φράγκων σταυροφόρων πρέπει να ήταν γύρω στις 20.000 από τους οποίους οι μισοί ήταν Βενετοί. Είχαν έρθει με 210 πλοία.
Το 1195 δε, μετά απο επανειλημμένες διαβουλεύσεις του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ’ Άγγελου με τους Σκανδιναυους Βασιλείς, 1.200 Δανοί και λίγοι Νορβηγοί κατέφτασαν στην Κων/πολη, ανεβάζοντας και πάλι τον αριθμό της Φρουράς των Βαραγγων στο υπεραρκετό νούμερο των 6.000 ανδρων. Καθώς τα χρόνια περνούσαν βέβαια, η κατάσταση χειροτέρευε, η πρόσληψη μισθοφόρων για να γεμίσουν κενά γινόταν προβληματική αφού οι Άγγελοι ως γνωστόν είχαν χρόνια οικονομικά προβληματα, ενω η ποιότητα των γηγενών Ελλήνων στρατιωτών έπεφτε συνεχώς.
Αναμφισβήτητα, οι υπηρεσίες των Βαράγγων που προσέφεραν στο βυζαντινό στράτευμα ήταν καθοριστικής σημασίας σε πολλές μάχες ενάντια σε εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας το 1203-1204 το σώμα των Βαράγγων προέβαλε ισχυρή αντίσταση στις επιθέσεις των Λατίνων, χωρίς όμως να καταφέρουν να αποτρέψουν την Άλωση της Βασιλεύουσας. Το 1204 αποτελεί τη χρονιά-ορόσημο για την παρακμή και το ουσιαστικό τέλος της Βαραγγείου Φρουράς ως της πανίσχυρης, επίλεκτης μονάδας που προστάτευε τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας, οι Βάραγγοι (οι οποίοι εκείνη την περίοδο αποτελούνταν κυρίως από Αγγλοσάξονες και Σκανδιναβούς) έπαιξαν κεντρικό αλλά τραγικό ρόλο στην άμυνα της πόλης. Κατά τις πρώτες επιθέσεις των Σταυροφόρων και των Βενετών (τόσο το 1203 όσο και τον Απρίλιο του 1204), οι Βάραγγοι, οπλισμένοι με τους παραδοσιακούς μεγάλους πελέκεις τους, πολέμησαν σκληρά στα τείχη του Βλαχερνών και της θάλασσας. Κατάφεραν μάλιστα να απωθήσουν τους εισβολείς σε αρκετές περιπτώσεις. Οι ιστορικές πηγές (όπως ο Νικήτας Χωνιάτης) αναφέρουν ότι καθώς η πολιορκία στενέρευε, οι Βάραγγοι άρχισαν να δυσαρεστούνται επειδή δεν είχαν πληρωθεί τους μισθούς τους από τους τελευταίους αδύναμους αυτοκράτορες. Παράλληλα, οι συνεχείς εναλλαγές στον θρόνο είχαν κλονίσει την παραδοσιακή πίστη τους στον θεσμό του Αυτοκράτορα. Οι Βαράγγοι χάρισαν στιγμές επικού διαμετρήματος στην πολεμική ιστορία των Βυζαντινών. Μία αυτών, που έχουν ακτινοβόλα διάσταση, είναι η άλωση της Πόλης από τους Φράγκους, όπου η Βαραγγική Φρουρά ήταν το μόνο νικηφόρο τμήμα του Βυζαντινού στρατού απέναντι στις βάρβαρες ορδές της Δ’ Σταυροφορίας. Η Βαραγγική Φρουρά παρέμενε πιστή στον βυζαντινό θρόνο, όπως άλλωστε φημιζόταν για την ισχυρή αφοσίωσή της.
Στις 12-13 Απριλίου 1204, όταν η άμυνα της πόλης κατέρρευσε, ο τελευταίος αυτοκράτορας (Αλέξιος Ε΄ Μούρτζουφλος) διέφυγε κρυφά. Χωρίς ηγέτη, χωρίς μισθό και βλέποντας την πόλη να πέφτει, οι εναπομείναντες Βάραγγοι παραδόθηκαν ή συνθηκολόγησαν με τους Λατίνους Σταυροφόρους. Ασφαλώς δεν γύρισαν όλοι οι Βαράγγοι πίσω στις πατρίδες τους. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν σε κάποιο πεδίο μάχης. Πολλές ρουνικές επιγραφές που έχουν βρεθεί στη Σουηδία είχαν στηθεί στη μνήμη των Βαράγγων που δεν επέστρεψαν ποτέ. Οι περισσότερες από αυτές αναφέρονται στο Βυζάντιο ως «Χώρα των Ελλήνων» (Grikkland) και στους Βυζαντινούς ως Έλληνες (Grikkjar). Οι Βαράγγοι έζησαν μια περιπετειώδη ζωή, μακριά από την πατρίδα τους, σε μια εποχή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έβλεπαν στη ζωή τους τίποτα περισσότερο από το χωριό στο οποίο είχαν γεννηθεί. Οι περισσότεροι πέθαναν υπερασπιζόμενοι την τιμή των όπλων και τον όρκο τους προς τον αυτοκράτορα, πολεμώντας για μια ξένη πατρίδα –την πατρίδα που οι ιστορικοί αποκαλούν Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Βυζάντιο, που οι ίδιοι οι Βαράγγοι όμως αποκαλούσαν Ελλάδα.
Στις 11 Ιουλίου 1203 οι Φράγκοι σταυροφόροι εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση στο σημείο αυτό. Οι πρώτες τους προσπάθειες αποκρούσθηκαν, αλλά στις 17 Ιουλίου οι Βενετοί κατέλαβαν ένα τμήμα του τείχους με 25 πύργους, ενώ η Βαράγγια Φρουρά κατάφερε να εμποδίσει την κατάληψη των υπόλοιπων τειχών. Οι Βάραγγοι ετοιμάστηκαν για αντεπίθεση και τότε οι Βενετοί αποχώρησαν αφού πρώτα έβαλαν φωτιά για να δημιουργηθεί προπέτασμα καπνού για την κάλυψη της υποχώρησης τους. Η φωτιά εκείνη κατέστρεψε 120 στρέμματα της πόλης και άφησε περί τους 20.000 κατοίκους αστέγους.
Αλλά αυτό που ήταν πραγματικά εξωφρενικό για τους Έλληνες ήταν ότι αναγνώρισε ο αυτοκράτορας το πρωτείο του Πάπα, καθώς στις 25 Αυγούστου 1203, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δ’ Άγγελος είχε στείλει στον Πάπα της Ρώμης ομολογία πίστεως και ανάγκασε τον πατριάρχη Ιωάννη Ι’ Καματηρό να ανακηρύξει μέσα στην Αγία Σοφία τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄ πρώτο επί της γης εκπρόσωπο του Χριστού.
Κάποια στιγμή τον Αύγουστο σημειώθηκαν ταραχές μεταξύ των Ελλήνων και των Λατίνων της Πόλης (που ο πληθυσμός τους ήταν τότε γύρω στις 15.000). Οι Λατίνοι έβαλαν φωτιά σε σπίτια που γρήγορα εξαπλώθηκε. Έτσι ξέσπασε η μεγαλύτερη πυρκαγιά στη μέχρι τότε ιστορία της Κωνσταντινούπολης που μαινόταν ανεξέλεγκτα για 8 μέρες. Μεγάλο μέρος της Πόλης και πολλά μνημεία καταστράφηκαν. Το 1/3 του πληθυσμού έμεινε άστεγο. Ο Χωνιάτης κατηγορεί τους Φράγκους Σταυροφόρους ότι έβαλαν τη φωτιά για να τρομοκρατήσουν τους Κωνσταντινουπολίτες......Όμως κατά το μεσημέρι σηκώθηκε δυνατός βόρειος άνεμος και έσπρωξε τις εχθρικές γαλέρες προς τα τείχη. Δύο από αυτές, η «Προσκυνήτρια» και ο «Παράδεισος», ενωμένες με αλυσίδες (για να χωράνε πολλούς πολεμιστές) και με υπερκατασκευές πάνω από το κατάστρωμα (για να έχουν ύψος σαν πολιορκητικές μηχανές) προσέγγισαν έναν πύργο και έριξαν τις σκάλες τους. Από τις σκάλες πήδηξε πρώτος πάνω στον πύργο ένας Βενετός που ήθελε να κερδίσει το έπαθλο των χιλίων χρυσών νομισμάτων που είχε τάξει ο Δάνδολος σε όποιον πατούσε πρώτος στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Τον τολμηρό Βενετό πετσόκοψαν οι Βαράγγοι που υπεράσπιζαν τον πύργο. Αμέσως μετά ακολούθησαν δύο Φράγκοι, ο Ανδρέας Ντυραμπουάζ και ο Ιωάννης Σουαζ. Ο πρώτος κέρδισε το έπαθλο σκοτώνοντας τον τελευταίο Βάραγγο που στεκόταν ακόμα όρθιος εκεί. Ο πύργος κυριεύθηκε. Από την εναέρια γέφυρα που ένωνε τον πύργο με τις δύο γαλέρες όρμησαν κι άλλοι Λατίνοι και σύντομα κατέλαβαν τέσσερις ακόμα πύργους. Υπό την προστασία των καταληφθέντων πύργων, οι Φράγκοι άρχισαν να μπαίνουν έφιπποι στην Πόλη. Οι Βυζαντινοί υπερασπιστές των τειχών του Κερατίου τράπηκαν σε φυγή και ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε’ Άγγελος οχυρώθηκε στο παραθαλάσσιο παλάτι του Βουκολέοντος στην άλλη πλευρά της Πόλης.....Εκείνο το βράδυ ξέσπασε νέα πυρκαγιά που ξεκίνησε από τους Λατίνους εισβολείς που άναψαν φωτιές για να προστατέψουν τις θέσεις τους μέσα στη νύχτα. Η φωτιά σύντομα ξέφυγε και έκαιγε επί μια μέρα κατακαίοντας, για άλλη μια φορά μεγάλο μέρος της πόλης. Ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος έγραψε ότι κάηκαν τόσα σπίτια όσα σε τρεις πόλεις της Γαλλίας.
Οι Βυζαντινοί που έμειναν στην Πόλη ανακήρυξαν νέο αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο Λάσκαρι, ο οποίος είχε διακριθεί στις μάχες για την υπεράσπιση της Πόλης. Ήταν όμως πολύ αργά. Ο Κωνσταντίνος, τα αδέρφια του και η οικογένειά του ενώθηκαν με τους πρόσφυγες που ήταν συγκεντρωμένοι στο λιμάνι του παλατιού και επιβιβάστηκαν σε πλοίο που τους μετέφερε στην απέναντι όχθη του Βοσπόρου. Η οικογένεια των Λασκαρέων κατέφυγε στη Νίκαια όπου σύντομα οργάνωσαν ένα νέο Βυζαντινό κράτος. Το πρωί της 13ης Απριλίου 1204 τα υπολείμματα του στρατού, ο κλήρος και ο λαός παραδόθηκαν στους Σταυροφόρους. Οι ιερείς τους προϋπάντησαν με εικόνες και σταυρούς για να τους θυμίσουν ότι η πόλη είναι χριστιανική. Αλλά επακολούθησε μια από τις μεγαλύτερες λεηλασίες της παγκόσμιας ιστορίας. Η σφαγή δεν ήταν τόσο μεγάλη, αλλά οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν και βανδάλισαν την Κωνσταντινούπολη με απίστευτη βαρβαρότητα για τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων εκλάπησαν ή καταστράφηκαν πολλά αρχαία και μεσαιωνικά ρωμαϊκά και ελληνικά έργα. Σπίτια, μοναστήρια και εκκλησίες λεηλατήθηκαν, όπως και οι τάφοι των Αυτοκρατόρων στον ναό των Αγίων Αποστόλων.
Η αντίληψη ότι η Κων/πολη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων το 1204 λόγω της ανικανότητας του Αυτοκρατορικού στρατού είναι φυσικά, μύθος. Οι περίπου 40.000 Λατίνοι (20.000 πεζοί, 4.000 ιππείς, 5.000 βοηθητικοί και 10.000 περίπου ναύτες των Βενετικων πλοίων μεταφοράς) δεν θα είχαν καμια τύχη απέναντι στην γιγάντια Πολη των 500.000 κατοίκων αν υπήρχε έστω και σε αξιοπρεπή παρουσία ο πολεμικός βυζαντινός στόλος. Ο Στρατός των Αγγέλων δεν είχε πια το ειδικό βάρος του στρατού των Κομνηνών, διέθετε ακόμα όμως δόγμα, οπλισμό, καθώς και πολλά στελέχη του ενδόξου στρατού του Μανουήλ Κομνηνού που υπηρετούσαν ακόμα στις τάξεις του. Είχε πετύχει δε, αξιόλογες νίκες όπως στην Βουλγαρία υπο τον Ισαάκιο Β’ το 1186 εναντίον των αδελφών Ασαν, καθώς και σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των Τουρκομανων στον Ανω Σαγγάριο τον χειμώνα του 1201.
Παρόλα αυτά, ο στρατός των Αγγέλων τουλάχιστον σε αυστηρά αμυντικά καθήκοντά, θα μπορούσε σχετικά εύκολα να αποκρούσει τους Σταυροφόρους γιατί ήταν βαρύς και πολυάριθμος ( στην μαχη που έγινε έξω απο τα τείχη τον Ιούνιο του 1203, ο αυτόπτης μάρτυρας Ροβέρτος του Κλαρυ αναφέρει ότι: ” Ο Αυτοκράτορας μας επιτέθηκε με 17 Βattailes (μονάδες διαφόρων μεγεθών που συνολικά ήταν πάνω απο 30.000 άντρες) υπο την αυστηρή προϋπόθεση οτι θα υπήρχε βυζαντινός στόλος. Το 1203/4 όμως δεν υπήρχε πολεμικός στόλος, παρα 20 σαρακοφαγωμενα σκάφη μέσα στον Κεράτιο, ενώ οι Βενετοί στην κυριολεξία αλωνιζαν στην Προποντίδα μεταφέροντας άνδρες, άλογα, υλικό και πολιορκητικές μηχανές κατά βούλησιν. Το βυζαντινό ναυτικό επι Αγγέλων άρχισε να παίρνει την κατω βόλτα, ώσπου περι το 1198, με τα εναπομείναντα πλοία να έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας, να πηγαίνει πλέον κατά διαόλου, ενώ οι απαράδεκτοι Άγγελοι να ζητάνε και τα ρέστα (το 1202, ο “Μέγας Δουξ” Μιχαηλ Στρυφνος πούλησε τα ξάρτια, άγκυρες και λοιπό εξοπλισμό σε εμπόρους για πίστωση) ενώ τότε ακριβώς άρχιζε να οργιάζει η πειρατεία στο Αιγαίο (ο Μιχαήλ Χωνιάτης δίνει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες). Σε κάθε περίπτωση, η ναυτική ισχύς του κράτους είχε πάει περίπατο, και μαζί της κάθε ελπίδα απόκρουσης των Λατίνων εισβολέων που μπήκαν στην Πολη στις 14 Απριλίου 1204 οχι απο τα Χερσαία, αλλά απο τα…Θαλάσσια τείχη.


Δεν υπάρχουν σχόλια: