Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Πτολεμαίος ΙΕ’

 

Ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Πτολεμαίων, που κυβέρνησε την Αίγυπτο για περίπου 300 χρόνια. Ήταν περισσότερο γνωστός ως Καισαρίων (μικρός Καίσαρας)...

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Κλεοπάτρα



Διάσημη βασίλισσα της Αιγύπτου, ονομαστή για την ομορφιά, το πνεύμα και την τόλμη της, που δοξάστηκε από την ιστορία και τη λογοτεχνία.

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Ξάνθιππος ο Λακεδαιμόνιος – Ο ξεχασμένος Έλληνας που γονάτισε τη Ρώμη

Ζούμε σε μια εποχή, όπου η βιομηχανία του θεάματος, Χόλλυγουντ, Νετφλιξ και το κακό συναπάντημα, ξοδεύουν αλόγιστα αμέτρητα εκατομμύρια για να κατασκευάσουν φανταστικούς υπερήρωες. Άνθρωποι με υπερφυσικές δυνάμεις, ανίκητοι πολεμιστές και σωτήρες της ανθρωπότητας κυριαρχούν στις κινηματογραφικές οθόνες και στη συλλογική φαντασία εκατομμυρίων ανθρώπων.

Και όμως, η ίδια η ιστορία και ειδικότερα η Ελληνική είναι γεμάτη από πραγματικούς άνδρες των οποίων η ζωή ξεπερνά κάθε σενάριο. Μορφές που δεν είχαν υπερδυνάμεις, δεν φορούσαν μανδύες και δεν γεννήθηκαν για να γίνουν θρύλοι. Τους έκανε θρύλους η τόλμη, η ευφυΐα, η γνώση και η αποφασιστικότητά τους.

Ένας από αυτούς ήταν ο Ξάνθιππος ο Λακεδαιμόνιος. Ένα όνομα σχεδόν άγνωστο ακόμη και στον ελληνικό κόσμο. Ένας άνθρωπος που δεν απέκτησε ποτέ βασιλικό θρόνο, δεν κυβέρνησε αυτοκρατορίες και δεν άφησε πίσω του κάποιο μεγάλο βασίλειο. Κι όμως, για μια σύντομη στιγμή μέσα στον 3ο αιώνα π.Χ., αυτός ο Σπαρτιάτης μισθοφόρος έγινε ο άνθρωπος που άλλαξε την τύχη μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της Μεσογείου και ανάγκασε τη Ρώμη να γευθεί μία από τις πιο ταπεινωτικές ήττες της πρώιμης ιστορίας της.

Το έτος 256 π.Χ., κατά τη διάρκεια του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, η Ρώμη είχε μεταφέρει τις πολεμικές επιχειρήσεις στην ίδια την αφρικανική γη της Καρχηδόνας. Ο Ρωμαίος ύπατος Μάρκος Ατίλιος Ρήγουλος είχε καταφέρει αλλεπάλληλες νίκες και οι Καρχηδόνιοι βρίσκονταν στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής καταστροφής. Οι όροι ειρήνης που πρότεινε η Ρώμη ήταν τόσο σκληροί, ώστε ισοδυναμούσαν ουσιαστικά με υποταγή. Η Καρχηδόνα είχε στρατό. Είχε χρήματα. Είχε ελέφαντες. Διέθετε εξαιρετικό ιππικό από τη Νουμιδία. Ωστόσο εκείνο που της έλειπε ήταν κάτι πολύ πιο πολύτιμο. Ένας άνθρωπος που να γνωρίζει πώς να τα χρησιμοποιήσει.

Και τότε εμφανίστηκε ο Ξάνθιππος…

Πιθανότατα βετεράνος της ελληνιστικής πολεμικής παράδοσης, μαθημένος στις τακτικές που είχαν εξελιχθεί μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, ο Σπαρτιάτης αυτός δεν άργησε να αντιληφθεί το λάθος των Καρχηδονίων στρατηγών. Είχαν αφήσει τους Ρωμαίους να πολεμούν σε εδάφη και συνθήκες, που ευνοούσαν το βαρύ πεζικό των λεγεώνων και δεν αξιοποιούσαν τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ο Ξάνθιππος πρότεινε κάτι, που μπορεί να φαινόταν απλό, αλλά απαιτούσε στρατιωτική ιδιοφυΐα, να οδηγήσει δηλαδή τον εχθρό σε ανοιχτή πεδιάδα. Εκεί όπου η δύναμη των εκατό περίπου πολεμικών ελεφάντων θα μπορούσε να διαλύσει τη ρωμαϊκή παράταξη. Εκεί όπου το πολυάριθμο νουμιδικό και καρχηδονιακό ιππικό θα μπορούσε να κυκλώσει τις λεγεώνες.

Η ηγεσία της Καρχηδόνας σε σύντομο χρονικό διάστημα του έδωσε τη διοίκηση του στρατού, ένα γεγονός εξαιρετικά σπάνιο, αφού ένας ξένος μισθοφόρος έλαβε την ανώτατη ευθύνη για την επιβίωση σε ένα από τα ισχυρότερα και μεγαλύτερα Πόλεις-κράτη της αρχαιότητας.

Σε λίγες μόνο εβδομάδες ο Ξάνθιππος έκανε αυτό που οι προηγούμενοι στρατηγοί δεν είχαν καταφέρει επί χρόνια. Αποκατέστησε την πειθαρχία. Επανέφερε το ηθικό. Έμαθε στους στρατιώτες να πιστεύουν ξανά στη νίκη. Και το 255 π.Χ., κοντά στην Τύνιδα, ήρθε η στιγμή της κρίσης.

Απέναντί του βρισκόταν η Ρώμη, η ανερχόμενη δύναμη, που αργότερα θα κατακτούσε σχεδόν ολόκληρη τη Μεσόγειο. Μια στρατιωτική μηχανή, που για αιώνες θα προκαλούσε δέος στους λαούς. Αλλά εκείνη την ημέρα, απέναντι στις λεγεώνες στεκόταν ένας Σπαρτιάτης.

Η σύγκρουση ήταν καταλυτική. Οι ελέφαντες επιτέθηκαν στο κέντρο, το καρχηδονιακό ιππικό συνέτριψε το σαφώς ασθενέστερο ρωμαϊκό ιππικό και περικύκλωσε τους λεγεωνάριους από τα νώτα. Ο στρατός του Ρήγουλου καταστράφηκε. Χιλιάδες Ρωμαίοι σκοτώθηκαν. Περίπου πεντακόσιοι αιχμαλωτίστηκαν μαζί με τον ίδιο τον Ρωμαίο ύπατο. Η Ρώμη έμαθε τότε ένα σκληρό αλλά και διδακτικό μάθημα, που θα διαμόρφωνε τον χαρακτήρα για αιώνες αργότερα. Οι λεγεώνες δεν ήταν ανίκητες και αυτό το μάθημα δεν της το δίδαξε ένας αυτοκράτορας, ούτε ένας βασιλιάς, ούτε ένας άνθρωπος που διέθετε αμέτρητους πόρους. Της το δίδαξε ένας απλός Έλληνας μισθοφόρος από τη Σπάρτη.

Κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας. Ο Αννίβας, δικαίως, πέρασε στην αιωνιότητα ως ο μεγάλος αντίπαλος της Ρώμης. Ο Ξάνθιππος όμως, ο άνθρωπος που, όταν η Καρχηδόνα ήταν γονατισμένη τη σήκωσε όρθια και έδωσε στη Ρώμη μία από τις πρώτες μεγάλες χερσαίες συντριβές της, χάθηκε σχεδόν μέσα στη σιωπή των αιώνων.

Μετά τη νίκη του, η μοίρα του γίνεται ένα ιστορικό μυστήριο. Κάποιες πηγές αναφέρουν ότι οι Καρχηδόνιοι φοβήθηκαν την επιρροή και τη δόξα του και φρόντισαν να τον απομακρύνουν. Άλλες παραδόσεις τον θέλουν να συνεχίζει την πολεμική του πορεία στην Ανατολή, πιθανόν στην υπηρεσία των Πτολεμαίων. Η αλήθεια χάθηκε μαζί με τον άνθρωπο.

Αλλά οι μεγάλοι άνδρες δεν μετρούνται μόνο από το πόσες σελίδες τους αφιέρωσε η Ιστορία. Μετρούνται από το αποτύπωμα που άφησαν πάνω της. Και το αποτύπωμα του Ξάνθιππου είναι τεράστιο. Γιατί μέσα σε μία μόνο εκστρατεία απέδειξε ότι η στρατιωτική ευφυΐα μπορεί να ανατρέψει την πορεία ενός πολέμου, ότι ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την μοίρα ενός ολόκληρου λαού και ότι η αληθινή ηρωική μορφή δεν χρειάζεται την πένα ενός σεναριογράφου για να γίνει αθάνατη.

Ο Ξάνθιππος δεν γεννήθηκε μέσα σε κινηματογραφικό στούντιο. Γεννήθηκε στη γη της Σπάρτης. Το όνομά του γράφτηκε με τη σκόνη των πεδίων των μαχών, με τον κρότο των ασπίδων, με την ορμή των ελεφάντων και με τον φόβο που για πρώτη φορά ένιωσαν οι λεγεώνες της Ρώμης. Ίσως κάποτε ο κόσμος να θυμηθεί αυτό που οι αιώνες σχεδόν λησμόνησαν: Ότι πριν από τον Αννίβα, πριν από τους μεγάλους εχθρούς της Ρώμης που έγιναν θρύλοι, υπήρξε ένας Σπαρτιάτης· Ο Ξάνθιππος. Ο άνθρωπος που στάθηκε απέναντι στην ανερχόμενη υπερδύναμη της εποχής του και απέδειξε ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες αυτοκρατορίες μπορούν να γονατίσουν μπροστά στη στρατηγική ιδιοφυΐα ενός ελεύθερου ανθρώπου.

✍ Στυλ. Καβάζης

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΥ

 

Δεν υπήρχαν φιλόσοφοι πριν από τον Θαλή. Ο Θαλής άφησε έναν μόνο μαθητή, τον Αναξίμανδρο, για τη ζωή του οποίου δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε, πέρα από κάποιες αμφίβολες πληροφορίες του Κικέρωνα και από ένα ανέκδοτο που αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος: Ο Αναξίμανδρος τραγουδούσε, και με το άσμα του προκαλούσε το γέλιο των παιδιών που τον κορόιδευαν, και εκείνος έλεγε: «Πρέπει, εξαιτίας των παιδιών, να καταβάλλουμε προσπάθεια για να τραγουδάμε καλύτερα» (βέλτιον ουν ημίν αστέον δια τα παιδάρια).

 

Αναξίμανδρος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 23)

 

Ο Αναξίμανδρος ήταν ο πρώτος  Έλληνας φιλόσοφος που τόλμησε να εκδώσει ένα σύγγραμμα «Περί φύσεως» (γύρω στο 550 π.Χ., και, από τότε, σχεδόν κάθε Έλληνας φιλόσοφος, και όχι μόνο, έχει γράψει και από ένα σύγγραμμα «περί φύσεως», που έγινε το αγαπημένο θέμα των αρχαίων λογίων). Ήταν η πρώτη γνωστή συγγραφή με την οποία επιχειρούταν η εξήγηση του σύμπαντος με βάση επιστημονικές αρχές, και αποτελούσε σοβαρά επικίνδυνο τόλμημα, αν λάμβανε κανείς υπ' όψιν του τις  θεοκρατικές αντιλήψεις της εποχής, αφού οποιοδήποτε παρόμοιο εγχείρημα έπρεπε να συμβαδίζει με τη θεογονία του Ησίοδου και με τις γενεαλογίες του Δία. Το πρώτο αυτό επιστημονικό σύγγραμμα δεν πρέπει να γνώρισε καθόλου θερμή υποδοχή, αφού ήταν εξαιρετικά σπάνιο ακόμη και κατά την αρχαιότητα, και είναι αμφίβολο ακόμη και αν ο Αριστοτέλης (που ήταν μανιώδης συλλέκτης με τεράστια βιβλιοθήκη) το είχε αντικρίσει ολόκληρο ποτέ. Ο Απολλόδωρος, όπως καταθέτει ο Διογένης Λαέρτιος, θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο τυχερό άνθρωπο του κόσμου διότι είχε επιτύχει το ανέλπιστο κατόρθωμα να αποκτήσει μία πολύ μικρή περίληψη του συγγράμματος του Αναξίμανδρου. Ο σχολιαστής του Αριστοτέλη, Σιμπλίκιος, διέσωσε μόνον μία μικρή πρόταση από το σύγγραμμα αυτό, (που κι αυτή η πρόταση είναι χαμένη κάπου μέσα στη χαοτική μάζα της αρχαίας σημειολογίας, κι έτσι δεν ήταν εύκολο να την εντοπίσω).Ήταν ένα τόσο παράτολμο εγχείρημα για την εποχή, η συγγραφή ενός τέτοιου συγγράμματος, που επιβίωσε από αυτό μόνο μια μικρή περίληψη που την είχε μόνο ένας άνθρωπος, κι έπειτα δεν έμεινε παρά μία μόνο μικρή γραμμούλα... Τόσο σημαντική ήταν για τους Έλληνες του 550 π.Χ. η επιστημονική εξήγηση του Σύμπαντος…


https://www.apologitis.com/gr/ancient/filosof-dioks.htm

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Ο ΘΑΛΗΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

Ο Θαλής (624-546 π.Χ.), ο πρώτος Έλληνας φιλόσοφος και ένας από τους «Επτά Σοφούς της αρχαιότητας», προσπαθούσε να διδάξει στους συμπολίτες του στη Μίλητο τον τρόπο να συλλογίζονται ορθά, και πρέπει να ήταν ένας ήρεμος και καλοκάγαθος άνθρωπος αφού δεν οργιζόταν όταν εκείνοι δεν καταλάβαιναν το παραμικρό από τα παράξενα πράγματα που τους έλεγε ή όταν τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Και πρέπει να αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη γι' αυτούς όταν οι άλλοι Έλληνες τον συμπεριέλαβαν στους Επτά Σοφούς δίπλα στον Σόλωνα. Βλέπετε, ήταν έτοιμοι πάντοτε να τον χλευάσουν ή και να τον κατηγορήσουν άδικα, λόγω της αμάθειάς τους. Για παράδειγμα, όταν ο Θαλής προέβλεψε την έκλειψη ηλίου στις 28 Μαΐου του 585 π.Χ., και η έκλειψη όντως έγινε την ημέρα και την ώρα που είχε προβλέψει, οι συμπολίτες του αντί να τον θαυμάσουν, τον κατηγόρησαν για μάγο...

 

Θαλής ο Μιλήσιος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 22)

 

Από παιδί είχε τη φήμη του αφηρημένου και πολλοί τον κατηγορούσαν για τεμπέλη, επειδή τον έβλεπαν να είναι πάντα βυθισμένος στις σκέψεις του και σε περισυλλογή. Τόσο πολύ χανόταν στις σκέψεις του, που συχνά δεν έβλεπε που βάδιζε, και μια μέρα, έτσι αφηρημένος όπως ήταν, έπεσε μέσα σε έναν λάκκο και χτύπησε, προκαλώντας τα γέλια των συμπατριωτών του, που από τότε έλεγαν πως ο Θαλής ήταν ανίκανος ακόμη και να βαδίσει, τόσο άχρηστος ήταν, έλεγαν, που έπεφτε μέσα σε όποιον λάκκο βρισκόταν μπροστά του. Και όλα αυτά, παραδόξως, γινόντουσαν στη Μίλητο, που την κυβερνούσε ο πανέξυπνος δικτάτορας Θρασύβουλος, πρωτεύουσα της βιοτεχνίας του Αιγαίου, της υφαντουργίας, του εμπορίου, της φιλοξενίας, αλλά και της τέχνης, της λογοτεχνίας και της μελέτης. Μια πόλη τόσο ακμάζουσα που είχε ιδρύσει και άλλες ογδόντα δικές της αποικίες στις ακτές της Μικρά Ασίας, και οι πληροφορίες που έφτασαν μέχρι εμάς λένε πως όλες οι ελληνικές πόλεις ζήλευαν τον πλούτο, την ελευθερία, την πολυτέλεια και τη μόρφωση που απολάμβαναν οι Μιλήσιοι οι πιο γενναίοι ναυτικοί, οι πιο πονηροί έμποροι, οι πιο εκλεπτυσμένες γυναίκες, οι πιο προοδευμένοι σπουδαστές. Οι σπουδές εκεί είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο του ιερατείου, που παντού είχε ακόμη πλήρες μονοπώλιο, ενώ εκεί κυριαρχούσε η ελεύθερη σκέψη. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι κορόιδευαν τον Θαλή.

Κι ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα η επιστήμη δεν είχε ξεχωρίσει ακόμη από τη μυθολογία, και οι άνθρωποι ακόμη πίστευαν αυστηρά μόνο αυτά που έλεγαν ο Όμηρος και ο Ησίοδος και κανένας άλλος, στη Μίλητο υπήρχε ένας μεγάλος σοφός που είχε διαγράψει τους θεούς και τους μύθους τους, και είχε ιδρύσει την πρώτη ελληνική φιλοσοφική σχολή, το πρώτο πειραματικό εργαστήριο, και τη φυσιοκρατική θεώρηση του κόσμου: ο Θαλής, κατά τους συμπατριώτες του: ένας αιθεροβάμονας που δεν έβλεπε πού βάδιζε. Είχε αποφασίσει πως θα έδειχνε σε όλους τους χλευαστές του πως μπορούσε ο ίδιος να κυβερνήσει τη ζωή του, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα για τα οποία τον κορόιδευαν. Πήρε ένα δάνειο και αγόρασε όλα τα ελαιοτριβεία της περιοχής, με σκοπό να γίνει παραγωγός λαδιού: ήταν ένας βαρύς χειμώνας και οι τιμές τους είχαν πέσει γιατί δεν υπήρχε ζήτηση. Ο Θαλής, μελετημένος στην αστρονομία καθώς ήταν, και στη μετεωρολογία, είχε προβλέψει πως η χρονιά που θα ακολουθούσε θα είχε πολύ ευνοϊκές καιρικές συνθήκες με καλή σοδειά για κάποιον που θα είχε ελιές, κι αυτό θα έκανε πολύτιμα τα λιοτρίβια του. Και, πραγματικά, επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Το φθινόπωρο, έχοντας μονοπώλιο σία ελαιουργεία, επέβαλε στους πελάτες του τις υψηλές τιμές που ζητούσε. Κι έτσι εκδικήθηκε όσους τον κορόιδευαν ως άχρηστο, συγκέντρωσε μία μεγάλη περιουσία, δώρισε και στην Πολιτεία για να τους αποστομώσει, έγινε εισοδηματίας και μπόρεσε να αφιερώσει πλήρως τον χρόνο του στις μελέτες και στα ταξίδια.

Ταξίδεψε στην Αίγυπτο για να διδαχθεί τις εξελίξεις στη μαθηματική επιστήμη, αλλά ανακάλυψε ότι οι Αιγύπτιοι ήταν αρκετά αφελείς ώστε να σχεδιάζουν να κατασκευάσουν κάτι περίτεχνες πανύψηλες κατασκευές για να μετρήσουν το ύψος των πυραμίδων που κανείς δεν το ήξερε μέχρι τότε. Κέρδισε αμέσως την εκτίμηση όλων των σοφών της Αιγύπτου, με το απλό αυτό κόλπο: τους είπε ότι μπορούσε να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων την ίδια εκείνη μέρα με μεγάλη ευκολία: δεν είχε παρά να μετρήσει την σκιά των πυραμίδων πάνω στην άμμο τη στιγμή ακριβώς που η δική του σκιά είχε μήκος ίσο με το ύψος του, κάνοντας την αναλογία: Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό, και η φήμη του ταξίδεψε σε χρόνο μηδέν σε όλη την Αίγυπτο, όπου βρέθηκε να συναναστρέφεται με τους πιο μυημένους ανθρώπους, ανταλλάσσοντας όλων των ειδών τις γνώσεις. Στα καράβια που τον μετέφεραν από το ένα λιμάνι της Μεσογείου στο άλλο, μελετούσε τις νύχτες τον ουρανό προσπαθώντας να ανακαλύψει μία τάξη και μία λογική υπό το φως των όσων είχε μάθει στη Βαβυλώνα, όπου είχε μαθητεύσει στους μεγαλύτερους αστρονόμους της εποχής. Ο άνθρωπος αυτός, δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν τη διατύπωση της Θεωρίας της εξέλιξης, υπολόγισε ότι η ζωή στη Γη προήλθε από το νερό, και πως όλα όσα αποτελούν τον κόσμο έχουν μια κοινή συνδυαστική αρχή, όσο διαφορετικά και αν φαίνονται. Ο Θαλής φαντάστηκε τη ζωή σαν μια αθάνατη ψυχή, που τα στοιχεία της ενσαρκώνονται εφήμερα, κάποτε σε ένα φυτό, κάποτε σε ένα ζώο ή σε ένα ορυκτό. Τα βουνά, τα ψάρια, τα άστρα, οι πάπυροι και οι άνθρωποι, δεν είναι παρά κομμάτια αυτής της αθάνατης ψυχής του κόσμου, θάνατος δεν υπάρχει, φαινομενικά πεθαίνουν μόνο οι εφήμερες ενσαρκώσεις της αιώνιας ψυχής που απλά παίρνει για λίγο το σχήμα τους, και τους δανείζει ζωική δύναμη. Διατύπωσε την ιδέα ότι ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο δεν υπήρχε ουσιαστική διαφορά. Οι είρωνες τον ρωτούσαν γιατί τότε προτιμούσε τη ζωή από τον θάνατο και δεν πέθαινε, κι ο Θαλής τους απαντούσε: «Μα, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει διαφορά...»

 

Θαλής ο Μιλήσιος (Πηγή: Περιοδικό Strange, τεύχος 63, άρθρο «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και το αρχαίο ελληνικό κατεστημένο», Παντελής Γιαννουλάκης, σελίδα 22)

 

Προκαλούσε την οργή των ιερέων όταν τον ρωτούσαν τι ήταν οι θεοί, κι εκείνος απαντούσε: «Εδώ δεν ξέρετε τι είναι οι πέτρες, θέλετε να μάθετε τι είναι οι θεοί; Όλα, και πέτρες και θεοί, είναι κομμάτια της αιώνιας ψυχής του κόσμου, στην οποία δεν χρειάζεται να κάνετε θυσίες ή να απευθύνετε προσευχές, διότι είστε και εσείς οι ίδιοι μέρη της...» Υποπτεύονταν ότι ίσως ήταν ένας βλάσφημος άνθρωπος, και θα τον είχαν σίγουρα σκοτώσει αν δεν ήταν τόσο φιλήσυχος, καλοκάγαθος, τελικά συμπαθής και νομοταγής, αλλά κατά βάθος μπερδεύονταν με τις απαντήσεις του και κάπως καθησυχάζονταν όταν τελικά τους απαντούσε απλοϊκά στην ερώτηση τι ήταν ο θεός, λέγοντας: «Εντάξει, θεός είναι αυτό που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος» (που ακόμη και μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια παραμένει ο πιο ψύχραιμος ορισμός). Όταν τον ρωτούσαν ποιο ήταν κατά τη γνώμη του το δυσκολότερο πρόβλημα για τον άνθρωπο, έλεγε: «Να γνωρίσει τον εαυτό του». Τον ρωτούσαν ποια θα έπρεπε να είναι η δικαιοσύνη για έναν ενάρετο άνθρωπο, κι εκείνος απαντούσε: «Να μην κάνει στους άλλους αυτό που δεν θέλει να του κάνουν» (εξακόσια χρόνια πριν το πει ο 1ησούς ο Ναζωραίος). Τον ρωτούσαν ποιο ήταν το πιο σπάνιο πράγμα που είχε δει, κάτι το πρωτοφανές, και ο Θαλής απαντούσε: «Γέροντα Τύραννον» (εννοώντας ότι οι τύραννοι σχεδόν ποτέ δεν ζουν τόσο πολύ ώστε να γεράσουν). Έλεγε ότι για τρία πράγματα όφειλε ευγνωμοσύνη στην Τύχη: «Πρώτον διότι γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον διότι γεννήθηκα άνδρας και όχι γυναίκα, και τρίτον διότι γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος...» Και οι αφελείς που τον άκουγαν ήταν ευχαριστημένοι ακούγοντάς το αυτό, γιατί κι εκείνοι ήταν άνθρωποι, άνδρες και Έλληνες, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι το έλεγε για να καταγγείλει ότι οι άνθρωποι δεν φέρονται σωστά στα ζώα, ότι οι άνδρες δεν φέρονται σωστά στις γυναίκες, και ότι οι Έλληνες δεν φέρονται σωστά στους βάρβαρους. Δεν καταλάβαιναν ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ενσαρκώσεις της αιώνιας αθάνατης ψυχής, και ότι καμία ουσιαστική διαφορά δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν κατάλαβαν ούτε καν τη σπάνια ψυχή του παππούλη μας του Θαλή, που επέστρεψε πίσω στην αιώνια ψυχή του κόσμου, σε μεγάλη ηρεμία και σοφία και σε βαθιά γεράματα, καθώς παρακολουθούσε τα θεάματα σε ένα στάδιο, καθότι φίλαθλος. Δεν διασώθηκε κανένα έργο του Θαλή, και γι' αυτό λένε ότι δεν έγραψε κανένα σύγγραμμα, πράγμα για το οποίο κάθε νοήμων άνθρωπος έχει δικαίωμα να αμφιβάλει.

ΔΙΩΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΑΝ ή ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΗΚΑΝ

  

Ο Ξενοφάνης εξορίστηκε, 

ο Πυθαγόρας έγινε σκλάβος στην Βαβυλώνα, δικάστηκε για αθεΐα και διαφθορά των νέων, αργότερα εξορίστηκε και οι οπαδοί του κάηκαν μέσα στην σχολή τους ζωντανοί,

ο Ίππασος εκδιώχθηκε επειδή κοινοποίησε τα απόρρητα της Πυθαγόρειας σχολής και θανατώθηκε με πνιγμό από τους ιερείς και συμπολίτες του, 

ο Διογένης ο Απολλωνιάτης εκδιώχθηκε στην Αθήνα με την κατηγορία της αθεΐας [ο Φαληρεύς ( Παρ. Διογ. Λαερτ. IX57) μας λέει ότι ο Διογένης κινδύνευσε να διωχθεί στην Αθήνα, διότι θεωρούσε τον αέρα αρχή του παντός, αυτός όμως ο αέρας ήταν πνευματική δύναμη κατ΄ αυτόν που τον ταύτιζε με τον Θεό (Diels. Frg. 51 B 5 - ει του περί φύσεως βλ. 51 Α 8). Ο αέρας του Διογένη είχε νόηση (Αριστο. Ρητορ. 11, 16, σ. 1391 Α’ 10)],

ο Ζήνωνας ο Ελεάτης καταδικάστηκε σε θάνατο από τον τύραννο της πατρίδας του,

ο Σωκράτης καταδικάστηκε δια ασέβεια διότι κατά την κατηγορία δίδασκε νέες θεότητες στην πόλη της Αθήνας, 

ο Πλάτωνας αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα μετά τον θάνατο του Σωκράτη εφόσον το κλίμα ήταν βαρύ ενώ πουλήθηκε και ως σκλάβος από τους Σπαρτιάτες,

ο Φιλόλαος εκδιώχθηκε μαζί με άλλους Πυθαγόρειους της Μεγάλης Ελλάδας κατά τον διωγμό τους το 430 π.Χ., 

ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης θανατώθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο, 

ο Διογένης ο Κυνικός εξορίστηκε και πουλήθηκε ως δούλος,

ο Σπεύσιππος χαρακτηρίστηκε άθεος, ο Αριστοτέλης έφυγε από την Αθήνα διότι κινδύνεψε να κατηγορηθεί για ασέβεια, 

ο Καλλισθένης ο Ολύνθιος θανατώθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο ως συνωμότης, 

ο Μενέδημος ο Ερετριεύς εξορίστηκε ως ύποπτος για προδοσία, 

ο Αρίσταρχος ο Σάμιος κατηγορήθηκε για ασέβεια επειδή υποστήριξε το ηλιοκεντρικό σύστημα, 

ο Ηγησίας εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια διότι η διδασκαλία του είχε ολέθρια επίδραση στους νέους, 

ο Βίων ο Βορυσθενίτης πουλήθηκε ως σκλάβος, 


Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ο Φίγουλος Πόπλιος Νιγίδιος εξορίστηκε, 

ο φιλόσοφος Άτταλος διδάσκαλος του Σενέκα εξορίστηκε, ενώ ο διδάσκαλός του κατηγορήθηκε για το ήθος του και εξαναγκάστηκε σε αυτοκτονία, 

ο Δημήτριος ο Κυνικός εξορίστηκε ένεκα της εχθρικής του στάσης ενάντια στο αυτοκρατορικό καθεστώς, 

ο Μουσώνιος Ρούφος εξορίστηκε στην Γυάρο και μετά εξαναγκάστηκε σε καταναγκαστική εργασία κατά την προσπάθεια ανοίγματος της διώρυγας της Κορίνθου, 

ο Επίκτητος πουλήθηκε ως δούλος στην ρώμη και αφού απελευθερώθηκε εξορίστηκε μαζί με άλλους σοφούς από τον αυτοκράτορα Δομιτιανό, 

ο σοφιστής Θεόδοτος ο Σάμιος θανατώθηκε από τον Βρούτο,

ο νεοπλατωνιστής Κλήμης ο Αλεξανδρεύς εκδιώχθηκε από τον Σεπτήμο Σεβήρο μαζί με άλλους χριστιανούς το θρήσκευμα, 

Ο πλατωνιστής χριστιανός Ωριγένης , αφού ο πατέρας του πέθανε κατά τον διωγμό του Σεπτίμου Σεβήρου, διώκεται και ο ίδιος, φυλακίζεται κατά τον διωγμό του Δεκίου και βασανίζεται ενώ αργότερα πεθαίνει από αυτές τις κακουχίες, 

ο χριστιανός Πάμφιλος , οπαδός του νεοπλατωνικού Ωριγένη φυλακίσθηκε και θανατώθηκε και τέλος 

ο Λογγίνος ο Κάσσιος, νεοπλατωνικός φιλόσοφος θανατώθηκε άγρια και με αδυσώπητη βαναυσότητα.


https://www.apologitis.com/gr/ancient/filosof-dioks.htm

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Θρασύβουλος: Ο στρατηγός που αποκατέστησε τη Δημοκρατία στην Αθήνα

 

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Νέαρχος

 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

Κλεοπάτρα

 

Κυριακή 18 Μαΐου 2025

Η Άλλη Ελλάδα - Λεωνίδας - Θερμοπύλες

 

 Ω ξεῖν’ ἀγγέλειν Λακεδαιμονίοις 

ὅτι τῆδε κείμεθα 

τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενοι. 


-Δὲν εἶναι ἀλήθεια.
Δὲν εἶναι.
Ἐγὼ ποὺ τὸν γνώρισα 
ἐγὼ ποὺ τὸν πρόδωσα 

τὸ ξέρω καλά. 

Ἔχει κι ἡ προδοσία τὰ ὀφέλη της... 

Δὲν ἦταν μόνον οἱ Λακεδαιμόνιοι ὑπαίτιοι. 

Τοῦ πείσματος.

Καὶ τῆς πειθοῦς.


Ἦταν κι αὐτός.

Ὁ ἴδιος. 

Ὁ ἕνας. 

Ὁ Βασιλιᾶς. 

Χωρὶς στέμμα. 

Κι ὅμως... 


Ὅποιος τὸν ἔβλεπε -ἔτσι ἀγέρωχο καὶ σὲ πλήρη πολεμικὴ ἐξάρτηση- ὅποιος τὸν ἔβλεπε νὰ περνᾶ μέσα ἀπὸ τὶς μικρὲς φοβισμένες πολιτεῖες καὶ τὶς ἀτελείωτες τῆς Θήβας πεδιάδες καὶ τὰ μικρὰ στενὰ περάσματα στὴ γραμμὴ τῆς ρηχῆς παραλίας τῶν χωριῶν μας, ἤξερε, καταλάβαινε εὐθὺς πὼς αὐτός... δὲν ἦταν Βασιλιᾶς σὰν τοὺς ἄλλους. 

Γιατι βασίλευε ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν προσκυνοῦσαν κανέναν. Οὔτε καὶ ὁ ἴδιος. 

Ποιός νὰ προσκυνήσει; Αὐτὸς ποὺ περπατοῦσε σὰν ἄλλος κανεὶς νὰ μὴν εἶχε πατήσει ποτὲ σὲ τούτη ἐδῶ τὴ γῆ; Αὐτός, ποὺ κρατῶντας τὸ κεφάλι σὲ εὐθεῖα γραμμή, μήτε ψηλὰ μήτε χαμηλά, ἔμοιαζε σὰν νὰ μὴν νοιάζεται ποιός στέκει καὶ τὸν θαυμάζει, ἔτσι ὑπερήφανο καὶ ὡραῖο, μὲ τὰ μακριά του μαλλιὰ νὰ λάμπουν , μὲ τὰ δυνατά του πόδια νὰ προβάλλουν σὲ κάθε νέο βῆμα, μὲ τὴν πανοπλία ποὺ φοροῦσε λὲς κι ἔγινε γι’αυτόν, μόνον γιὰ αὐτόν, τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ βασιλιᾶδες τῆς μακρινῆς ἀφρούρητης πόλης. Τῆς Σπάρτης! Τῆς πόλης ποὺ δὲν ἤθελε τείχη γιατι -λέει- ἄνδρες σὰν κι αὐτὸν φθάναν. 

Ἄνδρες σὰν κι αὐτόν! Καὶ μεὶς οἱ ὑπόλοιποι δηλαδὴ τί ἤμασταν; Δὲν ἤμαστε ἄντρες ἐμεῖς; Μὲ ὄνομα, μὲ γονιούς, μὲ γυναῖκα καὶ παιδιά, ἄντρες μιᾶς πόλης ἤμαστε κι ἐμεῖς. Πόλεις μὲ τείχη καὶ πύλες καὶ βασιλιᾶδες καὶ ἄρχοντες. Λογικοὺς βασιλιᾶδες καὶ ἄρχοντες. Ποὺ ξέρουν νὰ ζυγιάζουν τὸν ἐχθρὸ καὶ τὸν κίνδυνο. Καὶ κοιτοῦν τὸ συμφέρον τους καὶ τὸ ὄφελος τῶν ἀντρῶν τους καὶ ὅλων ὅσοι ζοῦν στὶς πόλεις τους. 

Ἄντρες εἴμαστε ὅλοι. 

Ὅμως αὐτοὶ ποὺ κατέφθασαν στὸ τέλος ἑνὸς ζεστοῦ καλοκαιριοῦ κι ἐνῷ οἱ μεγάλοι ἀγῶνες στὴν Ὀλυμπία εἶχαν ξεκινήσει, ναὶ αὐτοὶ μὲ τοὺς ἐρυθροὺς μανδύες ριγμένους σχεδὸν ἀνέμελα στὸν δεξί τους ὦμο, σὰν νὰ πήγαιναν σὲ γάμο καὶ σὲ χαρὰ μεγάλη, μὲ τὰ μακριὰ μαλλιὰ ποὺ πρόβαλλαν σγουρὰ καὶ λάμποντα κάτω ἀπὸ περικεφαλαῖες χαλκοῦ στίλβοντος, αὐτοὶ ποὺ εἶχαν διασχίσει σὲ σχηματισμὸ φάλαγγος τὴ μισὴ Ἑλλάδα καὶ ἔμοιαζαν λὲς καὶ μόλις εἶχαν τελειώσει τὸ λουτρό τους στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ τους, τοῦ Εὐρώτα -ποὺ κάποιοι τὸν λογίζονταν γιὰ θεὸ ἰσχυρὸ καὶ ἀνίκητο- ναὶ αὐτοὶ ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν φημισμένο Βασιλιᾶ τους βαδιζοντας μόλις ἕνα βῆμα πίσω του, μὲ τὶς στρογγυλές τους ἀσπίδες καὶ τὸ Λάμδα τους νὰ σχηματίζει σὰν διαβήτης τὸν μυστικὸ κύκλο τῆς πόλης καὶ τῶν ἐθίμων τους καὶ τῶν μοναδικῶν δικῶν τους κωδικῶν, αὐτοὶ τοῦ Ταϋγέτου οἱ Λάκωνες, ἔκαμαν ὅλους ἐμᾶς νὰ μοιάζουμε μὲ κάτι, ποὺ κάποτε θύμιζε... ἄντρες! Τί ντροπή! 

Τί μεγάλη ντροπή! Κοκκίνισαν μέχρι κι οἱ συνήθως ἄχρωμες παρειές μου σὰν τοὺς πρωτοαντίκρισα κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὰ ἁρμυρίκια τῆς μικρῆς πόλης ποὺ σιμὰ στὸν κλειστὸ καὶ ἀβαθῆ κόλπο, ἔγινε τὸ καταφύγιο τοῦ πατέρα μου καὶ τὸ δικό μου κατόπιν. Καὶ στὰ χαμηλὰ καὶ λασπωμένα παράλια μαζὶ μὲ τὰ καλάμια, τὶς βουρλιὲς καὶ τὶς ἀραιὲς πρασινάδες, ἔθρεψε μὲ προστατευτικὴ ὑγρασία καὶ τὰ δικά μας σχέδια γιὰ μιὰ ἤρεμη προστατευμένη ζωή. Τὴ ζωὴ ἀνθρώπων λογικῶν καὶ νοικοκυρεμένων. Καὶ μπορῶ νὰ πῶ πὼς τὰ καταφέραμε. Τὰ καταφέραμε νὰ ζοῦμε ὅπως τὸ αἷμα μας ἐπιτάσσει ἐδῶ καὶ αἰῶνες: ἥσυχα, ἀθόρυβα σχεδόν...Ναι, τὰ καταφέραμε, νὰ εἴμαστε σχεδὸν ἀόρατοι καὶ νὰ διαβιοῦμε λάθρα. 

Μέγα κατόρθωμα! Διότι ὅλοι ἐδῶ - σὲ τούτην τὴ χρυσῆ καὶ γαλανὴ καὶ διαρκῶς ἐρωτευμένη μὲ τὴν ἐλευθερία της χώρα, ἕναν καημὸ φαίνεται νά’χουν, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ πατέρας ποὺ τοὺς ἤξερε καὶ τοὺς μελετοῦσε χρόνια: νὰ ἀποκαλύπτονται. Νὰ εἶναι συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως παρόντες, δηλώνοντας τὴ γενιά τους, τὴν πόλη, τὴν καταγωγή, τοὺς προγόνους καὶ τοὺς ἥρωές τους -ὅλοι ἔνδοξοι, ὅλοι ἀτρόμητοι καὶ φημισμένοι- μιὰ ἀτέλειωτη σειρὰ θεῶν, ἡμιθέων καὶ ἡρώων νὰ φουσκώνει τὰ πανιὰ τῶν μεγάλων τοὺς ὀνείρων καὶ νὰ γεμίζει ἐφιάλτες τὸν ὕπνο ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων... 

Τόσο φαίνεται εἶχε κουράσει τὸν πατέρα ὁ συνεχὴς ὕμνος τῶν προγόνων, ποὺ γιὰ νὰ ταράξει τὰ μεγαλόπνοα ὄνειρα τῶν ἀπογόνων, ἀποφάσισε νὰ μοῦ δώσει τὸ πιὸ ἀσυνήθιστο ὄνομα: Ἐφιάλτης! 

Κι ὅταν τοῦ θύμισαν ὅτι αὐτὸ εἶναι ὄνομα δαίμονος ποὺ ζηλεύοντας τὸν ὕπνο τῶν ἀνθρώπων κάθονταν πάνω στὴν ἀναπνοή τους καὶ τοὺς ἔπνιγε τὴν ἀνάσα καὶ τοὺς ἔκανε νὰ βλέπουν μαῦρα ὄνειρα, ἐκεῖνος σήκωσε τοὺς ὤμους. Καὶ καθὼς ξέκοβε ἀπὸ τοὺς ἄλλους μουρμούρισε αὐτὸ ποὺ θὰ ἐπαναλάμβανε συχνὰ καὶ καθὼς μεγάλωνα καὶ κράταγε πιὰ ἡ μνήμη μου λόγια καὶ εἰκόνες, γράφτηκε μέσα μου γιὰ πάντα: 

"Καλύτερα νὰ πνίγει ὁ γιός μου τὴν ἀνάσα καὶ τὰ ὄνειρα τῶν ἄλλων, πρὶν τὸν πνίξουν αὐτοί. Ἐφιάλτης εἶναι ἕνα καλὸ ὄνομα. Κι ἂν εἶναι δαίμονα ὀνομασιά, ἀκόμη καλύτερα... Ποιός ἄλλος ἐξὸν ἀπὸ ἕναν δαίμονα μπορεῖ νὰ τὰ βάλει μαζί τους;" 


Βέβαια μεγαλώνοντας, ντρεπόμουν γιὰ τὸ ὄνομα αὐτὸ ποὺ τὸ’χαν γιὰ κατάρα καὶ μάλωνα μὲ ὅσους μὲ περιγελοῦσαν καὶ στὸ μεταξὺ ἔφτιαχνα σχέδια μυστικά, σχέδια ἐκδίκησης. Ὁ περίκλειστος κόλπος, ὁ ἥσυχος μισοβαλτωμένος κόλπος μὲ τὰ καλάμια καὶ τὰ ἀσημοπούλια, τριγυριζόταν ἀπὸ ψηλὰ βουνά. Ἔβοσκα τὰ λιγοστὰ ζωντανά μου, πούλαγα τὴν πραμάτεια μου καὶ στεκόμουν μακριά. Κρυβόμουν καὶ μάθαινα. Μονοπάτια καὶ περάσματα τὰ μελέτησα καὶ τὰ ἔμαθα καλύτερα κι ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου τὰ ἔπη. Κι ὅταν τύχαινε νὰ μὲ ρωτήσουνε διαβάτες, ταξιδιῶτες καὶ ἔμποροι κατὰ ποὺ ὁδηγεῖ τὸ μονοπάτι αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο, ἐγὼ σήκωνα τοὺς ὤμους καὶ δὲν ἀπαντοῦσα. Δὲ μιλοῦσα, μὰ περίμενα. Τί; Πότε θὰ φανοῦν οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι. Τὰ σωστὰ ἀφεντικά. Κι οἱ βασιλιᾶδες ποὺ ξεχωρίζουν ἀπὸ ὅλους, μὲ τὰ πλούτη τους καὶ τοὺς σκλάβους τους καὶ τὴν βαριὰ χρυσῆ κορώνα στὴν κεφαλή τους. Σωστοὶ βασιλιᾶδες. Κι ὄχι σὰν κι αὐτὸν ποὺ πέρασε ἀπὸ μπροστά μας, ἀπ’ τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά μας, γιὰ νὰ ἀνέβει καὶ νὰ πιάσει τὰ Στενὰ καὶ δὲν καταδέχτηκε οὔτε ἕνα στέμμα -ἀπὸ χαλκὸ ἔστω- νὰ βάλει στὸ κεφάλι του. Καὶ περπατοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του, σὰν νὰ’ταν ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀκόμα ἔτρωγε καὶ ἔπινε μαζί τους! 

Αὐτὸ τὸ ξέρω καλὰ καὶ τὸ’δα μὲ τὰ μάτια μου σὰν τοὺς πῆγα γάλα καὶ τυρὶ ἀπὸ τὰ ζωντανά μου. Καὶ ὅπως σήκωσα λίγο τὰ μάτια γεμίζοντας τὸν ἁπλὸ πήλινο κύλικα, τὸν εἶδα ἀπὸ κοντά: Εἶχε βγάλει τὴν περικεφαλαία μὲ τὸ φαιοκόκκινο λοφίο καὶ εἶχε σκύψει στὴν πηγὴ νὰ πλύνει πρόσωπο καὶ χέρια. Καὶ ἔτσι ὅπως ἀνασήκωσε τὸ κεφάλι καὶ τίναξε πίσω τὰ μακριὰ μαλλιά του, ἐκεῖνα λάμψανε σὰν καπνισμένο χρυσάφι στὸ φὼς καὶ σὰν περήφανη χαίτη χρυσόμαλλου λιονταριοῦ. 

Καὶ τότε κάποιος τὸν ἐφώναξε Λεωνίδα! 

Καὶ εὐθὺς σκέφτηκα καὶ ζύγισα. Αὐτός... ὁ Λεωνίδας. Ὁ γιὸς τοῦ Λέοντα. Τὸ παιδὶ τοῦ λιονταριοῦ. 

Κι ἐγώ... ὁ Ἐφιάλτης. Ὁ γιὸς τοῦ δαίμονα. Τοῦ ὕπνιου. Ποὺ κλέβει καὶ μαυρίζει τὰ ὄνειρα τῶν ἀνθρώπων. 


Δὲν μπόρεσα νὰ μὴν μισο γελάσω πικρά, καθὼς μάζευα τὴ λιγοστή μου πραμάτεια. Καὶ δὲν ξέρω τί μὲ ἔπιασε καὶ ποιός δαίμονας σκοτεινὸς ὁδήγησε τὸ λογισμό μου, ξαφνικὰ ἅρπαξα τὴν περικεφαλαία ποῦ ἦταν ἀκουμπισμένη δίπλα στὴν πηγὴ κι ἔκανα νὰ στολίσω μ αὐτὴν τὰ λιγοστὰ μαλλιά μου.. 

Τὸ Θηρίο δίπλα του, ποὺ τὸν βοηθοῦσε νὰ βγάλει τὸν κόκκινο μανδύα καὶ νὰ κάτσει στὰ λιθάρια ἐκεῖ ποὺ ἔφτιαξαν πρόχειρο τραπέζι, ὅταν μὲ εἶδε πετάχτηκε σὰν ἀστραπὴ καὶ σὰν ἀστρίτης, ἅρπαξε τὴν περικεφαλαία , μὲ ξάπλωσε στὸ χῶμα καὶ μὲ τὸ πόδι του μὲ πάταγε στὸ στέρνο. Πρὶν προλάβει νὰ βγάλει τὸ κοντομάχαιρό του ἀπὸ τὸ θηκάρι, ἕνα χέρι ἁπλώθηκε καὶ κράτησε τὸ δικό του. Καὶ μιὰ φωνή. Μιὰ φωνὴ ποὺ ἀκόμα μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἠχεῖ στ’αυτιά μου καὶ θαρρῶ πὼς θὰ τὴν ἀκούω ὥσπου νὰ πεθάνω. Μιὰ φωνὴ βασιλική... Καὶ τότε κατάλαβα γιατι αὐτός, ὁ Λεωνίδας τῆς Σπάρτης, δὲν εἶχε χρεία στέμματος καὶ χρυσῆς κορώνας.. Μιὰ φωνὴ ποὺ θὰ τὴν θυμᾶμαι μέχρι νὰ σβήσω καὶ νὰ χαθῶ γιὰ πάντα: 

-Διηνέκη! Δεῖξε οἶκτο. 


Καταλάβατε; Καταλάβατε ἐσεῖς ποὺ κατηγορεῖτε αἰῶνες ὁλόκληρους τὸν ἱερόσυλο καὶ τὸν ἄπατρι, τὸν φιλοχρήματο ἀχρεῖο ἐξωμότη, τὸν Ἐφιάλτη; Τὸν Ἐφιάλτη, τὸν Προδότη! 


Οἶκτος. Λύπηση ἀνακατεμένη μὲ ἀπέχθεια καὶ σιχασιὰ ἴσως γιὰ τὸν φουκαρᾶ τὸν κακομοίρη τὸν στραβοκάνη μὲ τὰ καλαμοπόδαρα, ποὺ τόλμησε νὰ βάλει στὸ λιγδιασμένο του κεφάλι τοῦ Βασιλέα τὸ κράνος τὸ τρανό. 

-Χάσου, σφύριξε τὸ Θηρίο κι ἐγὼ πισωπερπάτησα μισοπροσκυνῶντας καὶ μουρμουρίζοντας εὐχαριστίες καὶ φρόντισα νὰ χαθῶ ἀπὸ τὰ μάτια τους. 


Ἔτσι καθὼς κουτρουβαλοῦσα στὴν πλαγιὰ σκυφτὸς καὶ βιαστικός, γύρισα μόνον μιὰ στιγμὴ καὶ τὸν κοίταξα γιὰ τελευταία φορά. Καὶ μὲς τὸ δειλινό, μοῦ φάνηκε πὼς γύρω του ἄναβαν φωτιές. Κι αὐτὸς στὴ μέση λέοντας σωστός. Καὶ τὰ Θεριὰ δίπλα καὶ τριγύρω του, βγάναν τὶς περικεφαλαῖες, ἀκουμποῦσαν τὶς ἀσπίδες, στρώναν τὰ μαλλιὰ καὶ ἔστηναν χορό. 

Γιὰ μιὰ στιγμή μου φάνηκε πὼς μὲ κοίταξε κι ἐκεῖνος. Καὶ σάν...να χαμογέλασε... Ἕνα ἁδρὸ σχεδὸν ἀδιόρατο χαμόγελο μαλάκωσε θαρρεῖς τὶς κοφτὲς γωνίες τοῦ ὡραίου του προσώπου. Καὶ ἔτσι χαμογελαστὸς καὶ ἀγέρωχος μέσα ἀπ’τις φλόγες τὶς πορφυρές, λὲς καὶ σταμάτησε νὰ μοιάζει μὲ ἄνθρωπο θνητό. Ἡ μορφή του ἄρχιζε νὰ θυμίζει τοὺς θεούς, τοὺς ἠμίθεους καὶ τοὺς ἥρωες ποὺ τόσο ἀγάπαγε τοῦτος ὁ λαός... Καὶ τότε ἦρθε μιὰ φωνή, ἡ Φωνή του. Ἥσυχη. Σίγουρη. Καθοριστική. Νὰ ἐπαναλαμβάνει σὰν ὕμνο καὶ σὰν παιᾶνα καὶ σὰν ἀρχαῖο ρητό, κάτι ποὺ τότε δὲν μποροῦσα νὰ ξεχωρίσω μὰ τώρα χρόνια μετά, τὸ ἀκούω συνέχεια πρωΐ καὶ βράδυ νὰ ἠχεῖ στ’αυτιά μου, νὰ μοῦ κλέβει τὴν ἀκοὴ καὶ νὰ μὴν μπορῶ πουθενὰ νὰ βρῶ ἀνάπαυση. 

Δυὸ λέξεις μόνον. Μοναχὰ δυὸ λέξεις: Μολῶν λαβέ! 

Νὰ ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς στὸν ἴδιο τόνο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, νὰ περνοῦν μέσα ἀπ’τις Πύλες τὶς Θερμές, νὰ ἀντηχοῦν στὰ ἴδια αὐτὰ Στενά:

Μολῶν λαβέ... Μολῶν λαβέ... Μολῶν λαβέ... 


Μὰ δὲν ἄντεξα ἄλλο καὶ κυνηγημένος ἀπ τὸν ἀντίλαλο,, κατέβηκα τρέχοντας σχεδὸν καὶ ἔφτασα στὸ μονοπάτι. Τὸ μονοπάτι τὸ δύσκολο τὸ κακοτράχαλο, ποὺ διέσχιζε τὸ δάσος μὲ τὶς παλιὲς βελανιδιὲς ποὺ λίγοι τὸ γνώριζαν. Ἐγὼ τὸ περπατοῦσα καὶ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια. Τὸ μονοπάτι ποὺ εἶχε καὶ ὄνομα: Ἀνοπαία ἀτραπός. 

Καὶ μόνον σὰν εἶδα κάτω στὴ μεγάλη πεδιάδα καὶ τριγύρω στὸν περίκλειστο κόλπο τὶς φωτιὲς καὶ τὰ μιλιούνια ἀπὸ τὸν ἀμέτρητο στρατὸ τοῦ Μεγάλου Βασιλιᾶ μὲ τὴν βαριὰ κορώνα καὶ τὸ χρυσὸ θρόνο, μόνον τότε σταμάτησα. Πῆρα ἀνάσα, κοίταξα ψηλὰ κατὰ τὰ Στενά, σήκωσα τοὺς ὤμους καὶ προχώρησα πρὸς τὸ στρατόπεδο τῶν χρυσοφόρων Μήδων. 

Ὡστόσο καὶ πρὶν κατεβάσω τὸν χαμηλό μου πῖλο μέχρι τὰ μάτια, μὲ πρόφτασε ἡ φωνή του γιὰ ἄλλη μιὰ φορά: ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ! 

Ἔκλεισα μὲ τὰ δυό μου χερια τὰ αὐτιὰ καὶ προχώρησα. Ὁ μεγάλος βασιλεὺς εἶχε πλέον ἀφιχθεῖ..... Μυριάδες ὑπηρέτες καὶ δοῦλοι ὑποχρεωτικοὶ καὶ σκλάβοι πρόθυμοι εἶχαν στήσει τὴ βαρύτιμη σινικὴ σκηνή του καὶ εἶχαν στρώσει χαλιὰ χρυσοκέντητα γιὰ νὰ πατήσει. Μὰ ἔτσι ὅπως διάβαινε χιλιοπλουμισμένος καὶ ἀργοκίνητος γιὰ νὰ ἀνεβεῖ στὸ θρόνο του, ἄρχισαν οἱ ἀνατολίτικοι ἐπίμονοι ἦχοι καὶ οἱ στριγγιὲς μουσικὲς ποὺ ἔμοιαζαν μὲ μοιρολόϊ ἀργόσυρτο καὶ θρῆνο σὲ τρόπο λυδικό. Καὶ ἔτσι δὲν ἄκουσε ὁ Μέγας Βασιλεύς, τὴν ἀγέρωχη δωρικὴ φωνὴ ψηλὰ ἐκεῖ στὰ Στενά... 


Τὴ φωνὴ ἐκείνου, τοῦ Λεωνίδα, ποὺ αὔριο καὶ ὕστερα καὶ μετὰ καὶ γιὰ τὸ τώρα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς αἰῶνες, σφράγισε τὶς Θερμοπύλες καὶ τὸν προδότη καὶ τοὺς βαρβάρους καὶ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, μὲ δύο λέξεις μόνον: 

ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ ! 

Και έτσι μᾶς νίκησε γιά πάντα…


Υ.Γ.1 Ὁ Ἐφιάλτης ὁδήγησε τοὺς Πέρσες, ὥστε νὰ χτυπήσουν τοὺς Σπαρτιᾶτες πισώπλατα ἀπὸ τὸ μονοπάτι ποὺ ὀνομαζόταν Ἀνοπαία Ἀτραπός. 

Υ.Γ.2 Στὴν πρόταση τοῦ Ξέρξη νὰ παραδώσει τὰ ὅπλα καὶ νὰ ἀποχωρήσει μὲ πλούτη ἀμύθητα, ὁ Λεωνίδας ἀπήντησε μὲ δύο λέξεις: Μολῶν Λαβέ. 

https://arpistis.blogspot.com/2025/05/blog-post.html