Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος


Ημερομηνία εορτής: 01/06/2018Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 1 Ιουνίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Ιουστινος Ο Απολογητης Και Φιλοσοφος (100 - 165)




Ἰουστῖνον κώνειον ἦρεν ἐκ βίου,
Ὡς εἴθε πρῶτον τοὺς πιεῖν δεδωκότας.
Πρώτῃ Ἰουνίου Ἰουστῖνε ἐλλεβορίζῃ.
Βιογραφία
Ο Άγιος Ιουστίνος γεννήθηκε στη Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης το 100 μ.X. αι. Οι γονείς του, Έλληνες ειδωλολάτρες (τον πατέρα του έλεγαν Πρίσκο Βάκχιο), φρόντισαν ώστε ο Ιουστίνος να λάβει εξαιρετική θεολογική αλλά και φιλοσοφική μόρφωση, η οποία ωστόσο δεν ήταν αρκετή για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα που έθετε η ανήσυχη ψυχή του. Ο Θεός βλέποντας την αγνότητα και την ειλικρινή πρόθεση των αναζητήσεών του, ανταποκρίθηκε θαυμαστά. και κάποια ημέρα πού ο Ιουστίνος βάδιζε κοντά στη θάλασσα, συνάντησε ένα γέροντα, ο οποίος ήταν βαθύτατα καταρτισμένος στις αλήθειες των Θείων Γραφών, ο οποίος μετά το διάλογο δίδαξε στον Άγιο τη χριστιανική διδασκαλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος, ο Ιουστίνος μετέβη στη Ρώμη, όπου παρέδωσε στον αυτοκράτορα απολογία, στην οποία εξέθετε τις βασικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού και αναιρούσε όλες τις εναντίον των χριστιανών κατηγορίες και αποδείκνυε την πλάνη των ειδώλων, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Αγία Γραφή. Δια την ενέργειά του αυτή, εκλήθη και Απολογητής. Η χριστομίμητη όμως δράση του Ιουστίνου, ο οποίος δεν έπαυε να κηρύττει το λόγο του Θεού και να συγγράφει έργα απολογητικού και ποιμαντικού χαρακτήρα προκάλεσε τη μήνι των ειδωλολατρών. Για το λόγο αυτό ο μέγας φιλόσοφος και ευσεβής χριστιανός συνελήφθη και αφού υπέστη διάφορα βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκε το 165 μ.X. αναδεικνυόμενος όχι μόνο απολογητής της ορθόδοξης πίστης αλλά και αθλοφόρος μάρτυρας.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Φιλοσοφίας ταὶς ἀκτίσιν ἐκλάμπων, θεογνωσίας ὑποφήτης ἐδείχθης, σαφῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν δυσμενῶν σὺ γὰρ ὠμολόγησας, ἀληθείας τὴν γνῶσιν, καὶ Μαρτύρων σύσκηνος, δι' ἀθλήσεως ὤφθης, μεθ' ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ὢ Ἰουστίνε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ήχος β'. Τους ασφαλείς
Τον αληθή, της ευσεβείας κήρυκα, και ευκλεή, των μυστηρίων ρήτορα, Ιουστίνον τον φιλόσοφον, μετ' εγκωμίων ευφημήσωμεν δυνάμει γαρ σοφίας τε και χάριτος, τον λόγον κατετράνωσε της πίστεως, αιτούμενος πάσι θείαν άφεσιν.

Μεγαλυνάριον
Χάριτι σοφίας καταυγασθείς, ως αυτοσοφίαν, εθεράπευσας τον Χριστόν, υπέρ ου ενδόξως, αθλήσας Ιουστίνε, συν τούτω εις αιώνας, δοξάζη ένδοξε.




Οπτικοακουστικό Υλικό
media
Ακούστε το απολυτίκιο!




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος
Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής και φιλόσοφος

Άγιος Σίος ο οσιομάρτυρας ο εκ Γεωργίας


Ημερομηνία εορτής: 01/06/2018
Δεν βρέθηκε αγιογραφία. Παρακαλούμε επικοινωνήστεμαζί μας, αν έχετε να μας προτείνετε κάποια.
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 1 Ιουνίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Σιος Ο Οσιομαρτυρας Ο Εκ Γεωργιας (; - 1700)



Βιογραφία
Ο Άγιος Σίος (Γκαρεγκέλι) έζησε στη Γεωργία το 17ο και 18ο αιώνα μ.Χ. Ασκήτεψε θεοφιλώς στην έρημο του Οσίου Δαβίδ στην ανατολική Γεωργία και τελειώθηκε μαρτυρικά από τους Μουσουλμάνους του Καυκάσου, το 1700 μ.Χ.

Επιστολή 1836 Ελλήνων για τη Μακεδονία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους πολιτικούς αρχηγούς.

Επιστολή 1836 Ελλήνων για τη Μακεδονία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους πολιτικούς αρχηγούς.
Προς
Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, αρχηγοί των κοινοβουλευτικών κομμάτων,
Επισυνάπτω αντίγραφο της πολύ σύντομης επιστολής 1836 Ελλήνων προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Προκόπιο Παυλόπουλο για την παρούσα φάση του «Μακεδονικού ζητήματος». Η επιστολή είναι μόνο 85 λέξεων και στάλθηκε εχθές, 29 Μαΐου 2018 με το ταχυδρομείο.
Παρακαλώ σημειώστε, ότι η επιστολή προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας περιλαμβάνει τα πλήρη στοιχεία όσων την υπογράφουν, δηλαδή: ονοματεπώνυμο, επάγγελμα ή ιδιότητα, διεύθυνση κατοικίας και ηλεκτρονική διεύθυνση. Η επιστολή προς εσάς, τους πολιτικούς αρχηγούς, περιλαμβάνει μόνο τα ονοματεπώνυμα και την πόλη κατοικίας.
 Με τιμή,
 Εξοχότατε κ. Πρόεδρε,

Η ενδεδειγμένη απάντηση στους Σλάβους έρχεται από τα λόγια του τελευταίου Αυτοκράτορα:
«Το δε το όνομα σοι δούναι, ουκ εμόν εστίν, ουτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη (την πόλιν)».
Το να σας παραδοθεί το όνομα, ούτε δικό μου θέμα είναι, ούτε άλλου κατοίκου της πόλεως.
Δεν έχει κανείς μας την αρμοδιότητα να διαπραγματευτεί την παραχώρηση του ονόματος, δηλαδή ενός τμήματος της ελληνικής Ιστορίας.
Μόνο ίσως μία ταυτόχρονη σύναξη νεκρών, ζώντων και αγέννητων θα μπορούσε να έχει τέτοιο δικαίωμα.
Με τιμή.

 http://www.antibaro.gr/article/19424

Οι 10 κορυφαίοι βυζαντινοί στρατηγοί του Μεσαιωνικού Ελληνισμού



1) Ο Φλάβιος Βελισάριος (505 -565) ήταν στρατηγός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους στρατιωτικούς της βυζαντινής και μεσαιωνικής περιόδου και ένας από τους επιφανέστερους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εποχών.
Διακρίθηκε σε όλα τα μέτωπα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους εκείνης της εποχής (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Ιταλία, Βαλκάνια) με την εξαίρεση της Ισπανίας. Επίσης εισήγαγε πολλές καινοτομίες στην εκπαίδευση και οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού της εποχής, καθώς και στην τακτική των επιχειρήσεων. Υπήρξε ένας από τους στενούς συνεργάτες του Ιουστινιανού, στην προσπάθεια του τελευταίου να ανασυστήσει την αρχαία ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Η ζωή και η σταδιοδρομία του παρουσιάζουν εντονότατες εναλλαγές της τύχης, από τον θρίαμβο και τη δόξα στον παραμερισμό και την απώλεια κάθε εύνοιας, αξιωμάτων και περιουσίας και αντιστρόφως.
Ο βίος και τα κατορθώματά του τροφοδότησαν πολλές λαϊκές αφηγήσεις αλλά και λογίους και καλλιτέχνες από τη βυζαντινή μέχρι την νεότερη εποχή, καθώς ο Βελισάριος έγινε παράδειγμα τραγικού ήρωα. Η απόκρουση της εισβολής των νομάδων Κουτριγούρων ήταν η τελευταία στρατιωτική επιχείρηση του Βελισάριου. Έπειτα αποσύρθηκε οριστικά από τον ενεργό δημόσιο βίο και πέθανε το Μάρτιο του 565, λίγους μήνες πριν το θάνατο του Ιουστινιανού, όχι όμως χωρίς ενοχλήσεις από την βασιλική Αυλή. Το 561 κατηγορήθηκε ακόμη μία φορά ότι συμμετείχε σε μια συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα με συνέπεια τη δήμευση της περιουσίας του και τον κατ’ οίκον περιορισμό. Έξι μήνες αργότερα, ο Ιουστινιανός αποκατέστησε τον γηραιό πλέον στρατηγό. Η ζωή και τα κατορθώματά του έγιναν αντικείμενο θαυμασμού ανά τους αιώνες και τροφοδότησαν πολλούς θρύλους και διηγήσεις. Το όνομά του έγινε συνώνυμο της στρατιωτικής ευφυΐας και ανδρείας και αποδιδόταν σε δαφνοστεφείς στρατηγούς, όπως ο δημοφιλής Ιωάννης Κουρκούας (10ος αι.) που ονομάστηκε από τους συγχρόνους του «άλλος Τραϊανός ή Βελισάριος». Επίσης, ιδίως από τον 11ο αι., στην ιστορική παράδοση υπεισέρχονται στοιχεία και περιστατικά από βίους και κατορθώματα άλλων προσωπικοτήτων. Επιπλέον, οι διηγήσεις που αναφέρονται στον Βελισάριο, παίρνουν έναν έντονα δραματικό χαρακτήρα, επηρεασμένες από τις έντονες μεταβολές της τύχης του ήρωά τους και τις τεταμένες σχέσεις του με τα ανάκτορα. Ο Μιχαήλ Γλυκάς (11ος αιώνας) δραματοποιεί τις τύχες του Βελισάριου αναφέροντας ότι ο νικητής Περσών, Βανδάλων, Γότθων και Ούννων καθόταν αναμένοντας από τον δήμιο να τον αποκεφαλίσει. Τον επόμενο αιώνα ο Ιωάννης Ζωναράς προχωρεί ακόμη περισσότερο λέγοντας ότι ο Βελισάριος έμεινε φυλακισμένος μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ ο Ιωάννης Τζέτζης περιγράφει πώς ο ήρωάς του τυφλώθηκε και αναγκάστηκε να επαιτεί από τον μνησίκακο Ιουστινιανό.

2) Ο Κατακαλών Κεκαυμένος ήταν Βυζαντινός στρατιωτικός και συγγραφέας στα μέσα του 11ου αιώνα. Ο Κατακαλών Κεκαυμένος γεννήθηκε στην Κολώνεια του Πόντου, και παρόλο που προφανώς ήταν μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας Κατακαλών, σύμφωνα με τον Ιωάννη Σκυλίτζη δεν ήταν αριστοκρατικής καταγωγής. Διακρίθηκε για πρώτη φορά στην σικελική εκστρατεία του Γεωργίου Μανιάκη. Εκεί, ο Κεκαυμένος, με το βαθμό του πρωτοσπαθάριου, διέταξε ένα στρατιωτικό απόσπασμα από το Θέμα Αρμενιακών και οδήγησε την επιτυχή υπεράσπιση της Μεσσήνης από την αραβική επίθεση το 1040. Το 1043 νίκησε τους Ρως στην επιδρομή τους κατά την αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, και ονομάστηκε βέστης και άρχοντας των παραδουνάβιων πόλεων. Επί αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ (1042 έως 1055)είχε μια άκρως επιτυχημένη καριέρα. Υπηρέτησε στην Ανατολή ως δούξ της Ιβηρίας, και έγινε κυβερνήτης της Ανίον στην Γεωργία του Καυκασου, όταν η πόλη προσαρτήθηκε από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 1045, και οδήγησε τις τοπικές δυνάμεις στις πρώτες συγκρούσεις με τους Σελτζούκους Τούρκους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1040, είχε προαχθεί στη θέση του στρατηλάτη της Ανατολής, και συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των νομάδων Πετσενέγκων, ως δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον άπειρο στρατιωτικά Νικηφόρο. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας, τραυματίστηκε σοβαρά. Γύρω στο 1055 διορίστηκε στο διάσημο και ισχυρό αξίωμα του δούξ της Αντιόχειας. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ΣΤ΄ (1056 - 1057) είχε μία καχυποψία με τους εξέχοντες στρατηγούς και τους φέρθηκε άσχημα, ο Κατακαλών ενώ ήταν ήδη μάγιστρος του δόθηκε ο τίτλος του προέδρου που την απέρριψε. Με τη σειρά του, Κεκαυμένος στήριξε ενεργά την εξέγερση του Ισαακίου Κομνηνού το 1057, και ανταμείφθηκε με τον τίτλο του κουροπαλάτη. Ο Κεκαυμένος έγραψε ένα βιβλίο - αυτοβιογραφία, το οποίο στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως κύρια πηγή για τα γεγονότα του 1042-1057 από τον Ιωάννη Σκυλίτζη στη δική του ιστορία. Ως εκ τούτου, η αφήγηση του Σκυλίτζη περιγράφει την καριέρα του με μεγάλη λεπτομέρεια και είναι ιδιαίτερα εγκωμιαστικό για αυτόν και τα επιτεύγματά του. Ο Κατακαλών Κεκαυμένος πιστεύεται ότι είναι ο συγγραφέας του λεγόμενου "Στρατηγικόν του Κεκαυμένου", σύγχρονοι μελετητές απορρίπτουν ότι το έγραψε αυτός αλλά κάποιος με το ίδιο όνομα Κεκαυμένος.

3) Ο Γεώργιος Μανιάκης (998 - 1043) ήταν Βυζαντινός στρατηγός που έδρασε κατά το β’ τέταρτο του 11ου αιώνα. Από πολλούς νεώτερους ιστορικούς θεωρείται συνεχιστής της «Μακεδονικής εποποιίας», δηλαδή των στρατιωτικών επιτευγμάτων των αυτοκρατόρων-στρατηλατών Νικηφόρου Β' Φωκά, Ιωάννη Α' Τσιμισκή και Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου. Υπό την ηγεσία του Μανιάκη τα βυζαντινά όπλα θριάμβευσαν στο ανατολικό (Συρία) και δυτικό (Κάτω Ιταλία, Σικελία) μέτωπο κατά την περίοδο παρακμής που ακολούθησε τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου. Όμως, η συνεχής υπονόμευσή του από την αυτοκρατορική αυλή, τον εξώθησε σε ανταρσία με άδοξο τέλος. Οι επιτυχίες του ήταν από τα ελάχιστα δείγματα δυναμισμού του Βυζαντίου εκείνης της περιόδου, καθώς η επιπολαιότητα και η κακοδιοίκηση της κεντρικής εξουσίας οδήγησαν στην συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, που ανεστάλη με την άνοδο του Αλεξίου Α' Κομνηνού στον αυτοκρατορικό θώκο.
4) Ο Βάρδας Σκληρός ήταν Βυζαντινός στρατηγός που ηγήθηκε μιας ευρείας Ασιατικής επανάστασης κατά του Αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ το 976–979. εκτάσεων στις ανατολικές παρυφές της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του Γρηγορία καταγόταν από τον αδελφό του Βασιλείου Α΄ τον Βάρδα. Ως μεγαλύτερο κατόρθωμα του λογίζεται η εξαιρετική άμυνα της Κωνσταντινούπολης κατά του στρατού του Σβιάτοσλαβ Α΄ του Κιέβουτο 970. Κατά τη Μάχη της Αρκαδιούπολης, αναφέρεται ότι κατάφερε να επιφέρει 20.000 απώλειες στους Ρως, ενώ η εκστρατεία κόστισε τις ζωές μόλις 25 Ελλήνων στρατιωτών. Αφότου έδειξε ότι ο ίδιος ήταν ικανός να αντιμετωπίσει τους φοβερότερους εχθρούς του Βυζαντίου, ο Βάρδας έγινε έμπιστος σύμβουλος του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή και ήταν κουνιάδος του. Με τον θάνατο του Ιωάννη, ο Σκληρός επιδίωξε να τον αντικαταστήσει ως ενεργών αυτοκράτορας. Ο ευνούχος Βασίλειος Λεκαπηνός όμως, που στην πραγματικότητα ηγούνταν της αυτοκρατορικής κυβέρνησης είχε άλλα σχέδια, καθαιρώντας τον Βάρδα από την θέση κλειδί που είχε ως στρατηγός στην Ανατολή το 975. Σύμφωνα με τον Μιχαήλ Ψελλό, ο Βάρδας ήταν «άνθρωπος που δεν ήταν μόνο ικανός στο σχεδιασμό, αλλά εξαιρετικά έξυπνος κατά την εκτέλεση των σχεδίων του, κατείχε τεράστιο πλούτο, με το κύρος του βασιλικού αίματος και της επιτυχίας σε μεγάλους πολέμους, με όλη τη στρατιωτική κάστα στο πλευρό για να βοηθήσει το σκοπό του.»
5) Ο Ρωμανός Σκληρός ήταν βυζαντινός αξιωματούχος, στρατηγός, μέλος της επιφανούς αριστοκρατικής οικογένειας των Σκληρών. Είχε διοριστεί Δούξ (διοικητής) της Αντιόχειας το 990-991. Ήταν γιος, και το μοναδικό παιδί, του στρατηγού και σφετεριστή του θρόνου Βάρδα Σκληρού και άγνωστης μητέρας. Το 976 απελευθερώθηκε, κρατούνταν στην Κωνσταντινούπολη, και μεταμφιεσμένος έφτασε στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης του πατέρα του Βάρδα το 979 τον ακολούθησε στην φυγή του στο χαλιφάτο των Αββασιδών για να επιστρέψουν το 987 και να συμμετάσχουν σε μια άλλη εξέγερση με τον Βάρδα Φωκά. Ο Ρωμανός την ίδια χρονιά αυτομόλησε στο στρατόπεδο του αυτοκράτορα, αναφέρεται ότι η φυγή του ήταν στρατήγημα του πατέρα του ή έφυγε επειδή διαφωνούσε με την συνεργασία στην στάση με τους Φωκάδες. Μετά την αποτυχία και αυτής της εξέγερσης ο Ρωμανός Σκληρός φαίνεται ότι παρέμεινε σε σημαντικές θέσεις, και υπηρέτησε ως δούξ της Αντιόχειας. Κατά μία τοπική λαϊκή παράδοση του δόθηκε προσωπικό φέουδο ("Πρόνοια") όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Πελοπόννησο. Ο Ρωμανός είχε κόρη την ονομαζόμενη Μαρια "Σκλήραινα" σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄ του μονομάχου. Από το όνομα του Ρωμανού ονομάστηκε και το χωριό "Σκληρού", ο σημερινός Σκληρός Μεσσηνίας.
6) Ο Ρωμανός Σκληρός ήταν βυζαντινός αξιωματούχος, στρατηγός, μέλος της επιφανούς αριστοκρατικής οικογένειας των Σκληρών. Είχε διοριστεί δύο φορές Δούξ (διοικητής) της Αντιόχειας το 1054 - 1055 και το 1057. Είχε επίσης τα αξιώματα μάγιστρος, πρόεδρος, στρατοπεδάρχης της ανατολής και πρωτοστράτορας. Το όνομα του πατέρα του και της μητέρας του δεν διασώζονται, ο πατέρας του ήταν γιος τουΡωμανού Σκληρού παππού του Ρωμανού. Ο Ρωμανός έγινε σύμβουλος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄, ενώ το 1057 υποστήριξε τον Ισαάκιο Κομνηνό να διεκδικήσει τον θρόνο από τον Μιχαήλ ΣΤ΄. Αργότερα ο Ισαάκιος τον διόρισε σε ανώτατα αξιώματα και για δεύτερη φορά δούξ Αντιόχειας το 1057. Πιθανότατα να σχετίζεται με μία λαϊκή παράδοση που δίνεται για τον παππού του και να είναι αυτός.
7) Ο Μιχαήλ Βούρτζης (περίπου 930/935 - μετά από το 996) ήταν ο κορυφαίος Βυζαντινός στρατηγός στα τέλη του 10ου αιώνα. Έγινε ονομαστός για την κατάληψη της Αντιόχειας το 969, αλλά έπεσε σε δυσμένεια από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Β΄ Φωκά. Αγανακτισμένοι η Οικογένεια Βούρτζη ένωσε τις δυνάμεις της με τους συνωμότες που δολοφόνησαν τον Φωκά λίγες εβδομάδες αργότερα. Ο Βούρτζης επανεμφανίζεται σε εξέχοντα ρόλο στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ και του επαναστάτη Βάρδα Σκληρού, όπου άλλαξε στρατόπεδα, από υποταγή στον αυτοκράτορα κι έπειτα στους αντάρτες και πάλι στον Βασίλειο Β΄. Παρ' όλα αυτά, είχε διοριστεί εκ νέου ως δούξ της Αντιόχειας από τον Βασίλειο, μια θέση που κατείχε μέχρι το 995, όταν κι αντικαταστάθηκε εξαιτίας τής αποτυχίες του στον πόλεμο εναντίον των Φατιμιδών Αράβων της Αιγυπτου.
8) Ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος γεννήθηκε τα τέλη του 12ου με αρχές του 13ου αιώνα. Ήταν στρατηγός της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και είχε λάβει το αξίωμα του Μεγάλου Δομέστικου επί βασιλείας του Μιχαήλ Η´ του Παλαιολόγου. Έμεινε γνωστός κυρίως λόγω της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, η οποία αποτέλεσε την πιο λαμπρή αλλά ταυτόχρονα και η τελευταία νικηφόρα στρατιωτική επιχείρισή του, καθώς στην συνέχεια ηττάται σε όλες τις επόμενες μάχες, με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστεί και να παραμείνει ταπεινωμένος μέχρι τον θάνατό του. Το 1261, απελευθερώνεται αργότερα από τον ίδιο τον Δεσπότη της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, με τον όρο να κατευθυνθεί με στρατό 800 ξένων μισθοφόρων του ιππικού στα περίχωρα της Βασιλεύουσας προκειμένου να κατασκοπεύσει τους Λατίνους και να φοβίσει τους Βουλγαρους. Όταν το στρατιωτικό τμήμα με διοικητή τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο έφθασε κοντά στην πόλη της Σηλυμβρίας στην Θράκη, αγρότες της περιοχής τον πληροφόρησαν ότι ο λατινικός στρατός και ο βενετικός στόλος της Κωνσταντινουπόλης απουσίαζαν σε μία εκστρατεία κατάληψης του νησιού Δαφνουσία στον Εύξεινο Πόντο την οποία κατείχαν οι Νικαιάτες. Επίσης αναφέρεται ότι κάποιος γεωργός είπε στον στρατηγό της Νίκαιας πως έμενε μέσα στην Πόλη, μπορούσε όμως να βγαίνει κάθε ημέρα για να βόσκει τα ζώα του από την Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής, η οποία παρέμενε αφύλακτη. Ο Αλέξιος δεν θα μπορούσε να αφήσει αυτή την ιδανική ευκαιρία ανεκμετάλλευτη. Το ίδιο βράδυ στις 25 Ιουλίου εισήλθε με το στράτευμά του από την Πύλη της Ζωοδόχου Πηγής και χωρίς να γίνει αντιληπτός σταμάτησε σε μια μονή κοντά στην πύλη, ενώ απέστειλε κάποιους στρατιώτες ως αγγελιοφόρους στην Νίκαια να ανακοινώσουν την καταπληκτική αυτή είδηση. Εν τω μεταξύ, ο στρατηγός με το απόσπασμά του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στους φρουρούς και μετά από κάποιες αψιμαχίες πήρε τον έλεγχο των μεσόγειων τειχών. Μόλις η εισβολή και η ήττα της φραγκικής φρουράς έγινε ευρέως αντιληπτή, ο Αυτοκράτορας των Λατίνων Βαλδουϊνος Β' μαζί τον Λατίνο Πατριάρχη της Πόλης και τους υπόλοιπους Καθολικούς κατοίκους της, κατέφυγαν στο λιμάνι προσμένοντας με αδημονία τον βενετικό στόλο να επιστρέψει, ελπίζοντας ότι θα επιβιβασθούν σε αυτόν ώστε να μην θανατωθούν ή να αιχμαλωτιστούν. Οι Βενετοί κατέφθασαν εγκαίρως και παρέλαβαν το τρομαγμένο πλήθος. Δεν επέτυχαν όμως τίποτε παραπάνω, αφού οι ενισχύσεις από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας είχαν ήδη φτάσει και διέφυγαν από την θάλασσα αφήνοντας την Πόλη στους Βυζαντινούς. Τον επόμενο μήνα, στις 15 Αυγούστου, ανήμερα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου εισήλθε ο Μιχαήλ Η' μετά πομπής και γονυπετής στην Χρυσή Πύλη, όπου ακούσθηκαν οιΔεκατρείς Προσευχές, τις οποίες συνέθεσε ο Γεώργιος Ακροπολίτης με παραγγελία του Δεσπότη με σκοπό να ευχαριστήσει τον Θεό για την νίκη του. Έπειτα στην Αγία Σοφία στέφθηκε αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
9) Ο Ιωάννης Κουρκούας ήταν Βυζαντινός στρατηγός του 10ου αιώνα που διακρίθηκε κυρίως στους αγώνες της αυτοκρατορίας εναντίον των Αράβων. Ως δομέστικος των σχολών της Ανατολής διεξήγαγε πολλές εκστρατείες σε περιοχές που είχαν κατακτηθεί από τους Άραβες τρεις αιώνες προ της εποχής του και θεωρούντο πλέον αραβικά εδάφη (Αρμενία, βόρεια Μεσοποταμία, βόρεια Συρία). Αρκετοί σύγχρονοί του τον χαρακτήρισαν «άλλον Τραϊανόν ή Βελισάριον». Από πολλούς ιστορικούς θεωρείται πρόδρομος της λεγόμενης «Βυζαντινής εποποιίας» των αυτοκρατόρων Νικηφόρου Β΄ Φωκά, Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή και Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνέχισαν και ολοκλήρωσαν το έργο του. Την ίδια χρονιά που ο Κουρκούας εκπόρθησε οριστικά την Θεοδοσιούπολη, οι ναυτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας απέτυχαν για πολλοστή φορά να καταλάβουν την Κρήτη. Όμως η πλάστιγγα είχε γύρει προς την πλευρά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που είχε περάσει στην αντεπίθεση κατά των Αράβων σε όλα τα μέτωπα. Οι επιτυχίες του Ιωάννη Κουρκούα στην Μέση Ανατολή και του ναυάρχου Ιωάννη Ραδηνού στο Αιγαίο οδήγησαν στην επέλαση των Βυζαντινών στις περιοχές της Συρίας, Παλαιστίνης, Μεσοποταμίας και Καυκάσου καθώς και στην ανακατάληψη της Κρήτης αντίστοιχα.

10) Ο Νικηφόρος Φωκάς (912 - 11 Δεκεμβρίου 969) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 963 έως το 969. Τα λαμπρά στρατιωτικά κατορθώματά του συνέβαλαν στην αναζωπύρωση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα.
Το 960, με την ιδιότητα του δομέστικου των σχολών της Ανατολής, ο μετέπειτα αυτοκράτορας ανέλαβε επικεφαλής της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (Άραβες). Συγκέντρωσε το βυζαντινό στρατό στα Φύγελα της Μ. Ασίας, κατέπλευσε στον κόλπο του Αλμυρού και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του αραβικού στρατού. Στρατοπέδευσε κοντά στο Xάνδακα (Ηράκλειο), την πρωτεύουσα της Κρήτης, επιχειρώντας ταυτόχρονα επιθέσεις εναντίον των τειχών και εξορμήσεις στο εσωτερικό, για να υποτάξει ολόκληρο το νησί. Ύστερα από εννέα μήνες δραματικής πολιορκίας, το Μάρτιο του 961, κατέλαβε το Χάνδακα και επανέφερε την Κρήτη στους κόλπους της βυζαντινής αυτοκρατορίας για τα επόμενα 250 χρόνια. Μέρος από τα λάφυρα παραχώρησε στο φίλο του Αθανάσιο Αθωνίτη, ο οποίος τον είχε ακολουθήσει στην εκστρατεία της Κρήτης, για να ιδρύσει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος. Πριν από την αναχώρησή του, ο Φωκάς οργάνωσε διοικητικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά το νησί (αφήνοντας για τον επανεκχριστιανισμό του νησιού, τον Άγιο Νίκωνα τον "Μετανοείτε") και άφησε αξιόλογη φρουρά για την προστασία του από νέες αραβικές επιδρομές. Επιχείρησε μάλιστα τη μεταφορά της πρωτεύουσας σε άλλο σημείο και για το σκοπό αυτό οχύρωσε ένα λόφο νότια του Χάνδακα, όπου έχτισε το φρούριο Τέμενος. Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή, τους οποίους είχε εγκαινιάσει με επιτυχία σε όλα τα επίπεδα. Απομάκρυνε τους Άραβες από την Κιλικία, ανακατέλαβε την Κύπρο και προσάρτησε μεγάλο μέρος της Συρίας, προχωρώντας έως την Τρίπολη του Λιβανου. Παράλληλα, έδειξε ενδιαφέρον για την περιφρούρηση των βυζαντινών συμφερόντων στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Επιβεβαίωσε έτσι τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο και εκτίναξε τα σύνορα της αυτοκρατορίας έως πέρα από τον ποταμό Ευφράτη. Με ανάλογη ευαισθησία αντιμετώπισε και τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας, επιχειρώντας σύντομη εκστρατεία κατά μήκος των βυζαντινο-βουλγαρικών συνόρων και καταλαμβάνοντας χωρίς δυσκολίες όλα τα σημαντικά φρούρια.
Πηγή: http://greekhistoryandprehistory.blogspot.gr/2016/04/10.html
http://kastamonitis.blogspot.gr/2016/05/10.html
yiorgosthalassis.blogspot.com

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ - ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΠΛΟ


Στον καιρό των παραμυθιών, μια φορά κι έναν καιρό δηλαδή, ξεκίνησε ο Δεκατρής για μια δύσκολη αποστολή. Όπως έλεγε και τ’ όνομά του, ήταν ο μικρότερος ανάμεσα σε δεκατρία αδέλφια. Μα στο μυαλό και το θάρρος ήταν ο καλύτερος.
Η εξυπνάδα του προκάλεσε φθόνο στ’ αδέλφια του. Πήγαν λοιπόν στον βασιλιά και τον κατάφεραν να ζητήσει απ’ τον Δεκατρή το πιο επικίνδυνο πράγμα: Να φέρει το άλογο ενός φοβερού δράκου.
Ο Δεκατρής διέσχισε ένα πυκνό δάσος, γεμάτο εμπόδια και αγρίμια, μα με την αξιοσύνη του τα ξεπέρασε όλα. Κάποια στιγμή όμως έφτασε μπροστά σ’ ένα μεγάλο ποτάμι. Κατέβαινε με δυνατή βοή από το βουνό και τα ορμητικά νερά του άφριζαν.
Ο Δεκατρής κατάλαβε πως ήταν αδύνατο να το διαβεί. Η ανθρώπινη δύναμη και εξυπνάδα δεν έφταναν για να υπερπηδήσει κι αυτό το εμπόδιο. Μα και πάλι δεν έχασε το θάρρος του. Είχε φυλάξει για μια τέτοια περίσταση ένα τελευταίο όπλο. Ύψωσε τα μάτια του ψηλά και φώναξε:
-  Ευχή της μάνας  μου και του πατέρα μου, κάμετε  καμάρα να περάσω.
Αμέσως μια μεγάλη καμάρα γεφύρωσε το πλημμυρισμένο ποτάμι κι ο ήρωάς μας πέρασε απέναντι. Μόλις πάτησε το πόδι του στην άλλη όχθη, το γεφύρι χάθηκε το ίδιο αστραπιαία, όπως είχε φανεί.
(Ελεύθερη  σύνθεση παραμυθιών του τόπου  μας).
Τώρα είσαι συ που, σαν άλλος ήρωας του παραμυθιού, ετοιμάζεσαι για τη δύσκολη αποστολή σου. Να μπεις στον στίβο των εξετάσεων. Και θέλεις σίγουρα ένα καλό αποτέλεσμα. Μια επιτυχία.
Ασφαλώς μπαίνεις στον αγώνα πάνοπλος. Έχεις αξιοποιήσει στο έπακρο τις δυνατότητές σου. Διάβασες, κουράστηκες, αγρύπνησες, ίδρωσες. Όλες σου οι ικανότητες επιστρατεύτηκαν.
Τώρα όμως βρίσκεσαι στην κρίσιμη στιγμή. Ό,τι είχες να κάμεις, το έκαμες. Εξάντλησες τα δικά σου μέσα. Ετοιμάστηκες αρκετά; Κανείς δεν ξέρει. Η αγωνία και η ανησυχία είναι φυσικό να βρίσκουν τώρα έδαφος στην ψυχή σου.
Σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή σκέψου, πως απομένει και στο δικό σου οπλοστάσιο ένα τελευταίο όπλο. Θυμήσου την ευχή που μπόρεσε να γεφυρώσει αδιάβατο ποτάμι. Πριν μπεις στον αγώνα, ρίξε και συ τα μάτια σου ψηλά. Κάνε μια ευχή. Κάλεσε κοντά σου Εκείνον, που μπορεί να σταθεί στη μάχη δίπλα σου.
Όσο δυνατός κι αν είσαι, ένας καλός σύμμαχος πάντα χρειάζεται. Ιδιαίτερα στις κρίσιμες στιγμές που κρίνουν την έκβαση της μάχης. Κάλεσε κοντά σου Εκείνον, που έχει όχι μόνο δύναμη, μα και αγάπη για σένα.
Κι ας γίνει αυτό η αρχή μιας βαθύτερης σχέσης μαζί Του. Που δεν θα ξεκινάει από ανάγκη, όπως τώρα. Ούτε θα αποβλέπει στο βραχυπρόθεσμο κέρδος μιας κάποιας επιτυχίας. Η σχέση γίνεται πολύ δυνατή, όταν την κάνεις ελεύθερα, επειδή το θέλεις εσύ από μόνος σου να είσαι μ’ Εκείνον.
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!
π. Δημήτριος Μπόκος



Αντιύλη
Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820 25861/23075/6980 898 504
e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Άγιος Φιλόσοφος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ Βόρις και Νικόλαος οι Μάρτυρες


Ημερομηνία εορτής: 31/05/2018Άγιος Φιλόσοφος ο Ιερομάρτυρας και οι συν αυτώ Βόρις και Νικόλαος οι Μάρτυρες
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 31 Μαΐου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Φιλοσοφος Ο Ιερομαρτυρας (; - 1918), Αγιος Boris Ο Μαρτυρας (; - 1918), Αγιος Νικολαος Ο Μαρτυρας (; - 1918)



Βιογραφία
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Φιλόσοφος (Νικολάγιεβιτς Ορνάτσκιυ) έζησε το 19ο και 20ο αιώνα μ.Χ. Το 1885 μ.Χ. τελείωσε τη θεολογική ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως και νυμφεύθηκε την Ελένη Ζαοζέρκοϋ. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και εργάσθηκε ποιμαντικά αναπτύσσοντας ένα τεράστιο φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο. Συνδέθηκε πνευματικά με τον Πατριάρχη Τύχωνα και κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου στάθηκε στο πλευρό των τραυματισμένων στρατιωτών και των οικογενειών τους. Ο υιός του Νικόλαος υπηρετούσε με ανώτερο βαθμό στο 9ο τάγμα του Ρωσικού και ο υιός του Boris είχε διορισθεί ως αρχηγός της 23ης ταξιαρχίας πυροβολικού και πολέμησε ηρωικά στο αυστρο-ουγγρικό μέτωπο.

Μετά την επανάσταση του 1917 μ.Χ., ο Άγιος Ιερομάρτυς Φιλόσοφος συνελήφθη, στις 9 Αυγούστου 1918 μ.Χ., μαζί με τους υιούς του από άνδρες της κρατικής ασφάλειας, που τους μετέφεραν στις φυλακές της Κροστάνδης. Εκτελέσθηκαν διά τουφεκισμού, δίδοντας έτσι τη μαρτυρία της πίστεώς τους στον Κύριο και Θεό μας.


Αγιογραφίες / Φωτογραφίες

Άγιος Ιερόθεος ο Νέος ο Ιερομάρτυρας


Ημερομηνία εορτής: 31/05/2018
Δεν βρέθηκε αγιογραφία. Παρακαλούμε επικοινωνήστεμαζί μας, αν έχετε να μας προτείνετε κάποια.
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 31 Μαΐου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Ιεροθεος Ο Νεος Ο Ιερομαρτυρας (1891 - 1928)



Βιογραφία
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ιερόθεος ο Νέος, Επίσκοπος Νικόλσκ, γεννήθηκε περί το 1891 μ.Χ. Έφθασε, ως Επίσκοπος, στο Νικόλσκ την Κυριακή των Βαΐων του 1923 μ.Χ. Εκεί διακόνησε την Εκκλησία με ένθεο ζήλο και αυταπάρνηση. Το 1927 μ.Χ. μετετέθη στην Επισκοπή Βελίκυ Ούστιουνγκ, κοντά στην περιοχή Βολογκντά. Αυτή την περίοδο αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση του Μητροπολίτου Σεργίου περί υποταγής της Εκκλησίας στην κρατική εξουσία. Για τον λόγο αυτό οι άνδρες της μυστικής ασφαλείας, κατά την περίοδο του Σοβιετικού καθεστώτος, τον κάλεσαν για ανάκριση αρκετές φορές. Τελικά τον συνέλαβαν, ενώ είχε πάει να λειτουργήσει σε κωμόπολη της επαρχίας του. Οι άνθρωποι έκλαιγαν και φώναζαν, γιατί ένιωθαν ότι έχαναν τον πνευματικό τους πατέρα. Τό ατμόπλοιο έφθασε σύντομα στην πόλη Ούστγιουγκ. Επειδή ήταν ασθενής, τον οδήγησαν στο νοσοκομείο. Εκεί ο Άγιος Ιερόθεος κοιμήθηκε οσίως το 1928 μ.Χ. Αλλά η μνήμη του δεν εξαφανίσθηκε. Έγινε το αλάτι της ευσέβειας και ελπίδας του Ρωσικού λαού.

Η ανατολίτικη ελίτ μας

Ναπολέων Λιναρδάτος

Aς αρχίσουμε από το κεκτημένο σε μια πολιτισμένη κοινωνία, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να χειροδικήσει εναντίον του κ. Μπουτάρη. Δεν υπάρχουν «αλλά», «ίσως», «ενδεχομένως», «αφού» και οτιδήποτε άλλο που να εισάγει μία, έστω έμμεση και λεπτή, δικαιολογία ή αποδοχή του συγκεκριμένου συμβάντος. Το θέμα είναι ξεκάθαρο για έναν πολιτισμένο άνθρωπο. Αλλά γεννάται το ερώτημα πώς θα αντιμετώπιζε το γεγονός ένα άτομο που θα είχε τον ίδιο τρόπο σκέψης με τον κ. Μπουτάρη. Ο κ. Μπουτάρης σε θέματα βίας έχει, στην καλύτερη περίπτωση, μια αμφιλεγόμενη στάση. 

Για παράδειγμα, ο κ. Μπουτάρης είχε πει: «Χέστηκα αν ο Κεμάλ σκότωσε Ελληνες». Αν κάτι χαρακτηρίζει την ελληνική ελίτ, αυτό είναι η αδυναμία της έστω και να προσποιηθεί ότι έχει κάποια ψήγματα αυτογνωσίας. Από τη μια, λατρεύει τον κ. Μπουτάρη ακριβώς γιατί έχει μια αριστερή προσέγγιση για όλους τους διωγμούς και τη βία που υπέστησαν οι Ελληνες στη διάρκεια της ιστορίας τους, από την άλλη, όταν ο κ. Μπουτάρης γίνεται θύμα μιας επίθεσης, πολλαπλώς κατώτερης από αυτές που επιλέγει να εκμηδενίσει ιστορικά, κάνει επίδειξη πολιτισμικού σοκ, ξαφνικά αποκτά αστικές αρχές και κουλτούρα.

Σίγουρα η παραπάνω περίπτωση δεν είναι η χειρότερη. Ισως από τις χειρότερες ήταν η περίπτωση της δίωξης εναντίον της Σώτης Τριανταφύλλου βάσει του νόμου λογοκρισίας του 14. Θα κυκλοφορήσει κείμενο 178 επιφανών υπέρ της αθώωσης της κυρίας Τριανταφύλλου, που όμως δεν θα καταδικάζει τον νόμο λογοκρισίας, αλλά επί της ουσίας θα παρακαλεί την εξαίρεση της κυρίας Τριανταφύλλου ως «σωστή εφαρμογή του νόμου». Δηλαδή στην ύπαρξη ενός νόμου που παραβιάζει ένα θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη η «πνευματική» ελίτ ήρθε και με τη στάση της πρόσθεσε μια νέα σημαντική παρεκτροπή, εκλιπαρώντας την κατάργηση της ισονομίας. Ακριβώς ως αυλικοί ζητώντας ρουσφέτι από τον σουλτάνο.

Θα είναι ιστορικά δύσκολο να βρεθεί στην ιστορία μια ομάδα ανθρώπων που να έχει τόσο πολλές και σημαντικές ψευδαισθήσεις ταυτόχρονα. Θέλουν τόσο πολύ να είναι Ευρώπη, έστω κι αν όλη η κουλτούρα τους και η συμπεριφορά τους δείχνει ότι ανάμεσα σε αυτό που νομίζουν ότι θέλουν και σε αυτό που πραγματικά είναι η απόσταση είναι τόσο μεγάλη, που θα μπορούσε να μετρηθεί μόνο σε έτη φωτός. Ως ανήξεροι ιθαγενείς, εκλαμβάνουν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός πολιτισμού ως την ουσία και το όλον. Εδώ και δεκαετίες νομίζουν ότι χτίζουν μια ευρωπαϊκη Ελλάδα, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που μπορούν και θέλουν να κάνουν δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα Κατάρ στα Βαλκάνια.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

29 Μαίου 1453 οι τελευταίες ώρες της Βασιλεύουσας - Μια ιστορία θάρρους και προδοσίας

29 Μαίου 1453 οι τελευταίες ώρες της Βασιλεύουσας - Μια ιστορία θάρρους και προδοσίας (ΜΕΡΟΣ 2)

Του Βενιζέλου Λεβεντογιάννη

Θεοδοσιανά τείχη. Μέγα τείχος. Ξημερώματα Τρίτης 29 Μαΐου


Λίγο μετά τα μεσάνυχτα η πεδιάδα του Λύκου ποταμού, γέμιζε αργά από ένα ανθρώπινο ποτάμι. Δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες ο ένας δίπλα στον άλλο συγκεντρώνονταν και ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση. Στην πρώτη γραμμή οι “άτακτοι”, οι βασιβουζούκοι, το ανομοιογενές ασκέρι που ακολούθησε τον Σουλτάνο στην εκστρατεία του για το πλιάτσικο. Ψηλά από τα τείχη οι υπερασπιστές χαμογέλασαν. Δεν τους φόβισε ο τεράστιος όγκος του πρώτου κύματος των επιτιθεμένων. Ίσα ίσα τους εξυπηρετούσε τόσο κοντά που ήταν ο ένας με τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν καν να σημαδεύουν. Το σχέδιο του Μεχμέτ ήταν απλό σε σύλληψη. Θα εξουθένωνε τους υπερασπιστές μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν λίγοι και ο στρατός του, υπερδεκαπλάσιος. Είχε κόσμο να θυσιάσει ενώ εκείνοι όχι. Μπορούσε να στέλνει στρατεύματα κατά κύματα μέχρι το σπαθί στα χέρια των υπερασπιστών πάνω στα τείχη να γίνει ασήκωτο από τις συνεχόμενες μάχες.
Μόλις δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης, η φύση τρόμαξε! Χιλιάδες κραυγές, αλαλαγμοί, φωνές, και επικλήσεις στον Αλλάχ, έσκισαν τον σκοτεινό ουρανό της κωνσταντινούπολης. Τα κανόνια από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη, ξερνούσαν φωτιά προς τα τείχη. Μεταλλικά σκεύη και τύμπανα χτυπούσαν σε ένα δαιμονισμένο ρυθμό που πάγωνε το αίμα. Τα πράσινα μπαιράκια του Μεχμέτ και των Οθωμανών κυμάτιζαν ξέφρενα μέσα στο σκοτάδι.

Ο Πρωτοστράτορας από τα τείχη μονολόγησε: “ελάτε...” και χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο τρομακτικό. Στη συνέχεια ούρλιαξε: “Στα όπλα. Έρχονται τα σκυλιά. Φωνάξτε τον Αυτοκράτορα, χτυπήστε τις καμπάνες.” Σε λίγα λεπτά ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυθέντης της Κωνσταντινούπολης έπαιρνε τη θέση του στα τείχη ανάμεσα στους υπερασπιστές, σαν απλός στρατιώτης. Ο Ιουστινιάνης γύρισε το κεφάλι του και τον είδε να δένει τον μεταλλικό του θώρακα. Βρισκόταν ακριβώς πίσω του στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Σε ένα τείχος ψηλότερα από όλους. Ούρλιαξε με την βαριά φωνή του για να ακουστεί μέσα στον χαλασμό που έκαναν τώρα και όλες οι καμπάνες από κάθε εκκλησιά της Πόλης: “Κλείδωσε μας. Κλείδωσε μας” Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος του έγνεψε καταφατικά και με μια κίνηση των χεριών του, έδειξε στον Ιουστινιάνη ότι τον ευχαριστεί.

Οι βαριές πόρτες εξόδου, στα νώτα των υπερασπιστών προς την πόλη έκλεισαν και κλειδώθηκαν. Τώρα όποιος ήταν στα τείχη ή θα νικούσε ή θα πέθαινε. Πάνω στην Πέμπτη ο Ιουστινιάνης έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Οι καμπάνες συνέχιζαν να χτυπούν άγρια, τα τύμπανα να κάνουν τη γη να τρέμει και οι βασιβουζούκοι να ουρλιάζουν και να εφορμούν προς τα τείχη. Από ψηλά φαινόντουσαν να είναι άπειροι δεκάδες χιλιάδες.
“Τώρα” ούρλιαξε ο Πρωτοστράτορας και μια πυκνή βροχή από βέλη, από μεταλλικές μπίλιες και από μικρές γρανιτένιες πέτρες από τα μικρά πυροβόλα των υπερασπιστών, θέρισαν τις πρώτες σειρές των επιτιθεμένων. Σαν να προσέκρουσαν σε κάποιον αόρατο τοίχο οι βασιβουζούκοι σταμάτησαν και σωριάζονταν νεκροί. Από ψηλά οι τοξότες άδειαζαν τις φαρέτρες τους σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. Δεν σημάδευαν αλλά κανένα βέλος δεν πήγαινε χαμένο. Τόσο πυκνές ήταν οι γραμμές των Οθωμανών ατάκτων. Τα τηλεβόλα και τα αρκεβούζια των βυζαντινών και των Λατίνων είχαν πάρει φωτιά.

Ο αθυρόστομος Ιουστινιάνης έτρεχε πάνω κάτω και εμψύχωνε τους συμπολεμιστές του: “Για την τιμή της Χριστιανοσύνης... θερίστε τους...κάντε τους να ξεχάσουν τις μάνες τους...”, ήταν οι ηπιότερες εκφράσεις που χρησιμοποιούσε. Οι 800 σιδερόφρακτοι σύντροφοι του, με μια κίνηση έβγαλαν τα σπαθιά τους και περίμεναν. Μαζί τους και οι Βυζαντινοί.

Οι Βασιβουζούκοι ήταν ένα ασκέρι ατάκτων από κάθε μεριά του κόσμου. Όταν κατάλαβαν ότι με τις φωνές και τις κραυγές η πόλη δεν πέφτει, δείλιασαν. Οι βυζαντινοί τους μακέλευαν και δεν είχαν προλάβει καν να πλησιάσουν τα τείχη. Έκαναν να υποχωρήσουν. Ο τεράστιος όγκος των χιλιάδων αυτών ερασιτεχνών πολεμιστών ξαφνικά άλλαξε μέτωπο και υποχωρούσε. Γυρνούσε πίσω. Ο Μεχμέτ που παρακολουθούσε τη μάχη περίμενε την εξέλιξη αυτή. Κούνησε κοφτά το κεφάλι του και έδωσε ένα σύνθημα. Αμέσως στα νώτα των υποχωρούντων βασιβουζούκων ανέλαβαν δράση οι τρομεροί Τσαούσηδες. Αξιωματικοί του Οθωμανικού στρατού. Επαγγελματίες στρατιώτες έπαιξαν το ρόλο του στρατονόμου. Με τα τεράστια γιαταγάνια τους αλλά και με βαριά μεταλλικά ρόπαλα τιμωρούσαν, σκότωναν, ή άφηναν ανάπηρο όποιον υποχωρούσε. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Οι βασιβουζούκοι αφού είδαν εκατοντάδες συντρόφους τους να πέφτουν από σπαθί συμπολεμιστή τους επειδή υποχωρούσαν, άλλαξαν πάλι μέτωπο και ξεχύθηκαν προς τα τείχη. Τουλάχιστον αν πέθαιναν πάνω στη μάχη από το σπαθί των γκιαβούρηδων, θα πήγαιναν στον παράδεισο.
 
 
Η τεράστια τάφρος που βρισκόταν μπροστά από το “Μικρόν τείχος” είχε βάθος 10 μέτρα και πλάτος 21. Έπρεπε να την περάσουν να τρέξουν 17 μέτρα ακάλυπτοι και να φτάσουν στο Μικρόν τείχος. Τότε όλα θα ήταν πιο εύκολα αφού η πρώτη αμυντική γραμμή των Βυζαντινών είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς των προηγούμενων ημερών. Το Μικρόν τείχος ήταν πλέον ένας ξύλινος φράχτης και όχι το πέτρινο τείχος, πάχους 2,5 μέτρων και ύψους 8,5 που ήταν πριν.

Σε λιγότερο από μισή ώρα η βασιβουζούκοι δεν χρειαζόταν να διασχίσουν την τάφρο με πρόχειρες γέφυρες ή άλλα μέσα. Τώρα απλά πατούσαν στα πτώματα των συντρόφων τους και περνούσαν απέναντι. Η τεράστια τάφρος είχε γεμίσει με νεκρούς άτακτους...

“Στο Μικρό” φώναξε ο Ιουστινιάνης και οι κατάφραχτοι ιππότες του άφησαν το Μέγα τείχος και κατέβηκαν στον ξύλινο φράχτη. Όσοι Βασιβουζούκοι δεν εξολοθρεύονταν πάνω από τα τείχη με τα τόξα και τα αρκεβούζια, και διέσχιζαν τη τάφρο, έπεφταν επάνω στους συντρόφους του Πρωτοστράτωρα. Τα όπλα τους ήταν αδύνατον να τρυπήσουν τις πανοπλίες των ιπποτών. Ήταν μια εύκολη μάχη για τους βυζαντινούς. Χωρίς ασπίδες και μεταλλικούς θώρακες τα τεράστια σπαθιά των Λατίνων του καπετάν Γιουστουνιά, τους εξολόθρευαν τρεις – τρεις με κάθε χτύπημα. Μετά από 3 ώρες μάχης σώμα με σώμα οι Βασιβουζούκοι διατάχτηκαν να υποχωρήσουν. Οι υπερασπιστές ούρλιαζαν από χαρά και ενθουσιασμό. Οι πανοπλίες, τα πρόσωπα, τα μαλλιά τους ήταν κατακκόκινα από το αίμα των Τούρκων. Οι απώλειες τους ήταν ελάχιστες. Όμως τα χέρια τους βάραιναν επικίνδυνα.

“Μοιράστε τους κρασί και να ξεκουραστούν” έδωσε εντολή ο Ιουστινιάνης αλλά η ματιά του πάγωσε καθώς κοίταξε προς το εχθρικό στρατόπεδο. Τη θέση των ατάκτων μετά από 3 ώρες μάχης έπαιρνε τώρα ο τακτικός στρατός των Οθωμανών. Αμέτρητες σειρές από Αλοφατζήδες (ουλουφατζήδες), από Καρίπηδες, από Δελήδες από Μποσταντζήδες και φυσικά από Σπάχηδες , εφορμούσαν προς τα τείχη. Ήταν ξεκούραστοι και ήθελαν να αποδείξουν ότι δίκαια άνηκαν στον τρομερό στρατό του Σουλτάνου. Από την άλλη οι υπερασπιστές άρχιζαν να καταβάλλονται από την κούραση. Και ο Σουλτάνος δεν τους άφησε ούτε λεπτό για να ξεκουραστούν.

“Κουράγιο αδέρφια” Βροντοφώναξε ο Αυτοκράτορας από τα τείχη. “'Ότι έπαθαν οι προηγούμενοι θα πάθουν και αυτοί.”

Και πράγματι έτσι έγινε. Επί τρεις ώρες οι υπερασπιστές έκοβαν όπως ο ξυλοκόπος τα δέντρα, το νήμα της ζωής των χιλιάδων Οθωμανών στρατιωτών. Τρεις ώρες μάχης σώμα με σώμα που εάν υπολογίσουμε και τις προηγούμενες, συνολικά οι υπερασπιστές των τειχών πολεμούσαν 6 ώρες αδιάκοπτα. Έξη ώρες να σηκώνουν και να κατεβάζουν συνέχεια ένα βαρύ σπαθί και να μακελεύουν...

Η κούραση άρχισε να τους καταβάλει. Αυτή τη φορά όμως οι απώλειες ήταν μεγάλες. Ο τακτικός στρατός του Σουλτάνου δεν πολεμούσε με αυτοσχέδια σπαθιά, ρόπαλα και τσουγκράνες. Είχε όπλα και πανοπλίες σχεδόν εφάμιλλες με τους Βυζαντινούς και τους Λατίνους. Η άμυνα της Πόλης κρεμόταν σε μια κλωστή. Δεν ήταν λίγοι οι υπερασπιστές που βρήκαν τον θάνατο κατατρυπημένοι από τους εχθρούς, απλά και μόνο επειδή δεν μπορούσαν να σηκώσουν άλλο το σπαθί τους από την κούραση. Τα αυτιά όλων κόντευαν να σπάσουν. Τα τύμπανα δεν είχαν σταματήσει λεπτό. Το ίδιο και οι καμπάνες. Οι κλαγγή των όπλων και οι εκρήξεις μαζί με τις κραυγές των πολεμιστών δημιουργούσαν ένα σκηνικό κολάσεως.

Γλυκοχάραζε και ο θεός φαινόταν ότι δεν είχε αποφασίσει σε ποιόν θα έδινε τη νίκη. Η πεδιάδα του Λύκου ήταν τώρα ένας λασπότοπος γεμάτος αίματα και χιλιάδες πτώματα. Κάπου κάπου κάποιος τραυματίας εκλιπαρούσε για λύτρωση. Κομμένα μέλη, κομμένα κεφάλια, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Η μυρωδιά του θανάτου.

Ο Σουλτάνος άρχισε να νιώθει άβολα. Η αποτυχία του έκλεινε πονηρά το μάτι. Η Πόλη απέναντι του όχι μόνο άντεξε αλλά και διέλυσε μεγάλο μέρος του στρατού του. Έβλεπε ήδη με τη φαντασία του, τους “Μουγκούς” να τον πνίγουν κάποιο βράδυ στον ύπνο του, με μεταξωτό κορδόνι. Διέταξε και το δεύτερο κύμα να υποχωρήσει και έστρεψε το κατασκότεινο πρόσωπο του προς τον Αγά των Γενιτσάρων που στεκόταν πίσω και αριστερά του. Θα τα έπαιζε όλα για όλα. Ή θα κέρδιζαν οι γενίτσαροι του ή θα τον περίμενε ο θάνατος και η ατίμωση.

“Είμαι ένας από εσάς” είπε στον Αγά. Εκείνος υποκλίθηκε βαθιά και έσπευσε να δώσει τις εντολές του. Οι Γενίτσαροι ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν. Σαν σκυλιά που με αλυσίδα τα κρατά ο κύριος τους και τώρα τα άφησε κάλυπταν τρέχοντας την απόσταση μέχρι τα τείχη. Οι εκκλησίες πλέον δεν χτυπούσαν τις καμπάνες τους. Από το στρατόπεδο του Τούρκου αυθέντη δεν ακούγονταν τύμπανα. Επικρατούσε μια νεκρική σιγή που τσάκιζε τα νεύρα. Όλοι στα τείχη βαστούσαν την ανάσα τους. Οι Γενίτσαροι έτρεχαν σκυφτοί. Κοίταζαν μόνο μπροστά. Δεν φώναζαν, ούτε ούρλιαζαν όπως οι προηγούμενοι. Το θεωρούσαν υποτιμητικό. Απλά έτρεχαν.
«Αυτοί είναι οι τελευταίοι, αδέρφια μου» φώναξε ο αυτοκράτορας από ψηλά. «Κρατήστε τις θέσεις σας, μην λιγοψυχάτε τώρα». Οι Γενίτσαροι πέρασαν την τάφρο, πέρασαν και το Μικρό τείχος και έφτασαν κάτω από το Μέγα τείχος. Έστησαν με ταχύτητα τις σκάλες τους. Από ψηλά οι υπερασπιστές άδειαζαν καυτό λάδι, και πετούσαν πέτρες προς τα κάτω. Οι Γενίτσαροι ένας προς έναν συναντούσαν τιμημένα τον δημιουργό τους. Κανείς τους δεν φώναζε. Κανείς τους δεν ούρλιαζε. Και όποιος πέθαινε αμέσως κάποιος άλλος έπαιρνε τη θέση του…
Είναι η στιγμή που ο χρόνος σταματάει… Είναι η στιγμή που μια αυτοκρατορία πεθαίνει…Είναι η στιγμή που χίλια και βάλε χρόνια περνάνε στο παρελθόν. Η μοίρα λες και αμφιταλαντευόταν τόσες ώρες, αποφάσισε να δώσει τη νίκη στους Οθωμανούς. Εξάλλου η έκπληξη θα ήταν εάν η Πόλη δεν έπεφτε…Έπεσε με τρία απλά μοναδικά στην ιστορία γεγονότα που έκριναν τα πάντα.
Ο Μεχμέτ έβλεπε τους Γενίτσαρους του να τσακίζονται σωρηδόν πάνω από τα τείχη. Η Βασιλεύουσα δεν έπεφτε. Έτριψε τον σβέρκο του. Ήξερε τη μοίρα του. Ετοιμάστηκε να σημάνει υποχώρηση. Τότε συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα τρία μοιραία για το Βυζάντιο γεγονότα.


Στη Βόρεια πλευρά του τείχους. Κάτω σχεδόν από το παλάτι των Βλαχερνών σε μια μικρή γωνιά του που κάνει ο τοίχος βρίσκεται ένα πορτάκι. Μια μικρή πόρτα ξύλινη, που κάποτε οι αυτοκράτορες χρησιμοποιούσαν όταν έβγαιναν για κυνήγι στο δάσος του Βελιγραδίου. Το πορτάκι σχεδόν δεν φαίνεται ακόμη και εάν κάποιος είναι πολύ κοντά. Οι πολιορκημένοι πολλές φορές το είχαν χρησιμοποιήσει στις εφόδους τους. Έβγαιναν μέχρι και 50 και ταχύτατα με τα άλογα τους σάρωναν όποιον Οθωμανό στρατιώτη έβρισκαν. Μετά σαν φαντάσματα έμπαιναν πάλι από την πόρτα αυτή την ασφάλιζαν και έπαιρναν τις θέσεις τους στα τείχη.
Με κάποιο τρόπο «μαγικό» η πόρτα, αυτή την μοιραία στιγμή βρέθηκε ανοιχτή. Την ξέχασαν καθώς επέστρεφαν μετά από κάποια επιδρομή οι Βυζαντινοί; Κάποιο χέρι από μέσα που ήθελε να μπουν οι Οθωμανοί, την ξεκλείδωσε; Κανείς δεν ξέρει , ούτε θα μάθει ποτέ. Από την πόρτα μπήκαν κάποιοι Γενίτσαροι οι οποίοι έγιναν αντιληπτοί σχεδόν αμέσως από τους Βυζαντινούς. Με άλογα και πεζή, οι υπερασπιστές έπεσαν πάνω τους και τους εξολόθρευσαν. Ένας από εκείνους όμως κατάφερε να σκαρφαλώσει στο τείχος και να τοποθετήσει τη σημαία του Σουλτάνου. Η σημαία δεν κατέβηκε…

Την ίδια στιγμή σαν να έπαιζε ένα παιχνίδι η μοίρα, ο Πρωτοστράτορας, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μαζί με τον αυτοκράτορα κρατούσε την Πόλη, τραυματίζεται. Ο Ιουστινιάνης είδε μέσα από την κατάμαυρη πανοπλία του να ξεπηδά αίμα. Κάποιο βόλι ή τόξο καρφώθηκε χαμηλά στην κοιλιά του. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και όσο περνούσε η ώρα ο Ιουστινιάνης σφάδαζε. Οι σύντροφοι του, άφησαν τις θέσεις τους στις πολεμίστρες και έτρεξαν να προστατεύσουν τον ηγέτη τους. Από τα τείχη έφυγε η ελίτ της άμυνας οι σιδερόφραχτοι ιππότες του Γενουάτη γίγαντα. Οι γενίτσαροι συνέχιζαν να ανεβαίνουν… Ο Πρωτοστράτορας φώναξε στον Κωνσταντίνο να του πετάξει τα κλειδιά της Πύλης για να φύγει. «Αδελφέ» απάντησε με αγωνία από ψηλά ο Παλαιολόγος «άντεξε λίγο ακόμη σε παρακαλώ». Ο Ιουστινιάνης σε κρίση πανικού και φρικτού πόνου ούρλιαξε: «Πέταξε μου τα κλειδιά ανάθεμα με. Πεθαίνω δεν το βλέπεις;». Ο αυτοκράτορας υποχώρησε και πέταξε τα κλειδιά. Οι πιστοί σύντροφοι του Ιουστινιάνη άφησαν τα τείχη και κρατώντας τον στα χέρια έτρεξαν προς τα 2 πλοία που τους περίμεναν στο λιμάνι. Οι Βυζαντινοί ήταν πλέον μόνοι τους. Αργότερα πολλοί κατηγόρησαν τον Ιουστινιάνη ότι λιγοψύχησε και για ένα μικρό τραυματισμό έφυγε. Η πραγματικότητα είναι όμως εντελώς διαφορετική. Ο Ιουστινιάνης σε όλες τις ημέρες της πολιορκίας, ποτέ δεν δείλιασε, ποτέ δεν έκανε πίσω. Πρώτος δίπλα στον Κωνσταντίνο απωθούσε τους Οθωμανούς. Ευκαιρίες να φύγει είχε πολλές. Και μάλιστα να αλλάξει και στρατόπεδο γεμίζοντας τις τσέπες του με χρυσάφι. Δεν το έκανε. Έμεινε στις επάλξεις. Ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πέθανε τις πρώτες ημέρες του Ιουνίου, όταν τα 2 πλοία του έδεσαν στη Χίο. Κάποιοι ιστορικοί, σύγχρονοι της Αλώσεως μιλούν ανοιχτά ότι το βόλι που τον βρήκε τον πέτυχε από πίσω. Το βόλι δεν ήταν Τούρκικο…
 



Στον τάφο του στην εκκλησία του Αγίου Δομίνικου στη Χίο αναγραφόταν στα Λατινικά: "Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε."
Το τρίτο περιστατικό που συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με τα άλλα δύο ήταν και αυτό καθοριστικό. Την ίδια στιγμή λοιπόν που στις επάλξεις κυμάτισε για πρώτη φορά το μπαϊράκι του Σουλτάνου, την ίδια στιγμή που ο Πρωτοστράτωρας τραυματίστηκε και αποχώρησε, μια ομάδα Γενιτσάρων, καθοδηγούμενη από τον Καφέρ Μπέη, σκαρφάλωσε στα τείχη και πάτησε το πόδι της κάτω από τον Άγιο Ρωμανό. Εκεί κάποιος θηριώδης Γενίτσαρος που πλέον από τους Τούρκους θεωρείται ήρωας, ο Χασάν από το Ουλουμπάτ (Ουλουμπατλί Χασάν τον φώναζαν) συνοδευόμενος από μια ομάδα 30 συντρόφων του κατάφερε να προχωρήσει κατά μήκος στις επάλξεις, απωθώντας τους παραπαίοντες αμυνόμενους. Με μια σημαία του Σουλτάνου Μεχμέτ στο αριστερό και ένα τεράστιο κυρτό σπαθί στο δεξί χέρι, κράτησε για λίγα λεπτά τη θέση του περικυκλωμένος από Βυζαντινούς. Οι άλλοι γενίτσαροι που τον είδαν εμπνεύστηκαν από το θάρρος του και όρμησαν με περισσότερη λύσσα κατά των υπερασπιστών. Ο γιγαντιαίος γενίτσαρος κάρφωσε τη σημαία του Ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας των χριστιανικών πόλεων. Σύντομα οι αμυνόμενοι ανασυντάχτηκαν και με ομοβροντία από βέλη, πέτρες και ακόντια έριξαν κάτω τους 30 Γενίτσαρους και κύκλωσαν τον Χασάν. Με κόκκινα μάτια από την ένταση της μάχης του επιτέθηκαν, τον γονάτισαν και στην κυριολεξία τον κομμάτιασαν. Τα ελάχιστα λεπτά που άντεξε όμως ήταν αρκετά για ακόμη περισσότερους γενίτσαρους να σκαρφαλώσουν στα τείχη. Η μάχη είχε κριθεί.

Ο Σουλτάνος που παρακολουθούσε πλέον από κοντά τη μάχη, ενώ είχε σηκώσει το χέρι να σημάνει υποχώρηση, είδε με το έμπειρο μάτι του την αναταραχή στις γραμμές των υπερασπιστών. Αντί για υποχώρηση έδωσε εντολή όλες οι δυνάμεις να πέσουν στο σημείο εκείνο. Σαν πλημμυρίδα χιλιάδες άνδρες άρχισαν να εισβάλλουν στον θύλακα που ο Σουλτάνος υπέδειξε. Οι αμυνόμενοι υποχώρησαν υπό το βάρος του αριθμού των επιτιθεμένων. Σε ένα τέταρτο 30.000 Οθωμανοί ανέβηκαν στα τείχη. Τώρα όλοι ούρλιαζαν απόκοσμα και έσφαζαν όποιον συναντούσαν. Η Πόλις Εάλω. Η υποχώρηση έγινε πανικός.

Πύλη Αγίου Ρωμανού πρωινό 29 Μαΐου 1453

Το πρόσωπο του Αυτοκράτορα είχε μεταβληθεί σε μια μάσκα πόνου. Δεν πίστευε και ο ίδιος πόσο γρήγορα και ξαφνικά ανατράπηκε η κατάσταση. Οι Οθωμανοί έμπαιναν πλέον από παντού. Μέσα στον πανικό και τον χαμό ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν αδύνατον να κάνει το παραμικρό. Έστρεψε το πρόσωπο του προς τα πίσω. Έβλεπε από ψηλά την αγαπημένη του πόλη να ψυχορραγεί. “Όλα τελείωσαν λοιπόν” σκέφτηκε και πρόσταξε την φρουρά του να αποχωρήσουν. Με ψυχραιμία κατέβηκε από τον Άγιο και μπήκε στην Πόλη. Τον συνόδευαν οι καλοί του φίλοι , Ο Ιωάννης Δαλματός, ο Δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Καντακουζηνός. Έτρεχαν στα στενά δρομάκια της Πόλης. “Άρχοντα μου θα ήταν συνετό να αποφύγουμε τους μεγάλους δρόμους για να φτάσουμε στο λιμάνι” τον συμβούλεψε ο Θεόφιλος. Οι σφαγές οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι κλεψιές είχαν ξεκινήσει και τα ουρλιαχτά του κόσμου και οι απεγνωσμένες επικλήσεις για βοήθεια έκαναν τον Αυτοκράτορα να σταθεί.

“Δεν φεύγω” είπε. “ Η πόλη μου πεθαίνει και μαζί της θα πεθάνω και εγώ”. Από κάποια σκιερή γωνία ξεπρόβαλε τρέχοντας μια πολυάριθμη ομάδα γενιτσάρων που είχε επιδοθεί σε ανελέητο πλιάτσικο και δολοφονίες. Κοντοστάθηκαν μόλις είδαν τους 5 αρματωμένους άνδρες. Ο Αυτοκράτορας της Νέας Ρώμης, ο αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Ξεθήκωσε το σπαθί του και όρμησε. Πίσω του οι σύντροφοι του έκαναν το ίδιο. Όπως η φωτιά καίει τα δάση, έτσι και ο Κωνσταντίνος θέριζε τους Γενίτσαρους. Δεχόταν χτυπήματα αλλά παρέμενε όρθιος. Σε λίγα λεπτά οι 4 σύντροφοι του κείτονταν νεκροί. Είχε περικυκλωθεί. Η πανοπλία και ο μανδύας του ήταν μέσα στα αίματα. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα. Όχι από πόνο. Δάκρυα για τον χαμό της θεοφύλακτης Πόλης. Ο Κωνσταντίνος ζύγισε το σπαθί στο κουρασμένο του χέρι.”΄Δεν υπάρχει ένας Χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;” φώναξε και όρμησε για δεύτερη φορά. Δέχτηκε από πίσω ένα δυνατό χτύπημα. Όλα μαύρισαν στα μάτια του. Κατέρρευσε . Οι γενίτσαροι έπεσαν πάνω του...Κανείς ποτέ δεν τον ξαναείδε...
Ο Οθωμανός ιστορικός Ορούχ, έγραψε αργότερα: “Ο άμοιρος αυτοκράτορας ήταν 49 ετών όταν πέθανε. Όποιες και αν ήταν οι συνθήκες του θανάτου του, φαίνεται ότι προσπάθησε μέχρι και την τελευταία στιγμή να κρατήσει τη φλόγα του Βυζαντίου αναμμένη. Ο κυβερνήτης της Ιστανμπούλ ήταν γενναίος και δεν ζήτησε έλεος. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος”
Οι δρόμοι της Κωνσταντινούπολης γλιστρούσαν από το αίμα που έρεε. Τα κομμένα κεφάλια μέσα στο λιμάνι, έμοιαζαν καρπούζια στον πάγκο του μανάβη. Τόσα πολλά ήταν. Στον κεράτιο σε ένα Πύργο 40 κρητικοί τοξότες είχαν ταμπουρωθεί και δεν έκαναν πίσω. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να καταλάβουν τον Πύργο, αποτύγχανε. Οι κρητικοί ήταν λιοντάρια. Η Πόλη είχε πέσει αλλά οι Κρητικοί δεν παραδίδονταν. Ο Μεχμέτ το έμαθε. Θαύμασε την αντρειοσύνη τους. Η εντολή του ήταν σαφής: “ Αφήστε τους να φύγουν. Αφήστε τους τιμητικά να πάρουν μαζί τους και τη σημαία τους. Όποιος τολμήσει να πειράξει έστω και έναν από αυτούς θα θανατωθεί. Δώστε τους και ένα πλοίο. Το αξίζουν...”

Αγία Σοφία πρωινό 30ης Μαΐου 1453

Ο Μεχμέτ ήταν έξαλλος. Άφριζε στην κυριολεξία από το κακό του. Όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση ακόμη και η προσωπική του φρουρά φρόντιζε να μην βρίσκεται στο οπτικό του πεδίο. Δεν το είχε σε τίποτε να διατάξει τον αποκεφαλισμό όποιου ανθρώπου ήταν δίπλα του, την λάθος ώρα.
Σύμφωνα με τους ιερούς νόμους του Ισλάμ εάν μια πόλη επαρεδίδετο τότε τα στρατεύματα, την καταλάμβαναν αναίμακτα και απαγορευόταν να αγγίξουν την περιουσία αλλά και τους ανθρώπους της. Εάν μια πόλη αρνείτο να παραδοθεί και τα στρατεύματα την καταλάμβαναν εξ εφόδου τότε οι στρατιώτες επί 3 ημέρες είχαν δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν στους ανθρώπους και την περιουσία τους. Να την οικειοποιηθούν να πάρουν σκλάβους, να πάρουν χρυσάφια και κοσμήματα. Οτιδήποτε, αλλά για 3 ημέρες. Η Κωνσταντινούπολη ήταν στη δεύτερη περίπτωση. Όμως εάν ο Μεχμέτ άφηνε τους άνδρες τους για τρεις ημέρες, εκείνοι θα ισοπέδωναν την Πόλη. Δεν θα έβρισκε τίποτε όρθιο.
Ο Μεχμέτ αποφάσισε να μην περιμένει να περάσει το τριήμερο. “Μπαίνουμε μέσα” είπε στον Βεζίρη του και λίγη ώρα αργότερα μια τεράστια πομπή περπατούσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας. Πρώτος πάνω στο λευκό του άλογο ήταν ο Μεχμέτ, ζωσμένος με το σπαθί του Οσμάν. Έφτασε έξω από την Αγία Σοφία. Από μέσα οι κραυγές του κόσμου ήταν ανατριχιαστικές. Ξέζεψε και πεζός έφτασε στην είσοδο. Με αργές κινήσεις έσκυψε και πήρε μια χούφτα χώμα από το έδαφος. Έριξε το χώμα πάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινότητας απέναντι στον θεό. Ο Μεχμέτ μπήκε από την είσοδο και μονολογούσε το ποίημα ενός Πέρση ποιητή: “ Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της και η κουκουβάγια κρώζει στους οίκους του Αφραστάβ...”
Είδε το εσωτερικό της εκκλησιάς ασφυκτικά γεμάτο. Όσοι είχαν προστρέξει εκεί για να σωθούν είχαν αλυσοδεθεί και ήταν έτοιμοι για τα σκλαβοπάζαρα. Πολλοί κείτονταν νεκροί. Αίμα έρεε στα πλακάκια του Οίκου του Θεού. Κάποιοι γενίτσαροι συνέχιζαν να ξηλώνουν τα μάρμαρα, συνέχιζαν να χαλάνε τις χρυσοποίκιλτες εικόνες. Ο Μεχμέτ έγινε έξαλλος. Πλησίασε έναν γενίτσαρο που ξήλωνε κάποια μάρμαρα “Γιατί τα χαλάς” τον ρώτησε με φωνή που έτρεμε. “Για την πίστη μας Σουλτάνε μου” απάντησε εκείνος. Με το βαρύ μεταλλικό κοντάρι του τον χτύπησε με όλη του τη δύναμη στο κεφάλι. . Το κρανίο άνοιξε σαν τριαντάφυλλο και υγρά με αίμα άρχισαν να χύνονται. “ΤΕΛΟΣ” βροντοφώναξε ο Μεχμέτ “Κανείς και ποτέ δεν θα παραβιάζει διαταγή δική μου. Σας είπα ότι τα κτίρια μου ανήκουν”
Στη συνέχεια ήρεμος έδωσε εντολή να μπουν μέσα οι ιερείς του Ισλάμ. Σε λίγη ώρα στην Αγία Σοφία θα τελούταν η πρώτη προσευχή στον Αλλάχ...