Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ και ΓΟΝΑΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. Ιστορικές Αναφορές.

 

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ και ΓΟΝΑΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ.


ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ και ΓΟΝΑΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


"Προσκυνητάρια" και "Γονατιστάρια" στην αρχαία Ελλάδα. Αρχαία Προσκύνηση, Γονάτισμα. Ιστορικές αναφορές και Ιστορικές Πηγές.



Πρώτα θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αρχαίοι θεοί των Ελλήνων δεν ήσαν μόνο ουράνιες θεότητες όσο και χθόνιες, όπως λ.χ. ο Άδης. Μπορεί ο θεός Παν των σπηλαίων να αντιπροσωπεύει τους θεούς στον ουρανό; Οι φαλλοί; Οι αργοί λίθοι;

Οι νεοπαγανιστές - αρχαιολάτρες - νεοεθνικοί, ψάχνουν και αναλύουν αρχαία συγγράμματα, για να αποδείξουν πως η λέξη «προσκύνηση» δεν υπάρχει στην αρχαιοελληνική γραμματεία, ώστε δια μέσω μιας ψευτο-υπερήφανης πολιτικής να διασπαστούν από την ταπεινή διδασκαλία της Εκκλησίας της Σωτηρίας του Ιησού Χριστού. 

Και όμως υπάρχει ένα καίριο ερώτημα - ζήτημα: 

Μπορεί η ικεσία στην αρχαία Ελλάδα να ήταν αποτέλεσμα υπερήφανης στάσης έναντι των θεών; 

Σαφώς όχι. Αν συνδυαστεί αυτό λογικά και με τον φόβο των θεών (δεισιδαιμονία), μπορεί να εξάγει κανείς ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το τι ένιωθαν και πως παρακαλούσαν το θείο στην αρχαία Ελλάδα.


Προσκύνηση και γονάτισμα στην αρχαία Ελλάδα. Ιστορικές αναφορές.



Ο Μέγας Αλέξανδρος, εφόσον ανακηρύχθηκε θεός, ζητούσε να συμπεριληφθεί το όνομά του στους Ολύμπιους. Ζητούσε από τους συντρόφους του αλλά και από άλλους Έλληνες να τον προσκυνούν, όπως ανάλογα έκαναν οι Ασιάτες. 
Αυτό έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της Ελλάδας για την προσωπικότητα των ελεύθερων πολιτών δηλαδή αδύνατο το προσκύνημα ανθρώπου από άλλο άνθρωπο, με συνέπεια να μην δέχονται αρκετοί Έλληνες να τον προσκυνήσουν. 
Ο Μ. Αλέξανδρος σκότωσε αρκετούς από τους γνωστούς του μέχρι να κατορθώσει να το επιβάλει αυτό. 
Μια φορά ο εκ Μακεδονίας αφηχθείς Κάσανδρος βλέποντας τους Ασιάτες να προσκυνούν τον Αλέξανδρο εγέλασε και είπε : «ατε δη τεθραμμένος ελληνικώς κα τιούτο πρότερον μηδέν εωρακώς» και κτυπήθηκε με ορμή από τον Αλέξανδρο.



«ΑΓΑΥΗ: Αληθεία, μαύρη συφορά 1375 ο αφέντης μας ο Διόνυσος έριξε μες στα σπίτια σου !
ΚΑΔΜΟΣ: Φριχτά δα του φερθήκατε, στη Θήβα να μην το προσκυνάτε τ' όνομά του.
ΑΓΑΥΗ: Ώρα καλή, πατέρα.» 
(Πηγή: Ευριπίδης, Βάκχες).



...o Απόλλων, επιβλητικά ωραίος στη γυμνότητα του, υψώνει με θεϊκή δύναμη και άνεση τό ξίφος του, για νά χτυπήσει τόν γονατισμένο Τιτυό πού τόλμησε νά προσβάλει τή μητέρα του θεού. (Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Γ΄ 2, σελ. 317)


Μέλη τραγικού χορού γονατίζουν και εκτελούν τη χαρακτηριστική κίνηση του θρήνου γύρω από ερμαϊκή στήλη με την προτομή τον Διονύσου. 
(Πηγή: Ό,π., σελ. 355).


...η βιβλική εκείνη εικόνα της «Ψυχοστασίας», στην οποία παρουσιαζόταν, στον ουρανό, ο Δίας να αποφασίζει για τον Αχιλλέα και τον Μέμνονα ζυγίζοντας τις ψυχές τους, ενώ στις δύο άκρες τής ζυγαριάς ικέτευαν για τα παιδιά τους γονατιστές οι δύο μητέρες, ή Θέτις και ή Ηώς 
(Πηγή: Ό,π., σελ. 378).


Ο μιθραϊσμός τής εποχής πού μελετούμε δεν διαμόρφωσε ομοιογενή διδασκαλία όσον άφορα τις σχέσεις του Μίθρα με τον Ήλιο [...] άλλοτε ο Ήλιος έχει θέση κατώτερη από τον Μίθρα, όπως όταν γονατίζει μπροστά του ή έχει άλλη στάση υποτέλειας ή τον οδηγεί με το άρμα του. 
(Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Στ΄, σελ. 501).


Δηλαδή ακόμα και οι θεοί μεταξύ τους γονάτιζαν και προσκυνούσαν ο ένας τον άλλον στις αρχαίες θρησκείες.


Εκεί ο μυούμενος γονάτιζε και ο μυσταγωγός προέβαινε σέ διάφορες συμβολικές πράξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε τη σειρά: σε μία σκηνή ο μυσταγωγός πλησιάζει τον μυούμενο, κρατώντας ένα ραβδί ή σπαθί· σε άλλη ο μυούμενος ακουμπά το δεξί γόνατο σε ένα σπαθί ριγμένο στη γη, ενώ ο μυσταγωγός στέκεται πίσω του και ακουμπά τα χέρια του στο κεφάλι του μυούμενου, σε άλλη ο μυούμενος γονατίζει με τα δύο πόδια... 
(Πηγή: Ό,π., σελ. 502).


Όταν ο δεισιδαίμονας διαβαίνει τα σταυροδρόμια, σταματά εμπρός στους ιερούς λίθους και χύνει επάνω λάδι από τή λήκυθο πού κρατεί, και δεν φεύγει παρά αφού πέσει γονατιστός και προσκυνήσει. 
(Πηγή: Ο δημόσιος & Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, Flaceliere, εκδ. Παπαδήμα, σελ. 271).



Αναφορικά με τις μυήσεις στον Διόνυσο, υπάρχει μία χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα εικονογραφία...


Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των παραστάσεων αυτών είναι ένας τεράστιος ορθωμένος φαλλός σε καλάθι κοσκινίσματος σιτηρών, το λίκνον, καλυμμένο με ύφασμα, ο οποίος αποκαλύπτεται είτε από μια γυναικεία μορφή γονατισμένη... 
(Πηγή: Μυστηριακές Λατρείας της Αρχαιότητας, Walter Burkert, εκδ. Καρδαμίτσα, σελ. 116).



Ο Οδυσσέας Προσκυνητής.


«αὐτὰρ ἐγὼ Κίρκης ἐπιβὰς περικαλλέος εὐνῆς / γούνων ἐλλιτάνευσα, θεὰ δέ μοι ἔκλυεν αύδῆς» 
Μτφρ: Όμως εγώ (ο Οδυσσέας) στην κλίνη την περίκαλλη της Κίρκης βρέθηκα / κι εκεί γονατιστός παρακαλούσα, με την θεά ν’ ακούει τη φωνή μου· 

(Πηγή: Οδύσσεια, κ 480-481, Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα 2002, Μετάφραση Δ.Ν.Μανωρίτης, σσ. 68-69). 

Ο Οδυσσέας λοιπόν προσκυνούσε, κι ήταν αυτός που η Οδύσσεια ονομάζει «Διογενὲς Λαερτιάδη» [Μτφρ: Γέννημα του Διός] 
(Πηγή: Οδύσσεια, λ.473, ο.π, σσ. 74-75)



Το νεοπαγανιστικό παραμύθιασμα "οι Έλληνες δεν προσκυνούν". 

 
Το περιοδικό Δαυλός, παρουσίαζε απεικόνιση «Ελληνίδος» που γονατίζει μπρος σε φαλλικό σύμβολο του θεού Διονύσου. 
«Δεν γονατίζει. Δεν προσκυνά»
Ερώτηση: μήπως λατρεύει; γι’ αυτό γονατίζει και προσκυνά;

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ και ΓΟΝΑΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Ιερουργία της αποκάλυψης του φαλλού των μυστηρίων. Αρχαίο Ανάγλυφο. Μουσείο Βόννης.
(Πηγή : Περιοδικό Δαυλός Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2001, τεύχος 236-237)


«..τις τελευταίες ημέρες του ελληνικού Καρναβαλιού μια μεγάλη ομάδα Αθηναίων Διιπετών ανεβήκαμε στον Τύρναβο για να κοινωνήσομε τη Διονυσιακή μέθη των ημερών που επιβάλλει το τοπικό έθιμο Μπουρανί, ήτοι να πιούμε, να μεθύσουμε και να φαλλοπροσκυνήσουμε βεβαίως.... ανάμεσα στους εκατοντάδες πήλινους φαλλούς που στολισμένοι με μια κόκκινη κορδέλα κι ένα κερί να καίει δίπλα τους βρίσκονταν σε κάθε τραπέζι, στον τεράστιο φαλλό που πάνω σε ένα άρμα στεκόταν στη μέση της γιορτής, αδιαφιλονίκητος άρχοντας της ημέρας, στους μεθυσμένους γλεντηστές του χωριού που επέβαλλαν το προσκύνημα και το φίλημα του φαλλού...» 

(Πηγή: Διιπετές, τ. 15, Ελαφηβολιών - Μάρτιος 1996, σελ. 29)


Ακόμη μια φορά Μέγας και Άγιος Βασίλειος για τους ειδωλολάτρες, μέχρι να το βάλουν καλά στο μυαλό τους: «...εμείς δεν έχουμε ανάγκη να ξετινάξουμε τις θεωρίες τους. Αρκούν οι ίδιοι να ανατρέπουν ο ένας τον άλλο».

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Πλήθων και Καμπάλλα

 Ἐπιστροφ́ή, συν́έχεια ἢ καινὰ δαιμ́όνια; Ὁ ἄλλος «Ἑλληνισμ́ός» τοῦ Πλ́ήθωνα

Χαράλαμπος Μηνάογλου*

Ε' Ευρωπαϊκό συνέδρειο Νεοελληνικών Σπουδών Θεσσαλονίκη 2-5 Οκτωβρίου 2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ


Κατὰ τὸν 15ο αἰώνα μαζὶ μὲ τὴν παρακμὴ καὶ διάλυση τῆς Αὐτοκρατορίας ὁ Ἑλληνισμὸς γνώρισε καὶ μία ἀναβίωση τῆς εἰδωλολατρίας. Ἡ ἀρχαία θρησκεία χαμένη ἀπὸ αἰῶνες ὑποτίθεται πὼς ἐπανεμφανίστηκε μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὴν διδασκαλία ἑνὸς ἀπό τὰ καλ́ύτερα μυαλὰ τῆς ἐποχῆς, τοῦ Γεώργιου Γεμιστοῦ Πλήθωνα. Ποῦ στηρίχθηκε, ὅμως, ὁ Πλήθωνας γιὰ νὰ «ἐπαναφέρει» τὴν ἀρχαία θρησκεία; Σὲ ποιὸ τυπικὸ καὶ σὲ ποιὰ θεωρία της; Ἦταν ὄντως ἐπιστροφὴ στὸν δωδεκαθεϊσμὸ ἢ πρόκειται γιὰ ἕνα νέο φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ σ́ύστημα ποὺ ὁ Πλήθωνας προσπάθησε νὰ παρουσιάσει ὡς ἀρχαιοελληνικό; Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ποιὰ ἦταν ἡ πολιτικὴ σημασία τῆς «ἐπανεμφάνισης» τῆς εἰδωλολατρίας στὴν συγκεκριμένη συγκυρία καὶ τὶ εἶχε νὰ προσφέρει αὐτὴ στὸν τουρκοκρατούμενο πλέον τότε Ἑλληνισμό;

Ὁ Πλήθωνας, βέβαια, ἐκτιμοῦσε τὸ σ́ύστημά του ὡς κάτι ἀνώτερο καὶ σαφῆ συνέχεια τῆς ἀρχαίας θρησκείας, πίστευε μάλιστα πὼς μέχρι τὸ τέλος τοῦ 15ου αἰώνα θὰ εἶχε ἐπικρατήσει πλήρως καὶ θὰ εἶχε ἐξαλείψει τὸν Χριστιανισμό1 . Ὁ Σχολάριος, ἀντίθετα, πίστευε ὅτι ἦταν ἕνα σατανικὸ κατασκεύασμα. Ἐμεῖς θὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε στὶς πραγματικές του διαστάσεις, ὑπὸ τὸ φῶς ἰδίως νεώτερων ἐρευνῶν σχετικὰ μὲ τὸν δάσκαλο τοῦ Πλήθωνα, τὸν Ἐλισσαῖο καὶ τὶς καμπαλλιστικὲς ἐπιδράσεις στὸ ἔργο του.

Ἡ διαμάχη ἀνάμεσα στὸν Γεννάδιο Σχολάριο καὶ τὸν Πλήθωνα εἶναι μία ἀπὸ τὶς κλασικὲς στὸν ἑλληνικὸ πνευματικὸ κόσμο. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι τὶς μέρες μας κυοφορήθηκαν μέσα στὸν Ἑλληνισμὸ ἰδεολογικές, φιλοσοφικές καὶ θεολογικὲς συγκρούσεις τεραστίου βεληνεκοῦς πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐπηρέασαν τὴν παγκόσμια σκέψη. Τὸ δίδυμο Σχολάριου-Πλήθωνα ἐνεπλάκη σὲ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες καὶ κρισιμότερες, καθὼς ἡ ἐποχὴ στὴν ὁποία συνέβη ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ κομβικὰ σημεῖα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἡ ἐποχὴ δηλαδὴ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία2 .

Ἑπόμενο, λοιπόν, ἡ νέα πραγματικότητα νὰ ἀπαιτεῖ τὴν συγκρότηση ριζοσπαστικῶν πρακτικῶν καὶ ἰδεολογικῶν ἐργαλείων ἢ τὴν προσαρμογὴ τῶν ἤδη ὑφισταμένων γιὰ τὴν ἐπιβίωση στὴν νέα πολιτικὴ πραγματικότητα. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο οἱ προτάσεις τῶν δ́ύο ἀνδρῶν ἔχουν καταγραφεῖ καὶ ἀναλυθεῖ πολλαπλῶς. Γιὰ τὴν μὲν πρόταση τοῦ Σχολαρίου γίνεται γενικῶς δεκτὸ ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν λογικὴ τῆς προσαρμογῆς στὴν νέα πραγματικότητα τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης τοῦ Γένους, γιὰ δὲ τὴν πρόταση τοῦ Πλήθωνα ὅτι συνιστᾶ μία ἀπόλυτη ρήξη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἐπιστροφὴ στὴν προηγούμενη φάση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν προχριστιανική-εἰδωλολατρική. Παρότι φαινομενικὰ ἡ πρόταση τοῦ Σχολάριου φαίνεται νὰ ἐπικράτησε, ἐντούτοις ἡ πληθώνεια σκέψη ὄχι μόνο δὲν ἐξαλείφθηκε ἀλλὰ τελικῶς μέσα ἀπὸ ἀτραποὺς ποὺ βρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς παρούσας ἀνακοίνωσης ἄσκησε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀσκεῖ σημαντικὴ ἐπιρροὴ στὸν Νέο Ἑλληνισμό3 .

Πραγματικά, ἡ στάση τοῦ Σχολαρίου4 ἀπέναντι στὸν νέο κυρίαρχο, τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία ὑπῆρξε μία σχετικὰ ἐπιτυχὴς προσαρμογὴ τῆς πίστης καὶ τῶν θεσμῶν τοῦ Γένους στὸ ὀθωμανικὸ σύστημα. Ἡ πρόταση ὅμως τοῦ Πλήθωνα, ἡ ὁποία βέβαια δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ δεδομένο τῆς ὑποταγῆς στοὺς Ὀθωμανούς, ὄχι τόσο ἐπειδὴ ὁ Πλήθωνας δὲν πρόλαβε τὴν Ἅλωση, ἀλλὰ κυρίως ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὴν τουρκικὴ προέλαση σὲ βάρος τῆς Αὐτοκρατορίας ὡς εὐκαιρία γιὰ νὰ διατυπώσει τὶς ὄντως ρηξικέλευθες καὶ εἰδωλολατρικὲς θεωρίες του, χρήζει περισσότερης ἐξέτασης ὡς πρὸς τὸ ἂν καὶ σὲ ποιὸ βαθμὸ ἀποτελεῖ πραγματικὴ ἐπαναφορὰ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς πολυθεϊστικῆς εἰδωλολατρίας.

Ἕνα πρῶτο σημεῖο ποὺ ἐγείρει ἐρωτηματικὰ εἶναι ἡ τεράστια ἀπόσταση ποὺ χωρίζει τοὺς τελευταίους Ἕλληνες εἰδωλολάτρες ἀπὸ τὸν Πλήθωνα. Σαφῶς καὶ ἡ μελέτη καὶ ἑρμηνεία τῶν ἔργων τους δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ προσπάθεια τοῦ Πλήθωνα νὰ δημιουργήσει εἰδωλολατρικὸ ἡμερολόγιο καὶ τελετουργικό5 , τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι συνιστοῦσαν ἐπιστροφὴ στὰ ἀντίστοιχα τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας, μοιάζει ἀρκετὰ ἕωλη6 . Πῶς γνώριζε ὁ Πλήθωνας τὸ ἀρχαῖο εἰδωλολατρικὸ τελετουργικό, ὅταν αὐτὸ δὲν ὑπάρχει σὲ κανένα σωζώμενο κείμενο καὶ δὲν χρησιμοποιεῖτο γιὰ τουλάχιστον ἑπτὰ αἰῶνες πρὶν τὴν ἐποχή του; Ποιὰ παράδοση τὸ ἔφερε μέχρι τὶς μέρες του; Στὰ παραπάνω ἐρωτήματα, ἡ συνήθως ὑπονοούμενη ἀπάντηση ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὲς εἶναι ὅτι ὁ Πλήθων κατασκεύασε δικό του φιλοσοφικὸ σύστημα καὶ κατ’ ἐπέκταση ἡμερολόγιο καὶ τελετουργικό, μὲ στόχο ὅμως τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ πολυθεϊστικὴ εἰδωλολατρία.

Μένει λοιπόν, νὰ διακριβώσουμε τὶς πηγές του, γιὰ τὸ κατὰ πόσο ὑπῆρξε δικό του τὸ σύστημα, δηλαδὴ σὲ ποιὸν βαθμὸ ἐμπνεύστηκε ὁ ἴδιος τὶς ἀρχὲς καὶ τὴν μεταφυσικὴ τοῦ συστήματός του, ἢ κατὰ πόσο ἀκολούθησε κάποιο ἀπὸ τὰ ἤδη τότε ὑπάρχοντα. Ἡ ὀφειλή του στοὺς νεοπυθαγόρειους καὶ ἀκόμη περισσότερο στοὺς νεοπλατωνικοὺς συγγραφεῖς καὶ ἰδίως στὸν Πρόκλο εἶναι πολ́ύ μεγάλη καὶ ἔχει ἐπισημανθεῖ καὶ ἀναλυθεῖ ἐπαρκῶς. Μέσα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τὴν ἑρμηνεία τους στὰ Χαλδαϊκὰ Ὀρ́άματα, τὸ κείμενο στὸ ὁποῖο φαίνεται νὰ ἑδράζει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο τὸ opus magnum του, τοὺς Νόμους7 ,προσεγγίζει τὴν μαγεία καὶ τὸν ἐσωτερισμὸ σὲ βαθμὸ μεγαλύτερο ἀπὸ κάθε σ́ύγχρονό του. Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ὁ Πλήθωνας εἶχε ἐπαφές, ἐπηρεαζόταν ἀπὸ καὶ ἐπηρέαζε τὸ κλίμα στὴν Φλωρεντινὴ Ἀκαδημία8 μὲ τοὺς δεινοὺς ἀναγεννησιακοὺς ἀποκρυφιστὲς9 μὲ γνωστότερους τοὺς Μαρσίλιο Φιτσίνο10 καὶ Πίκο ντε Μιράντολα11, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν ἐπίσης στὸ προσκήνιο τοῦ πνευματικοῦ κόσμου τῆς Εὐρώπης ἀποκρυφιστικὰ κείμενα ξεχασμένα -ἢ θεωρούμενα ὡς ξεχασμένα γιὰ αἰῶνες12, ὅπως τὶς αἰγυπτιακῆς ἢ αἰγυπτιώτικης προέλευσης ἑρμητικὲς συγγραφὲς13 καὶ τὴν ἑβραϊκὴ καμπάλλα14 .

Ὅπως, ἔχει παρατηρηθεῖ ὁ Πλήθωνας παρότι μνημονεύει στοὺς Νόμους του ρητὰ τὰ Χαλδαϊκὰ Ὀρ́άματα, δὲν κάνει καμία ἀναφορὰ στὶς ἄλλες δ́ύο βασικὲς πηγὲς τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ, τὰ ἑρμητικὰ κείμενα καὶ τὴν Καμπάλλα15. Αὐτὸ ὁδήγησε κάποιους μελετητές –οἱ περισσότεροι δὲν ἀσχολήθηκαν κἂν μὲ τὸ ἐρώτημα - νὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι δὲν ὑπάρχει κάποια ἐπίδραση τῶν ἔργων αὐτῶν στὰ ἔργα τοῦ Πλήθωνα. Ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός, ποὺ ἑδράστηκε κυρίως στὴν ἄγνοια τοῦ περιεχομένου τῶν δ́ύο αὐτῶν σωμάτων κειμένων, καταρρίφθηκε πρόσφατα ἀπὸ τὸν Νικήτα Σινιόσογλου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ καὶ πολ́ύ ὀρθὰ ὅτι οἱ Νόμοι τοῦ Πλήθωνα ἀποτελοῦν ἐξελληνισμένη μορφὴ τῆς Καμπάλλας16, καθὼς τὸ ὅλο πνεῦμα, ἡ δομὴ τοῦ πληθώνειου συστήματος, ὁ δρόμος ποὺ προτείνει στὸν ἄνθρωπο καὶ οἱ ἐπιδιώξεις του εἶναι ἀπολ́ύτως ταυτόσημα μὲ αὐτὰ τῆς Καμπάλλας, τοῦ ἑβραϊκοῦ δηλαδὴ ἀποκρυφισμοῦ. Ἡ ἀποσπασματικότητα καὶ ἡ σ́ύμφυρση διαφόρων θεωρήσεων πολλὲς φορὲς ἀντικρουόμενων μεταξ́ύ τους, βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Νόμων, ἀποτελοῦν τὰ δ́ύο κυριότερα γνωρίσματα τῶν καμπαλλιστικῶν συγγραφῶν17 .

Πέρα ἀπὸ τὸν Σινιόσσογλου καὶ ἄλλοι μελετητὲς τοῦ πληθωνικοῦ ἔργου διαπιστώνουν θέσεις καμπαλλιστικὲς σὲ αὐτό, χωρὶς ὅμως νὰ σημειώνουν ὅτι αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ την Καμπάλλα. Γιὰ παράδειγμα ὁ Χλάντκυ, ὁ ὁποῖος εἶναι μάλιστα ἰδιαίτερα ἐπικριτικὸς γιὰ τὴν ἀνάλυση τοῦ Σινιόσσογλου καὶ δὲν κάνει καμία ἀναφορὰ στὴν ἐπίδραση τῆς Καμπάλλας στὸν Πλήθωνα –μάλιστα δείχνει νὰ προσπαθεῖ νὰ ἀποσείσει κάθε πιθανὴ σχέση τοῦ πληθωνικοῦ ἔργου μὲ ὁ,τιδήποτε ἑβραϊκὸ ἀρνούμενος καὶ τὴν ὁποιαδήποτε ἐπίδραση τοῦ δασκάλου του Ἐλισσαίου πάνω του- σημειώνει ὅτι «οἱ ἀρχές του γιὰ τὸ θεῖο, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς νομοθεσίας, ὅπως καὶ τὸ δόγμα τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, ἔχουν διατυπωθεῖ τόσο γενικὰ ὥστε νὰ μποροῦν νὰ γίνουν δεκτὲς ἐξίσου ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμό, τὸν Χριστιανισμὸ καὶ τὸ Ἰσλάμ, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχαιοελληνικὸ πολυθεϊσμό»18. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἀκριβῶς καὶ ἡ κεντρικὴ θέση τῆς Καμπάλλας γιὰ τὸ ζήτημα τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων. Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸ τὸ ποιὸν τοῦ πληθώνειου συστήματος καὶ ἡ καμπαλλιστικὴ ἐπίδραση σὲ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ ἐντάξουμε στὸ εὐρ́ύτερο πλαίσιο τῆς ἀναγεννησιακῆς μεταφυσικῆς γνωσιολογίας, τῆς ἀναζήτησης δηλαδὴ τῆς γνώσης μέσα στὴν ἀρχαία σοφία, καὶ κυρίως στὶς τρεῖς μεγάλες πνευματικὲς παραδόσεις τῆς ἀρχαιότητας, τὴν ἑλληνική, τὴν λατινικὴ καὶ τὴν ἑβραϊκή19.

Ὅπως προαναφέραμε, ὁ Πλήθωνας εἶχε ἐπηρεαστεῖ πέρα ἀπὸ τοὺς νεοπλατωνιστὲς20 καὶ ἀπὸ τοὺς νεοπυθαγόρειους. Στοὺς τελευταίους ὁ Πλήθωνας βρῆκε τοὺς ἰδεολογικοὺς προγόνους τῆς δικῆς του ἑλληνο-ἑβραϊκῆς σ́νθεσης. Ὁ Πυθαγόρας θεωρήθηκε ἀπὸ τὴν Ἀναγέννηση ὡς ὁ πρῶτος Ἕλληνας ποὺ μπολιάστηκε μὲ τὴν ἑβραϊκὴ σοφία21, καθὼς εἶχε ἐπικρατήσει ἤδη ἀπὸ τὴν ὕστερη ἀρχαιότητα ἡ ἀφήγηση ποὺ τὸν ἤθελε νὰ ἔχει σπουδάσει στὴν Φοινίκη προτοῦ μεταβεῖ στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Πυθαγόρας ἐνεγράφη ἔτσι στὴν εὐρωπαϊκὴ σκέψη ὡς ὁ «Προμηθέας» τόσο τῆς ἐπιστήμης, ὅσο καὶ τῆς μεταφυσικῆς τῆς Ἀνατολῆς22. Αὐτὴ ἡ πρόσληψη τοῦ Πυθαγόρα εἶναι κυρίαρχη στὰ καμπαλλιστικὰ κείμενα23. Ἡ ἑβραϊκὴ σκέψη καὶ ἰδίως ἡ καμπαλλιστική, κυριάρχη μέσα στὸ ἀναγεννησιακὸ πνεῦμα, ἐρχόταν ἐκείνη τὴν ἐποχὴ μέσα ἀπὸ σκολιὲς ἀτραποὺς νὰ ξεκινήσει τὴν ἔντονα ἀφομοιωτικὴ λειτουργία της24, ἡ ὁποία ἔτεινε ἤδη ἀπὸ τότε στὴν ἐνσωμάτωση ἀκόμα καὶ τόσο διαφορετικῶν παραδόσεων ὅπως ἡ ἑλληνική (τόσο στὴν προχριστιανικὴ ὅσο καὶ στὴν χριστιανικὴ διάστασή της). Εἶναι ἰδιαιτέρως περίεργο, τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πλήθωνα ἔγινε γνωστὸ τὸ ὄνομα καὶ ἡ ἐθνοθρησκευτικὴ ταυτότητα τοῦ δασκάλου του, τοῦ ἑβραίου ἰατροφιλοσόφου Ἐλισσαίου25 μέχρι τὸν Σινιόσσογλου δὲν ὑπῆρξαν παρὰ σκόρπιες ἀναφορὲς στὴ σχέση τῶν θέσεων τοῦ Πλήθωνα μὲ αὐτὲς τῆς Καμπάλλας. Βέβαια, σὲ αὐτὸ συνετέλεσε σίγουρα καὶ ὁ Σχολάριος, ὁ ὁποῖος μᾶς κατέλειπε τὸ ὄνομα καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δασκάλου τοῦ Πλήθωνα.

Γιατὶ λοιπόν, ὁ Σχολάριος δὲν ἀνέφερε τὴν υἱοθέτηση καμπαλλιστικῶν ἰδεῶν ἀπὸ τὸν Πλήθωνα γιὰ νὰ κάνει ἀκόμα πιὸ ἀποκρουστικὸ το ἔργο του στὸ ὀρθόδοξο πλήρωμα; Ἔτσι, ἐρχόμαστε στὰ σχετικὰ χωρία τοῦ Σχολαρίου, τὰ ὁποῖα χρήζουν μίας ἀνάλυσης γιὰ νὰ δοῦμε γιατὶ ὁ Σχολάριος δὲν μνημονεύει τὴν ἐπίδραση τῆς Καμπάλλας: «Τὸ δὲ κεφάλαιον αὐτῷ τῆς ἀποστασίας Ἰουδαῖος τις ὕστερον ἐνειργάσατο, ᾧ ἐφοίτησεν ὡς εἰδότι τὰ Ἀριστοτέλους ἐξηγεῖσθαι καλῶς. Ὃ δὲ ἦν Ἀβερόῃ προσεσχηκὼς καὶ τοῖς ἄλλοις ἐκ Περσῶν καὶ Ἀράβων ἐξηγηταῖς τῶν Ἀριστοτελικῶν βιβλ́ίων, ἃς Ἰουδαῖοι πρὸς τὴν οἰκείαν γλῶτταν μετ́ήγαγον, Μωυσ́έως δὲ καὶ ὧν Ἰουδαῖοι πιστεύουσιν ἢ θρησκεύουσι δι’ αὐτὸν ἥκιστα ἦν φροντ́ίζων. Ἐκεῖνος αὐτῷ καὶ τὰ περὶ Ζωροάστρου καὶ τῶν ἄλλων ἐξέθετο. Ἐκείνῳ δὲ τῷ φαινομένῳ μὲν Ἰουδαίῳ, ἑλληνιστῇ δὲ ἀκριβῶς, οὐ μόνον ὡς διδασκάλῳ πολὺν συνὼν χρόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπηρετῶν ἐν οἷς ἔδει καὶ ζωαρκούμενος ὑπ’ ἐκείνῳ· τῶν γὰρ τὰ μάλιστα δυναμένων ἦν ἐν τῇ τῶν βαρβάρων τότων αὐλῇ· Ἐλισσαῖος ὄνομα ἦν αὐτῷ· τοιοῦτος ἀπετελέσθη. Εἶτα πειρώμενος μὲν λανθάνειν, ἀλλ’ οὐκ ἠδ́νατο, προαγόμενος τοῖς ὁμιληταῖς τὰς δόξας ἐνσπείρειν, ὑπὸ τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως τότε Μανουὴλ καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἀπεπέμφθη τῆς πόλεως, τοῦτο μόνον οὐ καλῶς βουλευσαμένων, ὅτι φεισάμενοι οὐκ ἐνεδείξαντο τοῖς πολλοῖς αὐτόν, οὔτε ἀτίμως ἢ εἰς βάρβαρον ἀπήλαυνον γῆν, οὔτ’ ἄλλον τινὰ τρόπον τὴν μέλλουσαν ἀπ’ αὐτοῦ βλάβην ἐκώλυσαν»26 . «Τοῦτον [τὸν Ζωροάστρη] ἐγνώρισέ σοι πρόσθεν ἠγνοημένον ὁ τῶ δοκεῖν μὲν Ἰουδαῖος, πολ́ύθεος δὲ Ἐλισσαῖος· ᾧ μέγα δυναμένῳ τότε παρὰ τῇ τῶν βαρβάρων αὐλῇ παρεσιτοῦ τὴν πατρίδα φυγών, ἵνα τὰ καλὰ παρ’ ἐκείνου μάθῃς διδάγματα· τοιοῦτος δὲ ὤν, πυρὶ τὴν τελευτὴν εὕρετο, καθὰ δή που καὶ ὁ ὑμέτερος Ζωροάστρης»27 .


Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἐξῆς: ἕνα καμπαλλιστικὸ σῶμα κειμένων δὲν ἦταν ἀκόμη πολὺ γνωστό, καθὼς μόλις στὸ τέλος τοῦ 13ου αἰώνα εἶχε συνταχθεῖ τὸ κυριότερο καμπαλλιστικὸ ἔργο, τὸ Zohar28. Αὐτὸ βέβαια δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Σχολάριος δὲν γνώριζε τὴν ὕπαρξη τῆς Καμπάλλας, καθὼς ὑπάρχει συναγωγὴ καμπαλλιστικῶν κειμένων στὰ ἑλληνικὰ τὸ ἀργότερο στὶς ἀρχὲς τοῦ 15ου αἰώνα29. Ἡ περιορισμένη διάδοση τῆς Καμπάλλας ὅμως τὸν 15ο αἰώνα στὴν Ἀνατολὴ ἔπαιξε τὸν ρόλο της γιὰ νὰ μὴν τὴν ἀναφέρει ὁ Σχολάριος. Δὲν τὴν μνημόνευσε ὡς πηγὴ τοῦ Πλήθωνα, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν τὴν κάνει γνωστή, γιὰ νὰ μὴν τὴν γνωστοποιήσει ἔστω καὶ δυσφημιστικὰ στοὺς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες. Καὶ αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι μία προσωπικὴ ἐπικοινωνιακὴ τακτικὴ τοῦ Σχολαρίου, ἀλλὰ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ κηρ́ύγματος τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες μέχρι τὶς μέρες μας. Ἀποφεύγουν δηλαδὴ νὰ χρησιμοποιοῦν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀντιχριστιανικῶν συγγραφέων, πολλώ δὲ μᾶλλον τοὺς τίτλους τῶν ἔργων τους, προκειμένου νὰ μὴν τὰ διαδόσουν ἀνάμεσα στὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Παρόλα αὐτὰ καὶ ἔχοντας τὰ ἀνωτέρω ὑπόψη μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Σχολάριος μὲ τὴν ἀρκετὰ περίπλοκη, εἶναι ἀλήθεια, διατύπωση στὰ σχετικὰ χωρία, κατηγορεῖ κεκαλυμμένα τὸν Πλήθωνα γιὰ καμπαλλισμό, στὸ σημεῖο ἰδίως ποὺ γράφει ὅτι ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ἀκολούθησε ἕναν Ἑβραῖο μάγο, ἔτσι καὶ ὁ Πλήθωνας ἀκολούθησε ἄλλον ἕνα, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν θρησκευτικὰ Ἑβραῖος, ἀλλὰ Ἕλληνας (εἰδωλολάτρης). Πραγματικά, οἱ καμπαλλιστὲς δὲν εἶναι ὀρθόδοξοι Ἑβραῖοι, μάλιστα βρίσκονται σὲ κάποιες περιπτώσεις σὲ σύγκρουση μὲ τοὺς Ταλμουδιστές. Ἦταν δηλαδὴ κατὰ τὸν Σχολάριο, ἕνας ἑβραῖος εἰδωλολάτρης, δηλαδὴ ἕνας καμπαλλιστής30 .

Παρότι ὁ Woodhouse ὑποστηρίζει μὲ ἀρκετὴ δόση αὐθαιρεσίας, ὅτι «δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ ὑποθέσουμε πὼς ἡ διδασκαλία τοῦ Ἐλισσαίου, γιὰ τὴν ὁποία τόσο λίγα εἶναι γνωστά, περιεῖχε τὴν ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ στὴν Καμπάλλα»31, ἐντότοις ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς ὅτι στοὺς Νόμους τοῦ Πλήθωνα ὑπάρχουν θεμελιώδεις ἀρχὲς ἀναιρετικὲς τῶν Χαλδαϊκῶν Ὀραμ́άτων μὲ κυριότερη ἀπὸ αὐτὲς τὴν μετενσάρκωση32, ἡ ὁποία ὅπως καὶ ὁ ἴδιος παραδέχεται σὲ ἄλλο σημεῖο, εἶχε γιὰ κάποιο διάστημα παρεισφρήσει στὶς καμπαλλιστικὲς δοξασίες33. Ἀκόμη περισσότερο στὴν Καμπάλλα ὑφίσταται ἡ πλατωνικὴ ἐπίσης ἰδέα τῆς μετεμψ́χωσης34.

Τὸ ζήτημα ποὺ ἀνακύπτει τώρα εἶναι βεβαίως, γιὰ ποιὸν λόγο ὁ Πλήθωνας, ἐφόσον πραγματοποίησε μία πολιτισμικὴ μετάφραση τῆς Καμπάλλας στὰ ἑλληνικά, μία μετάφραση δηλαδὴ ὄχι ἁπλὴ κατὰ λέξη ἢ ἔστω κοντὰ στὸ κείμενο, ἀλλὰ μία τελείως ἐλεύθερη προσαρμογὴ ὅλων τῶν καμπαλλιστικῶν θέσεων στὰ Ἑλληνικά, ἀλλάζοντας τὰ ἑβραϊκὰ ὀνόματα καὶ ὅρους μὲ ἀντίστοιχα ἑλληνικὰ, δὲν τὴν ἀναφέρει ἀνάμεσα στὶς πηγές του. Μία πρώτη ἀπάντηση εἶναι ὅτι τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴν προκαλέσει τὸ κοινὸ αἴσθημα. Δὲν εἶναι ὅμως ἱκανοποιητική, καθὼς ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Πλήθωνα ὑπῆρξε προκλητικὸ ἢ καλύτερα προκλητικὰ παγανιστικό. Ὁ Πλήθωνας, ὅμως, ὡς ἰδιαίτερα εὐφυὴς ἄνθρωπος κατανοοῦσε ὅτι ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες ἦταν κάτι διαφορετικὸ τὸ κάλεσμα σὲ μία ἐπιστροφὴ στὴν ἑλληνικὴ πολυθεϊστικὴ εἰδωλολατρία καὶ ἡ πρόταση γιὰ υἱοθέτηση τοῦ ἑβραϊκῆς προέλευσης ἀποκρυφισμοῦ. Ἔτσι, ἀπέκρυψε τὴν κύρια πηγὴ τοῦ συστήματός του καὶ προέβαλε τὰ Χαλδαϊκὰ Ὀρ́άματα, τὰ ὁποῖα ἦταν λιγότερο ἀπεχθῆ στὸ κοινὸ αἴσθημα, καθὼς ἀπὸ παλαιότερα εἶχαν συνδεθεῖ μὲ τὸν Πυθαγόρα35 καὶ τρόπον τινὰ εἶχαν καταστῆ περισσότερο οἰκεῖα στὸ ἑλληνικὸ κοινό. Γνώριζε, δηλαδή, καλὰ ὅτι τὸ σύστημά του, τὸ ὁποῖο πίστευε ὅτι μέχρι τὸ τέλος τοῦ 15ου αἰώνα θὰ εἶχε εξαλείψει πλήρως τὸν Χριστιανισμό, ἔπρεπε νὰ συνδεθεῖ μὲ τὴν καταξιωμένη στὴν συνείδηση τοῦ μέσου ἐγγράμματου Ἕλληνα τῆς ἐποχῆς του ἀρχαιότητα, ὥστε νὰ ἐπιτύχει.

Μία ἀποστροφὴ τοῦ Σχολαρίου, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τύχει τῆς προσοχῆς ποὺ θὰ ἔπρεπε, δείχνει τὸ γεγονὸς ὅτι παρὰ τοὺς μύδρους ποὺ ἐξαπολύει γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες Ἕλληνες τῆς κλασικῆς περιόδου36, ἐν τούτοις θεωρεῖ ὅτι τὸ ἔργο τοῦ Πλήθωνα εἰσάγει καινὰ δαιμόνια καὶ ὄχι ἁπλῶς τὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀρχαία θρησκεία. Σημειώνει ὁ Σχολάριος: «Ζωροάστρου μὲν οὖν τοῦδε, καὶ Μίνωος, καὶ Εὐμόλπιου, καὶ Λυκούργου, καὶ Πολυείδου, καὶ Τειρεσίου, καὶ τῶν ἄλλων οὓς ἀριθμεῖς, οὐδὲ βιβλίοις ἐνέτυχες, ὅθεν ἂν τὴν νομοθεσίαν τούτην εἶχες λαβών πλὴν ὅσον πολλοὶ ἕτεροι ἔνιά που αὐτῶν ἀπομεμνημονεύκασιν, ὅθεν οὐ σοὶ μᾶλλον ἢ καὶ πᾶσι σπουδαίοις ἡ περὶ αὐτῶν εἴδησις γέγονεν. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων μᾶλλον παντ’ ἔχεις συνειλοχώς, οἳ Πυθαγόραν καὶ ἔτι μᾶλλον Πλάτωνα προστησάμενοι, τὰ πλεῖστα μηδ’ αὐτῷ Πλάτωνι δεδογμ́ένα περὶ τῆς πολυθ́έου πλάνης ἐν βιβλίοις συνεγράψαντο πολυστίχοις, μετὰ τοὺς πλείστους δὲ αὐτῶν καὶ ὑπὲρ πάντας τοὺς ἐν αὐτοῖς ἄκρους, Πρόκλος, οὗ τῶν πολλῶν βιβλίων ταυτὶ τὰ βραχέα ἐσπερμολόγησας»37 .

Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο συμφωνεῖ ἕνας ἀπὸ τοὺς νεώτερους μελετητὲς τοῦ Πλήθωνα, ὁ ὁποῖος σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ θαυμαστὴς τοῦ Σχολαρίου, ὁ Woodhouse, ὁ ὁποῖος σημειώνει τὴν ἀναφορὰ ἀπὸ τὸν Πλήθωνα πολλῶν συγγραφέων καὶ ἔργων τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε ποτὲ μελετήσει38. Οὔτε πλατωνικῆς προέλευσης, λοιπόν, εἶναι τὸ σύστημα τοῦ Πλήθωνα, ἀλλὰ ἐπεξεργασμένο μὲ διάφορες δοξασίες ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, καθὼς εἰσάγει κυριολεκτικὰ «καινὰ δαιμόνια» στὸν χειμαζόμενο Ἑλληνισμὸ τοῦ 15ου αἰώνα.



* Χαράλαμπος Μηνάογλου, Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας, τμῆμα Ἱστορίας-Ἀρχαιολογίας, Ε.Κ.Π.Α.

1 Βλ. Siniossoglou, 2012, 55.

Πρακτικ́ Ε΄ Ευρωπαϊκό ΣυνεδρίουΝεοελληνικ́ν Σπουδ́ν (Θεσσαλονίκη, 2-5 Οκτ. 2014): Συνέχειες, ασυνέχειες, ρήξεις στον ελληνικό κόσμο (1204-2014): οικονομία, κοινωνία, ιστορία, λογοτεχνία Τόμος Β΄ (ISBN: 978-960-99699-8-7) © 2015 Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών (www.eens.org)

2 Βλ. Livanos,2003, 24-41.

3 Βλ.Ζήσης, 1980. Σπέντζας, 1987.

4 Βλ. Livanos, 2006. Blanchet, 2008.

5 Βλ. Anastos, 1948, 183-305. 6 Πρβλ. Woodhouse, 1986, 358. 7 Βλ. Tardieu, 1987, 141–164. Tambrun-Krasker, 1995.Athanassiadi, 2002, 237-252. 8 Βλ. Berger, 2006, 79–89. 9 Βλ. Hankins, 1990.Zambelli, 2007.Hanegraaff, 2012. 10 Βλ. Allen-Rees- Davies, 2002. 11 Βλ. Wirszubski, 1989.Dougherty, 2008. 12 Βλ. Wind, 1980.Monfasani, 1992, 45-61. 13 Βλ. Bladel, 2009. 14 Βλ. Black, 2006.Ogren, 2009.

15 Βλ. Woodhouse, 1986, 59. 16 Βλ. Siniossoglou, 2011.

17 Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ χρηματίσας Πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἀπὸ τοὺς πλέον ἔγκριτους μελετητές τῆς Καμπάλλας, G. Scholem: «The Kabbalah was not, as it still sometimes supposed, a unified system of mystical and specifically theosophical thinking. There is no such thing as “the doctrine of the Kabbalists”. Actually, we encounter widely diversified and often contradictory motivations, crystallized in very different systems or quasi-systems».Scholem, 1996, 89.

18 Hladky, 2014, 28. 19 Βλ. Zinguer- Melamed- Shalev, 2011. 20 Βλ. Tambrun, 2006.

21 Ὁ «πατριάρχης» τῶν Εὐρωπαίων καμπαλλιστῶν, ὁ J. Reuchlin (ὁΚαπνίωντῶνἑλληνικῶν πηγῶν) σημειώνει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὸν Πυθαγόρα, ὅτι «τὴν φιλοσοφία του, κατόρθωσα νὰ τὴν ἐρανιστῶ μόνο ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ Καμπάλλα, ἐπειδὴ προῆλθε ἀπὸ τοὺς καμπαλλιστὲς διδασκάλους, ἐνῶ στὴν συνέχεια χάθηκε γιὰ τοὺς προγόνους μας, ὅταν ἐξαφανίστηκε ἀπὸ τὴν Ἰταλία». Reuchlin, 1517, epistola dedicatoria.

22 Βλ. Henninger, 1974.Idel, 2008, 31-32.Cornelli – McKirahan – Macris, 2013. 23 Βλ. Idel, 2007, 315-318. 24 Πρβλ. Farmer, 1998.

25 Βλ. Gardette, 2007, 147–164. 26 Gennadios, 1935, 152-153. 27 Gennadios, 1935, 162.

28 Scholem, 1963.Tishby, 1989.Matt, 2004-2012. 29 Βλ. Siniossoglou, 2011, 290.

30 Παρότι ἡ ποινὴ τῆς ἐκτέλεσης στὴν πυρὰ προβλεπόταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους στὴν περίπτωση τῆς προσπάθειάς τους νὰ μεταστρέψουν ἕναν χριστιανὸ στὸν Ἰουδαϊσμό, ἐντότοις δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀποκλείσουμε τελείως τὸ ἐνδεχόμενο στὸ συγκεκριμένο χωρίο τοῦ Σχολαρίου νὰ ὑπονοείται τὸ κάψιμο ὄχι τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐλισσαίου, ἀλλὰ τῶν ἔργων του. Γιὰ τὴν πρόβλεψη τοῦ Θεοδοσιανοῦ Κώδικα βλ. Woodhouse, 1986, 27. Μὲ αὐτὴν τὴν ἐκδοχὴ συνάδει καὶ ἕνα ἄλλο σχετικὸ χωρίο τοῦ Σχολαρίου, ὅπου γίνεται λόγος γιὰ καταστροφὴ τῶν Νόμων τοῦ Πλήθωνα: «Σὺ μὲν ἄρα θρήνων ἄξιος πᾶσι τοῖς εἰδόσι τε και πεφιληκόσιν, ἐν οἷς καὶ ἡμεῖς ἐσμεν, μαρτυροῦντος ἡμῖν τοῦ Θεοῦ, δι’ ὅν σοι μόνον εὐλαβῶς προσεκρόσαμεν, ἄλλως ἐπαινοῦντές τε καὶ τιμῶντες. Τὸ δὲ σὸν βιβλίον ἀφανιστέον, μὴ καὶ ἄλλοις ἴσως τοῦ θρηνεῖσθαι πρόφασις γένηται, καὶ τῷ συγγεγραφότι διηνεκοῦς ἀδοξίας, χερσὶν εἰδότων ἐμπίπτον». Gennadios, 1935, 171.

31 Βλ. Woodhouse, 1986, 61.Πρβλ. και Gardette, 2007, 163. 32 Βλ. Woodhouse, 1986, 63. 33 Βλ. Woodhouse, 1986, 60. 34 Βλ. Scholem, 2003, 521-530. Mopsik, 2005, 173-185. 35 Βλ. Hladky, 2014, 200-201.

36 Εἶναι ἰδιαίτερα ξεκάθαρη ἡ θέση τοῦ Σχολαρίου γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες, ὥστε καθιστᾶ ἄξια ἀπορίας κάθε παρερμηνεία. Μὲ σαφήνεια δηλώνει ὅτι κατάγεται τόσο ὁ ἴδιος ὅσο καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες τοῦ καιροῦ του, οἱ Ρωμηοί, ἀπὸ αὐτός, ἀλλὰ σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀσπάζεται τὴν πίστη τους, δὲν εἶναι Ἕλληνας δηλαδὴ μὲ τὴν σημασία τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ εἰδωλολάτρη. Βλ. Gennadios, 1930, 13, 253. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες τοῦ καιροῦ του ὡς ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων εἶναι πολλὲς οἱ ἀναφορὲς στὰ ἔργα του, χαρακτηριστικὰ βλ. καὶ Gennadios,1928, 285 καὶ Gennadios, 1935, 220. Πρβλ. Vryonis, 1991, 5-14.Angelou, 1996, 1-19. 37 Gennadios, 1935, 162. 38 Βλ. Woodhouse, 1986, 62-78.


Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Η αλήθεια για τους υποτιθέμενους διωγμούς των Εθνικών τον 4ο αιώνα

 


Ο Θεοδόσιος με διάταγμά του στις 27-2-380 μ.Χ., ανακηρύσσει επίσημη θρησκεία του κράτους τον Χριστιανισμό. (Cod. Theod. XVI, 1,2). Μέτρα κατά της αρχαίας θρησκείας έλαβε πολλά (απαγόρευση θυσιών, δήμευση λατρειακών χώρων, αποπομπή εθνικών ιερέων, 391 π.Χ.). Το 392 με διάταγμα παρακωλύονται οι αθλητικοί αγώνες, λόγω του θρησκευτικού (ειδωλολατρικού) τους χαρακτήρα, με αποκορύφωση την κατάργηση των Ολυμπιακών (393), στο πλαίσιο όμως της απαγόρευσης στο πλαίσιο όμως κάθε εθνικής θρησκευτικής εκδηλώσεως (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 - 1453), μετάφρ. Δ. Σαβράμη, Αθήνα 1954, σ. 110 ε. Πρβλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α΄ Αθήνα 1975, σ. 175 ε.).
Παρ' όλα αυτά, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, δεν καταστράφηκε, όπως δεν καταστράφηκαν και τα ιερά του χώρου. Αντίθετα το άγαλμα μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για τη διακόσμηση της πρωτεύουσας του κράτους! (όπως είχε μεταφερθεί εκεί και το άγαλμα του Απόλλωνα, και πλήθος άλλων αγαλμάτων). Άρα το πρόβλημα ήταν η λατρεία των ειδώλων, και όχι η τέχνη ή το πνεύμα του Ολυμπισμού. Αυτό που απορρίφθηκε, δεν ήταν η επιστήμη η τέχνη και η διανόηση, αλλά το ειδωλικό Πάνθεο, «ό,τι εις δαίμονας φέρει», κατά την επισήμανση του αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου (Επιτ. Εις τον Μ. Βασίλειον, κεφ. 11).
Κατά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, «η αρχαία θρησκεία κατέρρεε εσωτερικά. Ο αρχαίος κόσμος κατέπιπτε βαθμηδόν, οίκοθεν μάλλον ή δι' εξωτερικής επιδράσεως... Οι ναοί κατέπιπτον και η πίστις εμαραίνετο και εν γένει το αρχαίον θρήσκευμα εφθείρετο. Αλλ' εφθείρετο ηρέμα, ως εξ οργανικού θανατηφόρου νοσήματος μάλλον ή δια πληγών έξωθεν καταφερομένων». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (εκδ. Ν.Δ. Νίκαια) τ. Γ, σ. 527 ε.). Σαφέστατα λοιπόν, ήδη η ειδωλολατρεία βρισκόταν ήδη σε μαρασμό, και απλώς ο Θεοδόσιος επιτάχυνε το τέλος της. Δεν ήταν η εξαφάνισή της αποτέλεσμα διωγμών, όπως θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι νεοπαγανιστές, αλλά ήταν αποτέλεσμα μαρασμού, επειδή οι Έλληνες έβλεπαν την ανωτερότητα της Χριστιανικής πίστης, και εγκατέλειπαν τα είδωλα. Έβλεπαν για 3 αιώνες τη Χριστιανική πίστη να αυξάνει, παρά τους συστηματικούς ανελέητους διωγμούς κατά των Χριστιανών. Αντιθέτως, η ειδωλολατρική πίστη που ήδη πέθαινε από μόνη της, κατέπεσε χωρίς διωγμούς, μόνο με την εξαγγελία νόμων, που ποτέ δεν εφαρμόσθηκαν πραγματικά.
Ο Αυτοκράτωρ Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395 π.Χ.) παρορμητικός, (ως Ισπανικής καταγωγής), στις συμπεριφορές του, δέχεται την μήνη των νεοπαγανιστών όχι μόνο για τα διατάγματά του, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, αλλά κυρίως για την κατάργηση από αυτόν των Ολυμπιακών αγώνων (393 μ.Χ.). Επειδή και αυτό το θέμα ανατιμετωπίζεται από τους αντορθόδοξους αρχαιολάτρες συνήθως με πολύ πάθος και λίγη ιστορική γνώση, αναπαράγονται δε άκριτα οι ίδιες στερεότυπες θέσεις, παραθέτουμε τα εξής:
Οι αγώνες τον καιρό εκείνο, είχαν εκφυλισθεί εντελώς. Κορύφωση του εκφυλισμού ήταν ο Νέρων (+54 μ.Χ.) στον οποίο απανεμήθηκαν 1808 στεφάνια (μετάλλια) από διάφορες περιοχές, με την εξαγορά διαφόρων παραγόντων κατά τον Σουετώνιο (Νέρων 22-24).
Είναι ιστορικό λάθος η αντιμετώπιση του Θεοδοσίου Α΄ με αναχρονιστικά κριτήρια, που επιβάλλει η ανέρειστη μυθοπλασία της ανεπιστημοσύνης. Οι εθνικοί ιστορικοί Λιβάνιος και Θεμίστιος, που καταφέρονται εναντίον του, κατά την επιστημονική κριτική, δεν είναι πάντα ακριβείς και αντικειμενικοί. Συχνά κυριαρχούνται από προκατάληψη και πάθος κατά των Χριστιανών.
Ο Θεμίστιος (+380 π.Χ.) παρέμεινε στη θέση του καθηγητού ως τον θάνατό του. Η τοποθέτηση του Παπαρρηγόπουλου είναι πολύ ενδιαφέρουσα: «Ο Θεοδόσιος «κατήργησεν εν έτει 394 δια νόμου τον μέγαν ολυμπιακόν αγώνα, κατά την 293ην Ολυπιάδα». Παρατηρεί με νόημα ότι τελευταίος Ολυμπιονίκης στην πυγμή (393) ήταν ο Αρμένιος (!) μετέπειτα ηγεμόνας Βαραστάδης ή Αρδαβάζης, και προσθέτει: «και εξέλειπεν ούτω τότε δια παντός η επιφανεστάτη εκείνη των αρχαίων Ελληνικών πανηγύρεων». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (εκδ. Ν.Δ. Νίκαια) τ. Β2, σ. 198 ε.).
Οι Ολυμπιακοί αγώνες, είχαν ήδη πεθάνει ηθικά, πολύ προ του Θεοδοσίου (http://www.geocities.com/nik_rom/gegon1/olympia1.htm) Η παύση τους δεν ήταν μια φανατική αυθαίρετη ενέργεια, αλλά κάτι που επιβλήθηκε από την ιστορική συγκυρία. Όπως είχαν καταντήσει, ήδη από τους τελευταίους π.Χ. αιώνες, οι Ο.Α., η παύση τους το 393 ήταν η μεγαλύτερη ευεργεσία γι' αυτός και για το αθλητικό πνεύμα. Αυτό δεν το καταλαβαίνουν μόνο οι αρχαιολατρικά σκεπτόμενοι, λόγω προκατάληψης και φανατισμού.
Εξ' άλλου, είναι χαρακτηριστικό ότι στην Αντιόχεια, την πόλη του Λιβανίου, αλλά και του αγίου Ιωάννου του Χρισοστόμου, την πόλη των μεγάλων φιλοσοφικών και θεολογικών αναζητήσεων, αλλά και των μεγάλων θρησκευτικών παθών, διεξάγονταν κανονικά ως το 510 η 521 μ.Χ. γυμνικοί αγώνες προς τιμήν του Ολυμπίου Διός, με το όνομα «Ολυμπιακοί», μολονότι οι κυρίως Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν προ πολλού καταργηθεί, χωρίς αυτό να ενοχλεί κανέναν.
Το 1994 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελληνικά» (τ.44, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 31-50), μελέτη της κ. Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον τίτλο: «Το λυκόφως των Θεών στην Ανατολική Μεσόγειο: Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επί μέρους περιοχές». Η κ. Αθανασιάδη, επέλεξε εκεί τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση, εξασφαλίζοντας έτσι μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έρευνά της. Οι περιοχές αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία - Παλαιστίνη. Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα τις «γενικεύσεις του Λιβανίου» όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε Χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή των ναών, που καταντά όπως λέει: «ύποπτος»!
«Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείτο αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ' αυτούς ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΝΑΩΝ ή στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους».
Από την άλλη πλευρά, είναι η «κινδυνολογία» των εθνικών, για να παρουσιάσουν «τους εαυτούς τους ως μάρτυρες και την κοσμοθεωρία τους ως αντικείμενο συστηματικού και βάναυσου διωγμού, που διεξήγετο παράνομα, στο πλαίσιο μιας θεωρητικά ανεξίθρησκης αυτοκρατορίας». Γι' αυτό η αντικειμενική αυτή συγγραφέας, συνιστά «επιφυλακτική στάση» στις όποιες κρίσεις.
Η ίδια η συγγραφέας αναφέρει ότι «Σε τόπους όπως η Αθήνα ή οι Δελφοί, ο κανόνας είναι ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα» των ανασκαφών. Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς, τις βαρβαρικές επιδρομές (4ο - 6ο αιώνα) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους Χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε Χριστιανικές Εκκλησίες, δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας. Όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες.
Τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων Χριστιανών, που δεν απέρριψαν τον πολιτισμό των προγόνων τους, αλλά μόνο τη θρησκεία τους, υποστηρίζει και η κα Αθανασιάδη: «Οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, που βρέθηκαν σπαρμένα μέσα και γύρω από το τέμενος του Απόλλωνα (=στους Δελφούς) υπογραμμίζουν τη συνέχιση της πανάρχαιης θρησκευτικής παράδοσης του τόπου».
«Ο βανδαλισμός ιερών αντικειμένων (από Χριστιανούς Έλληνες) ήταν πράξη σπάνια στην Ελλάδα» δέχεται η κ. Αθανασιάδη. Τέτοιες περιπτώσεις είναι «μεμονωμένες». «Η γενική εντύπωση από την Ελλάδα είναι ότι η φθίνουσα αρχαία πίστη ενέπνεε στους νεοφώτιστους Χριστιανούς, παρά τη δομική μισσαλοδοξία της θρησκείας τους, σεβασμό και συχνά κάποια συγκίνιση»
Μόνο εκεί που δεν υπήρχε «επαφή με την αστική παιδεία του Ελληνορωμαϊκού κόσμου», εκτός δηλαδή του ιστορικού Ελληνικού χώρου, και όπου «η παραδοσιακή θρησκεία είχε ισχυρές ρίζες», παρατηρείται φανατισμός και γίνονται καταστροφές. Αυτό συνέβαινε περισσότερο στην Ανατολή (Συρία - Φοινίκη - Παλαιστίνη). Η κ. Αθανασιάδη όμως ερμηνεύει με τα επιστημονικά κριτήριά της τις συμπεριφορές και σε περιοχές όπως η Συρία: «Εδώ δεν έχουμε μιαν αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά είναι ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο, εθνικό κίνημα με αμφίεση, βέβαια, θρησκευτική». Με αυτό το κριτήριο μπορούν να ερμηνευτούν και μεταγενέστερες συμπεριφορές, χωρίς βέβαια να αγνοούνται και οι προκλήσεις εθνικών ομάδων. Όπου δε κυριαρχούν προκλήσεις (προβοκάτσιες), οι συμπεριφορές μένουν ανεξέλεγκτες.
Τα συμπεράσματα της κας Αθανασιάδη, δεν είναι μεμονωμένα, ούτε υποκειμενική γνώμη. Στα ίδια πορίσματα καταλήγει και ο γνωστός αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης, ερμηνεύοντας την περίπτωση του Μεγάλου Θεοδοσίου. Κατά γραπτή δήλωσή του, «το διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου (391 - 3 μ.Χ.), αναφέρει απαγόρευση λατρείας σε αρχαία ιερά και την είσοδο στους ναούς, δεν εντέλλεται όμως την καταστροφή τους. Άλλωστε δεν φαίνεται τέτοια καταστροφή στις αρχαιολογικές ανασκαφές. Τα μεγάλα κέντρα της αρχαίας λατρείας, εκείνα ακριβώς που λογικά θα έπρεπε να υποστούν τη μεγαλύτερη καταστροφή, όπως οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Δωδώνη, τα ιερά των Αθηνών κ.ά. δεν φαίνεται, ανασκαφικά τουλάχιστον, να έπαθαν ζημιές από ανθρώπινο χέρι στα τέλη του 4ου Αι. μ.Χ. Εξ' άλλου πολλοί ναοί της αρχαίας λατρείας σώθηκαν ως τις ημέρες μας σχεδόν ανέπαφοι, κυρίως στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία (όπου επίσης βασίλευε ο Μ. Θεοδόσιος), αλλά και την κυρίως Ελλάδα, όπως το συγκρότημα της Ακροπόλεως των Αθηνών, ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) και ο Ναός του Ιλισσού». Μάλιστα, στον Θεοδοσιανό Κώδικα (XVI, 10,25) «επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε Χριστιανικούς», και γι' αυτό τον λόγο δεν καταστράφηκαν, αλλά σώθηκαν αυτούσιοι (βλ. τον αρχαίο ναό κάτω από τον ανηγερμένο από την αγία Ελένη τον 4ο αιώνα ναό της Παναγίας της Καταπολιανής ή Εκατονταπυλιανής στην Πάρο, που ανακάλυψε ο αρχαιολόγος Α. Ορλάνδος). Κατά τον μεγάλο βυζαντινολόγο Διον. Ζακυθηνό η διάταξη αυτή έγινε ΑΚΡΙΒΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΝΑΟΙ. «Δεν υπάρχει λοιπόν καμία κρατική πολιτική, που να ενθαρρύνει την καταστροφή των αρχαίων ιερών».
Εκδηλώσεις φανατισμού μεμονωμένων προσώπων παρατηρούνται - και κατά τον Άγγ. Χωρέμη - στο πνεύμα της «ρεβάνς», αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου, για να μείνουμε σε έναν τόσο παρεξηγημένο στο σημείο αυτό αυτοκράτορα.
Κατά τον ίδιο αρχαιολόγο, «η απαγόρευση δεν φαίνεται να εφαρμόστηκε αυστηρά σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας. Αλλιώς δεν θα είχε νόημα η επανάληψή της 40-45 χρόνια αργότερα από τον Θεοδόσιο τον Β΄ στον Θεοδοσιανό Κώδικα (C.Th. XVI, 10,25). Στον ίδιο κώδικα, λίγο παρακάτω, (C.Th. XVI, 10,25), επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε Χριστιανικούς, πράγμα που σημαίνει ή ότι οι ναοί αυτοί ακόμη λειτουργούσαν, ή ότι είχαν εγκαταλειφθεί. Πάντως δεν είχαν καταστραφεί. Ενώ λοιπόν υπάρχει κρατική πολιτική για την επιβολή του Χριστιανισμού (πολιτική που άλλωστε εφαρμόστηκε αρκετά ήπια), δεν υπάρχει καμία πολιτική που να ενθαρρύνει την καταστροφή των αρχαίων ιερών. Αυτό που πράγματι έγινε είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. (Φυσικά δεν πρέπει να θεωρούμε ότι κάθε κατεστραμμένο άγαλμα μαρτυρεί και Χριστιανικό βανδαλισμό. Πολλά καταστράφηκαν από άλλες αιτίες και πάρα πολλά μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, για το στολισμό της καινούργιας πρωτεύουσας). Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφθούμε ότι μόλις 75 - 80 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς του Διοκλητιανού και Γαλερίου (+311) και 55 - 60 χρόνια από τον «ηπιότερο» διωγμό του Λικινίου (311 - 324). Τον εξαγριωμένο αυτόν όχλο τον εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει οτιδήποτε «εθνικό» έβρισκε μπροστά του. Αυτή όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου, και όπως θα δούμε, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει».
Σώζεται επίσης Λιβανίου Αντιοχέως, Λόγος προς Θεοδόσιον τον βασιλέα, «Υπέρ των Ιερών» (αρ. 30). Ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος (314 - 393), επιφανής εκπρόσωπος της φθίνουσας Ελληνικής αρχαιότητας, διδάσκαλος και του αγίου Ιω. Χρυσοστόμου, έγραψε το 386 το κείμενο αυτό, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ 379-395) και παραπονούμενος για τη στάση φανατικών μοναχών (της Αντιοχείας) έναντι των τεμενών (εθνικών ναών). Απεχθανόταν ιδιαίτερα τους «μελανειμονούντας» (Λόγ. 30,8). Εν τούτοις, Χριστιανοί νέοι, όπως ο Μ. Βασίλειος, Αμφιλόχιος Ικονίου και Ιωάννης ο Χρυσόστομος έγιναν μαθητές του. Χαρακτηριζόταν «μικρός Δημοσθένης». Για την κατανόηση της στάσης του απέναντι του Χριστιανισμού, ας σημειωθεί ότι ήταν συνεπής οπαδός της ειδωλολατρίας, θυσίαζε στις θεότητές της και μετερχόταν τα μαντεία. Είχε μυηθεί σε διάφορα εθνικά μυστήρια. Ο ιερός Χρυσόστομος τον ονομάζει «πάντων διεσιδαιμονέστατον» (ευσεβέστατον) (Εις Νεωτ. Χηρεύσασαν, 1). Πίστευε στην προσπάθεια του αυτοκράτορα Ιουλιανού και στην ανάσταση του ειδωλολατρικού κόσμου, μολονότι κατά την νεότητά του έδειξε τάσεις φιλοχριστιανικές. Τον επηρέασε όμως ο Ιουλιανός, όπως και αυτός επηρεάσθηκε από τον Λιβάνιο, του οποίου μελετούσε τα έργα και έγινε έμμεσα μαθητής του.
Περί του έργου του Λιβανίου το οποίο επικαλούνται οι αρχαιολάτρες ως απόδειξη για τους δήθεν Χριστιανικούς βανδαλισμούς εξ' αιτίας του διατάγματος του Θεοδοσίου, ο Αρχαιολόγος Άγγελος Χωρέμης παρατηρεί το εξής:
«Ο λόγος του Λιβανίου «Υπέρ των Ιερών» δεν γράφτηκε λόγω ακροτήτων, που έγιναν εις εφαρμογήν του διατάγματος κατά της αρχαίας θρησκείας. Το διάταγμα εξεδόθη το 391 και το κείμενο του Λιβανίου γράφτηκε το 386, δηλαδή πέντε ολόκληρα χρόνια ενωρίτερα με άλλη ευκαιρία. (P. Petit, "Sur la date du "pro Templs" de Libanius", στο Byzantion XXI (1951), fasc. I, 285-310). Ο Θεοδόσιος διόρισε ύπαρχο της Ανατολής κάποιον συμπατριώτη και φίλο του, τον Ίβηρα Μάτερνο Κυνήγιο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν φανατικός θρησκόληπτος και έξαλλος. Υπεκίνησε πράγματι τον όχλο, επί κεφαλής του οποίου ήταν φανατικοί καλόγεροι, και άρχισαν να καταστρέφουν τα αρχαία ιερά, στην αρχή κυρίως τα μικρά και απροστάτευτα) ιερά της υπαίθρου και εν συνεχεία άρχισαν να μπαίνουν και να καταστρέφουν ιερά και μέσα στις πόλεις. Τότε ο Λιβάνιος γράφει τον περίφημο και ωραιότατο λόγο του «Υπέρ των Ιερών». Η αντίδραση του «θρησκόληπτου» Θεοδοσίου ήταν να... απαγορεύσει στους μοναχούς την είσοδο στις πόλεις, προστατεύοντας έτσι τα εθνικά ιερά των άστεων και όταν σε λίγο πέθανε ο Μάτερνος Κυνήγιος τοποθέτησε Ύπαρχο της Ανατολής τον σώφρονα ΕΘΝΙΚΟ Ευτόλμιο Τατιανό, ο οποίος κατάφερε να ηρεμήσει τα πράγματα και να φέρει την καταλλαγή.
Όλα αυτά μαρτυρούν ότι ουδέποτε υπήρξε επίσημη πολιτική του Θεοδοσίου η καταστροφή του αρχαίου κόσμου και μάλιστα με την μορφή των ακραίων βανδαλισμών, όπως λέγεται συνήθως. Μαρτυρούν επίσης το κύρος που είχε ο Λιβάνιος στον θεωρούμενο θρησκόληπτο βασιλέα, κύρος που φάνηκε και όταν με δύο ακόμα λόγους του, τους: «Προς Θεοδόσιον τον Βασιλέα επί ταις διαλλαγαίς» κατόρθωσε να σώσει την Αντιόχεια, η οποία είχε στασιάσει. Σ' αυτήν την προσπάθεια είχε και την συνεπικουρία του επισκόπου Αντιοχείας Φλαβιανού, του οποίου τον λόγο φαίνεται ότι είχε γράψει ένας νεαρός Χριστιανός κληρικός, μαθητής του Λιβανίου, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Βλέπουμε λοιπόν, ότι και συνεργασία με Χριστιανούς είχε ο Λιβάνιος, όταν κοινοί στόχοι το επέβαλλαν».
Παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, ζούσαν τα πράγματα μέσα στη φυσικότητά τους, και όχι στο τεχνητό κλίμα αντιπαλότητας, που δημιουργούν οι φανατικοί παγανιστές των ημερών μας.
Συνεχίζει ο κ. Χωρέμης: «Τα θρησκευτικά διατάγματα του Θεοδοσίου ανήκουν σε μια σειρά διαταγμάτων που αρχίζουν ήδη από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και ολοκληρώνονται με τον Ιουστινιανό. Είναι διατάγματα που υποβοηθούν την, ούτως ή άλλως, εξελισσόμενη πορεία της Αυτοκρατορίας προς τον Χριστιανισμό. Άλλωστε κανέναν λαός δεν άλλαξε ποτέ την πίστη του, αν η πίστη αυτή δεν είχε ήδη ξεπέσει στην συνείδησή του και αν δεν ήταν έτοιμος ψυχικά να δεχθεί τη νέα θρησκεία. Στην πορεία αυτή προς τη νέα θρησκεία, υπάρχει αναμφισβήτητα κάποια πίεση εκ μέρους των Χριστιανών, αλλά όχι κρατικά κατευθυνόμενη βία.
Δεν μαρτυρούνται διωγμοί σαν αυτούς, που είχαν υποστεί οι ίδιοι οι Χριστιανοί μερικές δεκαετίες πριν, ούτε βίαιοι εκχριστιανισμοί, όπως έγιναν τον καιρό του Καρλομάγνου, της Ισπανικής reconquista κ.ά. Μαρτυρούνται ακρότητες, συχνά άγριες, αλλά πάντα περιορισμένες τοπικά και χρονικά. ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΑΓΡΙΟΤΗΤΕΣ, ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΤΟΣΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΣΤΕΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ.
Εκτός από τους θρησκευτικούς λόγους, που επέβαλαν την έκδοση των διαταγμάτων, υπήρχαν και σοβαρότατοι πολιτικοί λόγοι. Οι μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες πάσχουν έντονα από την απουσία συνεκτικού ιστού. Κατά καιρούς προσπάθησαν να αναπληρώσουν αυτήν την έλλειψη με διάφορους τρόπους, θεοποίηση του βασιλέως, πίστη στην βασιλεύουσα Δυναστεία κ.ά. Η Ρώμη βρήκε την λύση της θεοποίησης της ίδιας της πόλεως (θεά Ρώμη) και μετά την ίδρυση της αυτοκρατορίας, θεοποίηση του ιδίου του αυτοκράτορα. Συνεπώς ο υπήκοος της Αυτοκρατορίας μπορούσε να λατρεύει όποιους θεούς ήθελε υπό τον όρον ότι θα θυσίαζε και στην Ρώμη και στον Καίσαρα. Το σύστημα αυτό απέτυχε. Μέσα στο παρακμιακό θρησκευτικό κομφούζιο του τέλους του αρχαίου Ρωμαϊκού κόσμου η λατρεία της Ρώμης δεν έλεγε και πολλά πράγματα σε πληθυσμούς όπως οι Βρετανοί, οι Γαλάτες, οι Ίβηρες, οι Σύριοι, οι Έλληνες κ.ά., η δε λατρεία του Καίσαρος (με τις διάφορες Damnatio Memoriae) είχε εξευτελισθεί εντελώς. (Θαυμάσια εικόνα του θρησκευτικού αυτού κυκεώνα δίδει ο Δ. Ζακυθηνός στο: «Ιστορία του Βυζαντινού κράτους» Ι (395-1081), 10-11 Αθήνα 1953). Εν τω μεταξύ ο Χριστιανισμός διωκόμενος και βασανιζόμενος προχωρούσε, αγκάλιαζε όλους τους λαούς της Αυτοκρατορίας και τους έδινε μια κοινή πίστη και μια κοινή σωτηριολογική ελπίδα. Πρόσφερε έτσι, άθελά του ίσως (κατά θείαν οικονομίαν θα έλεγε ο πιστός), και στην αυτοκρατορία τον ισχυρό συνεκτικό ιστό, που τόσο χρειαζόταν για την επιβίωσή της.
Μια σειρά Αυτοκρατόρων, από τον Μεγ. Κωνσταντίνο ως τον Ιουστινιανό, κατάλαβαν την αναγκαιότητα αυτή. Η αλλαγή πέτυχε και χάρισε στην γερασμένη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μια χιλιετή δημιουργική παράταση ζωής.
Στα πλαίσια αυτής της διαδρομής πρέπει να κατανοήσουμε και τα θρησκευτικά διατάγματα του Θεοδοσίου».
Μετά από όλα αυτά, είναι πλέον φανερή η πραγματική κατάσταση της Χριστιανικής πλέον Ρώμης, και είναι ακόμα πιο φανερή η διαστρέβλωση που κάνουν στην ιστορία οι νεοπαγανιστές, προσπαθώντας αφ' ενός να διογκώσουν τα γεγονότα, για να φανούν «θύματα», και να κερδίσουν τη συμπάθεια του κόσμου. Όμως η ιστορία μιλάει καθαρά, μέσω των στοιχείων που υπάρχουν. Και η ίδια η ιστορία, αντί για θύματα, τους αναδεικνύει ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ!
(Γ. Μεταλληνού, «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;»)

Κυριακή 2 Απριλίου 2023

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΝΑΩΝ & ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΜΑΤΩΝ

 

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΝΑΩΝ & ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΕΘΝΙΚΟΥΣ

 

 

 Αέτωμα του θησαυρού των Σιφνίων [στους Δελφούς]. Ο Ηρακλής απαγάγει τον ιερό τρίποδα [των Δελφών] (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ΄, σελίδα 28)

 

Το 498 π.Χ. (Ηρόδοτος: Ιστορίαι,, Ερατώ 19) κατά την διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης ο αρχαιότερος βωμός και ο ναός των Ιώνων, που είναι αφιερωμένος στον Απόλλωνα, ο οποίος ονομάζεται στην Μίλητο και «Διδυμαίος», καταστρέφεται, οι θησαυροί του καταλήγουν στους Πέρσες και οι λιγοστοί επιζώντες σύρονται αιχμάλωτοι στα Σούσα ενώ κατά άλλη εκδοχή το ιερό καταστράφηκε από τον Ξέρξη, αλλά προ της καταστροφής οι Βαγχίδες παραδίδους τους θησαυρούς στους Πέρσες και καταφεύγουν σε περιοχή της Κεντρικής Ασίας για να αποφύγουν τις συνέπειες της άνευ όρων ιεροσυλίας (Αριστοφάνης: Λυσσιστράτη [Σχόλια] 1283 και Στράβων: Γεωγραφικά, xiv, 634). Ο οικισμός των βραγχιδών εντοπίζεται στην βακτρία, στην διαδρομή από τα Βάκτρα προς την Ταρμίτα, πριν από τον ποταμό Ώξο και παρά την παράδοση του στον Μ. Αλέξανδρο το 329 π.Χ., όπως καταγράφει ο Κούρτιος, η ευθύνη για την τύχη του παραδίδεται στους Μιλήσιους μισθοφόρους του εκστρατευτικού σώματος, οι, οποίοι για τον εκιλεασμό της ιεροσυλίας, και παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι δεν μιλούν πλέον με άνεση ελληνικά, εξοντώνουν τους πάντες και ανασκάπτουν τον οικισμό, καταστρέφοντας τα πάντα (Quintus Curtius: Historiae Alexandrii, xii, 28 - vii, 35) (Ιχώρ, τεύχο 37, άρθρο «Οιωνοσκοπία, η διάγνωση του μέλλοντος, σελίδες 44 - 45)

Το 307 π.Χ. οι Αθηναίοι μετά την εκδίωξη τού Δημητρίου τού Φαληρέως, γκρέμισαν 360 αγάλματά του κατά τον Πλίνιο, και έλυωσαν τα μεταλλικά, και τα έκαναν ακόμα και δοχεία νυκτός («κατέσπασαν και κατεχώνευσαν ένιοι δε και προστιθέασιν και εις αμίδας» Γεωγραφικά C398. Naturalis Historia, XXXIV, 12). Κατά τον Δίωνα τον Χρυσόστομο, οι ανδριάντες που καταστράφηκαν ήταν 1500. Την ίδια τύχη είχαν και οι ανδριάντες τού Φιλίππου τού Μακεδόνος, τού πατρός τού Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τους γκρέμισαν και με αυτούς έφτιαξαν ουροδοχεία. Ετόλμησαν δε και Φιλίππου τής Μακεδονίας αμίδας κατασκευάσαι. Αθηναίοι μεν ουν τής εικόνος ούρον κατέχεον, εκείνοι δε τής πόλεως αίμα και τέφραν και κονίαν» (Κορινθιακά 41).

 Ο Ξέρξης κατά την εισβολή στην Ελλάδα, στο πέρασμά του πυρπόλησε ή λεηλάτησε όλα τα μνημεία και καλλιτεχνήματα. Κατά την κάθοδό του προς τη Βοιωτία και την Αττική, ένα τμήμα τής στρατιάς του στάφηκε προς τους Δελφούς για λαφυραγωγία. (Ηρόδοτος Η΄ 34) «Πλούσιον θυσαυροίσι και αναθήμασι πολλοίσι κατεσκευασμένον...και τούτο το ιερόν συλήσαντες ενέπρησαν». (Ηρόδοτος Η΄ 33). Στην Αθήνα οι Πέρσες εσύλησαν όλους τους ναούς και πυρπόλησαν την Ακρόπολη «το ιερόν συλήσαντες ενέπρησαν πάσαν την Ακρόπολιν» (Ηρόδοτος Θ΄ 53). Ο Μαρδόνιος εγκαταλείποντας την Αττική, πυρπόλησε την Αθήνα και κατεδάφισε ό,τι είχε απομείνει όρθιο από τα τείχη, τα ιερά και τις κατοικίες «υπεξεχώρεε εμπρήσάς τε Αθήνας και εί κού τι ορθόν ήν τών τειχέων ή τών οικημάτων ή τών ιερών» (Ηρόδοτος Θ΄ 13). Γιατί όμως όλες αυτές οι καταστροφές από τους Πέρσες; Ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι καταστροφές Ελληνικών μνημείων και έργων τέχνης αποτελούσαν Περσική ΕΚΔΙΚΗΣΗ για τον εμπρησμό τού ναού τής Κυβήβης κατά την άλλωση τών Σάρδεων από τους Έλληνες τής Ιωνίας το 499 π.Χ.

 Κατά τον Φωκικό πόλεμο (348 π.Χ.) οι Φωκιείς μετά την ήττα τους από τους Θηβαίους, κατέφυγαν ικέτες στον ναό τού Αββαίου Απόλλωνος. Αλλά οι Θηβαίοι τους έκαψαν μαζί με το ιερό και τα έργα τέχνης, για δεύτερη φορά μετά τους Μήδους (Παυσανίας Χ, 35,3).

 Μετά τον πόλεμο των Ηλείων κατά τών Λακεδαιμονίων, ο Ναός της Ήρας στην Ολυμπία έπαθε ζημιές στη στέγη. (Παυσανίας 5.20.4-5).

 

Το αρχαίο τείχος [της Ελληνιστικής περιόδου της Πάρου] με εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη [γείσα] του ναού του Πυθίου Απόλλωνα. Ο ναός καταστράφηκε κατά το τέλος της Ελληνιστικής περιόδου μαζί με άλλα οικοδομήματα και το οικοδομικό τους υλικό χρησιμοποιήθηκε για να ενισχυθεί το τείχος της πόλης. (Πηγή: Περιοδικό Αρχαιολογίας - Ιστορίας των Πολιτισμών «Corpus», τεύχος 43, ʼρθρο «Πάρος, νέα σημαντικά ευρήματα», Γιάννος Κουράγιος - Σοφία Λετοράτου, Αρχαιολόγοι της ΚΑ’ ΕΠΚΑ Κυκλάδων, σελίδα 70, 71)

 

 

 

  To 219 π.Χ., οι Αιτωλείς, με επικεφαλής τον Σκόπα, εισβάλλουν στη Μακεδονία, κυριεύουν το Δίον, παραδίδουν στο πυρ τις στοές γύρω από τον ναό, και ανατρέπουν όλους τους ανδριάντες. «Ενέπρησε τας στοάς τας περί το τέμενος και τα λοιπά διέφθειρε των αναθημάτων, έτρεψε δε τας εικόνας των βασιλέων απάσας» (Πολύβιος, Ιστορίαι, Δ΄ 62, 2-3).

 Τον ίδιο χρόνο, (219 π.Χ.), ο στρατηγός των Αιτωλών Δωρίμαχος, πυρπόλησε το ιερό της Δωδώνης, κατάστρεψε τα αναθήματα, και «κατέσκαψε την ιεράν οικίαν». (Πολύβιος, Ιστορίαι, Δ΄ 67,3).

 Με τη σειρά τους οι Μακεδόνες (υπό τον Φίλιππο Ε΄), εισβάλλουν στο Θέρμον και επιδίδονται σε χειρότερες βαρβαρότητες. Μετά τη λεηλασία της περιοχής, πυρπόλησαν τις στοές των ναών και κατέστρεψαν τα αφιερώματα, που ήταν πολύτιμα έργα εξαιρετικής τέχνης «όντα πολυτελή ταις κατασκευαίς και πολλής επιμελείας ένια τετευχότα και δαπάνης». Ξεθεμελίωσαν τα κτίρια, γκρέμισαν τα αγάλματα που υπολογίζονταν σε δύο χιλιάδες, και προχώρησαν στον θρυμματισμό τους, εκτός από εκείνα που στο βάθρο είχαν εγχάρακτα τα ονόματα των θεών, από ευλάβεια ή φόβο «Ανέτρεψαν δε τους ανδριάντας όντας ουκ ελάττους δισχιλίων» (Πολύβιος Ιστορίαι, Ε΄ 9). Όλα αυτά έγιναν με εντολή του Φιλίππου και των συνεργατών του «τους περί αυτόν φίλους», που πίστευαν ότι ενεργούν «δικαίως και καθηκόντως». Κατά τον Μεγαλοπολίτη ιστορικό, η καταστροφές αυτές, δεν αποτελούν βάρβαρες πράξεις «αναγάζουσιν οι του πολέμου νόμοι και τα τούτου δίκαια». (Πολύβιος Ιστορίαι, Ε΄ 11, 3).

 Το 201 π.Χ., ο Φίλιππος εισβάλλει στη Μ. Ασία, κυριεύει την Πέργαμο όπου ηγεμόνευε ο ʼτταλος Α΄, και με λυσσώδη οργή «λυττώντι τω θυμώ», (όπως γράφει το Πολύβιος), καταστρέφει μνημεία και έργα τέχνης. «Εις τα των θεών έδη και τεμένη διετίθετο την οργήν» Δεν αρκείται όμως στον εμπρησμό και την κατακρήμνιση των ναών, των βωμών και των αγαλμάτων. Κατασυντρίβει και τους λίθους για να μην ξαναχτιστούν τα ξεθεμελιωμένα ιερά «προς το μηδέν ανασταθήναι των κατεφθαρμένων». Πελέκησε ακόμα και τα ιερά άλση. (Πολύβιος Ιστορίαι ΚΑ΄ 1).

Το 200 π.Χ., ο Φίλιππος πάλι, κατέστρεψε και τα έργα τέχνης της Αττικής κατά την εισβολή του. Όπως κατήγγειλαν οι Αθηναίοι στο συνέδριο των Αιτωλών (στο Θέρμον), θρήνισαν για τον χαλασμό του τόπου τους, για τον αφανισμό της σοδειάς, την κατεδάφιση των σπιτιών και τη λαφυραγωγία. Αλλά εκείνο που τους συγκλόνισε και τους εξαγρίωσε, γράφει ο Λίβιος, ήταν οι βέβηλες και ανίερες πράξεις του Μακεδόνα μονάρχη. Το γκρέμισμα των μνημείων, η βεβήλωση των ιερών, η καταπάτηση κάθε θείου και ανθρώπινου νόμου. «Κατέστρεψε τα προγονικά ιερά που στόλιζαν και τον μικρότερο δήμο (της Αττικής), πυρπόλησε ΟΛΟΥΣ τους ναούς, ακρωτηρίασε τα αγάλματα των θεών που κατάκεινται σήμερα ανάμεσα στις γκρεμισμένες πύλες των ναών» (Λίβιος Τίτος Ρωμαϊκή ιστορία ΧΧΧΙ, 30).

 

Το αρχαίο τείχος της Πάρου που περιέχει τα τμήματα από τον ναό του Πυθίου Απόλλωνα. (Πηγή: Περιοδικό Αρχαιολογίας - Ιστορίας των Πολιτισμών «Corpus», τεύχος 43, ʼρθρο «Πάρος, νέα σημαντικά ευρήματα», Γιάννος Κουράγιος - Σοφία Λετοράτου, Αρχαιολόγοι της ΚΑ’ ΕΠΚΑ Κυκλάδων, σελίδα 70, 71)

 

Στα τέλη της αρχαϊκής εποχής, μετά τον οστρακισμό του τυραννόφιλου Ίππαρχου Χάρμου, οι Αθηναίοι έλειωσαν τον ανδριάντα του, κατασκεύασαν μεταλλική στήλη και χάραξαν επάνω τον νόμο κατά των εχθρών της πόλης (Λίβιος Ρωμαϊκή ιστορία ΧΧΧΙ,44). Για τους ίδιους λόγους, με αξίωση των δημοκρατικών πολιτών, καταστρέφεται το άγαλμα του τελευταίου βασιλιά της Κυρηναϊκής Αρκεσίλαου Δ΄, υποτελούς των Περσών.

 Μετά τη μάχη των Πλαταιών, οι Έλληνες αφιέρωσαν στον δελφικό Απόλλωνα ένα χρυσό τρίποδα τοποθετημένο πάνω σε χάλκινο κίονα με τρικέφαλο περιελισσόμενο δράκοντα. Γράφει ο Ηρόδοτος: «Ο τρίπους ο χρύσεος ανετέθη ο επί του τρικαρήνου όφιος του χαλκέου επιστεώς άγχιστα του βωμού» (ΙΧ, 81). Και ο Παυσανίας γράφει: «Εν κοινώ δε ανέθεσαν από έργου του Πλαταιαίσιν οι Έλληνες χρυσούν τρίποδα δράκοντι επικείμενον χαλκώ». «Τον είδα με τα μάτια μου!» Γράφει ο περιηγητής. «… έλειπε όμως ο χρυσός τρίποδας». Τον είχαν αρπάξει «οι Φωκέων ηγεμόνες» (Χ, 13,9). Στη βάση της κολώνας, ο στρατηγός των Σπαρτιατών Παυσανίας, χάραξε ένα αλαζονικό επίγραμμα με το όνομά του «Ελλήνων αρχηγός, επεί στρατόν ώλεσε Μήδων, Παυσανίας Φοίβω μνήμ ανέθηκε τόδε». Αυτό εξόργισε τους άλλους Έλληνες, που έσβησαν το όνομά του, και χάραξαν τα ονόματα των πόλεων που πολέμησαν κατά των Περσών εισβολέων, μια και οι Σπαρτιάτες χάριν της ειδωλολατρικής θρησκείας δεν πολέμησαν κατά των Περσών.

 Παραμονές της εκστρατείας στη Σικελία, στην Αθήνα με διοργανωτή των βανδαλισμών (πιθανότατα) τον Αλκιβιάδη, λαϊκή εξέγερση καταστρέφει τις ορθογώνιες μαρμάρινες στήλες με το κεφάλι τού Ερμή στην κορυφή. «Περιεκόπησαν τα πρόσωπα» γράφει ο Θουκιδίδης. Τις στήλες αυτές, τις τοποθετούσαν στις αυλόπορτες των σπιτιών και στους ναούς «και εν ιδίοις προθύροις και εν ιερείς» (ΣΤ΄ 27,28).

 Το 356 π.Χ. ο Ηρόστρατος «ενέπρησε» τον ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και ισχυρίσθηκε ότι με την πράξη του αυτή φιλοδοξούσε να κερδίσει την αθανασία (Κυριάκου Σιμόπουλου η λεηλασία και η καταστροφή των Ελληνικών αρχαιοτήτων» Εκδόσεις Στάχυ Αθήνα 2003, σελ. 116).

 Ο Διαγόρας ο Μήλιος, ο επικαλούμενος ʼθεος, (σοφιστής και ποιητής), χρησιμοποίησε ως καύσιμη ύλη ένα ξύλινο άγαλμα του Ηρακλή. Και καθώς το ξόανο καιγόταν, έλεγε ο Διαγόρας: «Έλα, κάνε τώρα τον δέκατο τρίτο άθλο σου και βράσε το ζουμί στη χύτρα μου!». Ήταν επικηρυγμένος από τους Αθηναίους το 416 π.Χ. με τεράστιο ποσό (ενός ταλάντου) επειδή ήταν άθεος, και καταδικάστηκε σε θάνατο το 415 π.Χ. (Αριστοφάνη Όρνιθες, στ. 1071 - 1072).

 Οι Έλληνες της Σικελίας, αγανακτισμένοι από τα εγκλήματα του Ρωμαίου επάρχου Verres που απογύμνωσε όλες τις πόλεις από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς, ανέτρεψαν όλους τους ανδριάντες του, όπως μαρτυρεί ο Κικέρων. (Actio ΙΙ, 154). Οι κάτοικοι του Ταυρομενίου, ανέτρεψαν το άγαλμα του Verres και άφησαν το βάθρο για καταισχύνη. Στην αγορά της Τυνδαρίδος, γκρέμισαν το άγαλμά του, και άφησαν από το άλογο πάνω στο οποίο βρισκόταν. Στις Συρακούσες το ίδιο, ανατράπηκαν όλα του τα αγάλματα.

 Σε άλλη περίπτωση, μόλις ο ανθύπατος της Μακεδονίας L. Calpurnius Piso έφυγε από την επαρχία, ο λαός της πόλης γκρέμισε τα αγάλματά του σε ένα άγριο ξέσπασμα οργής. (Κικέρων, In L. Pisonem, XXXIV).

 Μερικοί οχλοκρατικοί βανδαλισμοί Ελλήνων ειδωλολατρών κατά μνημείων, που διασώθηκαν επειδή καταγράφηκαν, (μόνο στους Ελληνιστικούς χρόνους), είναι τουλάχιστον 60. (Dieter Metzler, Bildersturme und Bilderfeindlichkeit in der Antike (στο Martin Warnke, Bildersturm. Die Zesturung des Kunstwerks, Frankfurt 1988, σ. 15).

 

 

Ο Μ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ & ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ

 

Δυόμισι περίπου αιώνες μετά τις Περσικές καταστροφές στην Ελλάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος παραδίδει στις φλόγες τα ανάκτορα και τα μνημεία τής Περσέπολης. Οι συνθήκες τής καταστροφής ήταν οι εξής:

Ο Μέγας Αλέξανδρος, υιός του Δία και θεός ο ίδιος, γλεντοκοπούσε στην Περσέπολη, όπως ιστορεί ο Διόδωρος Σικελιώτης, εορτάζοντας τη νίκη μαζί με αυλικούς και πόρνες που ακολουθούσαν το εκστρατευτικό σώμα στην Ασία. Κι ενώ διασκέδαζαν «εν κραιπάλη», «και δη ποτε τών εταίρων ευωχουμένων και τού μεν πότου προβαίνοντος, τής δε μέθης προϊούσης» μια εταίρα από την Αττική, η Θαϊς, καλεί τον Αλέξανδρο να βγουν όλοι έξω, και να κάψουν τα παλάτια με τα περίφημα Περσικά μνημεία. Η πρόταση τους ενθουσίασε «δια την μέθην αλόγως μετεωριζομένους». Σχημάτισαν Διονυσιακή πομπή «επινίκιον κώμον Διονύσω» με πυρσούς, αυλούς, σύριγγες και τραγουδίστριες. Και επικεφαλής ο Αλέξανδρος με τη Θαϊδα, την εταίρα «Προήγεν ο βασιλεύς επί τον κώμον καθηγουμένης τής πράξεως Θαϊδος τής εταίρας». Πρώτος ο Αλέξανδρος πετάει την αναμένη δάδα «αύτη δε μετά τον βασιλέα πρώτη την δάδα καιομένην ηκόντισε εις τα βασίλεια». Και αμέσως τα περίλαμπρα κτίρια, τα μνημεία τής πρωτεύουσαν και τα καλλιτεχνήματα τυλίχθηκαν στις φλόγες «ο περί τα βασίλεια τόπος κατεφλέχθη δια το μέγεθος τής φλογός». (ΙΖ΄ 72).

 

ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΜΜΕΝΑ ΕΙΔΩΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΓΑΝΙΣΤΕΣ ΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ

 

Η ακόλουθη είδηση είναι μια από τις πιο βαρυσήμαντες ενάντια στην επιχειρηματολογία των νεοπαγανιστών περί «καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς της αρχαίας Ελλάδας από τους Χριστιανούς». Οι ίδιοι οι αρχαίοι παγανιστές, τα πρότυπα των νεοπαγανιστών, επιδίδονταν σε συστηματική θρησκευτικά εντεταλμένη καταστροφή της τέχνης, ωθούμενοι τελετουργικά από την σκοταδιστική τους θρησκεία, άνευ ουδεμίας  ηθικής αναστολής:

 

Ειδώλια καταστράφηκαν σκόπιμα.

Η Κέρος των Μικρών Κυκλάδων είναι γνωστή για τα περίφημα μαρμάρινα ειδώλια με τα πεπλατυσμένα πρόσωπα -χαρακτηριστικά δημιουργήματα του Κυκλαδικού πολιτισμού. Μία αρχαιολογική ανασκαφή αποκαλύπτει τώρα ότι το νησί ήταν ένας τόπος τελετουργικής «ταφής» για χιλιάδες αγαλματίδια που είχαν κομματιαστεί σκόπιμα.

 

Αριστερά:  Αρχαιολόγοι βρήκαν στην Κέρο χιλιάδες ειδώλια που είχαν τεμαχιστεί σκόπιμα. (Πηγή: Πηγή: Περιοδικό Science Illustrated, τεύχος 28, σελ. 24)

 

Τα ειδώλια έχουν ηλικία 4.500 χρόνων. Οι νεότερες μελέτες αποκαλύπτουν ότι τα αγαλματίδια μεταφέρθηκαν στην Κέρο πολύ μετά την κατασκευή τους, πιθανώς στα πλαίσια κάποιας θρησκευτικής τελετής. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ότι η Κέρος ήταν πιθανότατα ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα του Αιγαίου.

Πηγή: Περιοδικό Science Illustrated, τεύχος 28, σελ. 24


https://www.apologitis.com/gr/ancient/telos-ethnismou.htm