Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριάρχης.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριάρχης.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

4 Απριλίου 1821: η άρση του αφορισμού της Επανάστασης από τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’ (άγνωστα στοιχεία)


4 Απριλίου 1821.—Σε ειδική νυκτερινή μυσταγωγία στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, Μ.Δευτέρα 4 Απριλίου 1821, με ειδικές προσευχές- ευχές, έγινε άρση του αφορισμού:

«… Θεέ Παντοκράτωρ, συγχώρησον πρῶτον ἡμῖν τοῖς ἡμαρτηκόσι διὰ τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ μονογενοῦς σου υἱοῦ, τοῦ ἐντειλαμένου ἡμῖν “εὔχεσθε καὶ μὴ καταρᾶσθε”, καθὰ δέδωκας ἡμῖν ἐντολήν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν, καταλύομε τὸν ἀφορισμόν τοῦτον (σ. ΔΗ: 23 Μαρτ.1821), ὅν ἀκουσίως ἀπευθύναμε κατὰ τοῦ Χριστεπωνύμου ποιμνίου σου … ἐπάκουσον ἡμῶν καὶ ἐνίσχυσον καὶ σῶσον αὐτό τῷ βραχίονί σου τῷ ὑψηλῷ…» 

και μετά, με την λαμπάδα της αγίας Τραπέζης, ενέπρησε τον αφορισμόν, όστις κατέπεσεν εις σπονδόν προ των ποδών αυτού-εννοείται τον αφορισμόν της Επαναστάσεως, ο οποίος ευρίσκετο επί ενός τρίποδος παρά τη αγία Τραπέζη. (από το Ελληνικό Ημερολόγιο)

Σπάνια εικόνα του Ιερομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριου του Ε΄, δημοσιευθείσα στο περιοδικό “Ελληνικόν” (εκδιδόμενο στην Γερμανία την περίοδο της Επαναστάσεως του 1821).
Την Μεγάλην Δευτέραν του 1821, τρεις ώρας μετά το μεσονύκτιον, εν ω άπαντες οι εν τω Πατριαρχείω εκοιμώντο, ο Πατριάρχης κατήρχετο την κλίμακα, φέρων εις χείρας κλείδα και υπό των αγίων συνοδικών, των Μητροπολιτών Καισαρείας, Δέρκων, Εφέσου, Χαλκηδόνος, Νικομηδείας και Νικαίας ακολουθούμενος. Κατελθών εις την αυλήν του μεγάρου διηυθύνθη προς την θύραν του Πατριαρχικού ναού και ήνοιξεν αυτήν. Αφού δε πάντες εισήλθον, εκλείδωσεν αυτήν ένδοθεν. Θεία γαλήνη εκράτη εν τω ναώ.
Ουδέν άλλο φως έλαμπεν εν αυτώ ειμή το αμυδρόν ακοίμητον της κανδήλας της προ του Εσταυρωμένου και το της όπισθεν του αρτοφορείου της Αγίας Τραπέζης.
.
Η σιγή, το τρέμων φως των δύο κανδήλων, η μαρμαρυγή των αγίων εικόνων, αίτινες εφαίνοντο κινούμενοι υπό το ασθενές των κανδήλων φως, το σοβαρόν και ιεροπρεπές της Εκκλησίας, η παρουσία επτά ρασοφόρων, των επισημοτέρων ποιμένων της Ανατολικής Ποίμνης, παρίστων θέαμα εξαίσιον και απερίγραπτον.
- Άγιοι αδελφοί και συλλειτουργοί, είπε προς αυτούς ο Πατριάρχης, προχωρήσαντας  μέχρι των αγίων θυρών του ιερού βήματος, ένθα συνετάχθησαν εις κύκλον, έχοντες αυτόν εν τω μέσω, ιδού συνήλθομεν, εν τω ναώ του Θεού. Ουδείς άλλος μας βλέπει ειμή ο ακοίμητος αυτού οφθαλμός και ουδέν άλλο ους μας ακούει ειμή το ους το κλίνοντος αυτό εις τας δεήσεις και των δικαίων και των αμαρτωλών. Προ μικρού απηυθύναμεν αφορισμόν ακούσιον κατά των επαναστατών αδελφών ημών χριστιανών, των υπέρ Πίστεως και Πατρίδος υπό την σημαίαν του Σταυρού μαχομένων.
Ο Σωτήρ ημων ενετείλατο ημίν το «εύχεσθαι και μη καταράσθε», ημείς δε κατηράσθημεν έργον άγιον, πράξιν θείου μαρτυρίου, θυμάτων ιερών υπέρ της πίστεως του Χριστού προσφερθέντων εις ολοκαύτωσιν.
.
Κατηράσθημεν τους τον βαρύν ζυγόν της δουλείας απειθήσαντας, ίνα ελευθερώσωσι την Πατρίδα από τους υβριστάς της αγίας ημών πίστεως και τους καταπιεστάς της εθνικότητος ημών. Όθεν ο ακοντιστείς παρ΄ ημών αφορισμός κατ΄ αυτών, ου μόνον επιβαρύνει τον τράχηλον ημών, αλλά και τους αγωνιζομένους κατέθλιψε, καίτοι ακούσιος, δι΄ ο οφείλομεν να άρωμεν αυτόν τη παρακλήσει του παναγίου Πνεύματος.
- Αλλ΄ ημείς, Παναγιώτατε Πατριάρχα, επράξαμεν έργον ακούσιον. Υπετάχθημεν εις την βίαν και εις την ανάγκην ίνα μη ερεθίσωμεν την οθωμανικήν κυβέρνησιν εις μείζονας κατά των χριστιανών κακώσεις, απεκρίθη ο Μητροπολίτης Εφέσου, απομάξας δάκρυ συμπαθείας και μετανοίας.
- Αληθώς επράξαμεν έργον ακούσιον, επανέλαβεν ο Πατριάρχης, και καθ΄ ην στιγμήν υπεγράφομεν τον αφορισμόν ενώπιον της εξουσίας, αι καρδίαι ημών ηύχοντο. Οφείλομεν εν τούτοις να τον λύσωμεν. Ακούσατε αδελφοί.
Το μεσονύκτιον του παρελθόντος Σαββάτου, αφ΄ ου ο διάκονός μου μοι ανέγνωσε το μεσονυκτικόν, επορευόμην εις την κλίνην μου, ότε δ΄ έκλεισα την θύραν του κοιτώνος μου και επλησίασα ολίγα βήματα προς αυτήν, μορφήν φωτεινή ώφθη αίφνης ενώπιόν μου». «Ετοιμάσου, μοι είπεν εις το μαρτύριον, ευλόγησον ους κατηράσθης και μιμήθητι τον Χριστόν τον υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων αποθανόντα, επί του Σταυρού. Το μαρτύριόν σου έσεται η σωτηρία των πιστών».
Ήτο τοσούτον η φωνή αρμονική και πραεία, ώστε ως ηδύτατον βάλσαμον εισέδυσεν εν τη καρδία μου. Όλην εκείνην την νύκτα διήλθον εν προσευχή και η ψυχή μου επληρώθη αγαλλιάσεως. Ήδη δε περιμένω το μαρτύριον, μαρτύριον εις σωτηρίαν των χριστιανών.
.
Οι συνοδικοί εθεώρουν εν πλήρει σιγή και κατανύξει τον Πατριάρχην της Ανατολικής Εκκλησίας, με τους οφθαλμούς πλήρεις δακρύων να συγκινήσεως και αγάπης προς το Έθνος των.
Άγομεν, εξηκολούθησεν ο Γενάρχης. Το μαρτύριόν μου θέλει ακολουθήσει και ημείς μετά μικρόν αδελφοί, ίνα γίνη πλήρης η θυσία.
Και στραφείς ο Μητροπολίτης Νικομηδείας :-Συ είσαι ο νεώτερος πάντων ημών, είπε. Άναψε τας λαμπάδας της Αγίας Τραπέζης. Πρόθυμος εκτελεστής της εντολής του αρχηγού ο Ιεράρχης έδραμε προθύμως και λαβών κηρίον το ήναψε, καταβιβάσας την κανδήλα του Σταυρού, και εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα, το οποίον εν ακαρεί εγένετο κατάφωτον.
- Ενδυθείτε τας ιερατικάς υμών στολάς, είπεν ο Πατριάρχης, εν ω συγχρόνως ενεδύετο και ούτος διακονούμενος υπό του Νικομηδείας.
Εισήλθον είτα πάντες εις το Ιερόν. Ο Πατριάρχης έστη ενώπιον της Αγίας Τραπέζης και οι Συνοδικοί περιεκύκλωσαν αυτόν πέριξ αυτής ιστάμενοι.
.
Και μετά σύντομον ακολουθίαν, λαβών ο Πατριάρχης τον αφορισμόν έθηκεν αυτόν επί ενός τρίποδος παρά την Αγίαν Τράπεζαν και απήγγειλε την εξής προσευχήν, ακροωμένων των Συνοδικών:«Θεέ Παντοκράτωρ, Συ ο αποστείλας τον Μονογενή σου υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εις τον κόσμον, ίνα λάβη σάρκαν, δια Πνεύματος Αγίου παρά της αειπαρθένου Μαρίας και ν΄ αποθάνη επί του Σταυρού υπέρ υμών, συγχώρησον πρώτον ημίν τοις ημαρτηκόσι σοι δια της παραβάσεως της εντολής του Μονογενούς Σου υιού, του εντειλαμένου ημίν «Εύχεσθε και μη καταράσθε». Είτα καθά δέδωκας ημίν εντολήν του δεσμείν και λύειν, καταλύομεν τον αφορισμόν τούτον, ον ακουσίως απηυθύναμεν κατά του Χριστεπωνύμου ποιμνίου Σου. Ναι Κύριε Βασιλεύ, επάκουσον ημών και ενίσχυσον και σώσον αυτό τω βραχίονί Σου τω υψηλώ ότι δεδοξασμένος υπάρχεις συν τω Μονογενεί Σου Υιώ και τω Παναγίω σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν».
.
Και λαβών μία των λαμπάδων της Αγίας Τραπέζης, ενέπρισε τον αφορισμόν, όστις έπεσεν εις σποδόν προ των ποδών αυτού.
Απεξεδύθησαν είτα τα ιερά άμφια οι Ποιμένες, τα φώτα εσβέσθησαν και προπορευομένου του Γρηγορίου εξήλθον του Ναού.
Εξ ημέρας βραδύτερον ο Εθνάρχης εκρεμάτο ως κακούργος εις τα πρόθυρα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, άπνους έχων εστραμμένους τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν τα δε χείλη ημιηνεωγμένα, ως να παρεκάλει τον ουράνιο πατέρα υπέρ της απελευθερώσεως απάσης της Ελληνικής Φυλής.
το κείμενο από το tribonio.blogspot.gr- όπου και η βιβλιογραφία

tribonio.blogspot.gr
antexoume.wordpress.com
yiorgosthalassis.blogspot.com

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Βαρθολομαίος: “Θέλω πλήρη δικαιώματα ως Τούρκος πολίτης και για τον εαυτό μου, αλλά και για την εκκλησία μου”

vartholomaios-papasΤου Μανώλη Κείου
” Είμαι ένας Τούρκος πολίτης και γεννήθηκα εδώ . Υπηρέτησα στον τουρκικό στρατό για δύο χρόνια. Θέλω πλήρη δικαιώματα ως Τούρκος πολίτης και όχι μόνο για τον εαυτό μου , αλλά για την εκκλησία μου και την κοινότητά μου “
O Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α ‘ μίλησε  στο Associated Press και αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στον Τούρκο πρωθυπουργό, αλλά και στην επικείμενη συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο. 
Συγκεκριμένα όπως αναφέρουν ξένα δίκτυα: 
Ο πνευματικός ηγέτης 250 εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστιανών μιλάει για τη συνάντηση με τον Πάπα Φραγκίσκο στην Ιερουσαλήμ αυτό το μήνα και σημειώνει πως αυτή θα βοηθήσει να κινηθούν οι δύο εκκλησίες πιο κοντά στο τέλος του σχεδόν χιλίων ετών σχίσματός τους .
Στη συνέντευξη  στο Associated Press που πραγματοποιήθηκε στο γραφείο του στην Κωνσταντινούπολη, οκ.Βαρθολομαίος εξήρε , επίσης, τον Πρωθυπουργό της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τη βελτίωση της κατάστασης αναφορικά με τα δικαιώματα των  Χριστιανών, αλλά σημείωσε δηκτικά , «δεν είναι αρκετό».
Για συνάντηση με Πάπα
“Θα πούμε μέσω της συνάντησής μας και της προσευχή μας ότι είναι η πρόθεση και των δυο μας να εργαστούμε περαιτέρω για τη χριστιανική ενότητα και τη συμφιλίωση “, σχολίασε ο κ. Βαρθολομαίος  για τη συνάντησή του με τον Πάπα Φραγκίσκο στις 25 – 26 Μάιος για να τιμήσουν την ιστορική επίσκεψη των προκατόχων τους πριν από 50 χρόνια , όταν ξεκίνησαν ένα διάλογο με στόχο τον τερματισμό του σχίσματος των δύο εκκλησιών που κρατά από το 1054 .
Πάντως ο Οικουμενικός Πατριάρχης τόνισε ότι ο δρόμος για την ενότητα παραμένει μακρύς, αλλά η αποδοχή της πρόσκλησης του Πάπα Φραγκίσκου για συνάντηση στην Ιερουσαλήμ καταδεικνύει ότι και οι δύο ηγέτες θέλουν να τελειώσει το χάσμα .
“Πότε θα γίνει δεν γνωρίζουμε . Πώς θα γίνει δεν ξέρουμε Μόνο ο Θεός ξέρει” , είπε .
Για Χάλκη
Στη συνέντευξη, ο κ. Βαρθολομαίος εξέφρασε την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι ο Ερντογάν δεν είχε ανοίξει εκ νέου τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης , τη σημαντικότερη σχολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας . 
 “Είναι θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδιαίτερα της θρησκευτικής ελευθερίας  ” είπε ο Βαρθολομαίος
Ο Ερντογάν έχει πει από την πλευρά του πως η επαναλειτουργία της Χάλκης εξαρτάται από αμοιβαία μέτρα από την γειτονική Ελλάδα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα δικαιώματα των μουσουλμάνων . Ερωτηθείς σχετικά ο κ.Βαρθολομαίος σήκωσε τα χέρια ψηλά .
” Είμαστε υπεύθυνοι για αυτό;” ρώτησε . “Είμαι υπέρ για τζαμί και ακόμα περισσότερα τζαμιά , όπου υπάρχουν μουσουλμάνοι , προκειμένου να τους δώσει τη δυνατότητα να προσευχηθούν σύμφωνα με τη δική τους πίστη , αλλά τι μπορώ να κάνω ; “
Ο κ.Βαρθολομαίος είπε ότι το θέμα δεν έχει να κάνει με το ελληνικό δίκαιο , πρόκειται για ευθύνη της Τουρκίας για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας .
” Είμαι ένας Τούρκος πολίτης και γεννήθηκα εδώ . Υπηρέτησα στον τουρκικό στρατό για δύο χρόνια”, είπε . “Θέλω πλήρη δικαιώματα ως Τούρκος πολίτης και όχι μόνο για τον εαυτό μου , αλλά για την εκκλησία μου και την κοινότητά μου . “
http://www.pentapostagma.gr

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου στον Εσπερινό της Αποδόσεως της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ίμβρο


Ἀπόψε, τῆς Παναγιᾶς μας˙ τῆς γιορτῆς τοῦ χωριοῦ μας˙ διά τήν ὁποίαν ἐδημιουργήθησαν ὑπό τοῦ Θεοῦ ὅλα «καλά λίαν». Αὐτό τό «κάλλος» καί αὐτή ἡ «καλωσύνη» ἀφοροῦν εἰς τήν Παναγίαν, κατά τόν Ἅγιον Νικόλαον τόν Καβάσιλαν. Δηλαδή, ἐγένοντο ὅλα «καλά λίαν» ἐπειδή ἀφοροῦσαν εἰς τήν Παναγίαν. Ἐπειδή θά ἐγεννᾶτο ἡ Παναγία, ἡ ὁποία εἶναι στό τέλος τῆς ὅλης ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἔτσι, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιά νά ἔλθῃ κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θά καταλάβαινε τί σημαίνει «ἀγάπη Θεοῦ». Γιά νά τό καταλάβαινε ὅμως αὐτό, ἔπρεπε νά ἦταν καί ὁ ἴδιος καθαρός καί πολύ ταπεινός, ὄχι ἐγωϊστής, φιλόδοξος, αἰθεροβάμων. Καί γεννήθηκε ἡ Παναγία.

«Πρό δέ τοῦ ἐλθεῖν τήν πίστιν ὑπό νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τήν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι» (Γαλ. γ΄ 23). Δηλαδή πρίν ἔλθῃ ἡ π ί σ τ ι ς, εἴμασταν κλεισμένοι μέσα στόν ν ό μ ο ν. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγός εἰς Χριστόν, ἀλλά ὁ Νόμος, ὁ ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος, καί εἶναι ἀνίκανος, νά μᾶς σώσῃ καί νά ἱκανοποιήσῃ τόν ἄνθρωπο ἀληθινά.

Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἦλθε «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν Αὐτοῦ, ... γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» ( πρβλ. Γαλ. δ΄ 4, 5). Καί τό π λ ή ρ ω μ α τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησις τῆς Παρθένου, τῆς γυναικός διά τῆς ὁποίας ἔγινεν ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτή εἶναι ἡ «κλίμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός» καί «ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν» καί τότε καί μετά τήν κοίμησιν καί τήν μετάστασί της, κατά τήν ὁποίαν δέν ἐγκατέλιψε τόν κόσμον -ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε.

Ἡ Παναγία μας μᾶς διδάσκει καί σήμερα μίαν ἀ λ ή θ ε ι α ν, ὅτι ὅταν εἴμεθα ἄρρωστοι, ὅταν εἴμεθα ἀδύνατοι, μόνοι, ὅταν ἀδικούμεθα, ὅταν πεθαίνουμε, τότε εἴμεθα δυνατοί˙ καί ὅταν ταπεινωνώμεθα ἀληθινά, μόνον τότε δοξαζόμεθα, τότε καταργεῖται «τό μεσότοιχον τῆς ἔχθρας».

Εἴμεθα, λοιπόν, ἐδῶ, στό νησί μας, στήν ταπεινή καί ἄσημη καί «ἀδόξαστη» Ἴμβρο μας, ὅπως ἡ ταπεινή Κόρη τῆς Ναζαρέτ, κατ᾿ ἀναλογίαν, καί μένουμε ἔ κ π λ η κ τ ο ι ἐμπρός εἰς τό Μυστήριον τῆς Παναγίας.

Ἀδελφοί συμπατριῶται,

Εἴμεθα προσωπικῶς συγκινημένοι πού εὑρισκόμεθα μαζί σας καί νοιώθουμε ὅλοι μαζί αὐτό τό κ ά λ λ ο ς, αὐτήν τήν Χ ά ρ ι ν, νά ὑπάρχῃ σ’ὅλο τό Νησί τῆς Παναγίας, πού εἶναι ἡ Ἴμβρος μας, εἰς τήν ὁποίαν ὅλα ἦταν μέχρι πρίν μερικές δεκαετίες «καλά λίαν». Διότι ἐπεκράτει ἡ χάρις, καί ὁ νόμος, ὁ κάθε νόμος, ἦταν ἀνενεργός. Ἐδέσποζε παντοῦ, στήν κτίσιν, στούς ἀνθρώπους, στά χωράφιά μας, στίς Ἐκκλησιές μας, ἡ Χάρις καί ἡ Ἀγάπη -ὑπό τήν σκέπην καί τήν χάριν τῆς Παναγίας.

Ἀλλά εἶναι ὡραία ἡ ἀποψινή μας συνάντησις ἐδῶ στήν πατρίδα μας ὑπό τήν σκέπην καί Χάριν τῆς Παναγίας, πού ταιριάζει ἀπολύτως καί γιά μᾶς, αὐτό πού λέγει ὁ ἀρχαῖος Ὅμηρος γιά τόν ταλαιπωρημένον ἀκούσιον «πρόσφυγα» Ὀδυσσέα, ὅτι «καί καπνόν ἀνωθρώσκοντα νοῆσαι ἧς γαίης θανέειν ἰμείρεται» (Ὀδύσ. Ραψ. α΄, στ. 57).

Ἡ καρδιά μας χτυπᾷ δυνατά καί γρήγορα, διότι πατᾶμε τά ἀγαπημένα χώματα τοῦ φιλτάτου νησιοῦ μας. Βλέπομεν τά σπίτια ὅπου γεννηθήκαμε, πολλά ἐρείπια ἀπό τήν «ἔλλειψιν ζωῆς», ἄλλα ἀνακαινισμένα κατά τά τελευταῖα χρόνια, ἀλλά καί πάλιν «ἔρημα» ἀπό τά ὡραῖα καί μοναδικά ἐκεῖνα βιώματα τοῦ παρελθόντος μας. Βλέπουμε τίς «κορυφογραμμές» τῶν λόφων, πίσω ἀπό τούς ὁποίους εἴδαμε γιά πρώτη φορά νά ἀνατέλλῃ ὁ φωτεινός δίσκος τοῦ ἡλίου, ἀλλά καί τοῦ νοητοῦ Ἠλίου, τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ βλεπόμενες «κορυφογραμμές» παραμένουν πράσινες καί γεμᾶτες πάντοτε ἀπό ἐλπίδα καί προσδοκίαν. Οἱ νοητές «κορυφογραμμές», ἀναμένουν μαζί μας νά «φθάσωμεν τόν Ἄφθαστον», ὁ Ὁποῖος μόνος δύναται νά μᾶς «καταφαιδρύνῃ τοῖς θαυμασίοις», ἐμᾶς καί τήν Ἴμβρον μας.

Σέ κάθε ματιά, σέ κάθε στροφή τοῦ βλέμματος, σέ κάθε ἀντίκρυσμα τοῦ τόπου μας, χείμαρρος δακρύων τρέχει ἀπό τά μάτιά μας καί ρίγη συγκινήσεων, ἀναμνήσεων, παιδικῶν ἐλπίδων καί προσδοκιῶν, κατακλύζουν τήν ὕπαρξίν μας. Ἐδῶ ἡ πτωχική «κούνια» ὅπου μέ ἀνεπανάληπτη μητρική στοργή μᾶς νανούριζε ἡ μητέρα μας. Ἐδῶ καἱ ἡ «Κούνια», ἡ Μεγάλη Μητέρα μας, ἡ Παναγία, στήν ὁποίαν μικροί καί μεγάλοι πάντοτε καταφεύγουμε καί προσφεύγουμε. Ἐκεῖ στό σεντούκι παραμένει ἡ «σκούφια» τοῦ μωροῦ, τό «νυφικό» τῆς νύμφης, τά «τσερβούλια» τοῦ πατέρα, ἡ «γκαζόλαμπα» πού φώτιζε μέ τό ἀμυδρό της φῶς τίς ἀτέλειωτες «νύκτες» ἀνατολῆς καί προσδοκίας -ἡ λάμπα μέ τήν ὁποία διαβάζαμε τά μαθήματά μας τότε.

Ἐκεῖ ὁ «σοφάς» πού καθότανε ἡ γιαγιά καί μᾶς ἔσφιγγε στήν στοργικήν ἀγκαλιά της καί μᾶς παρηγοροῦσε ὅταν κλαίγαμε ἀπό πεῖνα καί ἀπό ἀνέχεια καί ἀπό φτώχεια οἱ περισσότεροί μας, πού μόνον ἡ εὐαισθησία τῆς παιδικῆς ψυχῆς μας κατανοοῦσε. Πιό πέρα ἡ «γωνιά» πού καθόταν ὁ στοργικός πατέρας, τά γόνατα τοῦ ὁποίου μᾶς παρεῖχαν τήν πλήρη ἀ σ φ ά λ ε ι α ν τῆς πατρικῆς προστασίας καί πολλές φορές μᾶς κουνοῦσαν στοργικά καί μᾶς σφούγγιζαν τό παιδικό ἀθῶο, μά ἀληθινό δάκρυ, καί γι᾿ αὐτό ὅλα αὐτά εἶχαν τόν χαρακτῆρα τῆς περιζήτητης θ έ σ ε ω ς. Γιατί ὅλα ἦταν ἀληθινά, καθαρά, γνήσια, αὐθεντικά, ὄχι μάταια, ὑποκριτικά, παροδικά.

Πέρασαν τά ὡραῖα παιδικά χρόνια, μεγαλώσαμε καί μάθαμε πολλά ἀπό τούς ἁπλοῦς γονεῖς μας, τούς παπποῦδες μας, τούς δασκάλους μας, τόν Κοτζίνην καί τόν Μπακάλην, τούς Τερζῆδες, τόν Ὀκουμούση, τούς ἱερεῖς μας, τόν Ἀστέριον, τόν Βαρλαάμ, τόν Παπα-Μπρῖγκον, τόν Νικηφόρον, τούς Ἀρχιερεῖς μας, τόν Ἰάκωβον, τόν Μελίτωνα, τόν Νικόλαον, τόν Δημήτριον, τόν Φώτιον, τόν σημερινό ἄξιο καί θυσιαζόμενο Κύριλλον, τούς γείτονές μας, τούς συγχωριανούς μας. Μιά κ ο ι ν ω ν ί α ἀδελφωμένη, μέ ὁλόψυχη συμμετοχή στά χαρούμενα καί στά λυπηρά γεγονότα τῆς μικρῆς οἰκογένειάς μας, τοῦ χωριοῦ μας, τῆς Ἴμβρου, μέ τίς πόρτες τῶν καρδιῶν καί τῶν σπιτιῶν μας διάπλατα ἀνοιγμένες, χωρίς «ἀμπάρες», χωρίς φόβους, χωρίς ἀδικίες... μέ ἀγάπη καί ὑπομονή μπροστά στό ἄδικο καί στόν κατατρεγμό τῶν γύρω μας, ἄλλοτε ὀλίγων καί μετρημένων, σήμερα πολλῶν πού διαφεντεύουν τό «βιός» μας, ἰδιαιτέρως ἀπό τό '64 καί ἐδῶ.

Τά ἀρραβωνιάσματα, οἱ γάμοι, οἱ γέννες, οἱ βαπτίσεις, οἱ κηδεῖες, οἱ γιορτές, πλούτιζαν τή ζωή μας μέ συναισθήματα, καί αὔξαναν τήν ἐμβάθυνσιν τοῦ νοῦ στίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μέ τό κ ά λ λ ο ς τῆς ἀληθείας.

Ὁ καθένας μας συμμετεῖχεν ὁλόψυχα σέ ὅ,τι συνέβαινε στόν διπλανό του καί ἐξεδήλωνε θερμόν, εἰλικρινές καί γνήσιον, ἀθῶον, θά ἐλέγομεν, ἐνδιαφέρον γιά ὅσα συνέβαιναν στόν συνάνθρωπό του. Ἡ κοινότητα ζοῦσε τό ἀ π ο κ ο ρ ύ φ ω μ α τῆς κοινωνικῆς ζωῆς.

Πέρασαν τά χρόνια, μεγαλώσαμε, ξενητευτήκαμε, οἱ περισσότεροί μας ἀναγκαστικά, καί φεύγοντας τραγουδήσαμε κρυφά μέσα μας, γιά νά μή μᾶς δοῦν καί νά μή μᾶς ἀκούσουν οἱ ἄ λ λ ο ι, πάντοτε «ψυχαῖς καθαραῖς καί ἀρρυπώτοις χείλεσι», τό «μισεύω καί τά μάτια μου δακρύζουν λυπημένα, ἄχ! πατρίδα μου γλυκειά, πόσο σ᾿ ἀγαπῶ βαθειά».

Στήν ξενιτειά σταδριοδρομήσαμε. Δέν χαθήκαμε. Ὁ καθένας στόν τομέα του κ ά τ ι πέτυχε. Μά οὔτε οἱ ἐπιτυχίες, οὔτε οἱ τιμές, οὔτε οἱ δοκιμασίες, οὔτε οἱ ἀποτυχίες, οἱ λύπες μας, οἱ ἀδικίες πού μᾶς ἔγιναν ἀπό δικούς μας καί τρίτους, οὔτε ἄλλο τίποτε κατάφερε νά ξεριζώσει ἀπό μέσα μας τόν ἀσίγητον π ό θ ο ν τῆς ἐπιστροφῆς στήν πατρογονική γῆ. Στό νησί μας. Στό χωριό μας. Στό σπίτι μας. Στό ντάμι μας. Στά χωράφιά μας. Στά λιοστάσιά μας. Στά σχολεῖα μας. Ἔστω καί ἄν σήμερα ἄλλοι τά «κατέχουν». Ἐπιστροφῆς στήν ἀθώα, ἀθόρυβη, ἀκίνδυνη γιά τούς ἄλλους, ζωή μας. Καί τό μόνο πού ζητοῦμε καί θέλουμε καί σήμερα εἶναι τό «δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς», καί ἀληθῶς «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί».

Καί νά! Εἴμεθα πάλι ἐδῶ. Πλημμυρισμένοι ἀπό ἀναμνήσεις, συγκλονισμένοι ἀπό συναντήσεις καί εὐοίωνες προοπτικές καί θετικές ἐλπίδες, ὅτι δέν θά ξεχάσουμε ποτέ πιά τήν Ἴμβρο μας... Δέν θά τήν χάσουμε. Οἱ πατρίδες δέν μποροῦν νά θεωροῦνται χαμένες ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού τίς πονοῦν, πού τίς τιμοῦν, πού τίς ἀγαποῦν.

Ἴσως οἱ συνθῆκες δέν ἐπιτρέπουν σέ ὅλους μας τήν ἐγκατάστασι στά πατρογονικά μας σπίτια, ἀλλά δέν ἐμποδίζουν τίς συχνότερες ἐπισκέψεις μας σέ αὐτά, μαζί μέ τά παιδιά μας πού δέν ἔχουν ἴσως, ἀλλά πρέπει νά ἀποκτήσουν τόν ἴδιο ἰσχυρότατο δεσμό μέ αὐτόν τῶν παππούδων καί τῶν γονιῶν, μέ τά σπίτια, μέ τά χωριά, μέ τά ἤθη, τά ἔθιμά μας, τίς παραδόσεις μας, τούς χορούς μας, τά μοιρολόγιά μας. Ἡ λαχτάρα μας καί ἡ ἀγάπη μας γιά τόν τ ό π ο μας, ζωντανή καί ἀκτινοβόλος, συντονίζει καί τούς παλμούς τῶν καρδιῶν τῶν ἀπογόνων μας μέ τό δικό μας χτυποκάρδι γι᾿ αὐτόν.

***

Ἡ ζωή ἡ ἐπίγειος συνεχίζεται καί θά συνεχισθῇ μέχρι τῆς ἀκοῆς «τῆς ἠχούσης σάλπιγγος» τοῦ Βασιλέως τῶν βασιλευόντων καί Κυρίου τῶν πάσης φύσεως κυριευόντων, εἰς τούς ὁποίους «ἐδόθη παρά Κυρίου ἡ κράτησις καί ἡ δυναστεία παρά Ὑψίστου» (Σοφ. Σολομ. 6,3). Καί δέν πρέπει νά λησμονῆται αὐτό. Οἱ τάφοι τῶν κοιμητηρίων μας, ὅπου ἀναπαύονται τά σώματα τῶν «κεκοιμημένων», τῶν συμπατριωτῶν μας, θά φιλοξενήσουν καί τά σώματα πολλῶν ἀπό ἡμᾶς, ὅταν ἡ ψυχή μας θά φτερουγίζῃ σέ ἄλλους κόσμους πνευματικούς, ἀπό τούς ὁποίους «ἀπέδρα πᾶσα ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Τό σῶμα μας θά γίνῃ ἕνα μέ τήν γῆ μας καί ἡ ψυχή μας θά γίνῃ ἕνα μέ τήν ψυχή τῶν προγόνων μας....

Γιά ἀρκετές χιλιετίες τό πνεῦμα μεταλαμπαδεύεται ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν καί τό σῶμα γονιμοποιεῖ τήν γῆν πού τρέφει τά νέα σώματα. Ἀέναος ἐναλλαγή καί αἰώνιος συνέχισις τῆς ζωῆς καί τοῦ πολιτισμοῦ. Τό γνωρίζουμε, τό πιστεύουμε, τό θέλουμε. Ἡ ζωή μας καί ὁ πολιτισμός ἔχει καί θά ἔχῃ σ υ ν έ χ ε ι α καί σ υ ν έ π ε ι α. Ὄχι χθές ἀλλά καί σήμερα, ἀλλά καί αὔριο διαφορετικά. Ἡ ζωή τῆς Ἴμβρου μας, τῶν χωριῶν μας, τῶν Ναῶν μας, τῶν ἐξωκκλησίων μας, τῶν σπιτιῶν μας, τῶν προσώπων μας, χθές καί σήμερα καί αὔριο ἡ ἴδια, μέ τήν πίστι μας, τήν εὐσέβειά μας, τήν φιλοπατρία μας, τό ἦθος μας, τίς παραδόσεις μας, τίς ἰδέες μας, τά προβλήματά μας, ὅπως θά ἔγραφεν ὁ ἱστοριοδίφης τοῦ νησιοῦ μας μακαριστός Ἀλέξανδρος Ζαφειριάδης καί ὅπως ὁ Ἄλκης Σχοινουδιώτης θά περιέγραφε τήν ἰδιαιτερότητά μας στό ποίημά του «Ἡ γλώσσα τοῦ χωριοῦ μου».

Αὐτή ἡ συνέχεια καί ἡ συνέπειά μας εἶναι τ ρ ό π ο ς ἀθανασίας, εἶναι τό κ ά λ λ ο ς μας, τά πάντα μας, τά καλά λίαν.

Εἶναι βέβαιον ὅτι ζοῦμε μέσα εἰς τό "σ ῶ μ α" τῶν προγόνων μας. Γιά νά ζήσουμε καί μέσα στό πνεῦμα τους πρέπει νά κατακτήσουμε καί τήν ψυχή τους καί αὐτή κατακτᾶται μέ τήν ἀ γ ά π η ν καί μέ τόν θ α υ- μ α σ μ ό ν καί μέ τήν μ ί μ η σ ι ν τοῦ κάλλους των. Ἐάν μᾶς ἀγαπήσουν καί μᾶς θαυμάσουν τά παιδιά μας, θά μᾶς μιμηθοῦν. Ἔτσι θά ἀποφευχθῇ ἡ ἀφομοίωσίς τους ἀπό ἄλλους πολιτισμούς καί ἡ ἀπώλειά τους γιά τήν κοινότητά μας, τήν Ἴμβρο μας. Δέν ἀρκεῖ νά ρέῃ στίς φλέβες τους τό αἷμά μας, πρέπει νά τρέχῃ στήν πνευματικήν ὕπαρξίν τους ἡ παιδεία μας καί τό πνεῦμα μας. Τό Νησί μας, τό Χωριό μας, μᾶς περιμένει. Μεγάλη χαρά γίνεται στήν κοινωνία του κάθε φορά πού ἕνας ἀπό μᾶς ἀποβιβάζεται μόνιμα στό λιμάνι του, στόν Ἅγιο Κήρυκο. Χαίρεται ὁ ἐπιστρέφων, χαίρονται καί οἱ ὑποδεχόμενοι αὐτόν, οἱ «προσδοκῶντες ἀνάστασιν» πατέρες μας καί τά ὀστᾶ των στά κοιμητήρια μας ὑπό τήν γῆν πλέον. Ἡμεῖς οἱ ἐπί τῆς γῆς ἀκόμη, τούς ὀφείλουμε κάτι. Νά μή ἀφανίσωμε μέ τά πάθη μας καί τίς ἰδιοτροπίες μας καί μέ τήν ζωή μας τό κ ά λ λ ο ς τῆς Ἴμβρου καί τῶν γνησίων ἀνθρώπων της.

Ὁ φλοῖσβος τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης πού γαληνεύει καί ὁ παφλασμός των ὅταν οἱ ἄ ν ε μ ο ι ἀναταράσσουν τά ν ε ρ ά ἀποτελοῦν τόν χαρμόσυνον φυσικόν χαιρετισμόν τοῦ Νησιοῦ πρός τούς ἐπανακάμπτοντας. Ὁ δεύτερος χαιρετισμός, τό καλωσόρισμα, ἐκφράζεται μέ τήν ἀνθρώπινη φωνή τῶν ἐναπομεινάντων πού τόσα χρόνια περιμένουν νά ἀκούσουν τήν φωνή τοῦ ξενητεμένου νά τούς ἀναγγέλλῃ τήν ἄφιξίν του μέ τό δυσκολοπρόφερτον, ἀπό τήν συγκίνησιν, «ἦρθα καί πάλι Μάννα» καί ἐμεῖς προσθέτουμε:

μ ά ν ν α Π α ν α γ ι ά!

«Καλῶς ἦρθες, παιδί μου»! Ἡ ἀγκαλιά ζεστή καί σφιχτή λέγει χωρίς λόγια ὅλα τά ὑπόλοιπα.

Ἀδελφοί καί τέκνα,

Τό κ ά λ λ ο ς τῆς Παναγίας μας, τό κ ά λ λ ο ς τῆς Ἴμβρου μας, εἶναι τό φ ῶ ς , τό ὁποῖον ἔρχεται «ἔσωθεν». Εἶναι ὁ τῆς «κοιλίας αὐτῆς καρπός». Αὐτό τό κάλλος, πού ἐγέννησε τό Φ ῶ ς τό ἀνέσπερον, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί Υἱός Της καί Κύριός μας. Αὐτό τό Φῶς πού φωτίζει ὅλην τήν ζωή μας, τά προβλήματά μας καί τίς δυσκολίες μας, αὐτό πού ἐξαγιάζει τά «πάθη» μας καί καταργεῖ τά μεσότοιχα τῆς «ἔχθρας» καί τοῦ «μίσους» καί τῆς «ἀδικίας» καί μᾶς διδάσκει τήν ἀγάπην, τήν ταπείνωσιν, τό «δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς», ἡ ὁποία δικαιοσύνη «σέ ἀκολουθεῖ ἀπό πίσω, ἀλλά πληρώνει μέ τόκο» («Ὀπισθόπους μέν, σύν τόκῳ δ᾿ ἐπέρχεται») (Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἐπίγραμμα ΛΗ΄, P.G. 38,103). Ἀμήν.

Χρόνια σας πολλά καί εὐλογημένα, ἀγαπητοί συμπατριῶται καί συμπροσευχόμενοι φίλοι τῆς Ἴμβρου!

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

“Σήμερον των Βαΐων ας φάγωμεν εις το τραπέζι τα ψάρια του γιαλού…” (Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’)



Η ιστορία και η ελληνική κοινή γνώμη παραμένει διχασμένη επί δύο αιώνες ως προς τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κων/πόλεως στην Επανάσταση του 1821. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα του λόγου που εκφώνησε ο Γεώργιος Τερτσέτης το Πάσχα του 1853 και ας θυμηθούμε πώς αντιμετωπίστηκε το θέμα των αφορισμών και της Αυτοκεφαλίας την τελευταία πενταετία από τα MME και ιδιαίτερα από το περίφημο “1821” του ΣΚΑΪ.

Γεώργιος Τερτσέτης
Γεώργιος Τερτσέτης
“Ανήμερα της εορτής των Βαΐων, την Κυριακήν, φίλοι του έλεγαν και τον παρακαλούσαν, και άνδρες επίσημοι των πρεσβειών, να φύγη, να σωθή· τα μέτρα της οθωμανικής κυβερνήσεως εγίνοντο άγρια, ανήμερα, και καθένας ημπορούσε να προϊδή το μέλλον· τον παρακαλούσαν λοιπόν να φύγη, του επρόσφεραν και τα μέσα.
Μη με παρακινείτε εις φυγήν, είπε εις τους φίλους· μη θέλετε να σωθώ· η ώρα της φυγής μου θα ήτον αρχή σφαγής, ώρα σπαθιού εις την Κωνσταντινούπολιν και την άλλην Χριστιανωσύνην· εύμορφο πράγμα θέλετε να κάμω, μεταμορφωμένος με καμμιά προβιά εις την πλάτην, να φεύγω εις τα καράβια, ή σφαλισμένος εις πρεσβείαν φιλικήν να ακούω εις τους δρόμους τα ορφανά του έθνους μου να σπαράττουν εις τα χέρια του δημίου. Είμαι Πατριάρχης δια να σώσω τον λαόν μου, όχι να τον ρίξω εις τα μαχαίρια της γιανιτζαριάς· ο θάνατός μου ίσως χρησιμεύσει περισσότερον παρ’ ό,τι εδυνόμουν ποτέ να φανταστώ πως θα ωφελήσει η ζωή μου. Οι ξένοι βασιλείς θα ταραχθούν εις την αδικίαν του θανάτου μου· δεν θα ιδούν ίσως με αδιαφορίαν υβρισμένη την πίστην τους εις το πρόσωπόν μου, και όπου είναι άνδρες αρμάτων Έλληνες θα πολεμήσουν με απελπισίαν πολέμου, που συχνά χαρίζει την νίκην, είμαι βέβαιος· κάμετε λοιπόν υπομονήν εις ό,τι μου συμβή.
Απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγόριου Ε'
Απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγόριου Ε’
Σήμερον των Βαΐων ας φάγωμεν εις το τραπέζι τα ψάρια του γιαλού, και παρεμπρός, εντός ίσως της εβδομάδος, ας φάγουν και αυτά από ημάς. Όχι, δεν θα χρησιμεύσω εγώ περίγελως των ζώντων, και περπατώντας με διάκους και άρχοντας εις τους δρόμους της Οδησσού, της Επτανήσου ή της Αγκώνας να με δαχτυλοδείχνουν τα παιδιά: “ιδού ο φονιάς Πατριάρχης!”. Αν το έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, θα μ’ αποζημιώση, ελπίζω, με θυμιάματα τιμής και επαίνου, επειδή έκαμα το χρέος μου. Τέταρτη φορά δεν θα αναιβώ πλέον εις τα μοναστήρια του Άθωνος, δεν το θέλω· χαίρετε, σπήλαια και κορυφαίς του ιερού βουνού· χαίρε, θαλάσσιον κύμα· χαίρε, Σπάρτη και Αθήνα, όπου ήθελα να συστήσω σχολεία επιστημών δια τους νέους της πατρίδος· χαίρε, γη της γεννήσεώς μου Δημητσάνα! Εγώ υπάγω όπου με καλεί, με βιάζει η γνώμη μου, η μεγάλη μοίρα του έθνους και ο ουράνιος Θεός, έφορος θείων και ανθρωπίνων πραγμάτων.
Χρεωστώ εις έναν των ακροατών μου, τον σεβάσμιον Μάρκον Δραγουμην, την ομιλίαν του Πατριάρχου εις τους φίλους του· και η προφητεία της ομιλίας του αλήθευσε· ανήμερα της λαμπρής η γεροντική κεφαλή του, ο ζωηρός οφθλαμός του, που ένέπνεαν χαράν και πίστιν εις τους Χριστιανούς εμελάνιασαν από το αίμα πηγμένον εις το πρόσωπό του·…”
Γεώργιος Τερτσέτης: Ομιλία περί του αοιδίμου Γρηγορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, 1853, σ. 36
Το καραβάκι της Ιστορίας

Σχόλιο
Είναι απαραίτητο και ένα σχόλιο απέναντι στην δημόσια διαστρέβλωση που επιχειρείται στα όσα πρεσβεύει η Εκκλησία. Κε Βερεμή, την ευθύγραμμη πορεία τής ιστορίας τήν έθεσε για πρώτη φορά η Εκκλησία σε αντίθεση με την αρχαιοελληνική και ανατολική – και αργότερα την αναγεννησιακή και την «διαφωτιστική» οι οποίες αντιλήψεις δέχονται την επαναλαμβανόμενη – κυκλική πορεία τής ιστορίας.