Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή ἔχει ὡς θέμα της τό κάλεσμα τῶν πρώτων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου στό ἔργο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, γεγονός πού διηγοῦνται καί οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές. Ὁ Χριστός, ἴσως γιά πολλοστή φορά, βρέθηκε στήν λίμνη Γεννησαρέτ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐπίσης θάλασσα τῆς Γαλιλαίας ἤ τῆς Τιβεριάδος. Πλήθη ἀνθρώπων εἶχαν ἔλθει γιά νά τόν ἀκούσουν ἐκεῖ. Ὁ Κύριος εἶδε στήν ὄχθη τῆς λίμνης τά ψαροκάϊκα τοῦ Πέτρου καί τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, δηλαδή τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου. 

    Ἀνέβηκε στό πλοιάριο τοῦ Πέτρου καί τόν παρακάλεσε νά ἀπομακρυνθεῖ λίγο ἀπό τήν ξηρά, γιά νά ἀκούγεται καλύτερα ἀπό τόν κόσμο, καί ἀφοῦ κάθησε, ἄρχισε νά διδάσκει ἀπό ἐκεῖ. Καθώς γνωρίζουμε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χριστός συναντοῦσε τούς μελλοντικούς Μαθητές Του. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀφηγεῖται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἐπισκεφθεῖ τό σπίτι τοῦ Πέτρου στήν γειτονική Καπερναούμ καί εἶχε θεραπεύσει τήν πεθερά του. Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέει ὅτι ὁ Ἀνδρέας, ὁ ἀδελφός τοῦ Πέτρου, καθώς καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης εἶχαν γνωρίσει τόν Κύριο ἀμέσως μετά τήν βάπτισή Του στόν ποταμό Ἰορδάνη. Ἐν τούτοις, οἱ κατοπινοί Ἀπόστολοι δέν ἦταν ἀκόμη ἕτοιμοι νά ἀκολουθήσουν ὁλοκληρωτικά τόν Χριστό. Ἐξακολουθοῦσαν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τίς συνηθισμένες καθημερινές τους ἀσχολίες.

Ἡ ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ 

Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τήν ὁμιλία Του, ἀπευθύνθηκε στόν Πέτρο καί τόν πρόσταξε νά ξανοιχθεῖ στά βαθιά τῆς λίμνης καί νά ρίξει τά δίχτυα γιά ψάρεμα. Ἐκεῖνος, καί αὐτό εἶναι τό θαυμαστό ἐκ μέρους του, παρόλο πού γνώριζε καλά πόσο ἄστοχη ἀκούγεται αὐτή ἡ προσταγή, νά ψαρέψουν μιά τόσο ἀκατάλληλη ὥρα, ὅταν μάλιστα ὅλη τήν νύκτα, δηλαδή τόν κατάλληλο καιρό γιά ἁλιεία, δέν εἶχαν πιάσει ἀπολύτως τίποτε, ὄχι μόνο δέν ἔφερε ἀντίρρηση, ἀλλά ἔκανε ἀκριβῶς αὐτό πού τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. Ἀποτέλεσμα τῆς ὑπακοῆς του στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου ἦταν ἡ γνωστή θαυματουργική ἁλιεία, ἡ ὁποία ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Πέτρος ἀναγκάσθηκε νά εἰδοποιήσει καί τό ἄλλο πλοῖο, τῶν φίλων καί συνεταίρων του, Ἰακώβου καί Ἰωάννου, γιά βοήθεια. Τά δίχτυα ἀπό τό πλῆθος τῶν ἰχθύων ἄρχισαν νά σχίζονται. Τά ψάρια, μολονότι μοιράσθηκαν καί στά δύο πλοῖα, λίγο ἔλειψε νά προκαλέσουν ναυάγιο ἀπό τό πολύ βάρος. 

Ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλωσύνης 

Ὁ Πέτρος ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτό πού συνέβη δέν ἦταν κάτι συνηθισμένο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα σημεῖο, ἕνα ἔκτακτο καί μοναδικό γεγονός, μιά πρόσκληση πρός τόν ἴδιο, τόν Ἀνδρέα, τόν Ἰάκωβο, τόν Ἰωάννη νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς Μαθητές Του. Καί ἡ ἀπάντησή τους, διά στόματος τοῦ Πέτρου, δείχνει ὅτι εἶχαν ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς κρισιμότητας τῆς περιστάσεως. Τούς κατέλαβε θάμβος, δέος, γι’ αὐτό ὁ Πέτρος πέφτει στά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ ζητεῖ μέ τρόμο νά ἀποχωρήσει ἀπό τό πλοῖο του. Δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἄξιο νά βρίσκεται κοντά στόν Κύριο.

    Τώρα, ὅμως, ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ Ἰησοῦ γιά νά βγάλει τόν Πέτρο ἀπό τήν δύσκολη θέση καί νά ὁλοκληρώσει τήν πρόσκλησή Του πρός τούς μελλοντικούς Μαθητές καί Ἀποστόλους Του: Μή φοβᾶσαι, τοῦ λέει, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς δέν θά ἁλιεύεις ψάρια, ἀλλά θά κερδίζεις ἀνθρώπους γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί τότε ἐκεῖνοι ἄφησαν τά πάντα καί τόν ἀκολούθησαν. 

Πρόσκληση τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο Ὁ Κύριος καλεῖ διαχρονικά κοντά Του κάθε ἄνθρωπο. Ζητεῖ νά Τόν ἀκολουθοῦμε μέ πιστότητα, μέ ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη Του, μέ ταπεινό φρόνημα, γιά νά ὁδηγηθοῦμε ὄχι μόνο στήν θεογνωσία, ἀλλά καί στήν αὐτογνωσία. Αὐτή ἡ πρόσκληση ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ νά βιώσουμε μιά οὐσιαστική σχέση μαζί Του. Νά ἀποκτήσουμε τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ πίστη μας πρός Αὐτόν καί ἡ ὑπακοή στό θεῖο Του θέλημα μᾶς θεραπεύουν, ἐξαγιάζουν καί μεταμορφώνουν. Μᾶς κάνουν μετόχους τοῦ χαρίσματος τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, κοινωνούς τῆς ἀρρήτου δόξης, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμη, ἡ ἀνταπόκριση στήν πρόσκλησή Του μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά εἴμαστε ἰσορροπημένοι, δίκαιοι καί εἰρηνικοί, ὅσον ἀφορᾶ στήν σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, γιατί θέτουμε τόν Κύριο ὁδηγό καί διδάσκαλο τῆς ζωῆς μας. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/39-2026(3826).pdf

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ

Ἡ σημερινή Κυριακή, πρώτη μετά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀποτελεῖ προέκταση αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Ὡς ἐκ τούτου, τόσο ἡ ὑμνολογία τοῦ Ὄρθρου, ὅσο καί τά ἀναγνώσματα τῆς θείας Λειτουργίας ἀναφέρονται ἰδιαιτέρως στόν Σταυρό τοῦ Κυρίου, πού εἶναι ἡ θύρα τοῦ Παραδείσου καί ἡ πηγή τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι διά τοῦ Σταυροῦ ἐπέρχεται ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως σέ ὅλο τόν κόσμο. Γι’ αὐτό κατά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως εὐλογεῖ μέ τόν ζωηφόρο Σταυρό τοῦ Κυρίου τά πέρατα τοῦ κόσμου, τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, ὅλη τήν κτίση, τήν λογική καί ἄλογη δημιουργία. 

Ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς 

Ἡ ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπεκράτησε ἀπό πολύ νωρίς στήν Ἐκκλησία. Στίς 13 Σεπτεμβρίου τοῦ 335, Ἐπίσκοποι πού εἶχαν συμμετάσχει σέ ἐκκλησιαστική Σύνοδο στήν Παλαιστίνη, κλήθηκαν νά ἐγκαινιάσουν ἀκολούθως τόν Ναό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα. 

Τήν ἑπομένη ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων, ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὕψωσε τόν Τίμιο Σταυρό ἀπό τόν Γολγοθᾶ γιά νά μπορέσουν νά τόν ἀτενίσουν τά πλήθη τῶν παρισταμένων πιστῶν καί ἔτσι νά εὐλογηθοῦν, νά ἁγιασθοῦν. Αὐτή ἡ λειτουργική πράξη ἀποτέλεσε, κατά τήν ἐπικρατέστερη γνώμη, τήν ἱστορική θεμελίωση τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 

Ὁ ναός τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου 

Ὅμως, καί κάθε πιστός δύναται συνεχῶς νά ἐγκαινιάζει, δηλαδή νά ἀνακαινίζει μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόν ναό τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του, τήν συνείδηση, τήν ὕπαρξή του, καί νά προσφέρει στόν Θεό ὡς θυσία ζῶσα καί εὐάρεστη τήν πίστη, τήν ἐλπίδα καί τήν ἀγάπη· τήν μετάνοια, τήν προσευχή καί τόν πνευματικό του ἀγῶνα. Ὁ πιστός μπορεῖ, ἐπίσης, νά ἑορτάζει διαρκῶς τήν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ στήν καρδιά του, σταυρώνοντας –χάριν τοῦ Χριστοῦ– τόν παλαιό ἑαυτό καί τά πάθη του καί νά ζεῖ μέ τήν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως· μέ τήν προσδοκία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, πού βρίσκεται ἤδη μέσα μας καί ἀναμένουμε τήν πλήρη ἐπικράτησή της στό τέλος τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός στήν περικοπή μᾶς λέει· «Σᾶς βεβαιώνω πώς ὑπάρχουν μερικοί ἀνάμεσα σέ αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν τόν θάνατο –ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει–», ἕως ὅτου δηλαδή δοῦν νά ἔρχεται δυναμικά ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 

Σταυρός – Ἀνάσταση – Βασιλεία Θεοῦ 

Ἡ φράση τῆς περικοπῆς ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔρχεται δυναμικά «ἐν δυνάμει», σημαίνει πρώτιστα τήν φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο ὡς Σώματος Χριστοῦ καί τήν θαυμαστή ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Θεοῦ σέ Αὐτήν καί τούς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν εἰκόνα τῆς Βασιλείας, καί ὁ ἄνθρωπος πού μετέχει συνειδητά στήν ζωή καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, μετέχει ἀπό τό παρόν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία συνεχῶς ἔρχεται, διαρκῶς μᾶς περιλαμβάνει. Ἔπειτα, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός συνδέει στήν περικοπή τήν θέαση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέ τό γεγονός τῆς ἐπικείμενης Μεταμορφώσεώς Του. Ἑπομένως, ἡ θέαση τοῦ Προσώπου Του, ἡ δόξα τῆς Μεταμορφώσεώς Του πού ἀξιώθηκαν νά ἀτενίσουν οἱ Μαθητές Του, πρίν ἀπό τόν θάνατό τους, στό ὄρος Θαβώρ, εἶναι ἀποκάλυψη τῆς δόξας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς αἰώνιας ζωῆς, τῆς ἀληθινῆς εὐφροσύνης καί ἀγαλλιάσεως. 

Ὁ Χριστός δοξάζεται μέ τήν Ἄκρα Ταπείνωσή Του. Γι’ αὐτό καί λίγο πρίν ἀπό τόν ἑκούσιο θάνατό Του λέγει: «νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 13,31). Τό πάθος, ἡ θυσία, ὁ Σταυρός, ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ συνδέονται ἄρρηκτα μέ τήν δόξα, τήν Ἀνάσταση, τήν Βασιλεία Του. Καί ἡ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀκτινοβολεῖ σέ κάθε πιστό, μέ καλλιεργημένη τήν συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖ ζωντανό κύτταρο τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Σέ κάθε πιστό πού ἀγωνίζεται φιλότιμα νά ἐναρμονίσει τόν τρόπο σκέψεώς του καί ἀξιολογήσεως τῶν πραγμάτων, τό ἦθος καί τήν ζωή του μέ τόν λόγο καί τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ· τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι ζεῖ ὁ Χριστός μέσα του καί ὅτι ὁ ἴδιος ζεῖ μέσα στήν ἀγάπη καί τό φῶς Ἐκείνου. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/38-2026(3825).pdf

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ἡ Εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία ἀναγινώσκεται στήν σημερινή θεία Λειτουργία, προέρχεται ἀπό τήν συνομιλία τοῦ Κυρίου μέ τόν Νικόδημο, ὁ ὁποῖος ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἰσραήλ καί μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Μεγάλου Συνεδρίου. Ἡ περικοπή συνδέεται ἄμεσα μέ τήν σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία ὥρισε νά ἀναγινώσκεται κατά τήν Κυριακή πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τό νόημα τῆς ἐπικείμενης ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ συνοψίζεται στούς τελευταίους στίχους τῆς περικοπῆς: «Γιατί, ὁ Θεός δέν ἔστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο γιά νά καταδικάσει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ». 

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ 

Ὅταν ἦλθε «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ ὥρα δηλαδή πού εἶχε καθορίσει ὁ Θεός, ἀπέστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο (Γαλ. 4,4). Ἡ ἀποστολή αὐτή ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς θείας κενώσεως, τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου, τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται στήν ἱστορική πραγματικότητα. Γίνεται Ἰησοῦς Χριστός, δηλαδή στήν ὑπόσταση, στό πρόσωπό Του ἑνώνεται ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως ἡ Θεότητα μέ τήν ἀνθρωπότητα. Χρίεται ἡ ἀνθρώπινη φύση Του ἀπό τήν θεότητά Του καί ἔτσι γίνεται Σωτήρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, «παγγενοῦς τοῦ Ἀδάμ».

Θυσιάζεται ἑκουσίως ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί αὐτοπροσφέρεται ὡς λύτρο γιά τήν ἀναγέννηση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναλαμβάνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, τήν ὁποία καθηλώνει στόν Σταυρό Του, ἀντιπροσφέροντας σέ κάθε πιστό ἐν ἐλευθερίᾳ τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή. Τοιουτοτρόπως, ὁ Θεός ἐκφράζει τήν ἄπειρη, ἀνέκφραστη καί ἀπερινόητη ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ μόνο στό Πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συναντᾶται λυτρωτικά ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο.

Συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου 

Ἡ συνάντηση αὐτή, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν συγκατάθεση καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται μέθεξη, κοινωνία, ἕνωση τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο. Ὁ φθαρτός καί πεπερασμένος ἄνθρωπος γίνεται, μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἅγιος, αἰώνιος, ἀθάνατος, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου. Μετέχει ἀπό τόν παρόντα βίο στήν καινή κτίση, τήν νέα δημιουργία καί ζωή, στήν ἐρχόμενη Βασιλεία, τήν ὁποία ἐπαγγέλλεται τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου. 

Ἑπομένως, ὁ Κύριος σαρκώνεται, γίνεται καί ἄνθρωπος, ὄχι γιά νά καταδικάσει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά γιά νά τόν σώσει ἀπό τήν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου. «Ἵνα μή ἀπόληται»· γιά νά τόν διαφυλάξει σῶον, ἀκέραιο, χωρίς τόν κατακερματισμό, τήν διαίρεση, τήν ἀπώλεια πού ἐπιφέρουν ἡ φιλαυτία, ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδικία καί ἄλλες μορφές ἀστοχίας τῆς ἀνθρώπινης ἀφροσύνης. Ὁ Χριστός εἶναι χωρίς καμμία διάκριση καί προσωποληψία (Ρωμ. 2,11) τό Φῶς καί ὁ Σωτήρ ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου καί πάντων τῶν ἀνθρώπων πού ἐπιθυμοῦν τήν σωτηρία τους καί πιστεύουν στό ἅγιο Ὄνομά Του.

Ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία τοῦ κόσμου 

Γι’ αὐτό καί ἡ λέξη κόσμος, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται τρεῖς φορές στούς τελευταίους στίχους τῆς περικοπῆς μας, ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη θεολογική καί πνευματική σημασία. Ἀρκετά συχνά στήν Ἁγία Γραφή ἡ λέξη αὐτή ἔχει ἀρνητικό περιεχόμενο, ἀφοῦ σημαίνει τό κοσμικό φρόνημα, δηλαδή τήν ἀλλοτρίωση καί ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, τήν ἐχθρότητα ἤ ἀδιαφορία ἔναντι τοῦ θελήματος καί τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ, τήν ὑποδούλωση στήν φθορά καί τήν ματαιότητα. Ὅμως στήν περικοπή μας, καθώς καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Γραφῆς, κόσμος σημαίνει τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης, τῆς δυνάμεως, τῆς σοφίας, τῆς δόξης Του. 

Καί κορωνίς αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα τῆς ἀρρήτου δόξης τοῦ Θεοῦ, «εἰ καί στίγματα φέρει πταισμάτων» (Νεκρώσιμος Ἀκολουθία). Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «οἷός τις κόσμος δεύτερος», σάν ἕνας δεύτερος δηλαδή κόσμος πού νοηματοδοτεῖ καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, «ἄγγελος ἄλλος, βασιλεύς τῶν ἐπί γῆς, βασιλευόμενος ἄνωθεν, ἐπίγειος καί οὐράνιος, πρόσκαιρος καί ἀθάνατος». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ εὐκοσμία τοῦ κόσμου, ὁ Ὁποῖος κοσμεῖ καί ἀντιδοξάζει μέ τό ἄρρητον καλόν καί κάλλος αὐτούς πού τόν δοξάζουν ὡς Θεό καί Σωτῆρα· ὡς ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/37-2026(3824).pdf

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τό βασικό θέμα, τό ὁποῖο διέπει τήν σημερινή Εὐαγγελική παραβολή, εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός καλεῖ διαρκῶς κοντά Του, χωρίς διακρίσεις καί προσωποληψία, τόν δημιουργηθέντα «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν» Του (Γεν. 1,26) ἄνθρωπο, γιά νά μετάσχει σέ γάμους πνευματικούς, σέ δεῖπνο ἀτελεύτητης ἀγαλλιάσεως καί εὐφροσύνης· γιά νά κοινωνήσει καί νά ἑνωθεῖ μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τῆς ἀλήθειας, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας· μέ τόν Δημιουργό του, τόν Βασιλέα τῆς Δόξης καί Θεό τοῦ παντός. Καί ὁ ἄνθρωπος πῶς ἀξιολογεῖ αὐτήν τήν ὑπέρμετρη τιμή καί εὐλογία νά προσκαλεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό σέ κοινωνία ἀγάπης; Κάποιοι ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν τήν πρόσκλησή Του, ἀδιαφοροῦν παντελῶς γιά αὐτήν καί ἀποκτοῦν ἐχθρική στάση καί διάθεση ἔναντι τοῦ Εὐεργέτη Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων πού Ἐκεῖνος ἀποστέλλει γιά νά τούς καλέσει κοντά Του. Κάποιοι ἄλλοι ἀποδέχονται τήν πρόσκληση μέ εὐγνωμοσύνη καί παρακάθηνται ὡς συνδαιτυμόνες στήν βασιλική τράπεζα. Ἄλλοι προσέρχονται μέν, ἀλλά ἀπροετοίμαστοι καί χωρίς συναίσθηση. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν Του ἔχει καθοριστική σημασία γιά τήν ὕπαρξή του, τήν πρόσκαιρη καί αἰώνια ζωή του.

Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ 

Ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση τῆς θείας ἀγάπης δέν ματαιώνει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ οὔτε τό σχέδιο τῆς οἰκονομίας, τῆς προνοίας Του γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ πατήρ μου –λέει ὁ Χριστός– ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. 5,17). Τό ἔργο τοῦ Θεοῦ συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φανέρωσή Του στόν κόσμο καί στήν ἐν ἐλευθερίᾳ πρόσκληση τοῦ ἀνθρώπου νά μετάσχει τῆς θείας ζωῆς. Καί ἄν ὁ Θεός παρέμενε κεκρυμμένος καί ἄγνωστος, τότε ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν δικαιολογημένος νά ἀρνεῖται τήν πρόσκληση στούς βασιλικούς γάμους καί τό δεῖπνο τῆς ζωῆς, καθώς λέει ὁ Κύριος: «Ἄν δέν εἶχα ἔρθει καί δέν τούς εἶχα κηρύξει, δέν θά εἶχαν ἁμαρτία. Τώρα ὅμως δέν ἔχουν καμμία δικαιολογία γιά τήν ἁμαρτία πού διαπράττουν» (Ἰωάν. 15,22). 

Ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπησή Του μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια περί τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος τότε ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀγαπήσει τό σκοτάδι περισσότερο ἀπό τό φῶς ἐπειδή οἱ πράξεις του εἶναι πονηρές (Ἰωάν. 3,19). Πῶς μπορεῖς νά μείνεις ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἡ ζωή σου εἶναι γεμάτη ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως, τῆς μετανοίας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο; Καί πῶς μπορεῖς νά ἀνταποκριθεῖς στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ὅταν εἶσαι βυθισμένος στά ἔργα τοῦ σκότους καί παραμένεις μέ τήν θέλησή σου ἐγκλωβισμένος στόν ἐγωισμό, τήν ἀπιστία, τήν λήθη καί τήν ἄγνοια; 

Τό ἔνδυμα τοῦ γάμου 

Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ δέν συνεπάγεται αὐτόματα καί τήν σωτηρία, καθώς μᾶς λέει ὁ Κύριος: «πολλοί γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ. 20,16). Πράγματι, ἡ κατάφαση στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει καί ὁρισμένες ὑποχρεώσεις ἐκ μέρους τοῦ πιστοῦ, δεδομένου ὅτι ἡ ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μία ὁριστική καί τελική κατάσταση, ἀλλά ἕνας διαρκής ἀγώνας πρός τήν τελειότητα μέ ἐξακολουθητικό χαρακτήρα. Γίνεται κάποιος συνεχῶς χριστιανός, ὅταν ἡ πίστη ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τά ἔργα του. 

Ἐπί παραδείγματι, πῶς μπορῶ νά ἰσχυρίζομαι ὅτι πιστεύω στόν Θεό καί Τόν ἀγαπῶ ὅταν μισῶ τόν ἀδελφό μου; (Α΄ Ἰωάν. 4,20). Ὡς ἐκ τούτου, ὅταν ὁ βασιλέας τῆς παραβολῆς ἐκβάλλει στό «σκότος τό ἐξώτερον» τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού τόλμησε νά εἰσέλθει στήν αἴθουσα τοῦ γάμου χωρίς τό κατάλληλο ἔνδυμα, οὐσιαστικά τιμωρεῖ τήν ἀναιδῆ ἀμέλεια, τήν ἀδιαφορία, τήν προσβολή, τήν ἔλλειψη ἔργων ἀγάπης, πίστεως, δικαιοσύνης, ἐλεημοσύνης. Μάλιστα, στόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο τονίζεται ἰδιαιτέρως ἡ ἀναγκαιότητα τῶν ἔργων ὡς καρποῦ τῆς νέας, ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ὅτι «ἔνδυμα τοῦ πνευματικοῦ γάμου ἐστίν ἡ ἀρετή». 

Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τούς βασιλικούς γάμους δέν ἔγινε γιατί δέν φοροῦσε τό κατάλληλο ἔνδυμα, ἀλλά γιατί δέν θέλησε νά τό φορέσει, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι Ἐκεῖνος πού μᾶς ἐνδύει μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας. Αὐτό πού ζητεῖ εἶναι ἡ ἐλεύθερη συγκατάθεσή μας γιά αὐτή τήν ἔνδυση, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγησή μας καί τήν συμμετοχή στήν θεία Εὐχαριστία.

 Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/36-2026(3823).pdf

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ

Ἡ παροῦσα παραβολή ἀναφέρεται στό σχέδιο τῆς Οἰκονομίας, τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, πρόκειται περί μιᾶς διηγήσεως πού κάνει λόγο γιά τό μυστήριο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία βρίσκεται ἤδη «ἐντός ἡμῶν» (Λουκ. 17,21) καί θά ἀποκαλυφθεῖ πλήρως στό τέλος τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος, ὅταν ὁ Κύριος τῆς Ἐκκλησίας θά κρίνει «ζῶντας καί νεκρούς». 

Ὁ Οἰκοδεσπότης τῆς διηγήσεως φύτευσε τόν ἀμπελώνα, τόν περιέβαλε μέ «φραγμόν» (φράκτη) γιά νά τόν προστατεύσει, ἔσκαψε «ληνόν» (πατητήρι) γιά τήν κατεργασία τῶν σταφυλιῶν καί οἰκοδόμησε «πύργον» γιά τήν ἐποπτεία τοῦ χώρου. Σέ αὐτόν τόν ἀμπελώνα ἔθεσε γεωργούς γιά νά ἐργασθοῦν μέχρι τήν περίοδο τοῦ θέρους, ὁπότε θά ἔρχονταν οἱ ἄνθρωποί του γιά τήν ἀπόδοση τοῦ λογαριασμοῦ. 

Ἡ ἰδιοποίηση τῶν καρπῶν τοῦ ἀμπελώνα 

Ὅμως, οἱ γεωργοί σκεπτόμενοι μέ πονηρία συνέλαβαν τούς πρώτους ἀπεσταλμένους τοῦ Οἰκοδεσπότη καί τούς κακοποίησαν, τούς «ἔδειραν», τούς «ἀπέκτειναν», τούς «ἐλιθοβόλησαν». Κακοί γεωργοί, βεβαίως, εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού δέν θέλουν νά ἀναγνωρίσουν ὅτι «ὁ ἀμπελώνας», ὁ κόσμος, ἡ ζωή, τό δῶρο τῆς ὑπάρξεως ἔχουν δοθεῖ ἀπό τόν Θεό γιά ἕναν σκοπό· γιά νά μετάσχει ὁ ἄνθρωπος στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νά γνωρίσει, νά ἀναγνωρίσει τόν Ἐνανθρωπήσαντα Κύριο τῆς Δόξης ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή του, καί νά γεμίσει ὁλόκληρος ἀπό τήν ζωή, τήν χάρι, τήν ἁγιότητα, τήν δόξα καί ἀθανασία τοῦ Θεοῦ, στόν παρόντα αἰώνα καί τήν αἰωνιότητα. Ἀπεσταλμένοι τοῦ Κυρίου, στό πρῶτο στάδιο τῆς ἀποστολῆς, εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Πατριάρχες, οἱ Δίκαιοι τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ, τούς ὁποίους μέ πεῖσμα δέν ἀποδέχθηκε ὁ κόσμος ἀλλά τούς σκότωσε. Οἱ γεωργοί τῆς παραβολῆς ἤθελαν νά κατακρατήσουν, νά ἰδιοποιηθοῦν τούς καρπούς, δηλαδή νά ζήσουν ἀπό τίς δωρεές, τά χαρίσματα, τόν πλοῦτο τῆς καλοσύνης τοῦ Θεοῦ, χωρίς, ὅμως, νά ἀποδεχθοῦν Αὐτόν πού προσφέρει τά ἀγαθά. Ὁ Κύριος ὅμως, ὁ Ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4), δέν ἐγκαταλείπει τό πλάσμα Του. Συνεχῶς δεικνύει ὁδούς μετανοίας, σωτηρίας, ἐπιστροφῆς. 

Ὁ Κύριος κατεργάζεται τήν σωτηρία τοῦ κόσμου 

Ὁ Οἰκοδεσπότης, παρότι λυπήθηκε καί ἐξοργίσθηκε ἀπό τήν ἄδικη συμπεριφορά τῶν ἀμπελουργῶν, ἀποστέλλει νέα, σημαντικότερα πρόσωπα, πού δραστηριοποιοῦνται στήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης· τούς Μαθητές καί Ἀποστόλους, τούς Ἁγίους καί τούς Πατέρες, στούς ὁποίους ἔκαναν τά ἴδια· τούς δίωξαν, τούς λιθοβόλησαν, τούς θανάτωσαν. Τέλος, ὁ Κύριος τοῦ ἀμπελώνα ἀποφασίζει νά στείλει τόν ἴδιο τόν Υἱό Του, μήπως οἱ γεωργοί ντραποῦν τήν ἀξία Του καί τόν σεβασθοῦν. Ὅμως, ἡ συμπεριφορά τους εἶναι ἀκόμη σκληρότερη· τόν ὁδηγοῦν ἔξω ἀπό τόν ἀμπελώνα καί τόν σταυρώνουν. Καί ἐδῶ βρίσκεται τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Υἱός Του σταυρούμενος θυσιάζεται γιά τήν ζωή καί τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Στό μῖσος, τήν ἀδικία, τήν κακότητα ἀνταποδίδει ἀγάπη, συγχώρηση, στοργή. Δέν παύει νά ἀποστέλλει διαρκῶς τήν χάρι, τό φῶς, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, τούς καλούς γεωργούς γιά τήν μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου· γιά τήν ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τήν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου, τήν νίκη τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου. 

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀκρογωνιαῖος λίθος 

Ἡ διήγηση ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀναφορά στό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ «ἀκρογωνιαῖος λίθος», δηλαδή ἡ κεφαλή τῆς οἰκοδομῆς, πού μπορεῖ νά ἀπέρριψαν σάν ἀκατάλληλο οἱ οἰκοδόμοι, ὅμως, ἐπάνω σέ Αὐτόν στηρίζεται ὅλο τό οἰκοδόμημα τῆς ζωῆς, καθότι ὁ Χριστός ἑνώνει τούς λαούς σέ μία Ἐκκλησία καί μεταβάλλει τόν κόσμο σέ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι εἶναι «ἡ ἄμπελος», τό κλῆμα, καί ἐμεῖς οἱ πιστοί «τά κλήματα», οἱ κληματόβεργες. Ἐκεῖνος πού μένει ἑνωμένος μαζί Του θά δώσει ἄφθονο καρπό, γιατί χωρίς τόν Χριστό κανείς δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε (Ἰωάν. 15,5). Ὁ Θεός γνωρίζει πῶς θά ἀντιμετωπίσει τούς ἀγνώμονες γεωργούς καί πῶς θά διαχειρισθεῖ τήν κακία τους, ἡ ὁποία σέ κάθε ἐποχή ἀντιστέκεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί δέν ἀποδίδει σέ Αὐτόν τίς ὀφειλές ἀπό τήν καλλιέργεια τοῦ ἀμπελώνα· τήν μετάνοια, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα, τήν ἀγάπη. Ἄς εὐχηθοῦμε, νά παραμένουμε πάντοτε ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό καί νά τοῦ προσφέρουμε τούς καρπούς μέ πνεῦμα εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας, τῶν πνευματικῶν μας ἀγώνων. 

 Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/35-2026(3822).pdf

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Κατά τήν σημερινή λειτουργική Σύναξη ἀποδίδεται, δηλαδή ὁλοκληρώνεται ὁ ἑορτασμός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τῶν ἀποστολικῶν ἤδη χρόνων, τιμᾶ ἀξιοχρέως τήν Παναγία Θεοτόκο, ὄχι μόνον γιά τίς ἀρετές πού τήν κοσμοῦσαν, ὅπως τήν ἀνυπέρβλητη ἀγάπη καί ἀφοσίωσή Της πρός τόν Θεό, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ὑπακοή, τήν ἐμπιστοσύνη στίς θεῖες ἐπαγγελίες, ἀλλά κυρίως γιά τό ὅτι ἀξιώθηκε νά γίνει ἡ μόνη Θεοτόκος. Αὐτή πού ἔτεκε, ἐγέννησε, τόν Θεόν-Λόγον, τόν Υἱό τοῦ ζῶντος Θεοῦ, μέ τήν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἱεροί ὑμνογράφοι καί θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζουν τήν Παναγία ὡς Πύλη τῆς Ζωῆς. Μέσῳ Αὐτῆς ὁ Σωτήρ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Χριστός, κατῆλθε σέ τοῦτο τόν κόσμο τῆς ὀδύνης, τῶν δακρύων, τοῦ πόνου, τῶν ἀδικιῶν, τῶν πολέμων γιά νά τόν ἁγιάσει, νά τόν μεταμορφώσει, νά τόν ἐξευγενίσει, καλῶντας μέ ἐλευθερία τούς πάντες κοντά Του. Καί μέσῳ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία εἶναι εἰκόνα καί σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέρχεται ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό καί Πατέρα, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρός τό Φῶς τῆς Τρισηλίου Θεότητος.

Γι’ αὐτό ἡ Παναγία εἶναι ἡ Πύλη τῆς Ζωῆς, ἡ κλῖμαξ πού μᾶς ὁδηγεῖ στόν Οὐρανό, ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς. Οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χορεία τῶν Ἀποστόλων, πού ἦσαν «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει σύν γυναιξί καί Μαρίᾳ τῇ μητρί τοῦ Ἰησοῦ» (Πράξ. 1,14), εἶχαν στό κέντρο τῆς συνάξεώς τους τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ συνέργεια τῆς Παναγίας στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου ἔγινε ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Θεοτόκος θεωρεῖται ὡς τό πολυτιμότερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί τό σπουδαιότερο δῶρο τῆς ἀνθρωπότητας πρός τόν Θεό.

Ἕνα εἶναι χρήσιμο καί ἀναγκαῖο 

Ἡ περικοπή πού ἀναγινώσκεται σήμερα στήν θεία Λειτουργία πρός τιμήν τῆς Παναγίας, προέρχεται ἀπό τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Ὁ Εὐαγγελιστής διηγεῖται τήν πορεία τοῦ Ἰησοῦ πρός τά Ἱεροσόλυμα καί τήν συνάντηση πού εἶχε σέ κάποια κωμόπολη μέ τήν Μάρθα καί τήν Μαρία. Οἱ γυναῖκες αὐτές, κατά σάρκα ἀδελφές, εἶχαν διαφορετικό χαρακτῆρα. Ἡ Μάρθα, περισσότερο ἐξωστρεφής καί δραστήρια, ἀσχολεῖτο ὑπέρ τό δέον μέ τήν φιλοξενία τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἡ Μαρία καθόταν κοντά στά πόδια Του καί ἄκουγε ἀπερίσπαστη τήν διδασκαλία Του. Κάποια στιγμή ἡ Μάρθα ἐκφράζει τό παράπονό της γιατί ἡ ἀδελφή της τήν ἄφησε μόνη στό ἔργο τῆς φιλοξενίας καί, τότε, λαμβάνει τήν ἑξῆς ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό: «μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά· ἑνός δέ ἐστι χρεία», ἀσχολεῖσαι καί ἀνησυχεῖς γιά πολλά πράγματα, ἀλλά ἕνα μόνο χρειάζεται. Ἡ Μαρία ἐπέλεξε τήν καλή μερίδα, πού ποτέ δέν θά τῆς ἀφαιρεθεῖ. Αὐτή ἡ ὠφέλιμη μερίδα, εἶναι ὁ διακαής πόθος κάθε ἀληθινά πιστοῦ νά βρίσκεται πάντοτε κοντά στόν Κύριο· νά τρέφεται, νά ζωογονεῖται, νά ἐμπνέεται ἀπό τήν παρουσία Του, ἀπό τόν λόγο Του, ἀπό τά μυστήρια τῆς Βασιλείας Του. Καί ἡ διακονία χρειάζεται· καί ἡ φιλοξενία εἶναι ἀπαραίτητη· ὅμως, δέν πρέπει νά ἀποβαίνει σέ βάρος τῆς προσπάθειας νά εἴμαστε παντοῦ καί πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός πρέπει νά εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης πού θά φωτίζει κάθε πτυχή τοῦ βίου, τῶν σκέψεων, τῶν ἔργων μας. Τό Εὐαγγέλιό Του πρέπει νά γίνεται τό ὕψιστο κριτήριο τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως.

Ἡ Παναγία πρότυπο πνευματικῆς ζωῆς 

Ὁ Κύριος, στό τέλος τῆς περικοπῆς, μακαρίζει ὅλους ὅσοι ἀκοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν φυλάσσουν. Ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία Τόν γέννησε καί Τόν θήλασε εἶναι ἡ ὄντως Παμμακάριστος, γιατί ἡ δύναμη, ἡ ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου συνεῖχε ὅλη τήν ὕπαρξή Της καί ἐναρμόνιζε πρός αὐτόν ὅλο τόν βίο Της. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀκούει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τόν θεωρεῖ ὡς τήν κατευθυντήριο δύναμη τῆς ζωῆς του, μοιάζει κατά τό δυνατόν, μέ τήν Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. 

Αὐτό εἶναι τό ὕψιστο χάρισμα καί ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ σέ κάθε πιστό, καθότι μέσα στά ἐσωτερικά σκοτάδια, τήν γενική ἀναστάτωση, τήν ἀνασφάλεια καί τόν φόβο ὁ πιστός μπορεῖ νά λέει μαζί μέ τόν προφήτη Δαυίδ: «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105). Φῶς στήν ζωή μου εἶναι ὁ νόμος σου, Κύριε. Φῶς πού φωτίζει τήν πορεία τῆς ὑπάρξεώς μου. Εἴθε μέ τίς εὐχές τῆς Παναγίας Θεοτόκου, αὐτό τό Φῶς τοῦ θείου λόγου νά ἀκτινοβολεῖ στήν ζωή κάθε ἀνθρώπου, ὥστε νά δοξάζεται ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐξάγει «ἐκ σκότους καί σκιᾶς θανάτου» (Ψαλμ. 106,14) καί γεμίζει τήν συνείδησή μας μέ τό φῶς τῆς θεότητός Του. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΡΑΠΕΥΤΩΝ

Στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος διηγεῖται τήν θεραπεία ἑνός δαιμονιζομένου νέου, ἐπισημαίνοντας δύο κυρίως σημεῖα· τήν ἐξουσία τοῦ Κυρίου κατά τῶν δαιμόνων καί ἀκολούθως τόν διάλογό Του μέ τούς Μαθητές περί τῆς ἀπιστίας, ὡς αἰτίας γιά τήν ἀδυναμία τους νά ἐπιτελέσουν τήν θεραπεία, καί περί τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως. Ὁ Χριστός εἶχε δώσει στούς Μαθητές Του τήν ἐξουσία νά κυριαρχοῦν ἐπάνω σέ ὅλη τήν δύναμη τοῦ ἐχθροῦ (Λουκ. 10,19), νά ἐπιτελοῦν θαυμαστές θεραπεῖες μέ τήν Χάρι τοῦ Ὀνόματός Του. Καί ὅμως, σέ αὐτή τήν περίπτωση δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τόν βασανισμένο νέο, πού ταλαιπωρεῖτο ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ. Στό ἐρώτημα πού ὑπέβαλαν οἱ Μαθητές στόν Κύριο, γιά ποιόν λόγο δέν μπόρεσαν νά βγάλουν τό δαιμόνιο αὐτό, ἔλαβαν τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν».

Ἡ πίστη ὡς δύναμη θεραπευτική 

Ἑπομένως, τό ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ διώξη τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων, ἡ ἀπαλλαγή τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό σκότος τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ διαβόλου ἑδράζεται ἐπάνω στήν ἀκλόνητη πέτρα τῆς πίστεως πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅσο περισσότερο ἀληθινή, φωτεινή, ἐκκλησιαστική, δηλαδή ἀποστολική, πατερική, ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη μας τόσο πιό πολύ ἀκτινοβολεῖ ἀγάπη καί δύναμη θεϊκή, πού κάνει τά ἀδύνατα δυνατά καί μετακινεῖ ἀκόμη καί τά ὄρη τῶν παθῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαυτίας καί ἰδιοτέλειας. Ἄρα οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἀνάγκη ἀπό περισσότερη πίστη· γι’ αὐτό κάποτε μέ αὐτογνωσία Τοῦ ζήτησαν νά αὐξήσει τήν πίστη τους· «πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17,5). Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ πίστη δέν εἶναι κάτι δεδομένο, στατικό, παρελθοντικό, ἀλλά εἶναι τό διαρκῶς ἐπιζητούμενο πού ἔχει τήν δύναμη νά μεταποιεῖ, νά μεταβάλλει τά πάντα· τήν ἐσωτερική καί ἐξωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, τόν κόσμο ὁλόκληρο, καί νά θεραπεύει ὁτιδήποτε ἔχει ἀνάγκη θεραπείας, ἰάσεως, ἀποκαταστάσεως. 

Οἱ διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας

 Οἱ λειτουργοί τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐλεήθηκαν νά διακονοῦν στό ἅγιο Θυσιαστήριο, νά κηρύσσουν τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Χριστό, νά συμβάλλουν στήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων, ὀφείλουν μέ καθαρή καί ἀκατάκριτη συνείδηση, μέ λευκό τόν χιτώνα τῆς ψυχῆς τους, μέ θυσιαστικό φρόνημα καί ἀγάπη Χριστοῦ νά γίνονται μάρτυρες τῆς Ἀληθείας πού παραδίδει ἡ Ἐκκλησία ὡς καινούργιο τρόπο ζωῆς καί νά συνεχίζουν μέ συνέπεια τό ἀποστολικό ἔργο. Ὁ πατέρας τῆς περικοπῆς μας, ἐάν ζοῦσε σήμερα, θά ἐξέφραζε καί πάλι αὐτό τό παράπονο πρός τόν Χριστό· οἱ Μαθητές σου δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό παιδί μου. Ὅμως, ὁ Κύριος, σέ κάθε ἐποχή, ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητές Του νά καλλιεργοῦν μιά δυνατή καί ζωντανή πίστη, πού νά συνδυάζεται μέ προσευχή καί νηστεία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ διάκονος τοῦ Θεοῦ ὡριμάζει πνευματικά, βιώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του, γίνεται ἱκανός νά βοηθήσει καί τούς ἀδελφούς του να γνωρίσουν τόν Χριστό καί νά γίνουν συνειδητά μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, τῆς κιβωτοῦ τῆς σωτηρίας. Καί αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα, ἡ πηγή καί τῶν ἄλλων θαυμάτων. 

Αὐτοπαράδοση στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ 

Οἱ ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, βεβαίως, δέν ἔρχονται σέ αὐτή τήν γῆ ἀπό κάποιον ἄλλο πλανήτη. Μέσα ἀπό τίς συνθῆκες τῆς οἰκογενειακῆς, μαθητικῆς, κοινωνικῆς, ἐπαγγελματικῆς ζωῆς τους πρίν ἀπό τήν χειροτονία τους, διαμορφώνουν τό ἦθος τους καί θεμελιώνουν τήν προσωπικότητά τους. Καί ἐδῶ ἔχει καθοριστική σημασία ἡ ἀγωγή πού προσφέρεται σέ νέους μέ κλίση γιά τήν Ἱερωσύνη ἀπό τούς γονεῖς, τούς πνευματικούς πατέρες, τήν ἐνορία, τόν Ἐπίσκοπο, προκειμένου νά ἀγαπήσουν ἀληθινά τόν Χριστό καί νά θεωρήσουν τήν Ἱερωσύνη ὡς θυσία, γιά νά μπορέσουν ἀργότερα ὡς Ἱερεῖς καί ποιμένες νά διακονήσουν σωστά τόν συνάνθρωπο καί τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας. 

Βεβαίως, ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις εἶναι ἀδύνατον νά φανεῖ ἀντάξιος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετήσει μέ ἀποστολική πιστότητα τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ λειτουργός τοῦ Θεοῦ ὀφείλει μέ βαθειά ταπεινοφροσύνη νά καταθέτει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ τήν ἀδυναμία, τίς παραλείψεις, τίς ἁμαρτίες, τήν ὀλιγοπιστία του καί νά ζητεῖ ἀπό Ἐκεῖνον τήν ἀναπλήρωση τῶν ἐλλείψεών του. Μέ τήν προσευχή νά γεμίζει τήν ὕπαρξή του μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· μέ τήν νηστεία νά παραδίδεται χωρίς ὅρους καί ὅρια στήν θεία Ἀγάπη. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/32-2026(3819).pdf

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η ΓΑΛΗΝΗ ΣΤΙΣ ΤΡΙΚΥΜΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Τό θαῦμα πού παρουσιάζει ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή συνέβη μετά τόν χορτασμό τῶν χιλιάδων ἀνθρώπων μέ τούς πέντε ἄρτους καί τά δύο ψάρια, κατόπιν τῆς εὐλογίας τοῦ Κυρίου. Στόχος τῆς ἀφηγήσεως καί αὐτοῦ τοῦ θαύματος εἶναι νά βοηθήσει κάθε ἄνθρωπο νά γνωρίσει ποιός εἶναι ἀληθινά ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ποιό εἶναι τό ἔργο Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τό πλῆθος πού ἀκολούθησε τόν Κύριο, χορτασμένο πλέον ψυχικά καί σωματικά, ἔπειτα ἀπό τόν θαυματουργικό πολλαπλασιασμό τῶν τροφίμων, καί ἀναπαυμένο ἀπό τήν θέα τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ἀποχώρησε ἀπό τόν ἔρημο τόπο. Ὁ Κύριος τότε κατέφυγε σέ κάποιον κοντινό λόφο γιά νά προσευχηθεῖ, ἀφοῦ προηγουμένως ζήτησε ἀπό τούς Mαθητές Του νά ἐπιβιβασθοῦν στό πλοῖο καί νά τόν περιμένουν στήν ἀπέναντι ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας. Ὅμως, ὅταν τό πλοῖο βρέθηκε στήν μέση τῆς λίμνης, ἕνας δυνατός ἄνεμος προκάλεσε φοβερή τρικυμία, σέ σημεῖο νά κινδυνεύει ἡ ζωή τους. 

Οἱ Mαθητές γιά πολλή ὥρα μάχονταν μέ τά κύματα, ἀλλά δέν καταποντίζονταν γιατί ὁ Χριστός προσευχόταν καί γι’ αὐτούς. Μέσα ἀπό τήν προσευχή τούς διοχέτευε τήν ἀγάπη καί πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Ἐν συνεχείᾳ, τόν πανικό ἀπό τόν κίνδυνο πού διέτρεχαν διαδέχθηκε ἕνας πρωτόγνωρος τρόμος ἀπό τό περίεργο θέαμα πού ἀντίκρυσαν κατά τά ξημερώματα. Εἶδαν μιά μορφή νά περπατᾶ πάνω στά ἀγριεμένα κύματα, νόμισαν ὅτι ἔβλεπαν φάντασμα καί ἔβαλαν τίς φωνές ἀπό τόν φόβο. Ὅμως, αὐτή ἡ μορφή ἦταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Ὁποῖος ἀπευθυνόμενος πρός αὐτούς εἶπε· «θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μή φοβεῖσθε».

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ 

Ἡ ἐνέργεια, ἡ δύναμη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ δέν περιορίζεται ἀπό τόν χῶρο, τόν χρόνο, τά φυσικά φαινόμενα. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ὅπου βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως τάξις». Ἔτσι, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ περιπατεῖ ἐπί τῶν ἀγριεμένων κυμάτων, καλεῖ τόν Πέτρο κοντά Του, τόν σώζει ἀπό τόν καταποντισμό τῆς ὀλιγοπιστίας, γαληνεύει τήν ταραγμένη θάλασσα. 

Μέ τά ἴδια λόγια ὁ Χριστός ἀπευθύνεται καί στόν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς, γιατί αὐτό εἶναι τό ἔργo τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. 5,17). Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐργάζονται ἀκατάπαυστα γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μέ ἕνα τρόπο μυστικό καί ἀπόρρητο, πού ὅμως ἀποκαλύπτεται ὡς φῶς καί ζωή καί δύναμη Θεοῦ σέ αὐτούς τούς τρεῖς λόγους τοῦ Χριστοῦ:

Θάρρος καί ἐν Χριστῷ ἀφοβία 

Θαρσεῖτε, ἔχετε θάρρος γιατί ἐγώ εἶμαι πάντοτε μαζί σας· στούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις, στίς ἀσθένειες καί τούς κινδύνους, στόν πόνο καί τήν ὀδύνη, στήν ἀδικία καί τήν ἀμφισβήτηση, στήν χαρά καί τήν εὐφροσύνη. «Εἰ ὁ Θεός ὑπέρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν;» (Ρωμ. 8,31), καθώς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἐάν, δηλαδή, εἶναι ὁ Θεός μαζί μας, ποιός μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον μας;

 «Ἐγώ εἰμι», ἡ φράση αὐτή μᾶς θυμίζει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πρός τόν Μωυσῆ στό ὄρος Σινᾶ «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» (Ἔξ. 3,14). Ἐγώ εἶμαι Αὐτός πού Εἶναι, ἡ πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀθανασίας, «ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Ἀποκ. 1,8). Ὁ Κύριος ἔρχεται συνεχῶς γιά νά μᾶς συναντήσει· νά μᾶς μεταγγίσει τήν ζωή, τό φῶς, τήν ἁγιότητα, τήν ἀθανασία Του, ὥστε νά εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του στήν παροῦσα ζωή καί τήν αἰωνιότητα. 

Μή φοβεῖσθε· Ὁ ὅσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης ἔλεγε συχνά τόν ἑξῆς στίχο: «Σύν Χριστῷ πανταχοῦ, φόβος οὐδαμοῦ». Πράγματι, ὅταν ὁ πιστός βιώνει παντοῦ καί πάντοτε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή του, μεταμορφώνει τόν φυσικό φόβο σέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο. Ἐργάζεται, κοπιάζει, προσπαθεῖ, ἀγωνίζεται, ἀλλά χωρίς ἄγχος καί ἀνασφάλεια, πανικό καί τρόμο. Γιατί στόν Χριστό δέν ὑπάρχει κατήφεια, μελαγχολία, ἐνδοστρέφεια, ἀφοῦ ὁ Χριστός εἶναι νέα ζωή· εἶναι τό Πᾶν.

Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή ἡ ἀληθινή, τό πλήρωμα τῆς ἀγαλλιάσεως καί τῆς εὐφροσύνης. Εἴθε αὐτές οἱ σκέψεις νά στηρίζουν ὅλους μας στίς δυσκολίες καί τούς κινδύνους, στίς θύελλες καί τίς τρικυμίες τῆς ζωῆς. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/31-2026(3818).pdf

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Ο ΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή περιγράφει μέ ἐντυπωσιακή ἁπλότητα ἕνα ἀπό τά πλέον γνωστά θαύματα τοῦ Κυρίου, αὐτό τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων. Μάλιστα, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία τό γεγονός ὅτι τό ἐν λόγῳ θαῦμα διασώζεται καί ἀπό τούς τέσσερις Εὐαγγελιστές. 

Καθώς ἀφηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ὅταν ὁ Κύριος πληροφορήθηκε τόν ἀποκεφαλισμό τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, μετέβη μέ πλοῖο σέ ἕνα ἔρημο τόπο μόνος Του. Τό πληροφορήθηκε ὅμως τό πλῆθος καί τόν ἀκολούθησε πεζοπορῶντας ἀπό τίς παρακείμενες πόλεις. Βλέποντας ὁ Χριστός τόσους πολλούς ἀνθρώπους, τούς εὐσπλαγχνίσθηκε καί θεράπευσε τούς ἀρρώστους πού τοῦ ἔφεραν. Ἡ ὥρα ὅμως περνοῦσε καί οἱ Μαθητές Τοῦ ὑπενθύμισαν ὅτι ὁ τόπος ἦταν ἔρημος καί ἔπρεπε νά ἀφήσει τά πλήθη νά φύγουν, γιά νά πᾶνε στά γύρω χωριά καί νά προμηθευτοῦν τρόφιμα. Ἀλλά ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ σίγουρα ἐξέπληξε τούς Μαθητές: «δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». Δέν ὑπάρχει λόγος νά φύγουν, δῶστε τους ἐσεῖς νά φᾶνε, τούς εἶπε.

Ἀλλαγή τοῦ τρόπου θεωρήσεως τῶν πραγμάτων 

Μέ τήν ἐντολή αὐτή τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε ἀνατροπή τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης σκέψεως καί ἀναγωγή στό ἐπίπεδο τῆς θυσίας, τῆς ἀγάπης καί τῆς θαυματουργίας. Τοιουτοτρόπως, οἱ Μαθητές διδάσκονται σταδιακά ὅτι ὡς μιμητές τοῦ Διδασκάλου τους ὀφείλουν νά προσφέρουν οἱ ἴδιοι αὐτό πού ἔχουν καί ὅτι πρέπει νά ἀποκτήσουν τήν συνείδηση ὅτι ἡ λύση τῶν ζητημάτων πού προκύπτουν πρέπει νά ἀρχίζει ἀπό τούς ἴδιους, μέ ἐμπιστοσύνη στήν δύναμη, τήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὁ ἀληθινός Χριστιανός δέν μεταθέτει τήν δική του εὐθύνη σέ κάποιον ἄλλο, ἀλλά προσπαθεῖ νά ἀνταποκριθεῖ σέ αὐτό πού πρέπει νά πράξει σέ κάθε περίσταση. 

Ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά δοῦμε καί τήν δική μας ζωή, τήν διακονία καί δράση μας μέσα ἀπό αὐτή τήν προτροπή τοῦ Χριστοῦ, ἴσως διαπιστώσουμε ὅτι καί ἐμεῖς, ὄχι σπάνια, ἐπιδιώκουμε τήν μετάθεση τῆς προσωπικῆς μας εὐθύνης. Λόγου χάριν στήν καθημερινότητά μας πολύ συχνά διαπιστώνουμε πολλά καί ποικίλα προβλήματα, ὅπως ὅτι ἡ κοινωνία μας δέν ἐξελίσσεται ὁμαλά· ἡ νεολαία παραπαίει· ὁ θεσμός τῆς οἰκογένειας διέρχεται μεγάλη κρίση· ἡ ποιότητα τῆς παιδείας ὑποβαθμίζεται· ἡ ἀγάπη ἐκλείπει, τό ἴδιο ἡ εἰρήνη καί ἡ δικαιοσύνη· ἡ ὑποκρισία κυριαρχεῖ στίς διαπροσωπικές σχέσεις· ἑκατομμύρια ἄνθρωποι πεινοῦν, μέ τούς πολέμους νά ἐπιτείνουν τήν δυστυχία. Ἀρκεῖ ὅμως νά περιγράφουμε τήν τραγικότητα τῶν καιρῶν μας καί τό τί πρέπει νά γίνει ἀπό τούς ἄλλους, τούς «ὑπευθύνους», ἤ μήπως ὀφείλουμε παράλληλα νά ἐξετάζουμε σοβαρά τί μποροῦμε νά προσφέρουμε καί ἐμεῖς, χωρίς νά ἐξαιροῦμε τόν ἑαυτό μας; 

Ἔμπρακτη βίωση τοῦ Εὐαγγελίου

 Ἔγραφε ὁ ἀοίδιμος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος: «Μιλᾶς γιά τόν πόνο πού ὑπάρχει· ἀπάλυνέ τον. Γιά τήν ὑποκρισία πού κυριαρχεῖ· ἀντίδρασε σέ αὐτή μέ τήν εἰλικρίνειά σου. Γιά τήν ἀσπλαγχνία καί τήν ἀδικία· ἐπαναστάτησε μέ τήν ἔμπρακτη καλοσύνη σου». Ὅμως, συνήθως, μένουμε στήν περιγραφή τοῦ κακοῦ, χωρίς νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ ἀγαθοῦ. Οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ εἶχαν κάτι ἐλάχιστο, πέντε ἄρτους καί δύο ψάρια· Τοῦ τά προσέφεραν μέ πίστη καί Ἐκεῖνος τά πῆρε στά χέρια Του, τά εὐλόγησε καί χόρτασαν χιλιάδες ἄνθρωποι. Κατά παρόμοιο τρόπο ἄς προσφέρουμε καί ἐμεῖς στόν Χριστό τίς ὅποιες δυνατότητές μας, τήν καλή μας διάθεση, ὅ,τι ἔχουμε, λιγότερο ἤ περισσότερο, καί Ἐκεῖνος θά ἐπαναλάβει τό θαῦμα· ἡ προσπάθειά μας θά καρποφορήσει «καρπόν ἑκατονταπλασίονα» (Λουκ. 8,8) καί θά «χορτάσουν» πολλοί συνάνθρωποί μας. 

Ἡ τροφή τοῦ παντός κόσμου

 Ὁ Χριστός μέ τόν λόγο Του καί τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἐντολές Του, μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τήν, ἐν γένει, ἐκκλησιαστική ζωή μᾶς διατρέφει μέ ἄρτο οὐράνιο καί πόμα ἀφθαρσίας· μέ τό ἅγιο Σῶμα καί Αἷμα Του, πού μᾶς προσφέρεται γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τήν μετοχή μας στήν αἰώνιο ζωή καί Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 

Εἴθε νά προετοιμάζουμε πάντοτε τόν ἑαυτό μας μέ φόβο-σεβασμό Θεοῦ, πίστη καί ἀγάπη, μέ μετάνοια, συγχωρητικότητα, ταπείνωση καί συνείδηση κεκαθαρμένη, γιά νά μετέχουμε, ὅσο τό δυνατόν ἐπάξια, στό μυστήριο τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ· στήν θυσία Του γιά τήν σωτηρία «παγγενοῦς τοῦ Ἀδάμ» (ὅλου τοῦ κόσμου). 

                                                                                                                                        Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/30-2026(3817).pdf

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ καί προβάλλει σήμερα τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συγκροτήθηκε στήν Χαλκηδόνα τῆς Βιθυνίας, στήν Μικρά Ἀσία, τό ἔτος 451. Σκοπός τῆς Συνόδου ἦταν νά ἀντιμετωπίσει τήν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ πού εἶχε ἀναστατώσει τήν Ἐκκλησία. Ὁ μονοφυσιτισμός, ὅπως καί κάθε ἄλλη αἵρεση, προσπάθησε νά ἀλλοιώσει, νά διαστρεβλώσει τήν Ἀλήθεια πού παρέδωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία. 

Ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος διατύπωσε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἐμπειρία γιά τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σύμφωνα μέ αὐτήν, ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος Ἄνθρωπος. Ἔχει δύο φύσεις, τήν θεία καί τήν ἀνθρώπινη, οἱ ὁποῖες ἑνώθηκαν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καί ἀχωρίστως στό πρόσωπο, τήν ὑπόστασή Του. Ὡσαύτως, ἔχει δύο θελήσεις καί δύο ἐνέργειες πού ὑποτάσσονται οἰκειοθελῶς στήν θεία θέληση καί ἐνέργεια.

Ὁ Θεάνθρωπος σώζει τόν ἄνθρωπο 

Γιά τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα ἀλήθεια καί ζωή εἶναι ἀχώριστες πραγματικότητες, καθότι ἡ μία προϋποθέτει τήν ἄλλη. Ἀλήθεια καί ζωή πρώτιστα εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως ὁ ἴδιος μᾶς εἶπε: «Ἐγώ εἰμί ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6). Αἵρεση σημαίνει νά πάρεις ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας καί νά τό βάλεις στήν θέση τοῦ ὅλου. Ὅμως αὐτή ἡ πράξη συνιστᾶ ἀλλοίωση τῆς ἀληθείας καί ἀπώλεια τῆς ζωῆς. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἄρρηκτα μέ τόν λόγο περί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπί παραδείγματι, ἄν ὁ Χριστός εἶναι μόνο τέλειος Θεός καί δέν προσέλαβε πραγματικά τήν ἀνθρώπινη φύση, τότε ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται, γιατί τό «ἀπρόσληπτον» μένει «ἀθεράπευτον», ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἄν ὁ Χριστός εἶναι μόνο ἄνθρωπος, ὅσο τέλειος καί ἰδανικός κι ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά σώσει τόν ἄνθρωπο, γιατί αὐτό εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Στήν ὑπόσταση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀληθινοῦ ἀνθρώπου, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔχουμε τήν ἀληθινή ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, τοῦ κτιστοῦ μέ τό ἄκτιστο. Οἱ μονοφυσίτες ἤ ἀντιχαλκηδόνιοι δέχονταν ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει στήν πραγματικότητα δύο φύσεις. Ὡς τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχει μόνο τήν θεία φύση, ἡ ὁποία ἔχει ἀπορροφήσει τήν ἀνθρώπινη. 

Ἑπομένως, ἐδῶ διαπιστώνεται ἡ ἀπόσυρση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἀπό τήν ζωή τοῦ Θεοῦ. Τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ὀρθόδοξη πίστη ὅτι προορισμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἕνωσή του μέ τόν Θεό καί ἡ μετοχή του στήν θεία ζωή, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τῆς πραγματικῆς προσλήψεως καί θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. 

Φῶς στόν κόσμο 

Γι’ αὐτό ἀκούσαμε στήν εὐαγγελική μας περικοπή τόν Κύριο νά λέγει στούς Μαθητές Του: «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου». Τό φῶς τόσο στήν Παλαιά, ὅσο καί τήν Καινή Διαθήκη, εἶναι τό κατεξοχήν σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Εἶναι ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ γίνονται κήρυκες τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στούς ἀνθρώπους καί τούς προφυλάσσουν ἀπό αἱρέσεις καί ἑτεροδιδασκαλίες, οἱ ὁποῖες χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Τό ἀποστολικό ἔργο συνεχίζει ἀνά τούς αἰῶνες ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, μέσα ἀπό συμπληγάδες πέτρες, πειρασμούς καί δοκιμασίες, μέ τούς θεοφόρους Πατέρες Της, τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν θεολογία καί τήν ζωή τῶν Ἁγίων Της. 

Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουμε ἀκραδάντως ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτός τῆς θείας Ἀποκαλύψεως καί ὅτι δι’ Αὐτῆς γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1,4). Δυστυχῶς, ἄνθρωποι πού κατά καιρούς ὑποδουλώνονται σέ αἱρέσεις, καταστρεπτικές παραθρησκεῖες καί σέ ἄλλες δαιμονικές δυνάμεις δέν ἀποκόπτονται μόνον οἱ ἴδιοι ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δημιουργοῦν σχίσματα, διαιρέσεις πού, ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρώπινου ἐγωισμοῦ, δύσκολα θεραπεύονται καί συμπαρασύρουν στήν πλάνη τους καί ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δέν γνωρίζουν καλῶς τήν διδασκαλία, τό ἦθος καί τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. 

Γι’ αὐτό, ὁ πιστός ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά εἶναι προσεκτικός μπροστά στήν προπαγάνδα προσηλυτισμοῦ ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν, νά μελετᾶ ὀρθόδοξα βιβλία καί νά συμβουλεύεται τούς πνευματικούς πατέρες τῆς ἐνορίας του. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/29-2026(3816).pdf

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος μέ ἐνάργεια μᾶς περιγράφει τήν θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ. Μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ Κυρίου ἀπό τήν χώρα τῶν Γεργεσηνῶν στήν ὡς ἄνω πόλη, κάποιοι ἄνθρωποι Τοῦ ἔφεραν ἕνα παραλυτικό καθηλωμένο στό κρεβάτι του γιά νά τόν θεραπεύσει. Ὁ Χριστός εἶδε τήν βαθειά πίστη τόσο τοῦ ἰδίου τοῦ ἀσθενοῦς, ὅσο καί αὐτῶν πού τόν μετέφεραν, καί εἶπε στόν παραλυτικό κάποια λόγια πού ἐάν δέν ἐγκύψουμε στό βαθύτερο νόημά τους, ἴσως φανοῦν παράδοξα: «θάρσει τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἐνῶ θά περίμενε κάποιος νά ἀποκαταστήσει ὁ Κύριος τήν ὑγεία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, Ἐκεῖνος τοῦ συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες του.

Τί εἶναι ἁμαρτία; 

Ἡ ἁμαρτία δέν πρέπει νά ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς παράβαση κάποιων κανόνων ἠθικῆς ἤ νομικῶν διατάξεων. Ἁμαρτία, κυρίως, σημαίνει νά ἀποστρέφεται κάποιος τόν Θεό, νά τόν ἐξοβελίζει ἀπό τήν ζωή του, καί στήν θέση του νά τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του ἤ ἄλλους «θεούς» – εἴδωλα, ὅπως τήν πλεονεξία, τήν ἀδικία, τήν φιληδονία. Ὅταν ὅμως ἀπομακρύνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό, ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ζωή, τήν ἀλήθεια, τό φῶς, τήν χαρά καί τότε καταδικάζει τόν ἑαυτό του στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πού δίνεται ἀπό τόν εὔσπλαγχνο Πατέρα στόν ἄνθρωπο πού μετανοεῖ γιά τίς ἀστοχίες, τά λάθη, τά ἀτοπήματά του εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα δῶρα τοῦ Θεοῦ· τρανή ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης καί τῆς ἄπειρης φιλανθρωπίας Του. 

Κοινωνία ἀγάπης καί εὐσπλαγχνίας 

Ὡς ἐκ τούτου, οἱ λόγοι πού ἀπηύθυνε ὁ Χριστός στόν παραλυτικό ἔχουν πολύ μεγάλη σημασία. Καταρχάς ἀποκαλεῖ τόν ἀσθενῆ «τέκνον».

Ὁ Χριστός δέν παύει νά μᾶς θεωρεῖ παιδιά Του καί νά ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς νά Τόν αἰσθανόμαστε Πατέρα, ἀδελφό, φίλο, σέ ὅποια κατάσταση καί ἄν βρισκόμαστε, ὅσο χαμηλά καί ἄν ἔχουμε πέσει. Γιατί μᾶς προσφέρει πάντοτε τόν ἑαυτό Του, ἕνα χέρι ἐγγύτητας, πού μᾶς βοηθεῖ νά σηκωθοῦμε, νά συνεχίσουμε τόν πνευματικό μας ἀγῶνα, νά ἀποτινάξουμε τήν ἀπελπισία καί νά ἐπιδιώξουμε τήν ἀποκατάσταση τῆς σχέσεώς μας μαζί Του. Ἔπειτα τοῦ λέγει «Θάρσει»· ἔχε θάρρος καί μή φοβᾶσαι, γιατί ἐγώ εἶμαι μαζί σου. Θάρρος σημαίνει νά στηριζόμαστε στήν δύναμη τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί νά ἀνακαλύπτουμε τό χάρισμα τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας πού ἀξιωθήκαμε μέ τό Βάπτισμά μας καί τήν συμμετοχή μας στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά τόν ὕψιστο βαθμό συγγενείας πνευματικῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος γίνεται ζωντανό κύτταρο τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ («σύσσωμος καί σύναιμος»). Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Ἀντώνιος διακήρυττε: «θαρρῶμεν δέ μᾶλλον καί χαίρωμεν ἀεί, ὡς σῳζόμενοι· καί λογιζώμεθα τῇ ψυχῇ, ὁ Κύριος μεθ’ ἡμῶν ἐστιν». Καί, τέλος, ὁ Κύριος λέγει στόν παραλυτικό· «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν συμβάλλει πρώτιστα στήν ἑτοιμασία τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ. Σέ μιά καρδιά ὅπου κυριαρχεῖ ὁ ἐγωισμός, ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, ἡ φιλαυτία, πῶς νά χωρέσει ὁ Χριστός καί πῶς νά χωρέσει ὁ συνάνθρωπος; 

Ἡ δύναμη τῆς πίστεως 

Κάποιοι ἀπό τούς παρισταμένους γραμματεῖς μέ στενοκαρδία ἀμφισβήτησαν τήν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Καί τότε Ἐκεῖνος πού ἀπό ἀγάπη συγχώρησε τίς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ προβαίνει καί στήν θεραπεία τοῦ σώματός του. Μέ τήν θεϊκή Του δύναμη τόν ἀποκαθιστᾶ ὑγιαίνοντα. Θαῦμα πού ξεπερνᾶ τήν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά κατανοεῖ καί νά ἑρμηνεύει· θαῦμα πού ἐπιτελεῖται μέ τήν παρουσία, τήν ἐνέργεια, τόν λόγο τοῦ Κυρίου καί τήν συνέργεια τῆς πίστεως τοῦ ἀνθρώπου. 

Καί στίς ἡμέρες μας, καί σέ κάθε καιρό, ὁ Χριστός δέν παύει νά ἐπιτελεῖ ἰάσεις στίς ψυχές καί τά σώματα τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ὁ ἀσθενής παραδίδεται μέ ἐμπιστοσύνη, προσευχή καί ἀγάπη στόν Θεό, εἰρηνεύει, παίρνει δύναμη νά ὑπομένει τόν πόνο καί νά ἀντιμετωπίζει τίς διαδικασίες θεραπευτικῆς ἀγωγῆς καί ἄλλες παραμέτρους τῆς ἀσθενείας του μέ σθένος καί καρτερία. Ἡ σκέψη ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὑπέμεινε τό μαρτύριο τοῦ Σταυροῦ καί ὅτι πολλοί Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦσαν σοβαρά ἀσθενεῖς, χωρίς νά παύουν νά δοξολογοῦν τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δίνει σέ ὅλους μας τήν δυνατότητα νά βλέπουμε μέ ἄλλη ὀπτική τίς ἀσθένειες, τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις μας. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/28-2026(3815).pdf

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 Βασικός στόχος τῆς ἀναγνωσθείσης εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι ἡ διακήρυξη τῆς πίστεως ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἦλθε στόν κόσμο γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά ἔργα τοῦ σατανᾶ, ὅπως λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τόν διάβολον» (Ἑβρ. 2,14). Ἡ παρουσία καί ἡ δράση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο, ἡ διδασκαλία Του καί τά θαυμάσια πού ἐπετέλεσε, ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάστασή Του, ἡ ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας Του ἐλευθερώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν κυριαρχία τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων καί τοῦ προσφέρουν τήν δυνατότητα νά γίνει μέτοχος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, κοινωνός τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἀθανασίας Του, μέλος τῆς εὐλογημένης Βασιλείας τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποία ὁ πιστός προγεύεται ἀπό τό ἱστορικό παρόν. 

Θεμελιώδεις ἀντιθέσεις 

Στήν προσπάθειά μας νά περιγράψουμε τούς δύο δαιμονιζομένους τῆς περικοπῆς, θά μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε τά ἀκόλουθα: Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί τυραννοῦνταν ἀπό τούς δαίμονες μέ ἕνα φοβερό τρόπο. Εἶχαν χάσει τήν ἐλευθερία τους, τήν ἱκανότητα νά ὁρίζουν τόν ἑαυτό τους κατά βούληση. Εἶχαν ἀπομονωθεῖ ἀπό τήν κοινωνία, κανείς δέν τολμοῦσε νά συναντηθεῖ μαζί τους, ἦταν ἐπιθετικοί καί πολύ ἐπικίνδυνοι, καί εἶχαν καταντήσει ὁ φόβος καί ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιοχῆς. Καί ὅμως, μόλις αἰσθάνθηκαν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὅλα ἄλλαξαν γι’ αὐτούς καί τούς κατοίκους τῶν Γεργεσηνῶν. 

«Τί ἡμῖν καί σοί, Ἰησοῦ, υἱέ τοῦ Θεοῦ;», φώναξαν οἱ καταχθόνιες δυνάμεις τοῦ σκότους, ὅταν εἶδαν τόν Κύριο. Δηλαδή, ποιά σχέση ὑπάρχει μεταξύ μας, Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ; Ἦρθες ἐδῶ πρίν ἀπό τήν παγκόσμιο Κρίση γιά νά μᾶς βασανίσεις; Πράγματι, ποιά σχέση ὑπάρχει μεταξύ ψεύδους καί ἀληθείας, φωτός καί σκότους, ζωῆς καί θανάτου, ἁγιότητος καί ἁμαρτίας, Θεοῦ τῆς ἀγάπης καί πνευμάτων τοῦ μίσους καί τῆς πονηρίας; Ὁ πειράζων, ἄν καί –ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης– εἶναι ψεύτης καί ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους (Ἰωάν. 8,44), ἐδῶ ἀναγκάζεται νά ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ καί ὅτι εἶναι ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας καί ὁ Κριτής τῶν πάντων, ὁ Ὁποῖος κατά τήν Δευτέρα Παρουσία Του θά ἀποδώσει στόν κάθε ἕνα «κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. 2,6). 

Πρόγευση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ 

Ὁ Κύριος ἐπενεργεῖ θεραπευτικά. Ἀπαλλάσσει αὐτούς τούς δύο βασανισμένους ἀνθρώπους ἀπό τήν ψυχική καί σωματική τους ὀδύνη, ἐγκαινιάζοντας τόν νέο κόσμο τοῦ Θεοῦ, τήν ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας Του στούς ἀνθρώπους. Ὑπ’ αὐτήν τήν ἔννοια, τό θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν δαιμονιζομένων ἀποτελεῖ μία πρώτη ἔνδειξη τῆς μελλοντικῆς καί ὁλοκληρωτικῆς καταργήσεως τῆς ἐπιρροῆς καί ἐξουσίας πού ἀσκεῖ τώρα στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. 

Ἡ πνευματική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας 

Ζῶντας μέσα στήν Ἐκκλησία ὁ πιστός αἰσθάνεται νά τόν ἐπισκιάζει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί νά τόν προφυλάσσει ἀπό τήν κακία τῶν δαιμόνων. Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα ἐνδύεται τόν Χριστό ὡς φῶς καί ὡς χάρι, μέ τήν Θεία Κοινωνία γίνεται Θεοφόρος καί Χριστοφόρος, μέ τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση ἀναθέτει στόν Θεό τήν ἀδυναμία καί τίς πτώσεις του. Μέ τήν προσευχή, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ἀγάπη καί τήν, ἐν γένει, καλλιέργεια τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν δεικνύει τήν ἐμπιστοσύνη του στήν ἀγάπη καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἐνδύεται τήν πνευματική πανοπλία πού δίνει ὁ Θεός, γιά νά μπορέσει νά ἀντιμετωπίσει τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου (βλ. Ἐφεσ. 6,10-20). 

Ἕνας ὅσιος ἀσκητής, ὁ Ἰωάννης Βοστρινός, εἶπε ὅτι τά πονηρά πνεύματα φοβοῦνται περισσότερο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο τό Βάπτισμα, τήν Θεία Κοινωνία καί τόν Σταυρό πού φοροῦν οἱ χριστιανοί. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά διαφυλάττουμε καλῶς καί τά τρία αὐτά Μυστήρια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θά ἐκφράζουμε τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός Αὐτόν καί θά παραμένουμε ἑνωμένοι μαζί Του.

 Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/27-2026(3814).pdf

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ ΩΣ ΜΕΤΡΟ ΠΙΣΤΕΩΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ

Δέν ὑπάρχει κάτι πιό ἰσχυρό ἀπό τήν ζωντανή πίστη, στήν ὁποία δέν ἐμφι λοχωροῦν ὁ δισταγμός καί ἡ ἀμφισβήτηση, οὔτε κάτι πιό κραταιό ἀπό τήν ἐλπίδα καί τήν ἀκράδαντη πεποίθηση πρός τόν Θεό. Δεδομένου ὅτι ἡ πί στη εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀλλά καί ἡ θύρα, ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν ζωή, δηλαδή στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ πίστη, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δίνει ὕπαρξη σέ ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε καί ἀποδεικνύει ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε· «Ἔστι δέ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11,1). Πολύ εὔ στοχα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπεξηγεῖ· «Ἄν ὅλα εἶναι φανερά, ποῦ εἶναι ἡ πίστη; Πές μου. Διότι πίστη εἶναι ἡ ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχή».

 Ὁ ἑκατόνταρχος τῆς περικοπῆς μας ἦταν ἀξιωματικός τοῦ ρωμαϊκοῦ στρατοῦ, πού εἶχε ὑπό τίς διαταγές του ἑκατό στρατιῶτες. Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη ἀπό πίστη καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί, βεβαίως, ἀπό ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, καθότι αὐτά τά δύο δέν διαχωρίζονται στήν εὐαγγελική ἠθική καί τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς (Α΄ Ἰωάν. 4,19-21). 

 Ἡ ζωντανή πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου καί ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων 

 Καθώς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια, ὁ Κύριος σέ δύο περιπτώσεις ἐξέ φρασε ἔκπληξη καί ἀπορία· «ἐθαύμασε». Ἡ πρώτη ἀφορᾶ στήν ἀπιστία τῶν συμπατριωτῶν του Ναζαρηνῶν, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας δέν θέλησε νά ἐπιτελέσει ἐκεῖ κάποιο θαῦμα (Μάρκ. 6,5-6). Ἡ δεύτερη ἀφορᾶ στήν πε ρίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου τῆς περικοπῆς, τοῦ ὁποίου θαύμασε τήν πί στη, ἄν καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ἐθνικός, εἰδωλολάτρης. Ὁ ἑκατόν ταρχος ἐκδήλωσε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ἡ πίστη του χαρακτηρίζεται ὡς φωτεινή καί ζωντανή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἐναποθέτει τά πάντα στόν Κύριο τῆς Δόξης, τότε ἡ πίστη παραμένει στό ἐπίπεδο μιᾶς θεωρίας, μιᾶς ἰδέας, κάποιας παραδόσεως ἠθῶν καί ἐθίμων, χωρίς ἐσωτερικό βάθος καί περιεχόμενο πνευματικό. Ὅμως, ἡ πίστη εἶναι πρώτιστα ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ὀλίσθη μα πνευματικό νά προσδιορίζονται μέ ἐπιπολαιότητα καί εὐκολία συνάν θρωποί μας ὡς ἄθεοι, αἱρετικοί, πολέμιοι τῆς πίστεως, εἰδωλολάτρες, ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζουμε τήν κεκρυμμένη πί στη πού ἐνδέχεται νά ὑπάρχει στά βάθη τῆς ὑπάρξεώς τους καί ἡ ὁποία, μέ τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, ἴσως κάποτε ἀναθάλει. 

 Ὑπόδειγμα πρός μίμηση

 Ὁ ἑκατόνταρχος, τοῦ ὁποίου ἡ πίστη πρός τόν Κύριο διαμορφώθηκε προφανῶς ἀπό ὅσα εἶχε δεῖ καί ἀκούσει γιά Ἐκεῖνον, ἀναδεικνύεται ὑπόδειγμα πιστοῦ ἀνθρώπου· ἔτσι προσανατολίζει καί κάθε καλοπροαί ρετο ἄνθρωπο σέ ζωντανή σχέση καί κοινωνία μέ τόν Χριστό. Ἐκτός ἀπό τήν φωτεινή πίστη του, προκαλεῖ θαυμασμό ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδια φέρον του γιά τόν ὑπηρέτη του. Παρακαλεῖ τόν Χριστό γιά τήν θεραπεία τοῦ δούλου του, σάν νά παρακαλοῦσε γιά κάποιο ἀπό τά παιδιά του, καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή κατάφωρης ἀδικίας καί ἐκμεταλλεύσεως, ἰδιαιτέ ρως, τῶν ὑπηρετῶν καί τῶν δούλων. Ὁ ἑκατόνταρχος διακρίνει τόν ἄνθρωπο ἄσχετα ἀπό τήν κοινωνική του θέση, γιατί ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη τόν βοηθοῦν νά ξεπεράσει τούς περιορισμούς καί τίς ἀρνητικές ἐπιδρά σεις τοῦ κοινωνικοῦ του περιβάλλοντος.

Αὐτογνωσία – ταπεινοφροσύνη

 Ἀκολούθως, πρέπει νά ἐπισημάνουμε τήν ἐκπληκτική αὐτογνωσία καί τήν ταπεινοφροσύνη του. Ὡς Ρωμαῖος ἀξιωματικός ἔχει τήν δύναμη τῆς ἐξουσίας, πού ὅμως δέν τυφλώνει τόν νοῦ του, γι’ αὐτό καί μπορεῖ νά διακρίνει τήν ἀπροσμέτρητη ἐσωτερική του ἀπόσταση ἀπό τόν Χριστό Θεό. Ἡ αὐτογνωσία τόν ὁδηγεῖ στήν Θεογνωσία (π. Γ. Μεταλληνός). Ὡς ἐκ τούτου, ὁμολογεῖ: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς», φράση τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία συμπεριέλαβε στήν ἐξαιρετική εὐχή πού διαβάζουμε πρίν ἀπό τήν προσέλευσή μας στήν θεία Εὐχαρι στία. Τέλος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὄχι μόνον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἀλλά καί τῶν παρισταμένων, ὁμολογεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του, χωρίς δικαιολο γίες καί προφάσεις, και ἀναγνωρίζει τόν Χριστό ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτή, πού μπορεῖ μέ τόν παντοδύναμο λόγο Του νά προσφέρει καί ἀπό μακριά τήν σωτηρία. Καί μέ ταπείνωση ὁμολογεῖ τήν θεότητα τοῦ Κυρίου, γιατί πιστεύει στόν δημιουργικό καί θαυματουργό λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ἄς εὐχηθοῦμε ἡ πίστη μας στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη μας στόν λόγο Του νά θαυματουργοῦν καί στήν δική μας ζωή. 

 Ἀρχιμ. Ν. Κ

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/26-2026(3813).pdf

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Η ΥΓΙΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΡΑΣΗ

 Μέ τήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου, τίθεται ἕνα ἐρώτημα πού ἀγγίζει τά βάθη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου· ἄραγε, ἔχουμε φωτεινή, ὑγιῆ πνευματική ὅραση γιά νά βλέπουμε σωστά τά πράγματα, τόν ἑαυτό μας, τούς ἄλλους, τήν ἴδια τήν ζωή, τόν κόσμο πού μᾶς περιβάλλει, τόν Θεό πού μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη; Λύχνος, φῶς γιά τό σῶμα, καθώς διδάσκει ὁ Κύριος, εἶναι ὁ ὀφθαλμός ὁ ὁποῖος ἄν εἶναι ὑγιής, ὅλος ὁ ἄνθρωπος εἶναι φωτεινός· σέ ἀντίθετη περίπτωση, ὅταν ἔχει βλαφθεῖ ὁ ὀφθαλμός, βρίσκεται ὅλος βυθισμένος στό σκοτάδι. 

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού μέ μία φράση εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, πρέπει νά εἶναι φωτεινός, ὑγιής, καθαρός γιά νά μπορεῖ νά διακρίνει ὀρθά τά πράγματα. Ὁ λύχνος, τό φῶς πού ὑπαγορεύει στήν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου τί εἶναι καλό ἤ τί εἶναι κακό, τί εἶναι ἀληθές ἤ ψευδές, εἶναι μιά ἐσωτερική πνευματική αἴσθηση, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται καί καλλιεργεῖται μέ τοῦ Θεοῦ τήν χάρι καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πιστός μέ τήν φωτεινή πνευματική ὅραση στρέφεται ἀγαπητικά πρός τόν Θεό καί ἀναζητεῖ διαρκῶς τήν παρουσία Του. Ἐπιδιώκει ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του καί ἡ σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο νά διαμορφώνονται ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί τίς θεῖες ἐντολές Του. Ἡ βιοτή του χαρακτηρίζεται ἀπό τήν σπουδή καί τόν ἀγῶνα, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτόν, νά ζεῖ εἰρηνικά μέ ὅλους (Ρωμ. 12,18), ἔχοντας ἀγάπη καί εἰλικρίνεια, συγχωρητικότητα, κατανόηση, ἀλληλεγγύη. 

Ὁ φωτεινός ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς 

Βασικός παράγοντας γιά νά διατηρηθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ νήψη καί ἡ προσευχή, ὡς καρπός βαθειᾶς πίστεως καί συνεχοῦς πνευματικοῦ ἀγῶνα. Νήψη εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ ἐπαγρύπνηση ἐπί τῆς ἐσωτερικῆς μας καταστάσεως, ἡ τήρηση τοῦ νοῦ, γιά νά μένει ἄτρωτος ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη, καί ἡ προσπάθεια νά παραμένει ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ προσευχή πάλι εἶναι ἕνωση καί κοινωνία μέ τόν Θεό, ἔκφραση ἀγάπης πρός Αὐτόν, καθότι ἄν ἐπιζητοῦμε νά προσευχόμαστε ἀληθινά, σημαίνει ὅτι ὄντως Τόν ἀγαποῦμε. Τό μέτρο, ἡ ποιότητα τῆς προσευχῆς, φανερώνει καί τό μέτρο τῆς ἀγάπης μας γιά τόν Θεό. Ἔτσι, ὁ πιστός κατανοεῖ τήν σοφία τῶν ἀββάδων τῆς ἐρήμου πού λέγουν· «Προσοχή προσευχήν ζητοῦσα, προσευχήν εὑρήσει – ἡ προσοχή, πού ἀναζητεῖ προσευχή, θά βρεῖ προσευχή» (Ὅσ. Νεῖλος Ἀσκητής), γιά νά φυλαχθεῖ ὑγιής ὁ νοῦς, σῶος, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος. 

Ἐμπιστοσύνη στόν Θεό

 Ὁ πιστός μέ τόν φωτεινό πνευματικό ὀφθαλμό ἀποκτᾶ τήν δυνατότητα νά θέτει σέ σωστή σειρά τίς ἀξίες καί προτεραιότητες τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό, σέ ἀντίθεση μέ τήν ἀγωνιώδη μέριμνα πού βασανίζει ἀνθρώπους χωρίς ζωντανή πίστη στόν Θεό, ὅσον ἀφορᾶ στήν ζωή καί τά ποικίλα προβλήματα τῆς καθημερινότητάς τους, ἐκεῖνος ἐμπιστεύεται τήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία· «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτό, βεβαίως, δέν σημαίνει ὅτι ὁ πιστός εἶναι αἰθεροβάμων καί ὅτι θά παύσει νά ἐργάζεται ἀπό ἀδιαφορία καί ὀκνηρία. Τουναντίον! Ἐξάλλου, ὁ Κύριος γιά μεγάλο χρονικό διάστημα ἐργάσθηκε καί χειρωνακτικά. Μάλιστα, ἡ ἀναφορά πού ὁ ἴδιος κάνει στήν περικοπή μας γιά τήν ἀπουσία μέριμνας καί φροντίδας στά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ, μόνο προτροπή γιά ὀκνηρία καί ἀμέλεια δέν εἶναι. «Τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ –γράφει ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος– κάθε ἄλλο παρά τεμπελιάζουν. Ὁλημερίς πετοῦν, χρησιμοποιοῦν τήν παρατηρητικότητα, τό ράμφος, τίς φτεροῦγες τους. Τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ συνεχῶς ἀξιοποιοῦν τίς δυνατότητές τους· ρουφοῦν χυμούς καί ὀξυγόνο. Ὅλα ὅμως αὐτά τά κάνουν ἁπλά, ἤρεμα, φυσικά».

Εἰρήνη καί ἰσορροπία στήν ζωή 

Κατά παρόμοιο τρόπο καί ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά μοχθεῖ, νά ἐργάζεται, νά φροντίζει, ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά καί γιά τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του, ὅμως χωρίς ἄγχος, καταπίεση, προσκόλληση στά ὑλικά πού γίνεται εἰδωλολατρία (Κολ. 3,5)· χωρίς νά φθείρεται ἀπό τήν ἀγωνιώδη μέριμνα καί νά ὁδηγεῖται ἔτσι συντομώτερα στόν θάνατο. Ὁ πιστός, γεμάτος ἀπό τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πρώτιστα συνίσταται στήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ζητεῖ τήν ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ θελήματός Του στόν κόσμο καί γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός θά μᾶς ἐμπλήσει καί μέ τά οὐράνια καί ἐπίγεια ἀγαθά Του. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/25-2026(3812).pdf

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἡ πρόσκληση πού ἀπευθύνει ὁ Κύριος στούς πρώτους Μαθητές Του εἶναι ἔργο τῆς βουλῆς καί τῆς προγνώσεως τοῦ Θεοῦ. Συναντᾶται μαζί τους στόν χῶρο τῆς ἐργασίας τους, στήν θάλασσα τῆς Γαλιλαίας. Ὁ Σίμων Πέτρος καί ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας ἔριχναν τά δίχτυα τους στήν θάλασσα. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ ἀδελφός του ὁ Ἰωάννης, μαζί μέ τόν πατέρα τους τόν Ζεβεδαῖο, ἐπιδιόρθωναν τά δικά τους δίχτυα. Ὁ Χριστός τούς καλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουν καί τούς ὑπόσχεται ὅτι θά τούς κάνει ἁλιεῖς ἀνθρώπων. Καί αὐτοί ἄφησαν τά δίχτυα, τό πλοῖο, τόν πατέρα τους, καί τόν ἀκολούθησαν. 

Τό κάλεσμα τοῦ Κυρίου καί ἡ ἀνταπόκριση τῶν μαθητῶν μᾶς παραπέμπουν στήν κλήση τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό προφητικό λειτούργημα. Ὅπως ἐκεῖνοι μέ τήν ἀφοσίωσή τους στόν Θεό καί τήν συνείδηση ὅτι μιλοῦν ἐξ ὀνόματός Του ἐξήγγειλαν αὐθεντικά τό θέλημά Του, ἔτσι καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ κηρύσσουν καί ἑρμηνεύουν τό θεῖο θέλημα ἁλιεύοντας τούς ἀνθρώπους στήν πίστη καί τήν χριστιανική εὐσέβεια. Ἐμπιστεύονται ἀπόλυτα τόν Χριστό, παρά τίς ἀνθρώπινες διακυμάνσεις καί μεταπτώσεις τους, τίς δυσκολίες τῆς ἀποστολικῆς ζωῆς, τούς μόχθους, τίς ταλαιπωρίες, τούς ἀγῶνες. Γι’ αὐτό, ἄμεση καί χωρίς ἐνδοιασμούς ἤ ὑπολογισμούς ἦταν ἡ ἀπόφασή τους νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δέν τούς ἦταν ἄγνωστος, καθώς ἀφηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (1,35 κ.ἑξ.). Ἔτσι, ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως δέν ἦταν ἀπερίσκεπτη κατάφαση στό ἄγνωστο· ἦταν σάν νά περίμεναν τήν κλήση τους στό ἀποστολικό ἔργο. 

Πρόσκληση γιά μετοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας

Ἡ λυτρωτική κλήση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀπευθύνεται μόνο πρός τούς τέσσερις μαθητές τῆς περικοπῆς μας· ἀπευθύνεται καί στούς ὑπόλοιπους ὀκτώ, στούς ἑβδομήκοντα, σέ ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων, σέ ἐμᾶς σήμερα καί σέ ὅσους πρόκειται νά ἔρθουν στήν ζωή ἕως τῶν ἐσχάτων. Γιατί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά μετάσχει κάθε ἄνθρωπος στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἔτσι νά μᾶς προσφέρει τήν ἀνείκαστη ἀγάπη Του καί τήν θεία ζωή Του· νά γίνει ἡ ζωή Του ζωή μας, νά καταποθεῖ «τό θνητόν ὑπό τῆς ζωῆς» (Β΄ Κορ. 5,4), καθότι ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4), καί ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο εἶναι σχέση δημιουργίας, πρόνοιας, σωτηρίας καί τελειώσεως, δηλαδή θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως 

Ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Χριστοῦ «δεῦτε ὀπίσω μου» συνεπάγεται τιμή καί εὐθύνη. Τιμή γιατί ὁ πιστός ἀποκτᾶ τό μέγιστο προνόμιο νά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ἡ ζωή του νά ἐμπνέεται ἀπό τίς πνοές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, περιβεβλημένος τό χάρισμα τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας. Εὐθύνη γιατί ὀφείλει νά φυλάξει ζωντανή τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως, νά ἀκτινοβολεῖ πρός πάντες τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός, νά γίνεται διάκονος Ἰησοῦ Χριστοῦ, κηρύσσοντας μέ τήν πίστη, τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν ἀγάπη, τόν λόγο καί τήν σιωπή ὅτι ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6) καί νά μή σβήνει τήν φλόγα τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Θεσ. 5,19). 

Τοιουτοτρόπως, ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπό τήν παράκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πληροῦται μέ ἐνθάρρυνση, αἰσιοδοξία, ἐλπίδα καί γίνεται ὁ πιστός ἁλιέας τῆς σαγήνης τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνον γιά τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά καί γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.

Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ 

Στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἕνα ἀπό τά 27 βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὁ Κύριος, μετά τήν Ἀνάσταση καί πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψή Του, διαβεβαιώνει τούς μαθητές Του ὅτι θά λάβουν δύναμη ὅταν θά ἔρθει σέ αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα καί, ἔτσι, θά γίνουν μάρτυρες δικοί Του, θά καταθέσουν δηλαδή τήν καλή τους μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί τήν ἀλήθειά Του, στήν Ἱερουσαλήμ, σέ ὅλη τήν Ἰουδαία καί τήν Σαμάρεια καί ὥς τά πέρατα τῆς γῆς (Πράξ. 1,8). Ἔτσι καί κάθε ἀληθινά πιστός μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας», γίνεται μάρτυρας, προφήτης, ἀπόστολος, ἁλιέας, κήρυκας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναλόγως τοῦ μέτρου τῆς πίστεως καί τῆς πνευματικῆς του καταστάσεως. Ἀρκεῖ ἡ ζωή του, ἡ σκέψη, ὁ ἀγώνας του νά χαρακτηρίζονται ἀπό βαθειά, χριστιανική ταπεινοφροσύνη, πραότητα, διάκριση καί ἀγάπη θυσιαστική, γιά νά μπορεῖ κι αὐτός νά ψελλίζει ἐν Κυρίῳ· «Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί» (Α΄ Κορ. 3,9). 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/24-2026(3811).pdf

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ, ΚΑΡΠΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

   Μέ ποιητική ἐνάργεια ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς λέγει ὅτι κα θώς οἱ ἐποχές τοῦ ἔτους διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη, ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ἡ μία ἑορτή ἕπεται τῆς ἄλλης. Ἑορτάσαμε τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἀνάληψη καί τήν Πεντηκοστή. Καί σήμερα, πρώτη Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστή, ἑορτάζουμε τούς Ἁγίους Πάντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ γλυκύς καρπός τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο καί τῆς ἐμφανίσεως τῆς Ἐκκλησίας στήν ἱστορία ὡς κοινω νίας θεώσεως καί ἁγιασμοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά νά δημιουργεῖ Ἁγί ους πού εἶναι οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ καί δικοί μας φίλοι, ἡ πηγή ἐμπνεύσεως γιά συνεπῆ εὐαγγελική βιοτή κάθε πιστοῦ.

Ποιοί εἶναι οἱ Ἅγιοι;

Ἅγιοι εἶναι οἱ Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ πού ἔχυσαν ἀκόμη καί τό αἷμα τους γιά νά μήν ἀρνηθοῦν τόν Θεό καί Πατέρα τῶν φώτων καί ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν στό πνευματικό σκάμμα τῆς Ἐκκλησίας καί σήκωσαν μέ καρτερία τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, μαρτυρῶντας μέ τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Ἅγιοι εἶναι οἱ Ὁμολογητές, πού ὁμολόγησαν τήν καλή ὁμολογία γιά τήν ἐνανθρώπηση, τόν Θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυ ρίου ἐνώπιον ὅσων διέκειντο ἀρνητικά ἔναντι Αὐτοῦ. Εἶναι οἱ Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας πού ποίμαναν θεοφιλῶς τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί τό στήριξαν στήν ὀρθή πίστη· οἱ Ὅσιοι καί οἱ Ἀσκητές πού σταύρωσαν τόν ἑαυτό τους, τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες τους πρός χάριν τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε γιά τήν σωτηρία μας· οἱ Ἄνθρωποι πού πορεύθηκαν στήν γῆ τῶν πειρασμῶν καί τῶν δοκιμασιῶν μέ ἐμπιστοσύνη καί ἀφοσίωση πρός τόν Θεό, ἔχοντας τό ἅγιο Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ὡς τό ὕψιστο κριτήριο τῆς συνειδήσεώς τους.

Καί μαζί μέ αὐτούς Ἅγιοι εἶναι οἱ Προφῆτες, οἱ Δίκαιοι καί οἱ Προπά τορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν μέ τήν ἀναμονή τῆς ἐπαγγελίας, τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἐναν θρώπηση τοῦ Υἱοῦ Του. Καί πρίν ἀπό ὅλους Ἅγιοι εἶναι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ καί θεοκήρυκες διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης. Τέλος, ἐξαιρέτως Ἁγία εἶναι ἡ Ἁγία τῶν Ἁγίων, ἡ Παναγία Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος Μα ρία, ἡ Μητέρα τοῦ σεσαρκωμένου Λόγου. Οἱ Ἅγιοι Πάντες ἁγιάσθηκαν, καθότι σκήνωσε στήν ὕπαρξή τους τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού τούς ἀνέδειξε ναούς τοῦ ζῶντος Θεοῦ (Β΄ Κορ. 6,16), τούς ἀξίωσε νά βιώσουν τήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀνυπέρβλητη Δύναμή Του, τήν χάρι τῆς θαυματουργίας Του. Καί ὅλα αὐτά ἔγιναν δυνατά ἐπειδή ἐμπιστεύθηκαν τόν ἑαυτό τους στόν Κύριο τῆς Δόξης μέ πίστη, μετά νοια, προσευχή, μετοχή στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, θυσιαστική ἀγάπη. Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερο τέλειοι χριστιανοί, πού ἔχουν ἁγια σθεῖ στόν μέγιστο, κατά τό δυνατόν, βαθμό καί ἔτσι κατεστάθησαν Θεο φόροι, Χριστοφόροι καί Πνευματοφόροι. Ἀνταποκρίθηκαν μέ πίστη στήν κλήση τοῦ Θεοῦ· «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1,16).

Ὁμολογία ἤ Ἀντιλογία 

 Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναφέρεται στόν δρόμο τοῦ σταυροῦ, διότι τό νά ὁμολογεῖς μπροστά στούς ἀνθρώ πους ὅτι ἀνήκεις στόν Χριστό, νά ἀδιαφορεῖς γιά τά περιπαικτικά τους σχόλια καί νά μήν ἐπηρεάζεσαι ἀπό τίς δυσάρεστες συνέπειες αὐτῆς τῆς ὁμολογίας δέν εἶναι κάτι πού ἐπιτυγχάνεται μέ εὐκολία. Μή λησμονοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἡ μόνη θρησκεία πού διώκεται μέχρις αἵματος ἀκόμη καί στίς ἡμέρες μας, ὅπου ὁ ἄνθρωπος καυχᾶται ὅτι μπορεῖ νά ὑπάρξει καί χωρίς τόν Θεό. Καί ἔπειτα, ἡ ὁμολογία εἶναι σταυρός διότι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, τό ἦθος του, πρέπει νά βρίσκεται σέ ἀναλογία μέ τήν πίστη του· δηλαδή νά ὑπάρχει συνέπεια μεταξύ λόγων καί ἔργων στήν καθημερινότητά μας. Ἀκολούθως ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ ἐπί τῶν ὤμων καί ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπό τά ἐπίγεια δεσμά εἶναι σημεῖα πού χα ρακτηρίζουν τούς Ἁγίους Πάντες καί φανερώνουν ὅτι στόν Χριστιανισμό δέν χωροῦν ὁ συμβιβασμός καί ἡ προσαρμογή. Μία ἐξωτερική καί ἀσυ νείδητη ὁμολογία πίστεως δεικνύει ἐπιπολαιότητα καί ἀντιλογία στήν ἀκλόνητη ἀλήθεια ὅτι ἀνήκουμε πραγματικά στόν Χριστό.

Ἡ ἀγάπη διαχέεται στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας Ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπό ὅσους θέλουν νά Τόν ἀκολουθήσουν ἀπεριόρι στη ἀγάπη σέ Αὐτόν, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ἀποστροφή ἤ ἀδιαφορία γιά τόν συνάνθρωπο, καθότι πῶς μπορεῖς νά ἀγαπᾶς ἀληθινά τόν Θεό ὅταν δέν ἀγαπᾶς τόν ἄνθρωπο; (Α΄ Ἰωάν. 4,20-21). Οἱ Ἅγιοι Πάντες ἀγά πησαν εἰλικρινά τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Χριστό, ὁ Ὁποῖος ἐνσάρκωσε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο καί, ἔτσι, ἀγάπησαν πραγ ματικά τούς πάντες, ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς τους. Ἄραγε, αὐτή ἡ στά ση ζωῆς τους τί ἔχει νά πεῖ σέ ἐμᾶς σήμερα;

 Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/23-2026(3810).pdf

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ, ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πρίν ἀπό τόν ἑκούσιο σταυρικό Του θάνατο, ὑποσχέθηκε στούς μαθητές Του πώς, ὅταν ἀπέλθει πρός τόν Πατέρα Του, θά στείλει ἄλλον Παράκλητο, δηλαδή παρηγορητή, ὑπερασπιστή, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, «ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα» (Ἰωάν. 14,16). Κατά τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς ἑορτάζουμε τήν ἔλευση, τήν κάθοδο τοῦ Παρακλήτου, τόν χρόνο ἐκπληρώσεως, τήν «προθεσμίαν» τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Πατρός (Λουκ. 24,49). Αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα συγκροτεῖ ὅλον τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας στόν ἱστορικό χρόνο τοῦ παρόντος κόσμου, καθότι ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρχε πρό πάντων τῶν αἰώνων ὡς κεκρυμμένη ἐν Θεῷ Βασιλεία καί Δόξα, στήν ὁποία κατοικεῖ ὁ Θεός μέ τόν Λόγο καί τό Ἅγιο Πνεῦμα (π. Ἰωάν. Ρωμανίδης). Ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, διότι τότε φανερώνεται πλέον ὡς τό Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κέντρο της εἶναι ἀφενός ἡ Θεία Εὐχαριστία, κατά τήν ὁποία οἱ πιστοί ἐσθίουν καί πίνουν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί ἀφετέρου ὅλη ἡ ἐκκλησιαστική ζωή, τουτέστι τά μυστήρια, ἡ προσευχή, τά δόγματα, ἡ διδασκαλία. Αὐτή ἡ ζωή καταξιώνεται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί Αὐτό ἐνεργεῖ ἐντός τοῦ ἀνθρώπου, μέ τοῦ ὁποίου τήν θέληση καί συνέργεια ἐπιτυγχάνεται ἡ σωτηρία, ἡ μετοχή του στήν Βασιλεία καί Δόξα τοῦ Θεοῦ.

Φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος 

Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι κατεξοχήν θεολογική ἑορτή, καθότι μέ τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκαλύπτεται ἐναργέστερα τό μυστήριο τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος, καί οἱ πιστοί ἀποκτοῦν ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου. Ἦλθε τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θεό Πατέρα «πρό πάντων τῶν αἰώνων» καί στέλλεται «ἐν χρόνῳ» ἀπό τόν Θεό Υἱό, τόν Ἰησοῦ Χριστό, τό Ὁποῖον, ὡς Παράκλητος Θεός, μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16,13). Τά τρία αὐτά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν τήν ἴδια φύση-οὐσία καί τήν ἴδια δόξα-ἐνέργεια. Εἶναι δηλαδή ὁμοούσια, ὁμόδοξα καί ὁμοδύναμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, πού εἶχε ἀποκαλυπτική ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου, κάνει λόγο γιά τρία φῶτα τά ὁποῖα τόν περιέλαμψαν· «οὐ φθάνω τό ἕν νοῆσαι καί τοῖς τρισί περιλάμπομαι· οὐ φθάνω τά τρία διελεῖν (νά διαιρέσω) καί εἰς τό ἕν ἀναφέρομαι» (Λόγ. Μ΄, 41). Μονάς ὁ Θεός κατά τήν οὐσία Του, Τριάς κατά τίς ὑποστάσεις Του. Μέγα καί ἀνεξερεύνητο τό μυστήριο τοῦ θείου Εἶναι. 

Ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου 

Ὁ πιστός μέσα στόν σωστικό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας αἰσθάνεται ὅτι ἀνακαινίζεται, ἀναγεννᾶται διαρκῶς ἀπό τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐν λόγῳ ἀναγέννηση συνίσταται, κατά κύριο λόγο, στήν δυνατότητα νά προσεγγίζουμε μέ τήν πίστη καί τήν ἀγάπη τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἔτσι νά ἀπαλλασσόμεθα ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά ἐσωτερικά σκοτάδια τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου πού ὅλοι φέρουμε μέσα μας. Ἀναγέννηση ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σημαίνει νά ὑπερισχύει ὁ «καινός», ὁ νέος κατά Χριστόν ἄνθρωπος, πού διαμορφώνει ἐντός μας τό Ἅγιο Πνεῦμα, τοῦ «παλαιοῦ» πού ἀπαιτεῖ νά ἐξουσιάζει τήν συνείδησή μας καί νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τήν κατά Θεόν ζωή, δίνοντάς μας ὡς τροφή «τά κεράτια» πού ἐσθίουν οἱ χοῖροι (Λουκ. 15,16). 

Τό Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς ἀνακαινίζει γιατί μέ τήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μᾶς μεταγγίζει τήν ἀληθινή καί αἰώνια ζωή, ἡ ὁποία φωτίζει, ὀμορφαίνει καί νοηματοδοτεῖ τήν παροῦσα ζωή πού ὑπόκειται στό κακό, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο. Μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν συνειδητή μετοχή τοῦ πιστοῦ στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πραγματώνεται ἡ ἀποστολική προτροπή· «Μήν προσαρμόζεστε στήν νοοτροπία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλά νά μεταμορφώνεστε συνεχῶς πρός τό καλό, ἀποκτῶντας τό νέο φρόνημα τοῦ πιστοῦ. Ἔτσι θά μπορεῖτε νά διακρίνετε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό καλό καί ἀρεστό στόν Θεό καί τέλειο» (Ρωμ. 12,2). Ἔτσι ἀνακαινίζεται καί ἀναγεννᾶται ὁ ἄνθρωπος. Αὐτό θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἕνα ἀπό τά σημαντικώτερα μηνύματα τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς στόν σύγχρονο κόσμο, ὁ ὁποῖος ἔχοντας ἀποδεχθεῖ ἕνα ἀντιπνευματικό πολιτισμό ἐνθαρρύνει τήν διάσπαση τοῦ ἀνθρώπου καί τόν ἐγκλωβίζει στήν ἀτομικότητα. Ὅμως τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Πνεῦμα ἑνότητας, εἰρήνης, καταλλαγῆς, ἀγάπης· γι’ αὐτό διδάσκει τήν ταπείνωση, τήν μετάνοια, τήν θυσία, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἐγωισμοῦ πού προκαλεῖ δυστυχία καί ὀδύνη.

Τό Ἅγιο Πνεῦμα, αἰτία τῆς σωτηρίας μας 

Στήν ἀγάπη καί τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐναποθέτουμε τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας, ὅπως ψάλλουμε σέ ἕνα ὑπέροχο ὕμνο· «Ἁγίῳ Πνεύματι, πανσωστική αἰτία· εἴ τινι τοῦτο κατ’ ἀξίαν πνεύσει, τάχει ἐξαίρει τῶν τῆς γῆς, πτεροῖ, αὔξει, τάττει ἄνω»· δηλαδή, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ αἰτία πού σώζει τούς πάντες· σέ ὅποιον Αὐτό ἀντάξια πνεύσει, γρήγορα τόν ὑψώνει ἀπό τά ἐπίγεια, τοῦ δίνει φτερά, τόν αὐξάνει, τόν τοποθετεῖ στόν οὐρανό (Ἀναβαθμ. πλ. β΄). 

Ἀρχιμ. Ν. Κ. 

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/22-2026(3809).pdf


Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Κατά τήν σημερινή Κυριακή, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τῶν Ἁγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Μέγα Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τόν Μάιο τοῦ 325. Κατεδίκασε τήν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καί διετράνωσε τήν ἀποστολική πίστη καί ἐκκλησιαστική ἐμπειρία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι κτίσμα, δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως πρέσβευε ὁ Ἄρειος, ἀλλά εἶναι ὁ προαιώνιος καί ἄχρονος Υἱός καί Λόγος τοῦ Πατρός, πού γεννήθηκε ἐξ Αὐτοῦ πρό πάντων τῶν αἰώνων, «Φῶς ἐκ Φωτός, Θεός ἀληθινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», καθώς ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Καί ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ ὥρα πού εἶχε καθορίσει ὁ Θεός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε καί ἄνθρωπος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου» (Σύμβολο Πίστεως), «ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν» κατά τόν περιεκτικό ὁρισμό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. 

Ἡ πίστη ὡς συντελεστής τοῦ θαύματος

 Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ σώζουσα ἀλήθεια καί τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί ἡ πίστη στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ δέν ἀφορᾶ ἁπλῶς στήν ἠθική βελτίωση καί τήν ἐνάρετη ζωή, ἀλλά στήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς ἑνώσεως, κοινωνίας καί μεθέξεώς του μετά τοῦ Θεοῦ καί Ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει στήν Ἀλήθεια ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ἁπλός ἄνθρωπος, κτίσμα, δημιούργημα, ἀλλά ὁ ἄκτιστος Υἱός τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Στό πρόσωπο, τήν ὑπόστασή Του, ἑνώθηκε ἡ θεότητα μέ τήν ἀνθρωπότητα, καί ἔτσι κάθε ἄνθρωπος πού πιστεύει ὀρθά σέ Αὐτόν μπορεῖ νά σωθεῖ, νά ἁγιασθεῖ, νά θεωθεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ θεολογία καί ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας.

Θεολογία, ζωή καί «ἔσχατον»

 Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται ἄρρηκτα μέ τήν ζωή καί τήν καθημερινότητα τοῦ ἀνθρώπου, δεδομένου ὅτι ἐπιδιώκει νά ἀγκαλιάσει ὅλον τόν ἄνθρωπο, νά διαμορφώσει τήν προσωπικότητα καί τό ἦθος του, νά ἁγιάσει καί νά φωτίσει τήν ὕπαρξή του. Ἔτσι, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρώτιστα λόγος περί τοῦ ἐσχάτου νοήματος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἔσχατο εἶναι τό τελευταῖο καί τελικό. Εἶναι ἐκεῖνο πρός τό ὁποῖο κατευθύνονται καί μέ τό ὁποῖο ὁλοκληρώνονται ὅλα τά προηγούμενα. Εἶναι τό «τέλος» πού ἀναμένεται στό μέλλον, ἀλλά ὑπάρχει ὡς σκοπός ἤδη μέσα στό παρόν. Εἶναι δηλαδή ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἤδη ἔρθει στόν κόσμο. Τοιουτοτρόπως, μέ μία φράση, ἡ Ἐκκλησία κηρύσσοντας τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, τήν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί  τῶν Πατέρων περί τοῦ Θεοῦ, τῶν θείων ἐνεργειῶν Του καί τοῦ ἐσχάτου νοήματος τῆς ζωῆς ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ. Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ζεῖ καί κηρύσσει τήν Ὀρθόδοξη Θεολογία, πίστη καί ζωή· γι’ αὐτό εἶναι ἡ μόνη Ἐκκλησία πού μπορεῖ νά σώσει τόν ἄνθρωπο, νά μεταμορφώσει τόν κόσμο.

Τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ Στήν εὐαγγελική περικοπή πού ἀναγινώσκεται κατά τήν σημερινή θεία Λειτουργία, ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά τό ἔργο πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Πατήρ νά ἐπιτελέσει, τό ὁποῖο ἀφορᾶ στήν λυτρωτική ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπηση καί παρουσία Του, μέ τό Εἶναι Του, γνωστοποίησε στόν ἄνθρωπο τόν Τριαδικό Θεό, γιατί στόν Χριστό «κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2,9), καί γιατί ὅποιος εἶδε τόν Υἱό, εἶδε καί τόν Πατέρα (Ἰωάν. 14,9), ὅπως εἶπε στόν Φίλιππο. Χωρίς τόν Χριστό δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίσουμε τόν Θεό, τό θέλημά Του γιά τήν σωτηρία μας καί νά μετάσχουμε στήν αἰώνιο ζωή, δηλαδή στήν Βασιλεία Του.

Αὐτό ἀκριβῶς ἀκούσαμε τόν Κύριο νά λέγει στήν περικοπή μας· αἰώνιος ζωή εἶναι ἡ γνώση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τοῦ Υἱοῦ Του, τόν Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Πατέρας γιά νά ἀποκαλύψει τόν Θεό στόν κόσμο καί νά κάνει τούς ἀνθρώπους μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, ζωντανά κύτταρα τοῦ Σώματός Του. Αὐτή ἡ γνώση προέρχεται ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη καί δίδεται στόν ἄνθρωπο κατά τό μέτρο πού ἀνταποκρίνεται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί εἶναι γνώση ἄνωθεν καταβαίνουσα, γνώση ἀποκαλύψεως, σχέσεως, κοινωνίας. Εἴθε πάντοτε οἱ πιστοί νά ἀναγνωρίζουμε στό Πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ τόν Θεό καί Ἄνθρωπο Χριστό, τόν Μεσσία καί Λυτρωτή μας πού μᾶς προσάγει στόν Πατέρα διά Πνεύματος Ἁγίου. Εἴθε αὐτό τό φῶς τῆς πίστεως νά φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ἐρχόμενο στόν κόσμο. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/21-2026(3808).pdf

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 Μέ ἁπλότητα ἀφοπλιστική καί ἐνάργεια ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀφηγεῖται τό ἐκπληκτικό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπιτελοῦνται γιά τήν δημιουργία ἐντυπώσεων οὔτε γιά τήν ἀπόκτηση ὀπαδῶν ἤ τήν ἐπιδίωξη ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Τά «σημεῖα», τά θαύματα τοῦ Κυρίου πραγματοποιοῦνται γιά νά βοηθήσουν τόν ἄνθρωπο νά ἀτενίσει καί νά αἰσθανθεῖ μέ πίστη καί ἀγάπη τό κατ’ ἐξοχήν ἔργο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο εἶναι ἡ ἔλευση τῆς Βασιλείας Του στόν κόσμο, ἡ σωτήριος καί ἀπελευθερωτική παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας πού βιώνεται ὡς ἀγώνας νά Τόν ἀκολουθήσουμε μέ ἐμπιστοσύνη καί ἀφοσίωση. 

Γιατί μόνο στόν Χριστό συναντᾶ κανείς λυτρωτικά τόν Θεό. Αὐτός εἶναι «ἡ θύρα» (Ἰωάν. 10,9), «ἡ ὁδός» (14,6) καί ἡ «προσαγωγή» μας, διά τῆς πίστεως, στήν χάρι τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 5,2). Ὁ Θεός καί Πατήρ «ἕως ἄρτι ἐργάζεται» (Ἰωάν. 5,17), ἐξακολουθεῖ νά ἐργάζεται ὥς τώρα γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, μαζί μέ τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα Του. 

Ἑπομένως, κάθε θαυμαστή ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ καί, κατά κύριο λόγο, ἡ ἐνανθρώπησή Του, ἡ Σταύρωση καί ἡ Ἀνάσταση, σκοπό ἔχει νά μεταβάλει τόν κόσμο σέ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά προσανατολίσει τόν ἄνθρωπο στόν σκοπό τῆς δημιουργίας, του, δηλαδή στήν κοινωνία μέ τόν Θεό, τόν ἁγιασμό, τήν θέωση, τό «ἀεί σύν Θεῷ εὖ εἶναι».

Ἡ δημιουργία τῶν ὀφθαλμῶν 

Ὁ Κύριος δέν ἀποκαθιστᾶ μόνον τήν ὅραση ἑνός ἀνθρώπου πού κάποτε ἔβλεπε, ἀλλά τοῦ δίνει γιά πρώτη φορά στήν ζωή του τήν δυνατότητα νά δεῖ. Σέ αὐτό ἔγκειται καί ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ μέ τό πτύσμα Του καί τό χῶμα κάνει πηλό καί χρίει τά μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Μέ αὐτήν τήν πράξη ἐπιβεβαιώνεται γιά ἀκόμη μία φορά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὄντως ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, ὁ λυτρωτής ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί ἀρχηγός τοῦ καινούργιου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν περίφημη προφητεία τοῦ Ἡσαΐου γιά τήν δράση τοῦ Μεσσία: «τυφλοί ἀναβλέπουσι καί χωλοί περιπατοῦσι, λεπροί καθαρίζονται καί κωφοί ἀκούουσι, νεκροί ἐγείρονται καί πτωχοί εὐαγγελίζονται» (Ματθ. 11,5). 

Αὐτή εἶναι ἡ πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τό Πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ· αὐτό εἶναι τό καλό ἄγγελμα τῆς σωτηρίας μας καί τό περιεχόμενο τοῦ Χριστιανισμοῦ· ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση καί ὁ φωτισμός τοῦ ἀνθρώπου, ἡ θέωσή του, καθώς ἐπισημαίνουν οἱ Ἅγιοι Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καί Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Τοῦτό ἐστι τό τοῦ Θεοῦ Εὐαγγέλιον· πρεσβεία (παρέμβαση-ἀποστολή) Θεοῦ πρός ἀνθρώπους δι’ Υἱοῦ σαρκωθέντος καί μισθόν δωρουμένου τοῖς Αὐτῷ πειθομένοις, τήν ἀγέννητον θέωσιν». 

Ἡ ἀγέννητη θέωση, ὡς σκοπός τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποκαλύπτεται στούς ἀξίους, δηλαδή σέ ἐκείνους πού ἔχουν ὑγιεῖς ὀφθαλμούς καί καθαρή καρδιά, τά ὁποῖα ἀποκτῶνται μέ τήν ζωντανή πίστη καί τοῦ Θεοῦ τήν χάρι.

Τό θάρρος πού ἐμπνέει ἡ πίστη 

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός, μέ τήν πίστη καί τήν προθυμία του νά ὑπακούσει στόν λόγο κάποιου Ἀγνώστου πού χρίει τούς ὀφθαλμούς του, μεταβαίνει στήν «κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ», νίπτεται καί, ὅταν ἐπιστρέφει, βλέπει.

Τότε, ἡ ἀγάπη καί ἡ πίστη του στόν Χριστό ἐκδηλώνονται καί μέ τόν ἀγῶνα του νά ὑπερασπίσει τόν Εὐεργέτη του, ὁμολογῶντας ἀπερίφραστα καί θαρραλέα στούς ἀνθρώπους (γείτονες, φαρισαίους, γονεῖς), ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι προφήτης καί ὅτι τοῦ ἔδωσε τό φῶς του. Ἔτσι, ὁ πρώην τυφλός γίνεται ὄργανο τοῦ Θεοῦ γιά νά φανερωθεῖ ἡ τύφλωση τῶν «ἰσχυρῶν» καί «σοφῶν» τοῦ κόσμου. Καί ὁ Κύριος, τόν ὁποῖο στό τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεραπευθείς τυφλός πιστεύει ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Τόν προσκυνεῖ, φανερώνει ὅτι «εἰς κρῖμα εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθε». Ἐνανθρώπησε, δηλαδή, γιά νά προκαλέσει κρίση σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε ὅσοι δέν βλέπουν νά δοῦν καί ὅσοι «βλέπουν» νά γίνουν τυφλοί (Ἰωάν. 9,39).

Ἡ πίστη ὡς οὐσιαστική γνωριμία μέ τόν Χριστό Τοιουτοτρόπως, διαπιστώνουμε ὅτι ὁ πρώην τυφλός δέν ἀρκέσθηκε ἁπλῶς στό νά ἐκφράσει τήν εὐγνωμοσύνη τῆς καρδιᾶς του στόν Εὐεργέτη του, ἀλλά τό θαῦμα τῆς θεραπείας του ἔγινε ἀφετηρία γιά νά γνωρίσει βαθύτερα τόν Χριστό, νά συνδεθεῖ ἀληθινά μαζί Του, νά πιστεύσει στήν μεσσιανική Του ἰδιότητα. Γι’ αὐτό καί τόν ὁμολογεῖ ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ προηγουμένως τόν ἀποκαλοῦσε «Προφήτην» καί «Ἄνθρωπον λεγόμενον Ἰησοῦν». Ὅσο περισσότερο λούζεσαι ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως, τόσο ἀποκτᾶς ἐμπειρία, προσωπική πεῖρα, ἐσωτερική βεβαιότητα γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ· ἄνοδο σέ ἄλλα ἐπίπεδα γνώσεως καί ὑπάρξεως. 

Ἀρχιμ. Ν. Κ.

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/20-2026(3807).pdf

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Η ΕΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑι ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 Ἀπό τόν πλοῦτο τῶν νοημάτων τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς θά μᾶς ἀπασχολήσει τό θέμα τῆς «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρείας τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτή περιγράφεται ἀπό τόν Κύριο κατά τήν συνομιλία Του μέ τήν Σαμαρείτιδα. 

Ὁ Χριστός διαλέγεται μέ αὐτήν τήν γυναίκα παρά τό ἄσβεστο μῖσος πού ὑπῆρχε μεταξύ Ἰουδαίων καί Σαμαρειτῶν, λόγῳ ἱστορικῶν, θρησκευτικῶν καί φυλετικῶν διαφορῶν. 

Ὁ Κύριος μέ τήν παρουσία καί τόν λόγο Του βοηθεῖ τούς ἀνθρώπους νά ὑπερβοῦν τίς διαιρέσεις, καθότι κηρύττει ὡς κανόνα ζωῆς καί μέτρο πίστεως τήν εὐαγγελική ἀγάπη πρός ἐχθρούς καί φίλους, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τήν καταλλαγή, τήν συμφιλίωση. Ὅταν ἡ Σαμαρεῖτις, μεταξύ ἄλλων, ρώτησε τόν Χριστό ἄν εἶναι πιό σωστό νά λατρεύεται ὁ Θεός στό ὄρος Γαριζίν, ὅπου οἱ Σαμαρεῖτες εἶχαν οἰκοδομήσει ναό, ἤ στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ὑπῆρχε ὁ περίφημος ναός τοῦ Σολομῶντος, Ἐκεῖνος τῆς ἀπάντησε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πνεῦμα. Καί ἀκριβῶς ἐπειδή ὡς πνεῦμα βρίσκεται ὑπεράνω παντός περιορισμοῦ, αὐτός πού τόν προσκυνεῖ δέν δεσμεύεται ἀπό τόν τόπο. Ἀρκεῖ ἡ προσκύνηση αὐτή νά γίνεται μέ τήν δύναμη τοῦ πνεύματος, πού φανερώνει τήν ἀλήθεια.

 Βιωματική λατρεία τοῦ Θεοῦ 

Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἀνατρέπει τίς ἕως τότε ἀντιλήψεις γιά τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ πού κατανοεῖται πλέον ὡς ἐμπιστοσύνη, ἀφοσίωση καί ἀγάπη πρός τόν Θεό. Ἡ χριστιανική λατρεία δέν μπορεῖ νά συνδέεται μέ νεκρούς, χωρίς περιεχόμενο ζωῆς θρησκευτικούς τύπους, μέ τόν φόβο τῆς ἐνοχῆς ἤ τόν χωρίς βάθος συναισθηματισμό πού ὁδηγεῖ σέ μορφές πνευματικῆς ἀπολιθώσεως. Ἡ ἀληθινή λατρεία εἶναι σχέση ζωῆς, ἔκφραση πίστεως καί ἐλπίδας, ἐμπειρία γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κοινωνία μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἀποκαλύπτει τήν Ἀλήθεια, δηλαδή τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. 

Ὡς ἐκ τούτου, ἡ λατρεία τοῦ ζῶντος Θεοῦ φανερώνεται ὡς κίνηση πρός τά ἄνω, ὡς εὐγνωμοσύνη πρός τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Λόγο, ὡς ἐπιθυμία νά ὁμολογήσουμε δοξολογικά τίς φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του, νά μετάσχουμε στήν χάρι καί ζωοποιό ἐνέργειά Του καί, ἐν τέλει, νά βιώσουμε τήν συγγένεια πού ἔχουμε μαζί Του ὡς μέλη τοῦ Σώματός Του καί μέτοχοι τοῦ χαρίσματος τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας. 

Ἡ δυναμική τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας 

Ἐπειδή ἡ «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρεία δέν περιορίζεται στό πλαίσιο μιᾶς θρησκευτικῆς τελετουργίας, ἀλλά μαζί μέ τήν πίστη, τήν ζωή καί τό ἦθος συναπαρτίζουν ἕνα ἀδιαίρετο σῶμα, δέν ὑπάρχει σέ αὐτήν τίποτε τό στατικό καί μεμονωμένο. Τά πάντα ζοῦν καί κινοῦνται ἁρμονισμένα μέσα στό ὅλον. Μάλιστα στήν καρδιά, στό κέντρο λατρείας τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία, συντελεῖται ἡ ἀνταλλαγή τῆς περιορισμένης καί πρόσκαιρης ἀνθρώπινης ζωῆς μέ τήν ἀπεριόριστη καί αἰώνια ζωή τοῦ Θεοῦ. Προσφέρουμε δηλαδή στόν Θεό ἕνα κομμάτι ἄρτο καί λίγο οἶνο· καί μέσα σέ αὐτά τά εὐχαριστιακά δῶρα ἐμπεριέχονται ὅλη μας ἡ πίστη, ἡ ἀγάπη, ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια, ὁ μόχθος, ἡ ἀδυναμία, ἡ προσδοκία, ὁλόκληρη ἡ ζωή μας. Καί λέμε στόν Θεό: «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα». Σέ κάθε καιρό, δηλαδή, καί γιά ὅλες σου τίς εὐεργεσίες, σοῦ προσφέρουμε αὐτά τά δῶρα, πού εἶναι δικά σου ἀπό ἐκεῖνα πού μᾶς δίνεις ἐσύ (Λειτουργία Ἰω. Χρυσοστόμου). Καί ὁ Θεός δέχεται τήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας καί ἐναποθέτει καί Αὐτός τήν ζωή Του, τό Ἅγιο Πνεῦμα Του, στά δῶρα τῆς Εὐχαριστίας, τά ὁποῖα μεταβάλλει σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Καί μετέχοντας ὁ πιστός σέ αὐτά συναντᾶ τόν Χριστό μέσα του, διαλέγεται προσευχητικά μαζί Του, γίνεται θεοφόρος καί χριστοφόρος καί ἑνώνεται ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ μέ Αὐτόν καί ὅλη τήν Ἐκκλησία. 

Πορεία πρός τήν Βασιλεία 

Λατρεύοντας ὁ πιστός τόν Θεό ἀποκτᾶ τήν αἴσθηση ὅτι ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις», πορεύεται τήν ὁδό πρός τήν ἀτελεύτητη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία προγεύεται ἀπό τό παρόν, ἀπό αὐτήν τήν ζωή. Καί ἔχοντας στήν καρδιά του τόν Ἀπεριόριστο Κύριο τῆς Δόξης, ἀναφωνεῖ τόν ἐξαίσιο λειτουργικό μας ὕμνο· «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες. Αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν». Γένοιτο! 

Ἀρχιμ. Ν. Κ

https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/19-2026(3806).pdf