| Διαβάστε περισσότερα... |

Εξέχων διπλωματικός υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνικής καταγωγής, που τιμήθηκε με τους τίτλους του πασά και του βεζίρη.
Ο Κωνσταντίνος Μουσούρος (Kostaki Musurus) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 18 Φεβρουαρίου του 1807 και καταγόταν από τη γνωστή φαναριώτικη οικογένεια των Μουσούρων, με ρίζες από το Ρέθυμνο της Κρήτης. Σπούδασε στη γαλλική σχολή του τάγματος των Λαζαριστών στη Νάξο και το 1832 διορίστηκε γραμματέας του Ηγεμόνα της Σάμου Στέφανου Βογορίδη.
Την 1η Μαΐου του 1840 ανέλαβε επικεφαλής της νεοσυσταθείας διπλωματικής αποστολής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα, με απόφαση του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α'. Ήταν ο πρώτος πρεσβευτής της Υψηλής Πύλης στην Αθήνα, μετά την Ελληνική Επανάσταση.
Ο Μουσούρος υπερασπίστηκε με ιδιαίτερο ζήλο τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για να μην κατηγορηθεί ότι μεροληπτεί υπέρ των ελληνικών θέσεων, λόγω της καταγωγής του. Συγκρούστηκε επανειλημμένα με τον έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη και μισήθηκε από την κοινή γνώμη. Αποκορύφωμα της συμπεριφοράς του υπήρξε η διαμάχη του με τον βασιλιά Όθωνα, που οδήγησε στη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων στα εσωτερικά της χώρας μας. Τα περιστατικά αυτά έμειναν στην ιστορία ως «Μουσουρικά» (25 Ιανουαρίου 1847 - 8 Φεβρουαρίου 1848).
Μετά την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, ο Μουσούρος επανήλθε στην Αθήνα. Όμως, στις 24 Απριλίου του 1848 πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε ελαφρά στο χέρι από τον ελληνικής καταγωγής υπάλληλο της Οθωμανικής πρεσβείας Απόστολο Ναδίρη, ο οποίος δήλωσε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν ότι δεν μπορούσε να ακούει τον Μουσούρο να βρίζει τους Έλληνες.
Η θέση του Μουσούρου, μετά και την εξέλιξη αυτή, επιβαρύνθηκε υπέρμετρα και ο σουλτάνος τον μετακίνησε στη Βιέννη, ως πρεσβευτή του στην Αυστροουγγαρία. Εκεί παρέμεινε έως το 1851 και στη συνέχεια ανέλαβε επικεφαλής της πρεσβείας στο Λονδίνο, όπου παρέμεινε έως το 1879. Το 1867 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Πασά και το 1881 ο τίτλος του Βεζίρη.
Ο Κωνσταντίνος Μουσούρος, που διακρινόταν για τη μόρφωση και τη γλωσσομάθειά του, μετέφρασε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη σε δωδεκασύλλαβους στίχους στην αρχαία ελληνική και τη δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1890. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Φεβρουαρίου του 1891, σε ηλικία 84 ετών. Ο γιος του Στέφανος Μουσούρος (1841-1907) υπηρέτησε κι αυτός στη διπλωματική υπηρεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και διετέλεσε Ηγεμόνας της Σάμου (1896-1899).

Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή υπήρξε ένας από τους κορυφαίους μαθηματικούς της εποχής του με διεθνή αναγνώριση.Το επιστημονικό του έργο εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, από τα Μαθηματικά και την Φυσική ως την Αρχαιολογία. Πολυσχιδής προσωπικότητα, διέπρεψε ως καθηγητής μαθηματικών και από τα πανεπιστήμια του Βελγίου και της Γερμανίας, βρέθηκε να οργανώνει το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη και να εργάζεται ως μηχανικός στο εργοτάξιο του φράγματος στο Ασουάν. Είχε φιλικές σχέσεις, μεταξύ άλλων, με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1873, στο Βερολίνο, όπου ο πατέρας του Στέφανος Καραθεοδωρή υπηρετούσε ως πρεσβευτής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η μητέρα του Δέσποινα Πετροκόκκινου καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Χίου.
Από το 1891 έως το 1895, σπούδασε πολιτικός μηχανικός στη Στρατιωτική Σχολή των Βρυξελλών. Μετά την αποφοίτησή του αποδέχτηκε την πρόσκληση του θείου του, Αλέξανδρου Καραθεοδωρή, ο οποίος ήταν γενικός διοικητής της Κρήτης, να τον επισκεφθεί στα Χανιά. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αργότερα ως πρωθυπουργός της Ελλάδας θα τον προσκαλέσει να οργανώσει το νεοσύστατο πανεπιστήμιο της Σμύρνης κατά την διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας,
Στην συνέχεια πήγε στη Μυτιλήνη, όπου μετείχε στην κατασκευή έργων οδοποιίας, ενώ το 1898 πήγε στην Αίγυπτο, για να εργαστεί ως μηχανικός στην βρετανική εταιρεία που κατασκεύαζε το φράγμα στο Ασουάν. Κατά την εκεί παραμονή του συνέχισε να μελετά μαθηματικά συγγράμματα, ενώ έκανε και μετρήσεις στην κεντρική είσοδο της πυραμίδας του Χέοπος, τις οποίες και δημοσίευσε.
Στην Αίγυπτο, ο Καραθεοδωρή κατάλαβε πόσο μεγάλη γοητεία και επιρροή ασκούσαν πάνω του τα Μαθηματικά και συνειδητοποίησε πως η δουλειά του μηχανικού δεν ήταν εκείνη που αναζητούσε το ανήσυχο πνεύμα του. Έτσι το 1900, ο 27χρονος πια Καραθεοδωρή, προς μεγάλη έκπληξη των δικών του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμα του μηχανικού και να πάει στην Γερμανία για να σπουδάσει Μαθηματικά.
Για δύο χρόνια παρακολούθησε μαθήματα Μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, με διαπρεπείς καθηγητές, όπως ο Λάτσαρους Φουκς και Φέρντιναντ Φρομπένιους.Το 1904 υπέβαλε την διδακτορική του διατριβή με τίτλο « Περί των Ασυνεχών Λύσεων του Λογισμού των Μεταβολών» στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης (Γκέτινγκεν), η οποία έγινε δεκτή και το 1905 αναγορεύτηκε σε διδάκτορα της Φιλοσοφίας των Μαθηματικών.
Το 1908, νυμφεύτηκε την Ευφροσύνη Καραθεοδωρή, μακρινή συγγενή του. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά: τον Στέφανο και την Δέσποινα, σύζυγο τα κατοπινά χρόνια του πολιτικού και Προέδρου της Βουλής Κωνσταντίνου Ροδόπουλου.
Η φήμη που απέκτησε τα επόμενα χρόνια στην Γερμανία, τον έφερε σε φιλική και επαγγελματική επαφή με τον Αλβέρτο Αϊνστάιν. Οι δύο άνδρες γνωρίστηκαν το 1915 διατήρησαν μια επιστημονική σχέση, στηριγμένη στην αλληλοεκτίμηση και αλληλοσεβασμό. Οι θεωρίες που κατά καιρούς παρουσιάζουν τον Καραθεοδωρή ως καθοδηγητή του Αϊνστάιν σχετικά με τη διατύπωση της θεωρίας της σχετικότητας δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τα υπάρχοντα στοιχεία (αλληλογραφία, δημοσιεύματα κ.λπ.).
Το 1913, έγινε καθηγητής στην έδρας της Μαθηματικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου του Γοττίγγης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1918. Το 1920, με πρόσκληση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ανέλαβε να οργανώσει το νεοσύστατο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη. Η απόφαση του Καραθεοδωρή να επιστρέψει στην πατρίδα του προκειμένου να της φανεί χρήσιμος, παρόλο που μεσουρανούσε στη Γερμανία, είναι ενδεικτική της αγάπης του για την Ελλάδα.
Στην Σμύρνη, ο Καραθεοδωρή έμεινε μέχρι την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου, τον Αύγουστο του 1922. Όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην πόλη, ο Καραθεοδωρή κατόρθωσε να διασώσει τη βιβλιοθήκη και πολλά από τα εργαστηριακά όργανα του Ιονίου Πανεπιστημίου και να τα μεταφέρει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παρέμεινε στην Αθήνα και το 1922 διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τον επόμενο χρόνο στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Απογοητευμένος από την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων, εγκατέλειψε την Ελλάδα το 1924, για να αναλάβει θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, που εκείνο τον καιρό ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Γερμανίας και δίδασκαν σ' αυτό κορυφαία ονόματα.
Το 1930, πάλι με πρόσκληση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ανέλαβε καθήκοντα κυβερνητικού επιτρόπου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση του πρώτου και στην οργάνωση του νεοσύστατου δεύτερου. Το 1932, επέστρεψε στην έδρα του στο Μόναχο και παρέμεινε στην πόλη αυτή, ακόμα και μέσα στα δύσκολα χρόνια του Β Παγκοσμίου Πολέμου.
Η συμβολή του στα μαθηματικά ήταν σημαντική ιδίως στους τομείς της πραγματικής ανάλυσης, της συναρτησιακής ανάλυσης και της θεωρίας μέτρου και ολοκλήρωσης.
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή πέθανε στο Μόναχο στις 2 Φεβρουαρίου 1950, σε ηλικία 77 ετών και ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο Βαλντφρίνχοφ της πρωτεύουσας της Βαυαρίας.
Διετέλεσε βασιλιάς της Ελλάδας από το 1964 έως το 1973, οπότε το δικτατορικό καθεστώς αποφάσισε την κατάργηση του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.
Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα της 29ης Ιουλίου 1973. Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή προκήρυξε νέο δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 8 Δεκεμβρίου 1974, το οποίο απέβη και αυτό κατά της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.
Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στο Παλαιό Ψυχικό στις 2 Ιουνίου 1940 και ήταν το δεύτερο παιδί και ο μοναδικός γιος του βασιλιά Παύλου Α' και της βασίλισσας Φρειδερίκης. Βαπτίστηκε στα Ανάκτορα των Αθηνών (νυν Προεδρικό Μέγαρο) στις 20 Ιουλίου 1940, με αναδόχους αντιπροσωπεία των ενόπλων δυνάμεων.
Με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, ο Κωνσταντίνος ακολούθησε τη διαδρομή της βασιλικής οικογένειας από την αποχώρησή της από την ηπειρωτική Ελλάδα (22 Απριλίου 1941) έως την επάνοδό της (28 Σεπτεμβρίου 1946), μετά το δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1946.
Ο Κωνσταντίνος φοίτησε στο Εθνικό Εκπαιδευτήριο των Αναβρύτων στο Μαρούσι (νυν Πρότυπο Γυμνάσιο και Λύκειο Αναβρύτων) και παρακολούθησε μαθήματα στις στρατιωτικές σχολές Ευελπίδων, Δοκίμων και Ικάρων και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και ιδιαίτερη σειρά άλλων μαθημάτων και ξένων γλωσσών. Μετά την ενηλικίωσή του τού αποδόθηκαν οι βαθμοί του ανθυπολοχαγού Πεζικού, του σημαιοφόρου του Πολεμικού Ναυτικού και του ανθυποσμηναγού (28 Ιουνίου 1958).
Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα με σκάφη τύπου «Ντράγκον», στις 8 Σεπτεμβρίου 1960, με πλήρωμα του Οδυσσέα Εσκιτζόγλου και Γεώργιο Ζαίμη.
Στις 6 Μαρτίου 1964 διαδέχτηκε στο θρόνο του Βασιλείου της Ελλάδος τον αποθανόντα πατέρα του Παύλο. Η ορκωμοσία του έγινε ενώπιον της Βουλής και την ίδια ημέρα ορκίστηκε και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων με τους ανώτατους βαθμούς της στρατιωτικής ιεραρχίας (στρατάρχης, αρχιναύαρχος και αρχιπτέραρχος).
Το καλοκαίρι του 1965 εκδηλώθηκε η πρώτη σοβαρή κρίση της βασιλείας του, με την απαίτησή του να έχει τον τελευταίο λόγο στον διορισμό υπουργού Εθνικής Άμυνας και της ηγεσίας του στρατεύματος. Η διαφωνία του με τον πρωθυπουργό οδήγησε στην παραίτηση της λαοπρόβλητης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου. Τα λεγόμενα «Ιουλιανά» ακολούθησε μια περίοδος έντονης πολιτικής ανωμαλίας («Αποστασία»), που οδήγησε τελικά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.
Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών είχε ως συνέπεια την ανατροπή της κυβέρνησης του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και την επ’ αόριστον αναβολή των εκλογών, χωρίς όμως να μεταβληθεί η μορφή του πολιτεύματος ή του προσώπου του Ανώτατου Άρχοντα. Ο Κωνσταντίνος όρκισε την κυβέρνηση που προήλθε από το στρατιωτικό καθεστώς, έχοντας ως πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κόλλια, ένα πρόσωπο της δικής του επιλογής.
Το συνταγματικό κενό που δημιουργήθηκε συμπληρώθηκε από την απόφαση του δικτάτορα Παπαδόπουλου να αναθέσει καθήκοντα αντιβασιλέα στον αντιστράτηγο Γεώργιο Ζωιτάκη και αργότερα στον ίδιο. Τα στρατιωτικά μέλη της κυβέρνησης παραιτήθηκαν από τις τάξεις του στρατού και η νέα κυβέρνηση θεώρησε τον βασιλιά «αδικαιολογήτως απέχοντα των καθηκόντων του» και σε «εθελούσια προσωρινή αποδημία».
Στα τέλη Μαΐου του 1973 εκδηλώθηκε το Κίνημα του Ναυτικού που είχε ως στόχο την ανατροπή της δικτατορίας. Κατεστάλη, όμως, εν τη γενέσει του και οι δικτάτορες θεώρησαν ότι ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (όπως και ορισμένοι πολιτικοί) δεν ήταν ξένοι προς τα διαδραματισθέντα.
Έτσι, το υπουργικό συμβούλιο (με ταυτόχρονη έκδοση συντακτικής πράξης) αποφάσισε την 1η Ιουνίου 1973 την κατάργηση του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, την κήρυξη εκπτώτου του βασιλιά και των διαδόχων του και την εγκαθίδρυση ως νέου πολιτεύματος εκείνου της Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, την προσωρινή ανάθεση της προεδρίας της Δημοκρατίας στον ως τότε αντιβασιλέα και πρωθυπουργό Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στις 24 Ιουλίου 1974, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή προκήρυξε δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 8 Δεκεμβρίου 1974 και απέβη και πάλι κατά της Βασιλευομένης Δημοκρατίας.
Από το 1967 ο Κωνσταντίνος έζησε αυτοεξόριστος πρώτα στην Ιταλία και συνέχεια στη Μεγάλη Βρετανία και μόλις τα τελευταία χρόνια αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Έχει αναγνωρίσει το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας για την κατάργηση της μοναρχίας, χωρίς να έχει παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στο θρόνο. Από το 1994 του έχει αφαιρεθεί η ελληνική υπηκοότητα, όπως και της οικογένειάς του. Τον Μάρτιο του 2003 έλαβε από το ελληνικό κράτος το ποσό των 13,7 εκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της βασιλικής περιουσίας.
Ο Κωνσταντίνος άφησε την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο «Υγεία» της Αθήνας στις 10 Ιανουαρίου 2023, σε ηλικία 82 ετών. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.