Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ -ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ -ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Το θαύμα της μητρικής γλώσσας!!Ο Όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης έγινε ο Μεγάλος Υμνογράφος γιατί είχε πάθος για την μητρική ως μέλος μειονότητας καθώς ήταν από τη Δρόβιανη της Β Ηπείρου! Ο Αγιορείτης Μοναχός που τίμησε ως κι η Ακαδημία Αθηνών. Έγραψε χιλιάδες στίχους στην αρχαίζουσα Ελληνική!

 

”Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική·
……
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.” (Ο Ελύτης)

Το θαύμα της μητρικής γλώσσας!!Ο Όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης έγινε ο Μεγάλος Υμνογράφος γιατί είχε πάθος για την μητρική ως μέλος μειονότητας καθώς καταγόταν από τη Δρόβιανη της Β Ηπείρου!Ο Αγιορείτης Μοναχός που τίμησε ως κι η Ακαδημία Αθηνών για το έργο του. Έγραψε χιλιάδες στίχους στην αρχαίζουσα Ελληνική!

Ο Όσιος Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης ο Υμνογράφος που μας κληροδότησε ένα τεράστιο έργο Εκκλησιαστικής ποίησης στην αρχαίζουσα ήταν ένα παιδί της ελληνικής διασποράς της ομογένειας. Έτσι εξηγείται το πάθος του για την μητρική του γλώσσα.. ήταν γόνος Ελλήνων της Β Ηπείρου. Κάθε μειονότητα που ζει σε αλλόγλωσσο περιβάλλον έχει το φόβο και την αγωνία της μη αφομοίωσης. Κι αυτό της προσδίδει ένα ιδιαίτερο κίνητρο για τη διατήρηση κι ανάπτυξη της γλωσσικής συνείδησης που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εθνοτικής ταυτότητας..Και πολύ περισσότερο αυτό ενεργεί όταν υπάρχει μια καταπιεσμένη γλωσσική μειονότητα όπως σε αυτή την περίπτωση.

Εκτός αυτού ο Όσιος Γεράσιμος μεγαλώνοντας εκτός συνόρων της μητέρας πατρίδας είχε στερηθεί το γλωσσικό πλούτο και τα πλούσια ερεθίσματα της μητρικής του γι αυτό όταν ήρθε στην Αθήνα έσπευσε όχι μόνο ν΄αναπληρώσει τα κενά του αλλά και να εξειδικευθεί στην ελληνική και στους αρχαίους συγγραφείς..Ενώ το πάθος του για την Ελληνική το ικανοποίησε σε μέγιστο βαθμό στις βιβλιοθήκες του Αγίου όρους όπου ήταν και Βιβλιοθηκάριος..

Αυτή η στέρηση αυτή η απόσταση λειτούργησε ως ισχυρό κίνητρο αναπλήρωσης και ανέδειξε έναν μείζον ποιητή και τον εξέχοντα και υπέρτερο όλων των άλλων σύγχρονο Εκκλησιαστικό Υμνογράφο και ποιητή.. Τεράστιο έργο 48 τόμοι,35.442 σελίδες.

Αξιοσημείωτη εδώ είναι μια σημαντική διαφορά που προκύπτει μεταξύ της κοσμικής και της εκκλησιαστικής ποίησης. Στην κοσμική ποίηση τόσο ποιο μεγάλος ποιητή είσαι όσο περισσότερα χαρτιά έχεις σκίσει. ενώ στην εκκλησιαστική τόσο πιο μεγάλος είσαι όσο πιο πολύ λειτουργείς με αυτόματη γραφή χωρίς δεύτερο χέρι πρίμα βίστα. Ο υμνογράφος δεν χρησιμοποιεί ποτέ πρόχειρο παρά μόνο σε συγκεκριμένα σημεία. Η έλλειψη χρήσης προχείρου μαρτυρεί δεξιοτεχνία και ταχύτητα.Ο ίδιος ομολογεί ”όταν κάθομαι φεύγει το χέρι”. ” Θεού το δώρον ουκ εξ ημών”.. ”Ο Θεός χρησιμοποιεί το χέρι μου σ΄αυτά..Δεν είναι δικά μου. Άλλος μου τα λέει..”.

Εντούτοις όπως στην κοσμική ποίηση καθοριστικό ρόλο παίζει το βίωμα αντίστοιχα και στην εκκλησιαστική η μυστική εμπειρία η θεωρία είναι απαραίτητη προυπόθεση. ”έπαθε τα θεία και έμαθε τα θεία.” ”εξεζήτησε τα βάθη του Πνεύματος και του προστέθηκαν τα κάλλη του φθέγγματος”.

Στην Υμνογραφία απαιτείται τέλεια γνώση Θεολογίας, Δογμάτων, Ελληνικής γλώσσας, Εκκλησιαστικής ποίησης,αρχαίου μέτρου και Βυζαντινών ήχων και πρωτίστως υψηλή πνευματική ζωή..

Ο κατά κόσμον Αναστάσιος Αθανάσιος Γραίκος του Ιωάννη και της Αθηνάς το γένος Δρόσου γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 1905 στη Δρόβιανη της επαρχίας Δελβίνου Βόρειας Ηπείρου στην Αλβανία. Όταν ο πατέρας του μετοίκησε στον Πειραιά κι εργάστηκε ως καφεπώλης ο Αναστάσης τον ακολούθησε. Προηγουμένως φοίτησε αν κι αργοπορημένα λόγω των πολέμων στο Δημοτικό σχολείο της περιοχής του όπου κι αποφοίτησε 14 ετών. Μετακόμισαν με πατέρα του στην Αθήνα όπου τέλειωσε το τετρατάξιο γυμνάσιο (Δ Γυμνάσιο στο Κολωνάκι) της εποχής. ” Μετά το γυμνάσιο πήγα για 3 χρόνια σε μια ανωτέρα σχολή στην οποία εξεπαιδεύετο κανείς μόνο στην ελληνική γλώσσα και στους αρχαίους συγγραφείς… στην οδό Σκουφά στο Κολωνάκι. Μετά τη σχολή έφυγα 19 χρονών και ήρθα στο Άγιον Όρος. Είχα μεγάλη επίδοση και ζήλον στην ελληνικήν γλώσσαν, στην παιδεία αλλά εδώ που ήρθα επαιδεύθην πρωτίστως στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας.”..

Στο Άγιο όρος μπήκε στις 15 Αυγούστου 1922. Εγκαταβιώνει εξ αρχής στη σκήτη στη Μικρά Αγία Άννα στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου.

όπως μαρτυρεί ο υποτακτικός του π. Σπυρίδων ”δεν άλλαξε το μοναχικό ράσο με τον επισκοπικό σάκο, όταν του ζητήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ούτε το ταπεινό εργαστήρι του με το γραφείο του καθηγητή Πανεπιστημίου.

Γνώρισε πολλές διακρίσεις και από νωρίς είχε μεγάλη αναγνωρισιμότητα..Η Εκκλησία του απέδωσε πολλές διακρίσεις. Η Ακαδημία Αθηνών του απονέμει το αργυρό μετάλιο ” για το υπέροχον υμνογραφικόν του έργον το οποίο τιμά την ελληνικήν γραμματείαν και την θρησκευτικήν ποίησην.”

Η φυσική αιτία της εκδημίας του τον βρίσκει στο γραφείο του καθώς έγραφε την Ακολουθία του Οσίου Στεφάνου του Ομολογητού που την άφησε ανολοκλήρωτη. Είχε ειρηνικό τέλος στις 7 Δεκεμβρίου 1991..

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
……………..
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου! (Ο Ελύτης)

Κι ένα δυνατό καλογερίστικο βίωμα του Οσίου..

”όπου συνέβη η εξής θεία επίσκεψις. Είδον τον Κύριον είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος, λάμποντα υπέρ τον ήλιον και μου λέγει: τι έχεις τέκνον μου; δεν σε εγκατέλειψα είαι πλησίον σου σε εδοκίμασα και ήδη παρήλθαν όλα.”

To ίδιο κατά την περιγραφή του υποτακτικού του π. Σπυρίδωνα:

εντός ναού.. ποιός ξέρει πόσο καιρό μένει γονατιστός και κλαίγοντα. Ξαφνικά τα κλειτά μάτια του διαπερνάει μια λάμψη σαν αστραπή. Ένα παράδοξο φως.Τολμά κι ανοίγει τα μάτια. με τρόμο χωρίς να σηκωθεί κι αισθάνεται απεναντί του ότι υπάρχει κάτι το φωτεινό το ηλιόλουστο το χιονοφεγγές. Και παρατηρεί δειλά δειλά δυό πόδια γυμνά έναν ολόλευκο χιτώνα.Τα πόδια έχουν πληγές αλλά ο χιτώνας είναι καθαρός.Λίγο ακόμη κι αντικρύζει δυο παλάμες δυο παλάμες με πληγές. Δεν προχωρά στο ανασήκωμα.”Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

αγίασε γράφοντας..

dimpenews.com

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2018

Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η διαχρονική πορεία της γλώσσας μας

Γράφει ο Κωνσταντῖνος Χολέβας.
Πολιτικός Ἐπιστήμων – Συγγραφεύς
(Ὁμιλία στήν Ἑστία Νέας Σμύρνης, 14.11.2018)
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι ἄρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς Ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀξιοποίησε τόν γλωσσικό καί ἐννοιολογικό πλοῦτο τῆς ἑνιαίας ἑλληνικῆς καί χρησιμοποίησε διάφορες μορφές της (Ἀττική, Ἑλληνιστική Κοινή, Καθαρεύουσα, Δημοτική κ.λπ), γιά νά ἐκφράσει τά δόγματα τῆς Πίστεως, νά καταγράψει τόν ἐπίγειο βίο καί τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, νά ὑμνήσει τόν Θεό μέσῳ τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῆς Ὑμνογραφίας καί γιά νά κατηχήσει τόν λαό.
Ἀπό ἱστορικῆς πλευρᾶς ἀξίζει νά τονισθεῖ ὅτι ἕνα ἀπό τά πρῶτα Συνταγματικα΄κείμενα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, ἢ Διακήρυξη τοῦ Ἀρείου Πάγου (Βουλῆς) τῆς Ἀνατολικῆς Χέρσου Ἑλλάδος πού εἶχε ἕδρα τήν Ἄμφισσα (Σάλωνα) τό 1821, συνδέει τήν Ὀρθόδοξη Πίστη καί τήν ἑλληνική γλῶσσα χαρακτηρίζοντάς τις ὡς τήν «ἐπικρατοῦσαν γλῶσσαν καί θρησκείαν» τοῦ ἀγωνιζομένου Ἔθνους. Ἡ ἀναφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὠς ἐπικρατούσης καί προστατευομένης -χωρίς νά παραβιάζεται βεβαίως ἡ θρησκευτική ἐλευθερία τῶν μή Ὀρθοδόξων- ὑπάρχει ἔκτοτε σέ ὅλα τά ἑλληνικά Συντάγματα. Ὅμως ἡ προστασία τῆς γλώσσας μας ὡς στοιχείου ἐθνικῆς ταυτότητος δέν κατοχυρώνεται σήμερα συνταγματικῶς, ἄν καί θά ἔπρεπε κατά τήν ἄποψή μου.
Τά Εὐαγγέλια καί γενικῶς τά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐγράφησαν στήν Ἀλεξανδρινή Κοινή, δηλαδή στήν ἁπλοποιημένη ἐξελικτική μορφή τῆς ἀρχαίας ἀττικῆς διαλέκτου (μέ στοιχεῖα καί ἀπό ἄλλες διαλέκτους), ἡ ὁποία διαμορφώθηκε στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καί τῶν Ἐπιγόνων του. Στήν ἴδια γλωσσική μορφή μεταφράσθηκε ἀπό Ἑλληνιστές Ἑβραίους καί ἡ Παλαιά Διαθήκη. Αὐτή ἡ μετάφραση, γνωστή ὡς Μετάφραση τῶν Ο΄ (Ἑβδομήκοντα) χρησιμοποιήθηκε διεθνῶς περισσότερο καί ἀπό τό Ἑβραϊκό πρωτότυπο!
Τόν Δ΄ μ.Χ. αἰῶνα οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καί συγκεκριμένα ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, προτίμησαν νά στραφοῦν ὀκτώ αἰῶνες πίσω καί χρησιμοποίησαν τήν κλασσική ἀττική διάλεκτο τοῦ Δ΄ πρό Χριστοῦ αἰῶνος γιά νά συνθέσουν τά κείμενα καί τίς εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας. Δέν χρησιμοποίησαν τήν καθομιλουμένη τῆς ἐποχῆς τους, διότι θεώρησαν ὅτι ἡ ἀττική ἐκφράζει μέ μεγαλύτερη εὐκρίνεια τήν ἱεροπρέπεια, τό μυστήριο καί τήν ἀκρίβεια τῶν δογμάτων. Τήν ἴδια γλωσσική μορφή, τήν ἀττική, χρησιμοποιοῦν καί οἱ Βυζαντινοί Ὑμνογράφοι καθώς καί οἱ θεόπνευστοι Πατέρες τῶν Οἱκουμενικῶν Συνόδων, μέ χαρακτηριστικό παράδειγμα τό Σύμβολον τῆς Πίστεως.
Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες βοήθησαν μέ τίς σπουδές καί μέ τό παράδειγμά τους στήν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν πρός τά κλασσικά ἐλληνικά κείμενα. Ὁ Βασίλειος μέ τήν περίφημη ἐπιστολή του «Πρός τούς Νέους ὅπως ἄν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» καί ὁ Ἄγιος Γργηγόριος ὁ Ναζιανζηνός μέ τίς δύο Στηλιτευτικές Ἐπιστολές του πρός τόν Αὐτοκράτορα Ἰουλιανό καταγράφουν ποιά στοιχεῖα ἀπορρίπτουν κάι ποιά κρατοῦν οἱ Χριστιανοί ἀπό τά ἀρχαῖα ἐλληνικά κείμενα. Ἀπορρίπτουν τήν εἰδωλολαττρική πλάνη, αλλά θεωροῦν ὅτι τά Ὁμηρικά ἔπη, τά κλασσικα κείμενα καί τά παραδείγματα ἀπό τήν ζωή ἐναρέτων ἀνδρῶν μποροῦν νά διδαχθοῦν στά παιδιά τῶν Χριστιανῶν ὡς εἰσαγωγικά μάθήματα πριν ἀπό τήν Χριστιανική Ἀγωγή. Ἡ χρήση ὅλων τῶν τότε γνωστῶν μορφῶν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπό τούς Τρεῖς Ἱεράρχες καί ἄλλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας (π.χ. Γρηγόριος Παλαμᾶς τόν ΙΔ ΄αἰῶνα) εἶναι ἀξιοθαύμαστη καί συνετέλεσε στήν καθιέρωση τοῦ Ὁμήρου καί τῶν κλασσικῶν κειμένων ὡς βασικῶν διδακτικῶν ἐγχειριδίων τῶν βυζαντινῶν ἐκπαιδευτηρίων.
Παραθέτω χαρακτηριστικά ἕνα ἀπό τα «Ἒπιγράμματα εἰς ἑαυτόν τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ναζιανζηνοῦ, στό ὁποῖο ὑμνεῖ τήν Ἑλλάδα, ὅπου σπούδασε, καί μέ τό ὁποῖο καταδεικνύει τήν ἱκανότητά του νά μιμεῖται ἄριστα τούς ἀρχαίους ἐπιγραμματοποιούς:
«Ἑλλάς ἐμή, νεότης τε φίλη καί ὅσσα πέπασμαι καί δέμας, ὡς Χριστῶ εἴξετε προφρονέως» (1). Δηλαδή: Ἑλλάδα μου, σέ ἀγαπῶ, διότι σέ σένα πέρασα τή νεότητά μου. Ἐσύ εῖσαι τό σῶμα μου καί ὅσα μέ συγκροτοῦν. Ἀλλά σέ ἀγαπῶ ίδιαιτέρως, διότι προσεχώρησες προθύμως στόν Χριστιανισμό.
Στή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας στά φανερά καί κρυφά σχολειά-ἀναλόγως τῆς ἐποχῆς καί τῆς περιοχῆς- τά ἐκκλησιαστικά καί λειτουργικά βιβλία ἦσαν τά πρῶτα ἀναγνώσματα τῶν ὑποδούλων μαθητῶν. Ὁ Ὀρθόδοξος κληρικός ἤ μοναχός δίδασκε ἀπό τό Ψαλτήριον καί τήν Ὀκτώηχο τά Ἐλληνικά γράμματα στά παιδιά. Σέ ἀνώτερο ἐπίπεδο ἐχρησιμοποιεῖτο μία ἐπιλογή κειμένων τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τά γνωστά ὡς Μαθηματάρια. Ἡ Ἐκκλησία κυριολεκτικά διέσωσε τήν ἑλληνική γλῶσσα σέ μία ἐποχή διωγμῶν, ἀμάθειας, φτώχειας καί πολλαπλῶν κατακτήσεων (Φράγκοι, Βενετοί, Ὀθωμανοί) καί καταπιέσεων.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αίτωλός (1714-1779) προέτρεπε τούς Ἕλληνες τῶν χωριῶν, τά ὁποῖα ἐπεσκέπτετο, νά ἀνοίξουν σχολεῖο Ἑλληνικό, διότι «καί ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τήν ἑλληνικήν»! Σημαντική παρατήρηση πού ἀπαντᾶ σέ ὁρισμένους δῆθεν ἀνανεωτές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου: Παρά τήν ἀμάθεια τοῦ λαοῦ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς δέν σκέφθηκε ποτέ νά μεταφράσει τή Θεία Λειοτουργία καί τίς ἄλλες Ἀκολουθίες στή δημώδη καθομιλουμένη τῆς ἐποχῆς του. Ἀντιθέτως προέτρεπε τούς Ἕλληνες νά στέλνουν τά παιδιά στό σχολεῖο γιά νά μάθουν τήν ἑνιαία Ἑλληνική καί μάλιστα τήν ἐκκλησιαστική ἑλληνική γλῶσσα..
Ἐξ ἄλλου ὁ Πατροκοσμᾶς καταπολέμησε τή χρήση διαλέκτων ξενικῶν ἀπό τούς κατοίκους τῆς Ἠπείρου καί τῆς Μακεδονίας ἐνθαρρύνοντάς τους νά μιλοῦν μόνον Ἐλληνικά στό σπίτι τους. Τούς ὑποσχόταν μάλιστα ὅτι ἄν ακολουθήσουν τήν συμβουλή του θά πάρει ἐπάνω του ὅλες τίς ἀμαρτίες τους!
Σπουδαία ἐκκλησιστική μορφή καί ἄριστος χρήστης ὅλων –κυριολεκτικά- τῶν μορφῶν τῆς ἑνιαίας ἑλληνικῆς γλώσσας ὑπῆρξε ὁ Ἄγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (1749-1809). Ὁ Νάξιος λόγιος καί μοναχός ἀπέδωσε στό Ὅμηρικό Ἡρωικό Ἑξάμετρο τήν εὐαγγελική περικοπή πού ἀναγιγνώσκεται στόν Ἑσπερινό τῆς Ἀγάπης, τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Χρησιμοποίησε δηλαδή κατά τρόπο ἔντυπωσιακό τόν γλωσσικό τύπο τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν γιά νά μεταγλωττίσει τήν περικοπή. Διερωτῶμαι εἰλικρινά: Πῶς κατόρθωναν τά φτωχά Ἑλληνόπουλα ἐπί Τουρκοκρατίας, μέ ἕνα τριμμένο ράσο καί ἕνα κερί γιά νά φωτίζονται, χωρίς ἀνέσεις καί Ἠλεκτρονικούς Ὑπολογιστές, καί μάθαιναν ἄριστα ὅλες τίς γλωσσικές μορφές τῆς ἑλληνικῆς ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι τήν ἐποχή τους, ἐνῶ σήμερα πτυχιοῦχοι Πανεπιστημίου δυσκολεύονται νά βάλουν μία δασεῖα ἤ μία περισπωμένη;
Στά μαῦρα χρόνια τῆς δουλείας ἡ Θεία Λειτουργία διέσωσε τή γλῶσσα καί τήν ἑλληνική συνείδηση ἀκόμη καί σέ πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάσθηκαν, λόγῳ καταπιέσως ἀπό τούς Τούρκους, νά μιλοῦν ὡς κύρια γλῶσσα τήν τουρική. Οἱ Τουρκόφωνοι Ὀρθόδοξοι Ἔλληνες τῆς Καππαδοκίας κράτησαν μόνο τή Θεία Λειτουργία στήν ἑλληνική. Στό σπίτι μιλοῦσαν τουρκικά. Δέν γνώριζαν τήν καθομιλουμένη ἑλληνική γλῶσσα, ἀλλά συμμετεῖχαν χωρίς πρόβλημα κατανοήσεως στή Θεία Λατρεία. Ἡ Ἐκκλησία γιά ἄλλη μία φορά διέφύλαξε τή διαχρονική συνέχεια τῆς γλώσσας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικότερα. Τό μόνο στοιχεῖο, τό ὁποῖο θύμιζε στούς τουρκόφωνους ὅτι εἶναι Ἕλληνες ἦταν ἐπί 5 αἰῶνες ἡ Θεία Λειτουργία!
Στήν ἐποχή μας οἰ παλιότερες μορφές τῆς διαχρονικὴς ἑλληνικῆς ἀξιοποιοῦνται ἀπό τούς συγχρόνους ὑμνογράφους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος, ὁ αοίδιμος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιανναναίτης, ὁ νῦν Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης κάι Ἀλμωπίας κ. Ἰωήλ, ὁ ὑμνογράφος τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας Δρ. Χαραλάμπης Μπούσιας καί ἄλλοι χρησιμοποιοῦν τόν πλοῦτο τῆς ἀρχαίας καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλωσσικῆς παραδόσεως γιά νά ὑμνήσουν τούς νέους Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται συτό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅποιος μένει κοντά στή λατρευτική καί πνευματική ζωή τῆς Ὀρθοδοξίας μαθαίνει, ὁμιλεῖ καί γράφει καλύτερα τήν ἐνιαία ἐλληνική, σέ ὅλες τίς μορφές της
Κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἡ πρότασή μου εἶναι νά παραμείνει Ὀρθόδοξο Χριστιανικό τό περιεχόμενο τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, νά ἀξιοποιηθοῦν τά Πατερικά Κείμενα καί ἠ ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία γιά τήν ἐκμάθηση τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στό σχολεῖο καί νά αὐξηθοῦν οἱ ὧρες διδασκαλίας τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν κειμένων ἀπό τό πρωτότυπο στό Λύκειο. Ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παιδεία μπορεῖ καί σήμερα νά καλλιεργήσει ἦθος, ἀνθρωπιά, δημοκρατική συνείδηση, γλωσσική καλλιέπεια καί ἐθνική ταυτότητα στούς νέους μας.
  1. Migne Ἑλληνική Πατρολογία, τόμος 37, ἐπίγραμμα ἀριθμ. 1449..
http://www.antibaro.gr/article/21116

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

«Η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα στην Ορθόδοξη Λατρεία της Εκκλησίας μας» Μ.Μόρφου Νεόφυτος

«Η Γλώσσα στην Λατρεία της Εκκλησίας μας»

Ο Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής επί της Λατρείας της Εκκλησίας της Κύπρου Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, εκπροσωπώντας το σύνολο των Ιεραρχών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, καταφέρεται με αδιάσειστα επιχειρήματα στην καινοφανή ιδέα που κάποιοι προωθούν στην Ελλαδική Εκκλησία για την εισαγωγής της μοντέρνας ελληνικής γλώσσας στην Ορθόδοξη Λατρεία, υπερασπιζόμενος την Ιερά Παράδοση της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνομιλεί με το Θεολόγο Θεόδωρο Κυριάκου στην εκπομπή του Κυπριακού Τηλεοπτικού Σταθμού ΣΙΓΜΑ «Πρόσωπα και Γεγονότα»

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Γιατί η Εκκλησία επιμένει τόσο στο θέμα των σαρκικών σχέσεων;

Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Εκκλησία είναι κολλημένη στο θέμα του έρωτα. Ότι με αυτά που λέει διώχνει τους ανθρώπους από κοντά της και αποτρέπει τους ανθρώπους από το να την ακούν. Μήπως όμως αυτό το γεγονός αποτελεί απόδειξη ότι η Εκκλησία είναι η Αλήθεια; 
Μήπως αποδεικνύει,  ότι τουλάχιστον δεν αποτελεί ένα δημαγωγικό οργανισμό. Γιατί φυσικά, αν η Εκκλησία ήθελε να «τραβήξει κόσμο» για «να έχει πελατεία», δε θα είχε τόσο άβολες θέσεις σ’ αυτό το θέμα.
Διεξοδικά έχει μελετήσει τις σχέσεις των δύο φύλων, ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος στο βιβλίο του «Ελεύθεροι από το Γονιδίωμα» της Συνοδικής Επιτροπής Βιοηθικής. Ας του δώσουμε το λόγο:
«Η συγκλίνουσα άποψη των ερμηνευτών πατέρων είναι ότι, αν δε συνέβαινε η πτώση, ο Θεός δε θα δημιουργούσε τα δύο φύλα. Το αρχικό Του σχέδιο ήταν ο άνθρωπος να μοιάζει περισσότερο με τους αγγέλους κι έτσι να πολλαπλασιάζεται, όπως οι άγγελοι, χωρίς την ανάγκη του φύλου.
Προγνωρίζοντας όμως ο Θεός την πτώση δημιουργεί προπτωτικά τα δύο φύλα χωρίς να υπάρχει ακόμη στον Αδάμ και την Εύα, η συνειδητοποίηση της σαρκικής τους παχύτητας. Μεταπτωτικά, τα φύλα είναι διαφορετικά. Η ύπαρξή τους και συνεπώς τα ανατομικά και φυσιολογικά τους χαρακτηριστικά ένα σκοπό έχουν: την αύξηση του ανθρώπινου γένους.
Ο αγώνας πλέον του κάθε χριστιανού είναι «η αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους», η επιστροφή στην πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ. Ο αγώνας αυτός περνά και μέσα απ’ την απαλλαγή των χαρακτηριστικών της παχύτητας του φύλου.
Η απαλλαγή από την μεταπτωτική ζωώδη φύση μας γίνεται μόνο μέσα από την υπέρβαση ή τον εξαγιασμό της σεξουαλικότητας ως συνέπειας της πτώσεως. Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία μας τόσο σοφά θέτει τις αρετές της παρθενίας, αγνότητας και εγκράτειας τόσο ψηλά και εφιστά την προσοχή του κάθε πιστού στην ανάγκη υπερβάσεως των σεξουαλικών παθών».
Με την αναπαραγωγή εκπληρώνεται το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Το γεννητικό μας υλικό επιτελεί το σκοπό της υπάρξεώς του και ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός του Θεού, ιερουργώντας τη δημιουργία νέων «κατ’ εικόνα» Θεού προσώπων.
«Το γεγονός της ανθρώπινης αρχής είναι το κατ’ εξοχήν ιερό γεγονός της ιστορίας του κάθε ανθρώπου και καθιστά τη συζυγική σχέση ιερουργική κίνηση και μυστήριο. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται για την επιτέλεσή της άλλη μυστηριακή πράξη που βασικά παρέχει την εξουσία και χορηγεί την αρμοδιότητα.
Όπως ο ιερέας πριν τη χειροτονία του δεν μπορεί να τελέσει καμιά εκκλησιαστική ιερουργική πράξη, όπως χωρίς να βαπτιστεί κανείς δεν μπορεί να μεταλάβει, έτσι και οι σύζυγοι πριν το γάμο δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να συνέλθουν στην ιερή πράξη της σχέσης. Το ένα μυστήριο προϋποθέτει το άλλο.
Ο γάμος δε φτιάχνει μόνο τον άνθρωπο της πτώσεως. Γεννά και τον άνθρωπο της χάριτος. Του δίνει τη δυνατότητα να μοιάσει περισσότερο στο Θεό απ’ όσο βιολογικά το γονιδίωμά του προσιδιάζει προς αυτό των ζώων. Έχει τη δυνατότητα κατά χάριν να μετέχει της θείας φύσεως. Το αυτεξούσιό του μπορεί να μεταβάλει το γονιδίωμά του.
Το γονιδίωμα του ανθρώπου είναι ζωικό για να υπενθυμίζει και να ταπεινώνει. Το αυτεξούσιό του είναι θεϊκό για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό, για να επιβεβαιώνει την υπόσχεση του Θεού στον άνθρωπο.»
Εξάλλου, και ο γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αθ. Ρακοβαλή «Ο πατήρ Παΐσιος μού είπε», λέει για αυτό το θέμα: «Η σαρκική επιθυμία πάθος είναι! Πηγάζει από το σαρκικό φρόνημα του ανθρώπου. Αν κάποιος είναι πνευματικός άνθρωπος, δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Όχι από ανικανότητα, ότι δεν μπορεί, αλλά λόγω της πνευματικής του κατάστασης δεν επιθυμεί.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν σαρκικό φρόνημα. Αυτό κληρονομείται από τους γονείς. Βλέπεις, αν κανένα παιδάκι έχει γεννηθεί από σαρκικούς γονείς, παιδί ακόμα και έχει τέτοιες επιθυμίες. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. Γιατρεύεται. Είναι απαλό σαν την τσουκνίδα, δεν έχει σκληρύνει ακόμη να γίνει αγκάθι, και φεύγει εύκολα μ’ έναν καλό πνευματικό, να ‘χει διάκριση όμως να καταλαβαίνει τι είναι τι, γιατί στην αρχή όλα τα φυτά, δύο φυλλαράκια έχουν.
Όλοι οι άνθρωποι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο έχουν σαρκικό φρόνημα. Άλλος ας πούμε είναι 30% πνευματικός, άλλος 40, άλλος 60, το περισσότερο που συνάντησα είναι 75%. Μόνο ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν τελείως πνευματικοί άνθρωποι και γεννήθηκε μετά από προσευχή αυτό το αγιότατο πλασματάκι, η Παναγία.
Χωρίς το φαγητό ο άνθρωπος πεθαίνει ή χωρίς νερό. Χωρίς τα σαρκικά δεν παθαίνει τίποτα. Μόνο ταλαιπωρείται ψυχικά, όπως ταλαιπωρείται και από τα άλλα πάθη· το θυμό, τον εγωισμό, την κενοδοξία, την ανθρωπαρέσκεια. Μετά το γάμο συγχωρείται μόνο για την τεκνογονία ή κατ’ οικονομίαν».
Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης του φύλου, ένας σκοπός ιερός που δεν μπορεί να υποβαθμίζεται μέσα στη χυδαιότητα των εγωιστικών σχέσεων που συναντάμε σήμερα, αλλά να ασκείται προς υπέρβαση του φύλου και επιστροφή στην «πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ». Αλλά κάτι τέτοιο μόνο μέσα στην Εκκλησία και μετέχοντας στη χάρη του Χριστού είναι εφικτό. Το ευχόμαστε.
Πηγή: xfd.gr

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

«Αγαπώ πολύ τη γλώσσα μου την Ελληνίδα»




Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης: «Αγαπώ πολύ τη γλώσσα μου την Ελληνίδα»

Σε μία περίοδο κρίσεως, επικρίσεως και κατακρίσεως, πτώσεων, καταπτώσεων, επιπτώσεων και εκπτώσεων, ζάλης, παραζάλης, πάλης κι αιθάλης πάσχει η μοναδική λαλιά μας, η εγχώρια πλούσια γλώσσα. Μαζί της μπορείς να πεις και να εκφράσεις τα πιο δύσκολα, τα πιο κούφια, τα πιο υψηλά. Όπως λέει ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, η ελληνική γλώσσα είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια του κόσμου.

Στα ελληνικά μπορείς να εκφράσεις τα πιο λεπτά, τα πιο τέλεια νοήματα της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ποιήσεως. Να αποδώσεις ιδέες, στοχασμούς, σκέψεις, έννοιες, μεγάλες, ευγενικές, ιερές και ωραίες. Η ελληνική γλώσσα εκφράζει περίτεχνα το μεράκι, τον καημό, τον πόθο του τεχνίτη, του καλλιτέχνη, του ήρωα, του αγίου. Συντίθεται η αρχοντιά και η ταπεινότητα, η μεγαλοπρέπεια και η σεμνότητα, η φιλοκαλία. Η χαρμολύπη, η νηφαλιότητα, ο γλυκασμός και η λύτρωση. Δεν είναι εφάμαρτη υπερηφάνεια η αγάπη της γλώσσας μας, της πατρίδος μας, της πονεμένης και προδομένης. Προδόθηκε και η γλώσσα από συνεχείς ξενικούς όρους, που δυστυχώς καθιερώνονται στα παιδιά. Το ύδωρ, ο άρτος, ο ουρανός και η θάλασσα ονομάζονται εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια το ίδιο. Όπως τα έλεγε ο Όμηρος. Η γλώσσα μεταφέρει νόημα, ιστορία, ήθος και χάρη.


Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να εκφράζεις με τη γλώσσα σου όλες τις σκέψεις σου. Δυστυχώς οι Νεοέλληνες δεν διαβάζουν και γι’ αυτό η γλώσσα τους είναι πολύ φτωχή. Οι νέοι μας πάσχουν από φοβερή λεξιπενία. Η πάλη με τη γλώσσα είναι άγνωστη ακόμη και σε ειδήμονες. Η τέλεια έκφραση θέλει βαθιά γνώση της γλώσσας, κρίση, λίχνισμα, μελέτη, ορθή επιλογή. Λόγια παχιά, στομφώδη, βερμπαλιστικά, βαρύγδουπα, δεν αγγίζουν τις καρδιές. Στα εξήντα μου χρόνια έγραψα και είπα πολλά. Δεν γκρινιάζω αν ήταν όλα καλά, προσπάθησα όμως να είναι σωστά ελληνικά. Αγαπώ τη γλώσσα μου. Δεν έμαθα άλλη γλώσσα. Δεν έμαθα ούτε γραφομηχανή ούτε ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ήθελα να τη γράφω στη γλώσσα μου, να ορθογραφώ, να καθαρογράφω, να αγγίζω το μελάνι. Δεν μπορώ να πω ότι δεν αγαπώ να μιλώ και να γράφω. Έχω γράψει χιλιάδες χιλιάδων σελίδες. Αγαπώ πολύ τη γλώσσα μου την Ελληνίδα. Και μάλιστα την πολυτονική γλώσσα.

Η αγάπη στη γλώσσα είναι ιερή. Πιστεύω στη δύναμη της γλώσσας. Μπορεί να επηρεάζει, να κρίνει, να σχολιάζει, να νουθετεί θετικά και ωφέλιμα. Όσο ακόμη ζήσω, δεν θα πάψω να μιλώ και να γράφω. Όσο θα ’χω τα λογικά μου. Εμένα αυτή είναι η δουλειά μου. Μεροκαματιάρης του λόγου. Μην, παρακαλώ, παραποιείτε τη γλώσσα μας, μη τη νοθεύετε και μη τη λησμονάτε. Με τη γλώσσα δεν επικοινωνούμε απλά για να συνεννοηθούμε, αλλά ενώνουμε τις ψυχές μας. Χαίρομαι που μιλώ και γράφω. Συγχωρέστε με. Ευχαριστώ που με διαβάζετε και μου γράφετε. Η γλώσσα είναι σταυρός πολύτιμο φυλαχτό, βάλσαμο και αγιονέρι.
http://www.paterikiorthodoxia.com

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Φράσεις που χρησιμοποιούμε σήμερα και έχουν τη ρίζα τους στα πάθη του Χριστού μας!




Μπορεί την Κυριακή να γιορτάζουμε τη Λαμπρή, αλλά στην ελληνική παράδοση η Μεγάλη Εβδομάδα δεν «εγκλωβίζεται» χρονικά τις ημέρες των Παθών, αλλά διαχέεται μέσω των ευαγγελικών περικοπών στην καθημερινότητα όλου του έτους. Το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού μας διατηρεί, μέσω της γλώσσας, αναλλοίωτη την πορεία του Θείου Δράματος έως την κορύφωσή του με τη λυτρωτική Ανάσταση.

Από την Κυριακή των Βαΐων και την πανηγυρική είσοδο του Ιησού, στην Ιερουσαλήμ «επί πώλον όνου», που αποτελεί την απαρχή των μαρτυρίων στην επίγεια ζωή Του, διατηρούμε τη φράση «μετά βαΐων κα κλάδων» ελάχιστα παραφρασμένη από το κείμενο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου: «Τη επαύριον όχλος πολύς ο ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις απάντησιν αυτώ, και έκραζον' ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ». Σήμερα, η παραπάνω έκφραση ταυτίζεται με τη θερμή, έως αποθεωτική, με όλες τις τιμές υποδοχή που γίνεται σε κάποιον.
Όταν αναφερόμαστε σε «μωρές παρθένες», εννοώντας όσους παριστάνουν τους αθώους, ή σ΄εκείνους που έμειναν «εκτός νυμφώνος», δηλαδή βγήκαν από το «παιχνίδι» ή ακόμα στη γνωστή έκφραση «ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός» εννοώντας την απρόσμενη έλευση κάποιου, πρέπει να γνωρίζουμε ότι αναπαράγουμε αποσπάσματα της παραβολής των δέκα παρθένων, που διέσωσε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος και ακούμε τη Μ. Τρίτη: «Μέσης δε νυκτός κραυγή γέγονεν' ιδού ο νυμφίος έρχεται». Πάλι τη Μ. Τρίτη, ακούγεται το μεγαλειώδες τροπάριο της Κασσιανής, ο πρώτος στίχος του οποίου «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...»χρησιμοποιείται σήμερα για να χαρακτηρίσει όποιον/α μετανοεί για λάθη και αμαρτίες που έχει πράξει, ζητώντας συγγνώμη και μία δεύτερη ευκαιρία.
«Πριν αλέκτορα φωνήσαι», θα με αρνηθείς τρεις φορές, θα πει στον Απόστολο Πέτρο ο Ιησούς στη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου και θα δικαιωθεί μερικές ώρες μετά, όταν ο Πέτρος αρνείται τρις ότι τον γνωρίζει λέγοντας «ουκ οίδα αυτόν». «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής», αναφέρει ο Χριστός στους μαθητές Του στη Γεσθημανή με το νόημα να παραμείνει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα και λίγο μετά, σε μια προσωρινή στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας μπροστά στο επερχόμενο μαρτύριο, θα πει: «Απέλθετω απ΄εμού το ποτήριον τούτο». Την ίδια έκφραση χρησιμοποιούμε ακόμα όταν θέλουμε να αποφύγουμε σκληρές δοκιμασίες που θεωρούμε ότι δεν θα αντέξουμε. «Μετά φανών και λαμπάδων» οδηγεί ο Ιούδας «...την σπείραν και εκ των αρχιερέων και των Φαρισαίων υπηρέτας» που συλλαμβάνουν τον Ιησού στο Όρος των Ελαιών. Το φιλί της προδοσίας, τα «τριάντα αργύρια» και το ίδιο το όνομα Ιούδας Ισκαριώτης αποτελούν διαχρονικά σύμβολα υποκρισίας, δολιότητας, αλλά, κυρίως, της εκ των έσω προδοσίας.
«Από τον Αννα στον Καϊάφα», λέμε όταν περιγράφουμε την άσκοπη –ιδίως σε κάποιες υπηρεσίες...– ταλαιπωρία μας. «Συ είπας», απαντά ο Ιησούς στην ειρωνική ερώτηση του ιερέα-δικαστή Του αν θεωρεί τον εαυτό Του Υιό του Θεού και ο Καϊάφας «διέρρηξε τα ιμάτιά του». Αυτή η φράση σήμερα σημαίνει ότι κάποιος κάνει το παν για να πείσει ότι έχει δίκιο ή κατηγορείται άδικα. Η απόλυτη έκφραση μικροψυχίας και ευθυνοφοβίας παραμένει μέχρι σήμερα το «νίπτω τας χείρας μου» του Ρωμαίου επιτρόπου στην Ιουδαία Πόντιου Πιλάτου, ρήση που ο Ευαγγελιστής Ματθαίος περιγράφει ακολούθως:«Ιδών δε ο Πιλάτος ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας κατέναντι του όχλου λέγων' αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου' υμείς όψεσθε». Ο Χριστός παρουσιάζεται στο έξαλλο ιουδαϊκό πλήθος που στην ερώτηση του Πιλάτου«Ιησού ή Βαραββάν» απαντά «Ιησού» και αμέσως μετά κραυγάζει «Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν», κάτι που σήμερα ταυτίζεται με τη βιαστική, βεβιασμένη και συνήθως λάθος απόφαση.
Η κορύφωση του Θείου Δράματος με τη Σταύρωση μας προσφέρει άφθονο υλικό. «Μη με σταυρώνεις» λέμε συχνά, μιλώντας για άσκοπη ταλαιπωρία, ενώ οι «σταυρωτήδες» που έβαλαν τα καρφιά στο σώμα του Χριστού, θεωρούνται διαχρονικά κοινωνικά απόκληροι. «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», θα πει στον Ιησού ο μεταμελημένος στο σταυρό ληστής, πρόταση που σήμερα δείχνει αιφνιδιασμό και μεγάλη έκπληξη. Η τελευταία φάση του Χριστού πάνω στο σταυρό«Πάτερ, άφες αυτοίς' ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ως απόλυτη έκφραση μεγαλοψυχίας και συγχώρεσης απέναντι σε όσους μας έχουν βλάψει, ενώ το «επί ξύλου κρεμάμενος»χαρακτηρίζει τον εκτεθειμένο και ανίσχυρο στα προβλήματα της ζωής άνθρωπο.
«Του έψαλε τον αναβαλλόμενο», λέμε για εκείνον που δέχεται για πολλή ώρα έντονες επιπλήξεις, η ρίζα του οποίου βρίσκεται σε τροπάριο της Μ. Παρασκευής όπου ο υμνογράφος θρηνεί, απευθυνόμενος στον Χριστό: «Σε τον αναβαλλόμενον, το φως ώσπερ ιμάτιον». Λέγοντας «έχουσιν γνώσιν οι φύλακες», αναπαράγουμε τμήμα κυριακάτικων ψαλμών της Αναστάσεως που αναφέρεται στη φύλαξη του Σώματος του Ιησού από τους Ρωμαίους στρατιώτες, αλλά εννοούμε ότι, παρότι δεν το διατυμπανίζουμε, γνωρίζουμε καλά τι συμβαίνει. Το νόημα της φράσης «άπιστος Θωμάς»παραμένει αναλλοίωτο στο χρόνο, το «Ανάστα ο Κύριος» ταυτίζεται με τον έντονο θόρυβο και τη φασαρία, «έγινε της Αναλήψεως» λέμε όταν συμβαίνουν συνταρακτικά γεγονότα, ενώ, τέλος η κορυφαία λέξη που εμπεριέχει τη δικαίωση του Θείου Δράματος είναι αυτή της Αναστάσεως, που ταυτίζεται με τη λύτρωση, τη μεγάλη ψυχική χαρά και την απελευθέρωση από τα κάθε είδους δεσμά.
http://lithosfotos.blogspot.gr/

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: ΝΤΡΟΠΗ ΝΑ ΑΚΟΥΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΓΑΛΛΟΥΣ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΜΑΣ

1Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην σημαντικότητα της παιδείας και έθεσε εαυτόν ως επικεφαλής στην προσπάθεια βοήθειας στους άπορους μαθητές.

Tην επιθυμία της Εκκλησίας να τεθεί επικεφαλής της προσπάθειας για προσφορά βοήθειας στους άπορους μαθητές, εξέφρασε σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β’ σε δηλώσεις του, σημειώνοντας ωστόσο ότι πρέπει να υπάρξει ένα γενικό νοικοκύρεμα ώστε να αποφευχθεί η εκμετάλλευση. 

Ο Αρχιεπίσκοπος απαντούσε σε ερωτήσεις μετά από συνάντηση που είχε στην Αρχιεπισκοπή με την Επιτροπή Παιδείας του Ευρωπαϊκού Κόμματος για την ελληνική γλώσσα στα σχολεία.

«Είναι με μεγάλη χαρά που δεχθήκαμε σήμερα την Επιτροπή Παιδείας του ΕΥΡΩΚΟ, που με πολλή προσοχή έχω ακούσει και τα τρία μέλη της Επιτροπής», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «ο αγώνας είναι κοινός για την παιδεία μας, γιατί αν δεν έχουμε παιδεία, ο τόπος δεν πρόκειται να πάει καλά».

Συνέχισε λέγοντας ότι «νοιαζόμαστε όλοι για τους νέους μας και πιστεύω ότι όλοι οι εκπρόσωποι του λαού, όλων των κομμάτων, μαζί με την Εκκλησία, πρέπει να φροντίζουμε ούτως ώστε τα παιδιά μας να έχουν μια ελληνοκεντρική εκπαίδευση, όπως λέει και το Σύνταγμά μας».

Και πρέπει, είπε, «να το απαιτήσουμε, γιατί πολλές φορές μου προκάλεσε ντροπή να ακούω τους Γερμανούς και τους Γάλλους να μιλούν αρχαία ελληνικά και εμείς να μην γνωρίζουμε που είναι η γλώσσα μας».

Δεν ξέρω, πρόσθεσε, «αν άλλο έθνος είχε το ευαγγέλιο του Χριστού στη γλώσσα του αν θα τολμούσε ποτέ να την αλλάξει». Γι αυτό, ανέφερε, «τους ευχαριστώ για τις ιδέες τους τις σωστές, συμφωνούμε απόλυτα και θα εργαστούμε και με αυτή την επιτροπή αλλά και με άλλες επιτροπές ούτως ώστε να φθάσουμε στο επιθυμητό για το καλό του λαού μας και της πατρίδας μας».

Ερωτηθείς αν η Εκκλησία θα συμβάλει στην προσπάθεια για τους άπορους μαθητές, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος είπε ότι «ήδη έχουμε κάνει μια σύσκεψη με το Υπουργείο Παιδείας και η Εκκλησία φιλοδοξεί να είναι επικεφαλής αυτής της ομάδας για να προσφέρουμε τα πάντα για τα παιδιά».

Εκείνο που θέλαμε, σημείωσε ωστόσο, «είναι να μην εκμεταλλεύονται κάποιοι την αγάπη των διαφόρων οργανισμών διότι δεν επιθυμούμε να προσφέρει και η Εκκλησία ξεχωριστά, να προσφέρει και ο Σύνδεσμος Γονέων ξεχωριστά, να προσφέρουν και κάποιοι άλλοι φορείς ξεχωριστά».

Άρα, ανέφερε, «πρέπει να μαζευτούμε όλοι, να υπάρχει ένα κοινό ταμείο, να μπαίνουν όλα στο κοινό ταμείο και να βγαίνουν από εκεί και τα σάντουιτς και οι χυμοί και τα πάντα». «Δηλαδή, θέλουμε ένα νοικοκύρεμα και νομίζω ότι το καταφέραμε», πρόσθεσε.

Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση για πιθανά κρούσματα εκμετάλλευσης, είπε ότι «κάποιοι παίρνουν και από δεύτερους και από τρίτους και τα πετούν». Δεν είναι καιρός να πετάμε, επεσήμανε, «θέλουμε νοικοκύρεμα και να μάθουμε να είμαστε νοικοκυρεμένοι γιατί μόνο έτσι πάμε μπροστά».

«Αν είμαστε απρογραμμάτιστοι δεν θα πετύχουμε πολλά πράγματα», είπε, προσθέτοντας ότι «στη ζωή του ο άνθρωπος πρέπει και προγραμματισμένος να είναι αλλά και να δουλεύει σωστά». Αν δεν δουλεύει σωστά, συμπλήρωσε, «αν δεν έχει προγραμματισμό, δεν θα του βγει». 
http://www.agioritikovima.gr/ekky/29076-archiepikopos-k

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΗ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Από την ιστοσελίδα της Μητροπόλεως Νικοπόλεως και Πρεβέζης

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Το αίτημα για την αλλαγή της γλώσσας των λειτουργικών κειμένων με βρίσκει ριζικά αντίθετο. Πολλοί έγραψαν σχετικά και εξέφρασαν ουσιαστικά επιχειρήματα κατά των καινοτομιών που άκριτα ζητούνται από ορισμένους. Θα εξηγήσω την αντίθεσή μου στη μεταγλώττιση (δεν χρησιμοποιώ τον όρο μετάφραση, διότι πρόκειται για διαφορετικές μορφές της ίδιας γλώσσας) και θα ήθελα να μείνω λίγο περισσότερο στο επιχείρημα των «καινοτόμων» ότι δήθεν θα φέρουμε τους νέους στην Εκκλησία αν χρησιμοποιηθεί επισήμως η απλή νεοελληνική στη Θεία Λειτουργία και γενικά στις Ακολουθίες και στην υμνογραφία.


Πρώτον: Θυμίζω ότι ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πειραματίσθηκε επί ένα έτος στο θέμα αυτό. Δηλαδή επί ένα χρόνο ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο διαβάζονταν στους Ναούς της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών και στο πρωτότυπο και στη νεοελληνική απόδοση από το Εκλογάδιον. Ο ίδιος διεπίστωσε ότι δεν υπήρξε αυξημένη προσέλευση των νέων αγοριών και κοριτσιών και τελικά κατήργησε τον πειραματισμό. Άλλα είναι τα εμπόδια για τη μειωμένη προσέλευση νέων και όχι η γλώσσα.

Δεύτερον: Ο νέος και η νέα θέλουν πρωτίστως ζεστασιά ψυχής, ενδιαφέρον, αγάπη. Αν ο εφημέριος, ο πνευματικός, ο κάθε κληρικός ή και ο κατηχητής τους προσεγγίσουν με ειλικρίνεια τότε θα ξεπερασθούν τα οποιαδήποτε γλωσσικά προβλήματα. Σε ενορίες που έχω δει στην Ελλάδα και στην Κύπρο, όταν υπάρχουν κληρικοί με αγάπη για τη νεότητα εκεί γεμίζουν οι ναοί από εφήβους και κορίτσια ακόμη και στις αγρυπνίες. Η παραδοσιακή γλώσσα και η βυζαντινή Υμνογραφία έλκουν τους νέους μας αν κάποιος είναι κοντά τους και τους βοηθεί να καταλάβουν. Τα παιδιά, τα οποία από μικρά εκκλησιάζονται και κυρίως εκείνα που πηγαίνουν κοντά στους ψάλτες και μαθητεύουν δεν έχουν κανένα πρόβλημα γλωσσικής κατανοήσεως. Αντιθέτως τα παιδιά που μεγαλώνουν μακριά από τον Ναό θα έχουν μονίμως πρόβλημα κατανοήσεως έστω κι αν «μεταφρασθούν» τα λειτουργικά κείμενα.

Τρίτον: Πιστεύω ότι το πρόβλημα για τους νέους είναι κυρίως η ελλιπής κατήχησή τους στα δόγματα και στις αλήθειες της Ορθοδόξου Πίστεως. Κι αν ακόμη αποδώσουμε «Τα Σα εκ των Σων» και πούμε «τα δικά Σου από τα δικά Σου» τι θα καταλάβει ο ακατήχητος; Ποια δικά Σου; Σε ποιόν αναφερόμαστε και γιατί; Ομοίως αν ακούσει ο νέος τη φράση «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατέρα» αντί «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός» ποια η διαφορά; Το πρόβλημά του παραμένει είτε ακούσει την παραδοσιακή ελληνική του Ιω. Χρυσόστομου και του Μ. Βασιλείου είτε ακούσει τη σύγχρονη ελληνική. Το τι εννοούμε «Βασιλεία του Θεού» είναι το ζητούμενο και τα τυχόν κενά κατανοήσεως δεν οφείλονται στη γλωσσική μορφή, αλλά στην κατήχηση που γίνεται πλημμελώς ή δεν γίνεται διόλου στον Ναό, στο σπίτι και στο σχολείο.

Τέταρτον: Η γλωσσική πενία πολλών νέων έχει φθάσει σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και μία δόκιμη νεοελληνική (ευπρεπή και όχι ακραία) δεν την καταλαβαίνουν πλήρως. Άρα διαρκώς θα υπάρχει το αίτημα και νέας μεταγλωττίσεως στο όνομα της καλύτερης κατανοήσεως. Θα προκληθεί σύγχυση και ανταγωνισμός μεταξύ διαφόρων νεοελληνικών αποδόσεων που θα διαφημίζονται, άλλη μεν ως πιο συντηρητική, άλλη ως πιο προοδευτική κ.λπ. Όμως η Εκκλησία πρέπει να λειτουργεί παιδευτικά και μορφωτικά. Δεν θα υποβιβάσουμε την ιερότητα της Θείας Λειτουργίας στο όνομα του λαϊκισμού και της δήθεν προσεγγίσεως των νέων. Αλλά θα προσπαθήσουμε να αναβιβάσουμε το γλωσσικό επίπεδο των παιδιών μας μέσω και της Θείας Λειτουργίας, αλλά και με άλλους τρόπους. Παραμένει πάντα η θεμελιώδης αρχή ότι η συμμετοχή στη λατρευτική ζωή είναι για τον Ορθόδοξο Χριστιανό μία βιωματική και όχι ορθολογιστική προσέγγιση.

Πέμπτον: Γράφουν κάποιοι ότι ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος βοήθησαν τους σλαβικούς λαούς να αποκτήσουν λειτουργικά κείμενα στη γλώσσα τους, διότι δεν καταλάβαιναν τα ελληνικά. Σύμφωνοι, αλλά για τους Σλάβους πράγματι η βυζαντινή ελληνική ήταν ξένη γλώσσα. Ενώ για τα ελληνόπουλα η λειτουργική και υμνογραφική μας γλώσσα ΔΕΝ είναι ξένη γλώσσα. Είναι απλώς μια παλαιότερη μορφή της δικής τους γλώσσας. Πώς γίνεται όλα τα νέα παιδιά μας, αγόρια και κορίτσια, να μαθαίνουν άριστα μία και δύο ξένες γλώσσες και από την άλλη πλευρά να τα θεωρούμε ανίκανα να μάθουν τις ελληνικότατες 100-200 λέξεις που πιθανόν να τους δυσκολεύουν μέσα στα εκκλησιαστικά κείμενα; Άλλωστε όσοι τελείωναν μέχρι το 1980 το Εξατάξιο Γυμνάσιο είχαν διδαχθεί επί 6 χρόνια Αρχαία Ελληνικά σε επίπεδο ικανοποιητικό ώστε να κατανοούν την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο. Και εν πάση περιπτώσει αν το σημερινό σχολείο αφήνει γλωσσικά κενά ας βελτιώσουμε την ελληνομάθεια στο σχολείο. Όχι να μεταφέρουμε το πρόβλημα μέσα στην Εκκλησία!

Έκτον: Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που συνέταξαν τη Θεία Λειτουργία, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σκοπίμως χρησιμοποίησαν μία αττικίζουσα μορφή της ελληνικής και όχι την καθομιλουμένη της εποχής τους. Οι θεόπνευστοι αυτοί άνδρες ήθελαν για λόγους ιεροπρεπείας να διαφοροποιείται η γλώσσα της επικοινωνίας μας με τον Θεό από τη γλώσσα, την οποία χρησιμοποιούμε στις καθημερινές μας συζητήσεις και συναλλαγές. Άραγε οι οπαδοί της μεταγλωττισμένης Θείας Λειτουργίας πιστεύουν ότι είναι θεόπνευστοι και μπορούν να καταργήσουν ή να διορθώσουν τους Πατέρες του 4ου  αιώνος;

Έβδομον. Στη γλώσσα της Εκκλησίας μας δεν ενοχλούν ορισμένες ποιητικές αναφορές και παρομοιώσεις εμπνευσμένων υμνογράφων. Επί παραδείγματι στον Ακάθιστο Ύμνο η Θεοτόκος τιμάται ως «δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα». Όμως αν πούμε στη δημοτική «αγελάδα που γέννησες το μοσχαράκι», τότε θα σχηματισθεί η εντύπωση ότι προσβάλλουμε και δεν τιμούμε την Παναγία μας. Έχει η λειτουργική γλώσσα την χάρι της και αυτή η χάρις χάνεται με τη μεταγλώττιση. Άλλωστε οι Ιταλοί έχουν μία παροιμία, η οποία λέγει: Tradutore – tradittore. Δηλαδή ο μεταφραστής είναι προδότης, όσο καλή και να είναι η μετάφραση προδίδει, δεν αποδίδει πιστά το πρωτότυπο.

Όγδοον. Ακούσαμε προσφάτως και το πρωτάκουστο. Σε θεολογικό περιοδικό κατετέθη η πρόταση να γίνει δημοσκόπηση σε συγκεκριμένη εκκλησιαστική επαρχία για να φανεί ή άποψη των πιστών περί μεταγλωττίσεως ή μη της Θείας Λειτουργίας και της Υμνογραφίας. Ήμαρτον! Τί άλλο θα ακούσουμε; Μήπως το επόμενο αίτημα θα είναι να διενεργήσει η Ιερά Μητρόπολις δημοσκόπηση ή και δημοψήφισμα με το ερώτημα αν υπάρχει Θεός; Τα της τελέσεως της Θείας Λατρείας είναι πολύ σοβαρά ζητήματα και αποφασίζονται με Συνοδικές Αποφάσεις και όχι με προσωπικές πρωτοβουλίες, έστω και αν αυτές προέρχονται από αξιοσέβαστα πρόσωπα.

 Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος ευλόγησε την Ήπειρο με τη διδασκαλία του και με τον μαρτυρικό του θάνατο,  τόνιζε ότι «Ψυχή και Χριστός σάς χρειάζονται»! Και προσέθετε: «Να έχετε στο χωριό σας σχολείον ελληνικόν, διότι και η Εκκλησία μας είναι εις την ελληνικήν»! Αν και υπήρχε  μεγάλη αμάθεια στην εποχή του εν τούτοις ουδέποτε πρότεινε τη μεταγλώττιση των Λειτουργικών κειμένων. Το 2014 συμπληρώνονται 300 χρόνια από τη γέννησή του. Ας διδαχθούμε από τις παρακαταθήκες του! 

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους!



Σε μια εποχή που η τυπογραφία άνηκε ακόμη στο μακρινό μέλλον, τα χειρόγραφα αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο για να διασωθούν οι αρχαίες γνώσεις στο διηνεκές.

Στο Μεσαίωνα, μια εποχή σκοταδισμού και θρησκευτικού φανατισμού, ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν –σε πείσμα της... κατεστημένης θεοκρατικής αντίληψης– και ως «κιβωτοί γνώσεων» διαφυλάσσοντας τα αρχαία κείμενα με τη μορφή χειρογράφων.

Τα χειρόγραφα αυτά αντιγράφονταν από μοναχούς μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφεία. Τα περισσότερα αρχαιοελληνικά κείμενα που διασώθηκαν ως τις μέρες μας, είναι αποτέλεσμα των ακατάπαυστων αντιγραφών, που γίνονταν σ’ αυτά τα εργαστήρια από ορισμένους γενναίους μοναχούς.

Μοναχούς που έβαζαν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις, που για κάποιους φανατικούς χριστιανούς θεωρούνταν «αιρετικές». Κι όμως, αυτές οι «αιρετικές» γνώσεις ήταν εκείνες που οδήγησαν στην αναγέννηση του Δυτικού πολιτισμού…

Ακόμη και στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, οι αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στο γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι οποίες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.

Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΙ-ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ

Η χερσόνησος του Άθω άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας(963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος.

Επέλεξε τη χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς, της φυσικής της προστασίας από τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους, καθώς και εξ’ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων ο Άθως εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο μοναστηριακό κέντρο του ορθόδοξου χριστιανισμού, με πολυάριθμα μοναστήρια και χιλιάδες μοναχούς.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλίγραφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.

Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.

Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρόγραφων κωδίκων με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ιβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.α.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι βυζαντινοί καλλίγραφοι-μοναχοί, που συνέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΚΑΙ SCRIPTORIUM

Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρύονταν ένα μοναστήρι μια από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, που αποσκοπούσε στην κάλυψη των πνευματικών αναγκών των μοναχών και πρωτίστως στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της μοναστικής αδελφότητας. Ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων.

Μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ ένα πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για τη διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλέγονταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.

Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στη βιβλιοθήκη σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αυτή η βίβλος υπάρχει της θειας και ιεράς μονής… και όποιος την αφαιρέση να έχει τας άρας των τριακοσίων δέκα οκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους, γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδείς τεμνέτω τα φύλλα..» ή «Μηδείς αποξενώση την Βίβλο ταύτην…».

Μια βιβλιοθήκη φιλοδοξούσε πάντα να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, όχι μόνον θεολογικού αλλά και κοσμικού περιεχομένου. Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, η αγορά και η παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή έλλειψης και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ο αιώνα ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς, χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι. Μ. Ιβήρων).

Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο, αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Το παρόν Ωρολόγιον εγράφη παρά του οικτρού και αμαρτωλού Κύριλλου του Ναυπάκτιου δια συνδρομής και εξόδου της σεβάσμιας μονής…».

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν λοιπόν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά. Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγούμενων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους.

Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium στις μονές υπήρχε μια σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στη Μεγίστη Λαύρα) φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, την «Ξηροποτάμινην γραφήν» ,που είναι γνωστή και ως «αγιορείτικη».

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Τα χειρόγραφα, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους υπολογίζονται επίσημα στις 15.000 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς ξεπερνούν τις 20.000. Αυτά μπορούν να ταξινομηθούν με κριτήρια μορφολογικά, γλωσσολογικά αλλά κυρίως με βάση το περιεχόμενο τους. Με βάσει τη μορφή τους τα χειρόγραφα διακρίνονται σε ειλητάρια ή κοντάκια (ονομάζονται έτσι επειδή τυλίγονται γύρω από κοντό ξύλο) και σε κώδικες (βιβλία) διαφόρων σχημάτων.

Πρέπει να σημειωθεί πως από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα, τα βιβλία με δεμένες σελίδες (κώδιξ, λατινικά codex) άρχισαν να αντικαθιστούν τον παραδοσιακό κύλινδρο από πάπυρο. Ήταν μια ανθεκτική και εύκολη στη χρήση γραφική ύλη, τόσο για το κείμενο όσο και για την εικονογράφηση τους. Σύντομα οι κώδικες έγιναν η κυρίαρχη μορφή των χειρογράφων.

Οι περισσότεροι κώδικες έχουν καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες και διακοσμημένα καλύμματα με βαρύτιμα επιθήματα, σκαλιστά μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Όσον αφορά το βιβλιακό υλικό με το οποίο είναι κατασκευασμένα διακρίνονται σε περγαμηνά (από δέρμα ζώου), χαρτώα και βομβύκινα (από βαμβάκι).

Από γλωσσική άποψη χωρίζονται σε ελληνικά (90% επί του συνόλου) και ξενόγλωσσα. Τα ξενόγλωσσα, που αποτελούν περίπου το ένα δέκατο, περιλαμβάνουν σλάβικα, λατινικά, ρουμάνικα και γεωργιανά χειρόγραφα, και χρησιμοποιούνταν από τους ξενόγλωσσους ορθόδοξους μοναχούς που παροικούν στο Άγιον Όρος κατά την τελευταία χιλιετηρίδα. Τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά μεταφράσεις από τα ελληνικά θεολογικών και λειτουργικών κειμένων.

Τέλος, όσον αφορά την αρχαιότητα τους, το αρχαιότερο χειρόγραφο του Αγίου Όρους είναι ένα περγαμηνό σπάραγμα λατινικής γραφής του 4ου μ.Χ. αιώνα και οκτώ φύλλα του Ευθαλιανού Κώδικα (6ος μ.Χ. αιώνας), με αποσπάσματα από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτες και Κορινθίους.

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Σχετικά με το περιεχόμενο τους, τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων π.χ. αστρολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά –και σε εκείνα που περιέχουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.

Τα δεύτερα αποτελούν φυσικά και τη συντριπτική πλειοψηφία, επειδή όχι μόνον χρησιμοποιούνταν συχνά από τους μοναχούς αλλά κυρίως γιατί το βυζάντιο ήταν θεοκρατικής δομής. Άλλωστε, κατά τη σκοταδιστική περίοδο του βυζαντινού μεσαίωνα, οι αρχαίες γνώσεις και ιδιαίτερα οι «ελληνικές» θεωρούνταν ως ένα βαθμό «αιρετικές», συνεπώς επικίνδυνες για το χριστιανικό δόγμα. Πέρα από αυτό όμως, οποιοδήποτε είδος κοσμικής γνώσης, θεωρούνταν από τους μοναχούς δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τη θεολογία.

Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν και μοναχοί, που με θάρρος και αποφασιστικότητα διακινδύνευαν ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις και σ’ αυτούς ίσως οφείλεται ως ένα σημείο και η αναγέννηση της Δύσης από το μεσαιωνικό σκοταδισμό. Έτσι, αν σήμερα μπορούμε ν’ απολαύσουμε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Όμηρο, Θουκυδίδη κι ένα σωρό άλλους αρχαίους συγγραφείς, ίσως να το χρωστάμε σε μια χούφτα μοναχών, που στο ημίφως των εργαστηρίων τους αφιέρωναν ατέλειωτες ώρες στην αντιγραφή των αρχαιοελληνικών χειρογράφων…

Δυστυχώς δε διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του ΆΘωνα. Ενδεικτικά πρέπει να σώζονται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ’ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές» που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.

Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη Βοτανική του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας (ο υπογράφων είχε τη μοναδική και συγκινητική ευκαιρία να το ξεφυλλίσει προσωπικά…), θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα. Η Βοτανική του Διοσκουρίδη περιέχει αρκετές πληροφορίες ιατρικής και φαρμακολογίας και πολυάριθμες μικρογραφίες, κυρίως ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών.

Άλλοι σημαντικοί αρχαίοι έλληνες συγγραφείς, χειρόγραφα των οποίων διασώζονται ακόμη στο Άγιον Όρος, είναι ο Επίκτητος, ο Ερμογένης και ο Ευκλείδης στην μονή Εσφιγμένου, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Θεόκριτος, ο Σοφοκλής και ο Πίνδαρος στην Ιβήρων. Από αυτά που ξεχωρίζουν είναι και το φημισμένο χειρόγραφο των γεωγράφων Πτολεμαίου και Στράβωνα (αριθμός 655, του 13ου αιώνα), που βρίσκεται στο Βατοπαίδι.

Εκτός από τη Βοτανική του Διοσκουρίδη στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας σώζονται δύο χειρόγραφα του Θουκυδίδη και οι Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου. Επίσης στην τελευταία σώζονται το μοναδικό νομικό χειρόγραφο με τις Νεαρές των Κομνηνών(13ος αι. Θ65), ένα σπάνιο ιατρικό χειρόγραφο του Αέτιου Αμηδινού, προσωπικού ιατρού του Ιουστινιανού, καθώς και χειρόγραφα του Γαληνού. Όπως προαναφέραμε, ο αριθμός των χειρογράφων των κλασσικών συγγραφέων θα πρέπει να θεωρείται μεγάλος, αν λάβουμε υπόψιν μας πως αυτά ακριβώς τα έργα ήταν ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων «προσκυνητών» κατά τις αφαιμάξεις των μοναστηριακών βιβλιοθηκών.

ΚΛΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΟ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ»

Οι μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθωνα είχαν μεγάλη φήμη και ασκούσαν πάντα μεγάλη γοητεία στο λόγιο και βιβλιόφιλο κοινό της Δύσης, το οποίο εκφράζονταν με θαυμασμό για τις «εξαιρετικές βιβλιοθήκες… που βρίσκονται στο Όρος Άθως» (celebratisimas bibliotecas… qui in Ato Montesunt).

Τα πανεπιστήμια, οι ευγενείς, οι λόγιοι αλλά και οι τυπογράφοι της Δύσης, ανακαλύπτοντας τη δύναμη και τη γοητεία της αρχαιοελληνικής σκέψης, επιθυμούσαν διακαώς να αποκτήσουν και να μελετήσουν αρχαιοελληνικούς κώδικες, που για τους μοναχούς του Άθωνα θεωρούνταν συνήθως… δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τα λειτουργικά και θεολογικά κείμενα. Έτσι, με την πρωτοβουλία φιλότεχνων, ως επί το πλείστον, Ηγεμόνων οργανώθηκαν ολόκληρες αποστολές προς τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, που είχαν ως επίκεντρο τους την αγορά κωδίκων με έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Στοχεύοντας σχεδόν αποκλειστικά στους αρχαιοελληνικούς κώδικες, οι Δυτικοί «συλλέκτες χειρογράφων» αφαίμαξαν σημαντικές ποσότητες κωδίκων, με αποτέλεσμα σήμερα να διασώζονται λιγότερα από 1000 χειρόγραφα κοσμικών γνώσεων στο Άγιον Όρος. Ωστόσο, χάρη σε αυτές τις αφαιμάξεις επιχειρήθηκαν και οι πρώτες τυπογραφικές εκδόσεις του 16ου,17ου και 18ου αιώνα, με
κυριότερη εκείνη των Απάντων του Πλάτωνα από τον τυπογράφο Μανούτιο Αλδο (Βενετία 1513).

Εύκολα γίνεται κατανοητό τo πόσο βοήθησαν αυτού του είδους οι εκδόσεις στην Αναγέννηση της Δύσης, εφόσον όλα αυτά τα έργα έγιναν αντικείμενα προσεκτικής μελέτης από τους ιστορικούς, φιλόλογους και θεολόγους της Εσπερίας. Αυτή η αναβίωση του κλασικού πνεύματος πυροδότησε μια αλυσιδωτή αντίδραση αφυπνίσεων, που τελικά οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση της Ευρώπης από τα δεσμά των προκαταλήψεων και της άγνοιας.

Σύμφωνα μάλιστα με τον ιερομόναχο Νικόδημο τον Λαυριώτη (Μεγίστη Λαύρα), υπεύθυνο για τη μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων του Αγίου Όρους: «Οι διαρροές των χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες βοήθησαν στο να απαλλαγεί η Δύση από τον σκοταδισμό της παπικής αλαζονείας».

Ας κάνουμε ωστόσο μια μικρή παρένθεση σχετικά με τις σημαντικότερες περιπτώσεις αφαιμάξεων και απωλειών χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες. Χάρη σ’ ένα ταξίδι, που απέβη ιδιαίτερο καρποφόρο, ο έλληνας λόγιος Ιανός Λάσκαρης(1445-1534) επισκέφτηκε το 1491-1492 τον Άθωνα και για λογαριασμό του ηγεμόνος της Φλωρεντίας Λαυρέντιου Μεδίκου, αφαίρεσε 200 περίπου ελληνικά χειρόγραφα, από τα οποία 80 περιείχαν έργα άγνωστα την εποχή εκείνη στη Δύση, μεταξύ των οποίων έργα του Γαληνού, του Θεόκριτου, του Αριστοτέλη, του Πτολεμαίου, του Καλλίμαχου…

Ο Kερκυραίος λόγιος Nικόλαος Σοφιανός ανάμεσα στα χρόνια 1540-1544 αντέγραψε και συνέλεξε στο Άγιον Όρος περίπου 300 χειρόγραφα για λογαριασμό του Hurtado de Mentoza, του βιβλιόφιλου πρέσβη του Kαρόλου E’ στη Bενετία. Στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα ο Aθανάσιος ο Ρήτωρ, ο οποίος προσχώρησε στον καθολικισμό, κατ’ εντολή του καρδινάλιου Μαζαρίνου μετέφερε στη Γαλλία 109 χειρόγραφα, από τα οποία 74 προέρχονταν από τη Μεγίστη Λαύρα και σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.

Επίσης ο Mηνάς Mινωΐδης στα 1840-1855, κατ’ εντολή του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας μετέφερε κι αυτός στη Γαλλία πολλά ελληνικά χειρόγραφα, τόσο από άλλες Μονές (π.χ. από τη Ι. Μ.Tιμίου Προδρόμου Σερρών), αλλά κυρίως από τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άγίου Όρους.

Το 1516 ο Μάξιμος Γραικός (Μιχαήλ Τριβώλης), ο περίφημος «φωτιστής των Ρώσων», μετέφερε στη Ρωσία δεκάδες κώδικες για να τον βοηθήσουν στο μεταφραστικό του έργο. Το 1654,ο Ρώσος μοναχός Αρσένιος Σουχάνωφ, ενεργώντας με εντολή του Τσάρου Αλέξιου και του Πατριάρχη της Μόσχας Νίκωνος, μετέφερε στην «3η Ρώμη» πάνω από 500 αγιορείτικα χειρόγραφα! Συγκεκριμένα απογύμνωσε πολλές μονές από αξιόλογα χειρόγραφα, πολλά από τα οποία περιείχαν κλασικά κείμενα.

Τέλος,ο γνωστός Ρώσος επιστήμονας Πορφύριος Oυσπένσκυ, αρχιμανδρίτης και κατόπιν αρχιεπίσκοπος Kιέβου, περιήλθε τις Mονές του Σινά, των Mετεώρων και του Αγίου Όρους και δεν δίστασε να αφαιρέσει από αυτές όσα χειρόγραφα ή και μεμονωμένα ακόμη φύλλα του φαίνονταν να έχουν κάποια αξία. Το μόνο θετικό πάντως απ’ όλες αυτές τις αφαιμάξεις είναι ότι φωτίστηκε από την ελληνική γνώση, τόσο η παπική Δύση, όσο και οι σλαβικοί λαοί του βορρά.

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους σώζονται 16.000-20.000 χειρόγραφα! Αυτή η ποσότητα θεωρείται ότι αποτελεί το 50% των ελληνόγλωσων χειρογράφων, που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Από αυτά πάνω από τα μισά βρίσκονται στις βιβλιοθήκες τριών μόνον μοναστηριών (Μεγίστη Λαύρα, Ιβήρων και Βατοπαίδι). Ειδικότερα η βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας είναι η μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων (2242 χειρόγραφα) στο Άγιο Όρος και η 3η παγκοσμίως, ύστερα από εκείνη της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (4.500 χειρόγραφα εκ των οποίων το 75% είναι ελληνόγλωσσα) και του Βατικανού(3.500 χειρόγραφα).

Στις 20 μονές του Άθωνα σώζεται το μοναδικό διαχρονικό σύνολο ελληνικών χειρογράφων όχι μόνο στο χώρο της ελληνικής επικράτειας, αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους συγκροτούν τη μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο, αφού ο αριθμός τους ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των δύο μεγαλύτερων συλλογών της Ευρώπης, του Βατικανού και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, που και οι δύο μαζί δεν υπερβαίνουν τις 10.000.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΦΙΛΜΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Η μελέτη της ιστορίας των αγιορείτικων χειρογράφων δεν είναι εύκολη υπόθεση, εφόσον ποτέ δεν υπήρξαν μεσαιωνικοί κατάλογοι βιβλιοθηκών, όπως στις περιπτώσεις των μεσαιωνικών μοναστηριών της Δύσης. Οι προσπάθειες για την καταγραφή και τη συστηματική μελέτη των χειρογράφων του Άθωνα ξεκίνησαν μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζονται. Πρώτος ο Σπυρίδων Λάμπρου εξέδωσε έναν δίτομο κατάλογο κωδίκων του Όρους(πλην Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας),που περιελάμβανε 6.619 χειρόγραφα. Στη συνέχεια, το 1925, ο καθηγητής Σωφρόνιος Ευστρατιάδης εξέδωσε στο Παρίσι έναν κατάλογο με τους κώδικες των μονών Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας. Πλήρης πάντως κατάλογος δεν υπάρχει ακόμη.

Ωστόσο το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών(ΠΙΠΜ) της Ι.Μ. Βλατάδων (Θεσσαλονίκη) έχει αναλάβει τη κατάρτιση ενός λεπτομερούς καταλόγου, όπως επίσης και τη μικροφωτογράφιση όλων των χειρογράφων. Έτσι το περιεχόμενο των χειρογράφων όχι μόνον θα διασωθεί, αλλά θα είναι εύκολη και η μελέτη τους από τους ειδικούς, που δεν χρειάζονται πλέον να επισκεφτούν τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες για να τα μελετήσουν. Το ΠΙΜΠ, που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα που συντηρείται με επιχορηγήσεις και δωρεές. Ανάμεσα στ’ άλλα περιέχει ένα αρχείο μικροταινιών, ένα αρχείο διαφανειών (Slides) καθώς και ειδικές φωτοαναγνωριστικές συσκευές.

Η συντήρηση των αρχαίων χειρογράφων βασίζεται σ’ ένα πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την τοποθέτησή τους σε ειδικές θήκες, για καλύτερη φύλαξη και μεταφορά. Την αποκατάσταση των διαλυμένων εξώφυλλων και εσώφυλλων και την τοποθέτηση φαρμάκων ενάντια στα φθοροποιά μικρόβια. Τέλος, σε συνεργασία και με ξένα πανεπιστήμια, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα συντήρησης και απολύμανσης των χειρογράφων από καταστροφικά μικρόβια.

Η προσφορά των χειρογράφων του Αγίου Όρους στην πολιτιστική εξέλιξη της Ευρώπης είναι ανεκτίμητη. Όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά και ο βιβλιοθηκάριος της μονής Μεγίστης Λαύρας, Ιερομοναχός Νικόδημος: «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, που ακριβώς θα βρισκόταν σήμερα η ανθρωπότητα, χωρίς τις αρχαίες γνώσεις που διεσώθησαν με τα χειρόγραφα των βυζαντινών μοναστηριών και ιδιαίτερα του Αγίου Όρους. Κατά πάσα πιθανότητα η Αναγέννηση της Δύσης θ’ αργούσε μερικούς αιώνες…».