| Διαβάστε περισσότερα... |

*Γράφει ο Βλάσης Αγτζίδης
Στις 19 Μαΐου τιμήσαμε την Γενοκτονία των Ελλήνων που έγινε στον μικρασιατικό Πόντο. Η Γενοκτονία αυτή είναι τμήμα της ευρύτερης Γενοκτονίας των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διεπράχθη την περίοδο 1914-1923 από τους Νεότουρκους (1914-1918) στην πρώτη φαση και στη συνέχεια τους Κεμαλιστές (1918-1823).
Η επέτειος της 19ης Μαΐου θεσπίστηκε το Φεβρουάριο του 1994 με μια ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων. Είχε προηγηθεί μια πολύχρονη έντονη κινητοποίηση των κοινωνικών φορέων των Ποντίων. Η αρχική αμηχανία που προκάλεσε στο πολιτικό σύστημα η κατάθεση μιας άλλης ερμηνείας για εκείνη την εποχή και η διεκδίκηση της ιστορικής Μνήμης μέσα από την συμπερίληψη στη συλλογική εθνική μνήμη και αυτών των σελίδων της ιστορίας, ξεπεράστηκε με την απόφαση του 1994.
Τέσσερα χρόνια αργότερα η Βουλή των Ελλήνων θέσπισε την 14η Σεπτεμβρίου ως επίσημη Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολίας συμπεριλήφθηκε από τον αρμόδιο διεθνή φορέα Διεθνή Ένωση Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ) στις διαπιστωμένες Γενοκτονίες που διαπράχθηκαν κατά τον 20ο αιώνα.
Για το ιστορικό πλαίσιο της Γενοκτονίας, αλλά και τις επιπτώσεις εκείνων των γεγονότων στις σύγχρονες ελληνοτουρκικές σχέσεις μιλήσαμε με τον Λάμπη Ταγματάρχη στο “Ανταλλακτήριο Ιδεών” στο διαδικτυακό κανάλι της Ναυτεμπορικής…
Επίσης με τον Άρη Καρβουνόπουλο στο militaire.gr.
Αναλυτική παράθεση των γεγονότων εκείνης της περιόδου μπορείτε να διαβάσετε σε μια συζήτηση με τη δημοσιογράφο Λεύκη Σαραντινού
Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του A.Π.Θ., με βασικές του σπουδές τα μαθηματικά και τους Η/Υ.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ

*Γράφει η Καθηγήτρια Νίνα Γκατζούλη
Πριν από αρκετά χρόνια, όταν ήμουν μαθήτρια στο Γυμνάσιο Τσοτυλίου του νομού Κοζάνης, άκουσα ένα ποντιακό τραγούδι. Παρόλο που δεν μιλούσα τη διάλεκτο των Ελλήνων που ζούσαν για 3000 χρόνια στην παράκτια περιοχή της Μαύρης Θάλασσας της σημερινής Τουρκίας, δεν ήταν πολύ δύσκολο να κατανοήσω το νόημα του τραγουδιού. Δεν είμαι σίγουρη αλλά το θέμα νομίζω πως ήταν ένα βιαστικό ταξίδι: καθώς έφευγαν βιαστικά είδαν χωράφια και κοιλάδες. Και στο τέλος της κοιλάδας στεκόταν ένα τεράστιο δέντρο (…σαν εφέγνα μάλια, μάλια είδον κάμπους και λεβάδια…και στου λεβαδιάν την άκραν έστεκε δένδρον και μέγαν…) Η μουσική ήταν όμορφη, αλλά οι στίχοι ήταν ένα αίνιγμα για μένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο αυτό το τραγούδι.
Μεγαλώνοντας στη δυτική Μακεδονία, στην Ελλάδα, ήξερα ότι τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια περιέχουν μια ιστορία. Μιλούν για κάτι που ήταν ιστορικά ή πολιτισμικά σημαντικό την εποχή της δημιουργίας του τραγουδιού. Μου πήρε τριάντα χρόνια και μια μετακόμιση σε άλλη ήπειρο πριν δώσω ίσως μια δική μου εξήγηση στους στίχους και την ιστορία που ίσως συνδέθηκε με αυτό το τραγούδι. Αφού διάβασα το Not Even my Name της Thea Halo κατάλαβα κάποια νοήματα του όμορφου ποντιακού τραγουδιού με το γρήγορο, στακάτο ρυθμό του.
Το βιβλίο «Ούτε το Όνομά μου» (Not Even my Name) είναι η ιστορία της Sano Halo όπως την διηγήθηκε στην κόρη της Thea. Είναι μια συναρπαστική και αξέχαστη ιστορία επιβίωσης, ελευθερίας και υπόσχεσης για μια νέα και καλύτερη ζωή. Είναι αφήγηση της γενοκτονίας των Ποντίων που έλαβε χώρα στις αρχές του αιώνα. Η Halo αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες της καθώς περιγράφει την ειδυλλιακή, ποιμενική ζωή της Θυμίας (Σάνο) με την οικογένειά της στα Ποντιακά Όρη της βόρειας Τουρκίας: «Σαν να τραβήχτηκαν από μια κλωστή, τα μάτια μου στράφηκαν προς την ανατολή καθώς ο ήλιος ξεμύτιζε με όλη του τη λαμπρότητα πάνω από τα βουνά. Τα μαλλιά της αδερφής μου φλόγιζαν μπροστά μου και το χρυσό φως του ήλιου βύθισε στους λόφους. Στο δικό μου χέρι ένα χρυσό φως του ήλιου μπερδεύτηκε με το δέρμα του μοσχαριού που οδηγούσε. Ακόμα και το γρασίδι μπέρδεψε το χρώμα του· πρώτα χρυσό μετά πράσινο μετά χρυσό για άλλη μια φορά όπως φλέρταρε με τον ήλιο»
Η ιστορία των τριών χιλιάδων χρόνων των Ελλήνων του Πόντου στην Τουρκία πλησιάζει σιγά σιγά στο τέλος της. Πρώτα άγνωστοι αρχίζουν να εμφανίζονται στα χωράφια και τα δάση του χωριού της Θυμίας, με ελαφρά βήματα και κρατώντας αποστάσεις. «Είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο χωριό μας όλο και περισσότερο», γράφει η Halo. “Η γλώσσα τους ήταν καινούργια για εμάς και κάθονταν τριγύρω, μακριά από το χωριό, περίμεναν και κοιτούσαν σαν αρπακτικά πουλιά. Ήταν απόκοσμο πώς τριγυρνούσαν ξαφνικά, ήλθαν από το πουθενά και παρατηρούσαν το χωριό μας.”Στη συνέχεια Τούρκοι στρατιώτες εμφανίζονται που αρπάζουν τους άνδρες του χωριού και τους στέλνουν σε στρατόπεδα εργασίας. Η Halo χτίζει αριστοτεχνικά αυτά τα γεγονότα το ένα μετά το άλλο, μεταφέροντας μια αίσθηση καταστροφής. Τα δυσοίωνα γεγονότα φτάνουν στο αποκορύφωμά τους καθώς Τούρκοι στρατιώτες, την άνοιξη του 1922, αρχίζουν να χτυπούν τις πόρτες με τα κοντάκια των τουφεκιών τους. “Πρέπει να φύγετε από αυτό το μέρος. Πρέπει να πάρετε μαζί σας μόνο ό,τι μπορείτε να κουβαλήσετε”, φωνάζουν μεταδίδοντας την προκήρυξη που εξέδωσε ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ. Ο Ποντιακός ελληνικός πληθυσμός εκκενώνεται βίαια από το χωριό τους.
Έτσι, ξεκινά η πορεία θανάτου των εξόριστων. Η Halo περιγράφει την οδυνηρή διαδρομή του εξορισμένου πληθυσμού, συνοδευόμενος από τον τούρικικο στρατό. Η αγαπημένη οικογένεια της Θυμίας και η πανέμορφη ποιμενική γη αντιπαρατίθενται σε μια σειρά βάναυσων γεγονότων, προκαλώντας στον αναγνώστη μια πλήρη γκάμα ανθρώπινων συναισθημάτων. Η Θυμία παρακολουθεί την οικογένειά της και άλλους ανθρώπους από το χωριό της να πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον από πείνα, δυσεντερία και φυματίωση.
Το δεκάχρονο κοριτσάκι είναι πλέον απογυμνωμένο από ό,τι είχε αγαπήσει στον κόσμο. Της αφαιρούν ακόμη και το όνομά της, όταν η μητέρα της, άρρωστη και ανήμπορη να τη φροντίσει, αφήνει τη Θυμία σε μια Ασσύρια που δεν μπορεί να προφέρει το ελληνικό της όνομα και την μετονομάζει σε «Σάνω». Στα δεκαπέντε της η Σάνω πωλείται για γάμο με έναν άντρα πολύ μεγαλύτερο από εκείνη. Την φέρνει στην Αμερική, όπου η Σάνω μεγαλώνει με αγάπη δέκα παιδιά. Η αθώα χωριατοπούλα γίνεται η αποφασιστική γυναίκα του εικοστού αιώνα.
Η οδυνηρή ιστορία της Halo θυμίζει τη σοφόκλεια τραγωδία, στην οποία η Λάχεσης, η Κλωθώ και η Άτροπος — οι αρχαίες Μοίρες, έριχναν αυθαίρετα, αναπόδραστη καταστροφή. Αν και θα περίμενε κανείς ότι τέτοιες βασανιστικές εμπειρίες θα γεμίσουν οποιονδήποτε με θυμό και πικρία, η Σάνω αναδύεται σε μορφή δίχως κακία. Είναι μόλις δέκα όταν η αναταραχή κατακλύζει το χωριό της. Αλλά η αφήγηση προσφέρει αναλαμπές μιας νεαρής κοπέλας που είναι ώριμη πέρα από την ηλικία της. Είναι εργατική από νεαρή ηλικία, βοηθάει πάντα τη μητέρα της και όταν η τραγωδία έρχεται στο κατώφλι της και βλέπει την οικογένειά της να χάνεται, ο πόνος είναι ανυπόφορος. Ωστόσο, δεν κατηγορεί κανέναν. Η Halo στρέφει επιδέξια την προσοχή του αναγνώστη στις στενές οικογενειακές σχέσεις που χαρακτήριζαν τη ζωή στο μικρό ποντιακό χωριό. Η οικογένεια της Θυμίας ήταν εκτεταμένη και όχι μόνο πυρηνική παρέχοντας ένα περιβάλλον αγάπης στο οποίο κάθε μέλος είχε έναν ρόλο. Όχι μόνο οι γονείς και τα αδέρφια, αλλά και οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι θείες και οι θείοι ήταν σημαντικοί για τη λειτουργία της οικογένειας. Αυτή η έννοια της οικογένειας είναι μια από τις καθοριστικές ιδιότητες της ελληνικής παράδοσης. Η δύναμη της Σάνω και η ικανότητά της να υπομένει τέτοιο πόνο χωρίς η ίδια να γίνεται καταστροφική και απεχθής, πηγάζει από το περιβάλλον των χρόνων της μόρφωσής της. Είναι σαν τον αρχαίο Φοίνικα, που κάθε χίλια χρόνια βυθίζεται στη φωτιά και ξαναγεννιέται. Η Σάνω βγαίνει από τη σπαρακτική τραγωδία με την ικανότητά της να αγαπά ανέπαφη. Έχει τη δύναμη να αναθρέψει και να μεγαλώσει με αγάπη δέκα δικά της παιδιά!
ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
«Ούτε το Όνομά μου» είναι ένα βιβλίο όχι μόνο για τους Ελληνοαμερικανούς και τους Έλληνες της Ελλάδας, είναι ένα βιβλίο για την ανθρωπότητα. Ο κόσμος πρέπει να μάθει για την Ποντιακή πορεία θανάτου. Η Thea Halo έγραψε την ιστορία της μητέρας της για να κάνει γνωστή σε όλους την τραγωδία της μητέρας της. Και έγραψε και για τα παιδιά μας, και για τα παιδιά των παιδιών μας. Τα φρικτά γεγονότα είναι κομμάτια της ιστορίας. Η ιστορία του Πόντου, όπως ακριβώς η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1944-1947, είναι περίοδοι που παραβλέπονται από τα σχολικά βιβλία ιστορίας στην Ελλάδα και από τα περισσότερα ελληνικά σχολεία της διασποράς. Η ιστορία δεν περιλαμβάνει μόνο μέρες δόξας, αλλά και τραγωδίες και ήττες, και, ναι, πολλά λάθη. Όλοι μας μπορούμε να μάθουμε από την ιστορία της Σάνω. Ένα πράγμα που μαθαίνουμε είναι ότι άνθρωποι διαφορετικών εθνοτήτων μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά, εάν αφεθούν μόνοι από παρεμβατικές κυβερνήσεις. Το πιο σημαντικό μάθημα που μας διδάσκει αυτό το βιβλίο, ωστόσο, είναι ότι δεν μπορούμε να κρύβουμε την αγωνία και τον πόνο κάτω από το χαλί και να προσποιούμαστε ότι αυτά τα πράγματα δεν συνέβησαν ποτέ. Εάν το κάνουμε αυτό, προωθούμε τη γενοκτονία και επιτρέπουμε να συμβαίνει ξανά και ξανά.
*Η Νίνα Γατζούλη είναι εκπαιδευτικός με εκτεταμένη εμπειρία σε όλα τα εκπαιδευτικά επίπεδα και τώρα έχει συνταξιοδοτηθεί. Δίδαξε Νεοελληνικά στο Πανεπιστήμιο του New Hampshire και οργάνωσε το Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών. Δίδαξε Αγγλικά και Λατινικά σε επίπεδο γυμνασίου και Ελληνικά σε παιδιά ηλικίας δημοτικού στην κοινότητά της. Έχει μεταφράσει και συνεισφέρει αρκετά άρθρα στο HCS, και σχολείται με επαγγελματικούς, κοινοτικούς και αδελφικούς οργανισμούς. Έχει υπηρετήσει την Παμμακεδονική Έννωση ΗΠΑ, σε πολλά επίπεδα, και παλιότερα ήταν Συντονίστρια των Pan Macedonian Associations στο εξωτερικό. Επίσης είναι Αντιπρόεδρος του IHA.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ

Η γενοκτονία των Ποντίων (1916 – 1923) με 353.000 νεκρούς αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη γενοκτονία του αιώνα μας.
Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη. Γιατί η ήττα του 1922, η «νέα τάξη πραγμάτων» που επικράτησε τότε, με την απόλυτη συνενοχή ολόκληρου του ελλαδικού πολιτικού κατεστημένου, περιόρισαν ουσιαστικά όχι μόνο τα γεωγραφικά όρια του ελληνισμού αλλά και τα διανοητικά.
Ο περιορισμός των πνευματικών νεοελληνικών οριζόντων είχε άμεση αντανάκλαση στη ελλειματική ιστορική μνήμη των σύγχρονων Ελλήνων.
Τι εννοούμε με τον όρο «γενοκτονία» ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί. Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία; Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους.
Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανών τους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο » Ένωση και Πρόοδος» ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Κατ΄ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Έλληνες των παραλίων της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους και να μετοικήσουν με πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής: «Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’; αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα … «
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολήσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τελικό πλήγμα. Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους. Εκείνος ο διωγμός υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του αμάχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού. Το τέλος του Πόντου πλησιάζει. Οι φωνές λιγοστεύουν.
Η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο υπήρξε το αποτέλεσμα της απόφασης των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού προβλήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξαφάνιση των γηγενών εθνοτήτων.
Η μοίρα αυτή απετράπη με ένα εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο: με τις; γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν και με τη βίαιη τουρκοποίηση των μουσουλμανικών εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι, που συνέχισαν να παραμένουν στην τουρκική, πλέον, επικράτεια.
Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που έζησε τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.
Ένα χωριό των Κοτυώρων
Ο Σάββας Κανταρτζής εξέδοσε σε βιβλίο τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Μια από τις συγκλονιστικές αφηγήσεις του αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλαν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν από τις τουρκικές συμμορίες:
«Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος… Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ’ αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει… Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι’ οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξεσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Οι συμμορίτες με κραυγές και απειλές υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ’ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν, από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι’ έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπεδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι’ ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την «πατριωτική» του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές, που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χύμιξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Η πυρπόληση
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι’ άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες του νεοτουρκικού εγκλήματος γενοκτονίας.
Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ’ οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, που ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Κι’ όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα κι’ οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μια άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι’ αντιβούϊζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής… επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι’ απ’ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κράυγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι’ άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ’ αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους – χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλλες στον πόνο, την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους – πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή, από τους αλαλαγμούς, τις άγριες κραυγές, τα τσουχτερά ξεφωνητά και το ξέφρενο κλάμα. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι’ έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι’ ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν».
Μαρτυρίες Σοβιετικών
Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή τους Επανάσταση.
Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους. Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά τωνελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.
O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: «Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου». Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους.
Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακήρυσσε: «… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα». Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: «…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.»
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, «βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες». Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: «Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…» Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις «επισημάνσεις» του Φρούνζε: «Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα «Ποντιακό κράτος» στην Τουρκία…»
Ο Φρούνζε στο βιβλίο του «Αναμνήσεις από την Τουρκία» γράφει: «Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.»
Οι Τούρκοι αρνούνται σήμερα τη σφαγή του 1922 – τη σφαγή των Ελλήνων. Κι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αδιάσειστα ντοκουμέντα, τα αποδίδουν στις αναπόφευκτες ακρότητες του πολέμου. Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική.
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε μετά την καταστροφή του 1922.
Πηγή: http://us.geocities.com/pontos1923/pages/genoktonia.html. (νεκρός σύνδεσμος)
Πηγή: OnAlert
Το είδα ΑΒΕΡΩΦ Διαδικτυακό Θωρηκτό
![]() Με εγκύκλιο του το Υπουργείο Παιδείας προβλέπει και καθιστά προαιρετική έως και 2ωρη διεξαγωγή εορταστικής αναφοράς στη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού στα δημόσια σχολεία της χώρας την ώρα που για άλλες Γενοκτονίες προσδίδει και καλά κάνει υποχρεωτικό χαρακτήρα. Πολύ καλά κάνει ως προς το δεύτερο γιατί αποτελούν Παγκόσμια Πολιτισμική Κληρονομιά και Ιστορική Συλλογική Μνήμη ωστόσο η επιλεκτική διάκριση εις βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού και η υποβάθμιση σε προαιρετική την εκδήλωση προκαλεί εύλογα ερωτήματα και δυσφορία στους κύκλους των Ποντίων... Ο προσφυγικός Ελληνισμός ο ξεριζωμένος Πόντιος έχει δικαίωμα ισότιμης μεταχείρισης.. Ένα δημόσιο ελληνικό σχολειό που δεν προάγει την ιστορία, την κουλτούρα και τον πολιτισμό δεν είναι σχολείο είναι αποθηκευτήριο ψυχών και σωμάτων ένα άσυλο άνευ νοήματος.. Τιμάμε και υποκλινόμαστε στη θυσία κάθε ανθρώπινου όντος στο βωμό ιδανικών καταδικάζουμε κάθε γενοκτονία που υφίσταται όποιος λαός οπουδήποτε και οποτεδήποτε με κριτήρια εθνοφυλετικά, θρησκευτικά ή ακόμη και αμιγώς ιδεολογικά αλλά ο εκτοπισμός από δημόσια ελληνικά σχολεία της Γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί ένας δεύτερος ξεριζωμός και μια δεύτερη επώδυνη προσφυγιά πνευματική '' και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς μήπως είμαι Πόντιος και δεν το ξέρω να πάω να κάνω ένα DNA γιατί ...ίσως τα παραλέω ίσως ζητάω πολλά ίσως ξεφεύγω ίσως και να έχω παράλογες απαιτήσεις..... 19η Μάϊου Ημέρα Γενοκτονίας Ελλήνων του Πόντου. Τη φετινή χρονιά συμπληρώνονται 104 χρόνια από την Γενοκτονία Ελλήνων του Πόντου που αφορά 353.000 θύματα και 100 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης.. dimpenews.com |
H σφαγή της Χίου
του Θεοφάνη Μαλκίδη*
H έκρηξη της Επανάστασης το 1821 βρήκε το πολυπληθές ελληνικό στοιχείο της Χίου να ευημερεί (120.000 έναντι 3.000 Τούρκων), ενώ οι Χιώτες με τον στόλο τους, την ικανότητά τους στο εμπόριο και τη διπλωματία, κυριαρχούσαν στον Εύξεινο Πόντο, το Αιγαίο και τη Μεσόγειο
Στις 10 Μαρτίου 1822 ο Σάμιος Επαναστάτης Λυκούργος Λογοθέτης, με την προτροπή του Χιώτη Αντωνίου Μπουρνιά, αποβιβάστηκε στο νησί με 1.500 άνδρες, ενισχύοντας το πνεύμα εξέγερσης που διαπερνούσε τον Ελληνισμό και οι Τούρκοι του νησιού αναγκάστηκαν να κλειστούν στο κάστρο της πρωτεύουσας.
Μόλις έφθασε η είδηση της εξέγερσης στην Κωνσταντινούπολη, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ διέταξε αμέσως να φυλακιστούν οι επιφανείς Χιώτες της Πόλης και εξήντα από αυτούς να αποκεφαλιστούν προς παραδειγματισμό και εκφοβισμό. Στη συνέχεια δόθηκε εντολή στον ναύαρχο Καρά-Αλή πασά να καταπλεύσει στον νησί και να τιμωρήσει τις Ελληνίδες και τους Έλληνες, όπως άλλωστε έγινε και σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης (Κωνσταντινούπολη και Αδριανούπολη, Σμύρνη και Κυδωνιές, Κρήτη, Κασσάνδρα και Θεσσαλονίκη, Κύπρος Σαμοθράκη, Νάουσα, Κάσος, Ψαρά, Ανδρίτσαινα, Μεσολόγγι).
Η διαταγή του Σουλτάνου ήταν η πλήρης καταστροφή του νησιού και ειδικότερα ως άλλος Ηρώδης έδωσε εντολή να σφάξουν τα βρέφη έως τριών ετών, τα αγόρια και τους άνδρες άνω των δώδεκα ετών, τις γυναίκες άνω των σαράντα, να αιχμαλωτίσουν τα κορίτσια και τις γυναίκες από τρία έως σαράντα ετών και τα αγόρια από τρία έως δώδεκα ετών…..
Της σφαγής μπορούσαν να εξαιρεθούν αυτοί που ήταν πρόθυμοι να ασπαστούν το Ισλάμ, αφού είχε δοθεί προηγουμένως εντολή στα στρατεύματα να χαριστεί η ζωή μόνο σε όσους δέχονταν να αλλαξοπιστήσουν.
Ο στόλος των σφαγέων έφτασε στη Χίο στις 30 Μαρτίου του 1822και μετά από σύνθημα που ήταν ο κανονιοβολισμός από τη ναυαρχίδα, ο επικεφαλής των δολοφόνων Καρά-Αλή αποβίβασε επτά χιλιάδες άνδρες κατέστειλε την εξέγερση, αρχίζοντας αμέσως την εκτέλεση της εντολής του Σουλτάνου.
Αφού πυρπολήθηκαν η πρωτεύουσα και τα χωριά του νησιού και άρχισε η λεηλασία των περιουσιών, οι άνδρες του Καρά Αλή προέβησαν στη σφαγή. Από τους 120.000 περίπου Έλληνες του νησιού, 50.000 δολοφονήθηκαν (τα ιερά οστά πολλών θυμάτων βρίσκονται σήμερα στη Νέα Μονή και στη Μονή του Αγίου Μηνά της Χίου), αιχμαλωτίσθηκαν οι 50.000, διέφυγαν και σώθηκαν οι 10.000 και επέζησαν στη Χίο μόνο χίλιοι πρόγονοί μας…
Ο Καρά Αλή για να αποδείξει το έγκλημά του, απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη, όπως συνηθιζόταν, φορτία με κομμένα κεφάλια και κομμένα αυτιά, ενώ διέταξε τον απαγχονισμό των σαρανταεννέα επιφανών ομήρων, μεταξύ των οποίων ο αρχιεπίσκοπος Πλάτων, οι οποίοι κρατούνταν στο κάστρο της πρωτεύουσας του νησιού.
Η σφαγή, το Ολοκαύτωμα της Χίου συγκλόνισε την Ευρώπη, η κοινή γνώμη ξεσηκώθηκε και οι τάξεις των φιλελλήνων πύκνωσαν. Αυτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν τις φρικιαστικές σκηνές στις εφημερίδες, ζωγράφοι (Ντελακρουά) τις απεικόνισαν και ποιητές (Ουγκώ, Χέμανς, Πιέρποντ, Χιλ, Σιγκούρνεϊ) έψαλλαν τη θλιβερά καταστροφή.
Ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Francis Werry γράφει σε αναφορά του ότι «στο δρόμο των Φράγκων οδηγούνται πάνω-κάτω κοπάδια από παιδιά της Χίου για πώληση», ενώ πολλές γυναίκες αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά για να γλυτώσουν τον εξευτελισμό. Στη εφημερίδα «Allgemeine Zeitung» δημοσιεύτηκε κείμενο όπου αναφερόταν ότι μικρά παιδιά κάτω των επτά ετών τα οποία ήταν ακατάλληλα για το δουλεμπόριο δένονταν και ρίχνονταν στη θάλασσα. Το σκηνικό του δουλεμπορίου περιέγραψε και ο ιερέας της αγγλικής πρεσβείας R. Walsh αναφέροντας ότι από την 1η Μαΐου 1822 εκδόθηκαν 41.000 έγγραφα ιδιοκτησίας δούλων και ότι 5.000 πουλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τη γαλλόφωνη εφημερίδα της Σμύρνης Spectateur Oriental, έως την 10 Μαΐου 1822 στο τελωνείο της Σμύρνης είχαν καταβληθεί δασμοί για 40.000 σκλάβους και τα μικρότερα παιδιά οδηγούνταν κατά ομάδες για εξισλαμισμό. Μάλιστα ο Walsh γράφει σχετικά ότι «μέσα σε μια μέρα έγιναν περισσότεροι προσηλυτισμοί από το Ευαγγέλιο στο Κοράνι απ’ όσοι απ’ το Κοράνιο στο Ευαγγέλιο σε έναν αιώνα»!
Η Νέμεσις για τη σφαγή θα έλθει πολύ σύντομα, με την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας του Καρά-Αλή από τον Κωνσταντίνο Κανάρη τη νύχτα της 6ης προς την 7η Ιουνίου 1822. Ο εκτελεστής του Ολοκαυτώματος θα πεθάνει μαζί με πολλούς από τους σφαγείς, είτε πάνω στο πλοίο, είτε στον τόπο του εγκλήματος…..
Εν κατακλείδι, το τραγικό, φρικιαστικό, απάνθρωπο έγκλημα στη Χίο δυστυχώς δεν τιμωρήθηκε και εκατό ακριβώς χρόνια αργότερα επαναλήφθηκε στην ίδια περιοχή: στη Σμύρνη. Μία ακόμη τραγωδία είναι ότι οι δολοφόνοι του χθες, ως ατιμώρητοι Γκρίζοι Λύκοι του σήμερα, θέλουν να επαναλάβουν τα εγκλήματά τους και ανερυθρίαστα εμφανίζονται ως ειρηνοποιοί, ζητώντας γη και ύδωρ στη Θράκη, στην Κύπρο, στο Αιγαίο. Ο Ελληνισμός δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα και έχει το χρέος να αντισταθεί για την ιστορία, για το δίκαιο, για τη μνήμη των θυμάτων της σφαγής (και) στη Χίο!
* Θεοφάνης Μαλκίδης: Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου – «Η Σφαγή της Χίου» αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίου του «Ολοκαυτώματα και Σφαγές στην Επανάσταση του 1821» (Εκδόσεις Ενδοχώρα, Θεσσαλονίκη 2023).
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ.