| Διαβάστε περισσότερα... |

Ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ηττήθηκε και οι εχθροί τον τίμησαν, αντίθετα οι δικοί του τον τύφλωσαν! Η Μάχη του Μάντζικερ σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της βυζαντινής κυριαρχίας.
Ήταν μια μέρα σαν σήμερα, 26 Αυγούστου του 1071, όταν κοντά στη λίμνη Βαν έγινε η Μάχη του Μαντζικέρτ - το σημερινό Μαλαζγκίρτ - ανάμεσα στο βυζαντινό στρατό υπό τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη και των Σελτζούκων Τούρκων με επικεφαλής τον Αλπ Αρσλάν.
Η μάχη εκείνη θεωρείται από τους ιστορικούς η αρχή του τέλους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ήταν η μάχη που άλλαξε τις ισορροπίες στην περιοχή της Μικράς Ασίας, αλλά και σε ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο. Σύμφωνα με τις απόψεις ιστορικών μελετητών η Μάχη του Μάντζικερτ, «υπήρξε η στιγμή εκείνη όπου ο ελληνικός κόσμος απώλεσε την οικουμενικότητά του και συρρικνώθηκε στη βαλκανική του διάσταση».Τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διογένη, συνόδευε ο πολιτικός του αντίπαλος Ανδρόνικος Δούκας. Το βυζαντινό στράτευμα ήταν κάτι σαν μωσαϊκό, που περιλάμβανε μέρος της Βαράγγιας Φρουράς και μονάδες Γεωργιανών, Αρμενίων και Σύρων, μισθοφόρων αμφιβόλου εμπιστοσύνης, Φράγκους και Νορμανδούς. Η συνολική δύναμη υπολογίζεται από 40.000 μέχρι 70.000 άνδρες. Από αυτούς, μόνο οι 10.000 ήταν καθαρά βυζαντινός τακτικός στρατός.
Ο Ρωμανός βάδισε προς τη λίμνη Βαν, με σκοπό να ανακαταλάβει την πόλη - φρούριο Μαντζικέρτ. Ο Σελτζούκος Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν περίμενε τους Βυζαντινούς με 30.000 ιππείς, κάτι που ο Ρωμανός δεν γνώριζε και το έμαθε όταν ήταν πλέον αργά.
Ο Ρωμανός κατέλαβε το Μαντζικέρτ, όμως σύντομα οι δυνάμεις του βρέθηκαν αντιμέτωπες με την δύναμη κρούσης των Σελτζούκων.
Οι Βυζαντινοί πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Το μισθοφορικό ιππικό, θεωρώντας ότι ο αυτοκράτορας είχε ηττηθεί, εγκατέλειψαν τη μάχη αφήνοντας τον βυζαντινό αυτοκράτορα στο έλεος του εχθρού, κυριολεκτικά.
Ο Ανδρόνικος Δούκας - πολιτικός αντίπαλος του Ρωμανού - ήταν από τους πρώτους που άφησαν ακάλυπτο τον Αυτοκράτορα. Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου.
Στη διάρκεια της μάχης στο Μαντζικέρτ αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος ο Ρωμανός Διογένης, ο οποίος, αφού απόλαυσε φιλοξενίας από τους αντιπάλους του αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ταπεινωτική συνθήκη και την υπόσχεση καταβολής ενός σημαντικού χρηματικού ποσού (το ποσό το έστειλε ο Ρωμανός στον Απλ Αρσλάν, αφού είχε εκθρονιστεί). Κι αν οι εχθροί σεβάστηκαν τον ηττημένο, δεν συνέβη το ίδιο με τους δικούς του. Οι Βυζαντινοί εκθρόνισαν τον Ρωμανό, τον τύφλωσαν και τον άφησαν να πεθάνει εξόριστος σε νησί της Θάλασσας του Μαρμαρά με φρικτούς πόνους και ανελέητη ντροπή.
Η μάχη δεν είχε τον χαρακτήρας της καταστροφικής σφαγής για τον βυζαντινό στρατό, που μέτρησε ελάχιστες απώλειες (περίπου 8.000 νεκροί και αιχμάλωτοι) συγκριτικά με άλλες ήττες, όμως ήταν το οριακό εκείνο χρονικό σημείο στο οποίο η βυζαντινή κυριαρχία στην Ανατολή αρχίζει να φθίνει τραγικά. Τετρακόσια χρόνια μετά, το Βυζάντιο θα είναι στα χέρια των Οθωμανών.

Η Μάχη του Βαφέως είναι η πρώτη μεγάλη πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των Οθωμανών Τούρκων και των Βυζαντινών. Έλαβε χώρα στις 27 Ιουλίου 1302 κι έληξε με ήττα των Βυζαντινών, η οποία σηματοδότησε την αρχή του τέλους της παρουσίας τους στη Μικρά Ασία και την ανάδυση των Οθωμανών ως κυρίαρχης δύναμης μεταξύ των τουρκικών φύλων της περιοχής.
Περί το 1282 κι ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία προσπαθούσε να ξανασταθεί στα πόδια της μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1261, ο Οσμάν Α’ ανέλαβε της τύχες των Οθωμανών Τούρκων. Τα επόμενα χρόνια χρόνια πραγματοποίησε σειρά επιθέσεων κατά της περιοχής της Βιθυνίας, με στόχο την κατάληψη της Νίκαιας, της πρώην αυτοκρατορικής πρωτεύουσας. Οι τουρκικές επιθέσεις απειλούσαν και το ζωτικής σημασίας λιμάνι της Νικομήδειας.
Τον Απρίλιο του 1302 ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Θ’ Παλαιολόγος εκστράτευσε κατά της Μικράς Ασίας, επικεφαλής σημαντικής στρατιωτικής δύναμης, αποτελούμενης από Βυζαντινούς και Αλανούς μισθοφόρους. Ο στρατός αυτός, ενισχυμένος και από γηγενείς στρατιώτες, συγκεντρώθηκε στη Μαγνησία.
Οι Οθωμανοί, φοβούμενοι τη μεγάλη στρατιωτική δύναμη του Μιχαήλ, απέφυγαν να αντιπαρατεθούν μαζί του. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει, αλλά οι στρατηγοί του τον απέτρεψαν. Οι Τούρκοι πήραν θάρρος και προχώρησαν σε επιθέσεις, με αποτέλεσμα να απομονώσουν την πόλη από τους Βυζαντινούς.
Ο στρατός του Μιχαήλ διαλύθηκε χωρίς μάχη, καθώς οι γηγενείς στρατιώτες έφυγαν για να υπερασπιστούν την περιουσία τους, ενώ οι Αλανοί μισθοφόροι έφυγαν κι επέστρεψαν στη Θράκη. Ο Μιχαήλ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την επιχείρηση, ακολουθούμενος από κύμα προσφύγων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Θράκη. Έτσι, η εκστρατεία του νεαρού βασιλιά τελείωσε με εξευτελιστική ήττα.
Για να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή στη Νικομήδεια, ο πατέρας του Μιχαήλ και συναυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος, έστειλε στρατιωτική δύναμη από 2.000 άνδρες (οι μισοί απ' αυτούς ήταν Αλανοί μισθοφόροι), υπό τις διαταγές του Μέγα Εταιρειάρχη (αρχηγού της Βασιλικής Φρουράς) Γεωργίου Μουζάλωνος, με σκοπό να διασχίσει τον Βόσπορο και να βοηθήσει την πόλη.
Στο πεδίο του Βαφέως, κοντά στη Νικομήδεια, στις 27 Ιουλίου 1302, οι Βυζαντινοί συνάντησαν έναν υπέρτερο στρατό αποτελούμενο από 5.000 ιππείς υπό τη διοίκηση του Οσμάν Α’, καθώς και στρατιώτες από άλλες τουρκικές φυλές. Το ιππικό του Οσμάν επιτέθηκε στους Βυζαντινούς και γρήγορα διέσπασε τις γραμμές τους, αναγκάζοντας τον Μουζάλωνα να υποχωρήσει στη Νικομήδεια.
Η ήττα των Βυζαντινών στην πεδιάδα του Βαφέως αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη διαδικασία απώλειας της Μικράς Ασίας και την πρώτη μεγάλη νίκη των Οθωμανών Τούρκων. Η κατάρρευση της βυζαντινής Μικράς Ασίας ακολούθησε ταχύτατα, καθώς η μικρασιατική ενδοχώρα είχε πια καταληφθεί σε όλη της την έκταση από διάφορους Τούρκους εμίρηδες. Η μαζική απομάκρυνση του χριστιανικού πληθυσμού από την περιοχή προς το ευρωπαϊκό μέρος της αυτοκρατορίας προκάλεσε καθοριστικές αλλαγές στη δημογραφική ισορροπία της περιοχής και σε συνδυασμό με την ήττα του Μιχαήλ στη Μαγνησία, επέτρεψε στους Τούρκους να φθάσουν και να σταθεροποιηθούν στις ακτές του Αιγαίου.