|
Στέργιος Π. Ζυγούρας
Η βασική πηγή για την ιστορία της Εταιρείας θεωρείται ο Ξάνθος. Ακολουθεί το α΄ Δοκίμιο του Φιλήμονα. Τι θα βλέπαμε αν συγκρίναμε τα κείμενα του Ξάνθου μεταξύ τους και σε σχέση με τα κοινώς λεγόμενα περί της ίδρυσης και της εξέλιξης της “Φιλικής Εταιρείας”; Θα βλέπαμε ότι τα κοινώς λεγόμενα για την Επανάσταση αποτελούν πεποιθήσεις και μόνον. Ο ακρογωνιαίος λίθος της εξιστόρησης -η “Φιλική Εταιρεία”- βρίσκεται απολύτως εκτός τεκμηρίωσης. Για περισσότερο από έναν αιώνα το μόνο
συνέχεια στο https://karavaki.wordpress.com/2022/02/10/founders-of-philike-hetaireia-1/
Συνέχεια από το Μέρος Α΄
Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΞΑΝΘΕΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΠΙΘΑΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΟ α΄ ΕΞΑΜΝΗΝΟ ΤΟΥ 1820
%20_%20%CE%A4%CE%BF%20%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%BA%CE%B9%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82_files/xanthos-patzimadis_1835vs1845-2.jpg)
Το 1845 ο Ξάνθος γράφει ότι μαζί με τον Κομιζόπουλο αρχηγοποιεί τον Πατζιμάδη. Tον χρίζει “ΑΞ” και οι δυο τους συντάσσουν το καταστατικό της Εταιρείας-Ταμείου (Φ.Φ.Γ.Ε.Ε.). Όλα αυτά διαψεύδονται από το Αρχείο του. Στην αφήγηση αυτή οφείλεται η απάλειψη του μεγαλέμπορου Πατζιμάδη από την μοσχοβίτικη αρχηγική ομάδα που το 1817 είχε υποδεχθεί τον Γαλάτη.
Η ιστορία που δεν αναρωτιέται γιατί απαιτούνται τρεις άσημοι για να ξεκινήσει μια Επανάσταση, δεν θα προσέξει ποτέ τις διαφορετικές ποσοτικές και ποιοτικές ιδρυτικές συνθέσεις που εμφανίστηκαν γραπτά από το 1828. Πολύ περισσότερο θα παραλείψει την προφορική παράδοση. Η προσπάθεια καταγραφής του Φιλήμονα θα διακοπεί και μάλιστα με τη σύμφωνη γνώμη του, παρότι το 1861 θα δώσει το ύστατο στοιχείο αναζήτησης της αλήθειας με την εμφάνιση τεκμηρίων από το “Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο” του Παρισιού στο οποίο μετείχε ο Τσακάλωφ και αρνήθηκε να ηγηθεί ο Κοραής. Παρά τις διαφορετικές
συνέχεια στο https://karavaki.wordpress.com/2022/02/17/founders-of-philike-hetaireia-2/
12 Απριλίου 1820: Η Φιλική Εταιρεία απέκτησε τον Αρχηγό της
Η Φιλική Εταιρεία, η πιο σημαντική απ΄ όλες τις μυστικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο της εθνικής προσπάθειας απελευθέρωσης των Ελλήνων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό (σημερινής Ουκρανίας) και σύμφωνα με τους παλαιότερους ιστορικούς, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο (γεννήθηκε το 1772 στην Πάτμο), τον Νικόλαο Σκουφά (γεννήθηκε το 1779 στο Κομπότι Άρτας ως Νικόλαος Κουμπάρος – το επώνυμο Σκουφάς οφείλεται στο επάγγελμα του πιλοποιού που ασκούσε στα νεανικά του χρόνια) και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ (γεννήθηκε το 1788 στα Ιωάννινα). Τέταρτο μέλος της, μυήθηκε ο Αντώνιος Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη. Τρίτο ή πέμπτο μέλος της Εταιρείας πιθανό να ήταν ο Νικόλαος Γαλάτης. Επίσης από τα πρώτα μέλη που μυήθηκαν ήταν και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (και μάλιστα κατά ορισμένες πηγές υπήρξε συνιδρυτής, πριν τον Ξάνθο που μυήθηκε αργότερα). Η Μικρασιάτισσα Κυριακή Ναύτη από τη Σμύρνη ήταν η πρώτη γυναίκα μέλος. Οι Φιλικοί, αφού μυούνταν στην Εταιρεία, έδιναν όρκο πίστης και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Αυτή ακριβώς η μυστικότητα εξηγεί την ασάφεια που υπάρχει ακόμα και σήμερα σε ορισμένα γεγονότα και πληροφορίες.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (12 Δεκεμβρίου 1792 – 31 Ιανουαρίου 1828), ο Έλληνας ευγενής της Ρωσικής αριστοκρατίας, αξιωματικός του Ρωσικού Στρατού που έφερε τον βαθμό του Υποστράτηγου και υπήρξε ο πρώτος Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.
Οι Φιλικοί είχαν πληροφορίες για τα πατριωτικά του αισθήματα, επειδή σε στενούς κύκλους Ελλήνων και Φιλελλήνων φέρεται να είχε δηλώσει πως οι συμπατριώτες του θα έπρεπε να υπολογίζουν στη συνδρομή του, αν τυχόν παρουσιαζόταν κάποια ευκαιρία.
Έτσι με τη μεσολάβηση του Φιλικού Κωνσταντίνου Καντιώτη, που ήταν υπάλληλος του Καποδίστρια, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, προσέτρεξε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στον εξάδελφο των Υψηλάντηδων, Ιωάννη Μάνο, προκειμένου να τον φέρει σε επαφή με τον Πρίγκηπα Αλέξανδρο Υψηλάντη. Η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της ζωής του Ε. Ξάνθου, που έμεινε χαραγμένη στη μνήμη του, σε αντίθεση με την απογοήτευση που του δημιούργησε ο Καποδίστριας, που αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία στα απομνημονεύματά του.
Στη συνάντηση εκείνη στην Πετρούπολη στις 11 Απριλίου 1820 (παλαιό ημερολόγιο), ο Υψηλάντης τον δέχθηκε με ευγένεια και, ύστερα από κάποιες ερωτήσεις για την καταγωγή του και διάφορες άλλες υποθέσεις, του ζήτησε να μάθει πώς περνούν οι Έλληνες. Ο Ξάνθος του απήντησε ότι οι Τούρκοι τούς τυραννούν και η τυραννία αυτή έχει γίνει πλέον αφόρητη. Στη συνέχεια ακολούθησε ο εξής δραματικός διάλογος:
Υψηλάντης: «Γιατί οι Έλληνες δεν προσπαθούν να ενεργήσουν ώστε, αν δεν δύνανται να ελευθερωθούν από τον ζυγόν, τουλάχιστον να τον ελαφρώσουν;»
Ξάνθος: «Πρίγκιψ, με ποία μέσα και με ποίους οδηγούς να ενεργήσωσιν οι δυστυχείς Έλληνες την βελτίωσιν της πολιτικής των καταστάσεως; Αυτοί έμειναν εγκαταλελειμμένοι από εκείνους, οίτινες εδύναντο να τους οδηγήσωσι, διότι όλοι οι καλοί ομογενείς καταφεύγουν εις ξένους τόπους και αφήνουν τους ομογενείς των ορφανούς. Ιδού ο Κόμης Καποδίστριας υπηρετεί τη Ρωσίαν, ο μακαρίτης πατήρ σας κατέφυγε εδώ και ο Καρατζάς εις την Ιταλίαν, υμείς ο ίδιος υπηρετούντες την Ρωσίαν εχάσατε υπέρ αυτής την δεξιάν χείρα σας, και άλλοι ίσοι καλοί καταφεύγοντες εις την χριστιανικήν Ευρώπην μένουν εκεί, χωρίς να φροντίζουν δια τους δυστυχείς αδελφούς των.»
Υψηλάντης: «Αν εγώ εγνώριζον ότι οι ομογενείς μου είχον ανάγκην από εμέ και εστοχάζοντο, ότι εδυνάμην να συντελέσω εις την ευδαιμονίαν των, σου λέγω εντίμως, ότι ήθελον μετά προθυμίας κάμω κάθε θυσίαν, ακόμη και την κατάστασίν μου, και τον εαυτόν μου θα εθυσίαζον υπέρ αυτών».
Ξάνθος (σηκώνεται όρθιος και συγκινημένος): «Δος μοι Πρίγκιψ, την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε».
Κοιτάζοντάς τον κατάματα ο Υψηλάντης με θαυμασμό τού έδωσε το χέρι του.
Ο Υψηλάντης ενθουσιώδης πατριώτης, χωρίς ιδιαίτερη πολιτική πείρα, δεν άργησε να κυριευθεί από ενθουσιασμό που του ενέπνεε η βαθιά πίστη του στα όνειρα του ελληνικού έθνους. Έτσι η αποστολή του ενός είχε εκπληρωθεί, ενώ οι φιλοδοξίες του άλλου, να γίνει ο ελευθερωτής του έθνους του, άρχισαν να πραγματοποιούνται.
Ο Ξάνθος φανέρωσε στον πρίγκηπα τα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας και εκείνος με συγκίνηση και ενθουσιασμό κατηχείται και ορκίζεται κατά το τυπικό της εταιρείας, όπου και αναγνωρίζεται Γενικός Επίτροπος της Αρχής.
Στον Αλέξανδρο Υψηλάντη δόθηκε το ψευδώνυμο «Καλός» και τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου «α.ρ.» για να υπογράφει τις επιστολές του. Μεταξύ του Υψηλάντη και του Ξάνθου υπογράφτηκε ένα έγγραφο, το οποίο επικύρωνε την ανάληψη από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, της ηγεσίας, όχι της “Φιλικής”, αλλά της “Ελληνικής Εταιρείας”.
Η Φιλική Εταιρεία είχε πλέον αποκτήσει τον Αρχηγό της, στην Πετρούπολη της Ρωσίας, στις 12 Απριλίου 1820.
Για την αντιγραφή: Λ.K.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του ΙΗΑ εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς – μέλη του ΙΗΑ. Η ιστοσελίδα του ΙΗΑ δεν λογοκρίνει, ούτε επεμβαίνει σε άρθρα – κείμενα των μελών του ΙΗΑ.

Ο εξ Άρτης ορμώμενος Νικόλαος Σκουφάς υπήρξε εκ των πρωτεργατών της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας, μαζί με τους Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ.
Ο Νικόλαος Κουμπάρος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1779. Το χωριό του και η γύρω περιοχή, πριν από την Επανάσταση, ήταν τσιφλίκι του Μουχτάρ Πασά, γιού του Αλή Πασά.
Προερχόταν από οικογένεια της μεσαίας τάξης και διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο Κομπότι από τον μοναχό Θεοχάρη Ντούια και στην συνέχεια στην Άρτα με δάσκαλο τον Κ. Δενδραμή. Το «Σκουφάς» ήταν παρατσούκλι, που του αποδόθηκε επειδή στα πρώτα του επιχειρηματικά βήματα στην Άρτα ασχολήθηκε με την κατασκευή σκούφων και καπέλων.
Το 1813 μετανάστευσε στη Ρωσία, όπου επιδόθηκε στο εμπόριο και συνδέθηκε με άλλους εμπόρους. Στενότερη φιλία ανέπτυξε στην Οδησσό με τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Εμμανουήλ Ξάνθο, με τους οποίους συναποφάσισε την ίδρυση μιας οργάνωσης, που θα είχε ως σκοπό την απελευθέρωση της πατρίδας. Είναι η γνωστή Φιλική. Εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814.
Αμέσως μετά οι τρεις ιδρυτές της επιδόθηκαν στο έργο της προετοιμασίας του Αγώνα. Ο Ξάνθος αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την μύηση των ομογενών στην Φιλική Εταιρεία, ενώ ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ πήγαν στην Μόσχα, όπου, αφού τελειοποίησαν τον κανονισμό της, δοκίμασαν να αρχίσουν και αυτοί τις μυήσεις των εκεί ομογενών
Στην αρχή αντιμετώπισαν την δυσπιστία και την άρνηση πολλών, οι οποίοι θεωρούσαν το εγχείρημα ανεδαφικό και ανέφικτο. Όταν όμως στις 13 Δεκεμβρίου 1814 Σκουφάς μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, που ανήκε σε ευκατάστατη και σεβαστή οικογένεια της Ρωσίας, οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας θεώρησαν ότι αυτή η μύηση θα ανέτρεπε το δυσμενές κλίμα.
Ο Σκουφάς «άνθρωπος με πολλήν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν», σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του ιστορικού Ιωάννη Φιλήμονος, συνέχισε με ενθουσιασμό το έργο του. Όταν ο Τσακάλωφ, ιδιαίτερα απογοητευμένος από την βραδύτητα τής εξάπλωσης της Φιλικής Εταιρείας, πρότεινε στον Σκουφά να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους, ο Σκουφάς θεώρησε ότι ήταν προτιμότερο να μεταφερθεί η έδρα της στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο μεγάλος αριθμός των Ελλήνων και η εξέχουσα θέση πολλών ομογενών, αποτελούσαν, κατά την άποψή του, ευνοϊκό παράγοντα για την προετοιμασία του Αγώνα.
Από τον Απρίλιο του 1818, όταν και οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη, η δράση του Σκουφά υπήρξε καθοριστική για την πορεία της οργάνωσης. Με δική του απόφαση και του Ξάνθου εντάχθηκε στην Φιλική Εταιρεία και μάλιστα σε ηγετική θέση ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος από την Ανδρίτσαινα.
Ο Σκουφάς υποστήριζε ότι η Πελοπόννησος ήταν η καταλληλότερη περιοχή και για την ανάπτυξη της Εταιρείας, αλλά και για την έναρξη του Αγώνα και, παρά τις επιφυλάξεις των δυο άλλων συνιδρυτών της, προγραμμάτιζε ταξίδι στη Μάνη για τον συντονισμό και την προετοιμασία τής Επανάστασης
Όμως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα σχέδια του γιατί, ύστερα από βραχύχρονη ασθένεια, άφησε την τελευταία του πνοή στην Κωνσταντινούπολη, στις 31 Ιουλίου 1818. Ο θάνατός του υπήρξε βαρύ πλήγμα για την Φιλική Εταιρεία, για την επιτυχία της οποίας ο Νικόλαος Σκουφάς είχε αφιερώσει όλες του τις δυνάμεις.
Το έργο του εκτιμήθηκε από τους συγχρόνους του και από τους μεταγενέστερους ιστορικούς του Αγώνα. Κατά τον Ιωάννη Φιλήμονα, «η Φιλική Εταιρεία υπέστη το δυστύχημα της αποβιώσεως τού Σκουφά» και στο επίγραμμα που συνέταξε αμέσως μετά τον θάνατό του ο λόγιος κληρικός Ζαχαρίας Αινιάν τόν συγκρίνει με τον αρχαίο Καλλικράτη.
Είμ’ υπό γαν φθισίμβροτον, οίμοι! τηλόθι πάτρης
Άργειος ταν κτίσεν ευ πάρος Αμφίλοχος
Οίμοι! γειναμένω δ’ απεκλώσατο μοιρ’ ολοή μοι
Μή δόμεναι θρέπτρα πάτριδι ηέ φίλοι.
Οίμ’ ως άχθομ’ οθ’ Ελλάδι ματέρι φάσθαι
ουκ έφθην γήθος, Καλλικράτας δ’ οιά περ.
Σώζεσθ’ ουν φίλοι Ελλάς σώζου φοίνικος δ’ απτού.
Κ’ου κυπαρίττοιο· έγρεο δ’ ως τάχιον.
Νυν μεν ιαύω νήδυμα βοσπορικώ εν ανάπλω
Ύστατα δ’ αυ δείξειμ’ Ελλάδος υία ένθουν.



