Οι τροφές που ωφελούν την καρδιαγγειακή υγεία και οι κακές διατροφικές συνήθειες που αυξάνουν τον κίνδυνο.
Τα γονίδια «φορτώνουν το όπλο», αλλά το περιβάλλον και η διατροφή συχνά τραβούν τη σκανδάλη. Ρωτήσαμε τον Αντώνη Ζαμπέλα, πρόεδρο του ΕΦΕΤ, καθηγητή Διατροφής του Ανθρώπου στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) και της Εθνικής Επιτροπής Διατροφικής Πολιτικής για τις τροφές που προστατεύουν και εκείνες που επιβαρύνουν την καρδιά και για όσα πρέπει να προσέχουμε.
Ποια διατροφή θεωρείται «ασπίδα» για την καρδιά;
Η μεσογειακή διατροφή εξακολουθεί να θεωρείται ένα από τα πιο ισχυρά και επιστημονικά τεκμηριωμένα διατροφικά πρότυπα για την προστασία της καρδιαγγειακής υγείας. Δεκάδες μεγάλες μελέτες έχουν δείξει ότι συνδέεται με μικρότερο κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, σακχαρώδους διαβήτη και πολλών τύπων καρκίνου. Η προστατευτική δράση της δεν οφείλεται σε κάποιο «μαγικό» τρόφιμο, αλλά στο συνολικό πρότυπο κατανάλωσης ελαιολάδου, λαχανικών, φρούτων, οσπρίων, ψαριών και προϊόντων ολικής άλεσης, με περιορισμένο κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας.
Το πρόβλημα είναι ότι, ακόμη και στις μεσογειακές χώρες, εγκαταλείπεται σταδιακά το παραδοσιακό μοντέλο της μεσογειακής διατροφής και αυξάνεται η κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε κορεσμένα λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι.
Διατροφικές συνήθειες που επιβαρύνουν την υγεία της καρδιάς
- Η υπερβολική κατανάλωση έτοιμου φαγητού.
- Η υπερκατανάλωση επεξεργασμένου κρέατος (αλλαντικά, λουκάνικα, μπέικον) – έχουν συνδεθεί τόσο με καρδιαγγειακά νοσήματα όσο και με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων τύπων, κυρίως λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά, αλάτι και συντηρητικά (νιτρικά και νιτρώδη)
- Η υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος και προϊόντων του.
- Τα προϊόντα με «κρυμμένη» ζάχαρη (εδώ συγκαταλέγονται και τα αναψυκτικά) – σχετίζονται με παχυσαρκία και αυξημένα τριγλυκερίδια.
- Το κρυφό αλάτι στα τρόφιμα. Το πολύ αλάτι συνδέεται άμεσα με την υπέρταση.
- Η αυξημένη πρόσληψη θερμίδων συνολικά, η οποία οδηγεί σε παχυσαρκία και μεταβολικά νοσήματα.
- Η χαμηλή κατανάλωση οσπρίων, φρούτων, λαχανικών και ψαριών.
- Οι πολύ μεγάλες μερίδες.
- Το συχνό τσιμπολόγημα.
Δυο αναγκαίες επισημάνσεις
Η καρδιαγγειακή υγεία δεν εξαρτάται μόνο από το τι τρώμε, αλλά και από τον συνολικό τρόπο ζωής, γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία το συνολικό διατροφικό πρότυπο σε συνδυασμό με τη σωματική δραστηριότητα, το σωματικό βάρος και το κάπνισμα. Η συνέπεια είναι πιο σημαντική από την τελειότητα: μικρές, σταθερές αλλαγές στην καθημερινή διατροφή μπορούν μακροπρόθεσμα να έχουν πολύ μεγάλη προστατευτική επίδραση στην καρδιά.
Προσοχή στο αλάτι!
Εξίσου κρίσιμη είναι η μείωση του αλατιού, καθώς η υπέρταση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για έμφραγμα και εγκεφαλικό. Στις σύγχρονες, δυτικού τύπου δίαιτες, μεγάλο μέρος του αλατιού δεν προέρχεται από το μαγειρικό αλάτι, αλλά από βιομηχανικά τρόφιμα. Είναι αυτά που αποκαλούμε «κρυφές πηγές αλατιού». Επίσης, τα τυριά αλλά και πολλά ψωμιά περιέχουν νάτριο (το ενοχοποιημένο συστατικό του αλατιού). Γι’ αυτό είναι σημαντικό να ελέγχουμε την ετικέτα: ένα τρόφιμο που περιέχει πάνω από 0,6 γρ. νάτριο/100 γρ. προϊόντος θεωρείται υψηλής περιεκτικότητας.
Τελικά τι μετράει περισσότερο; Η διατροφή ή τα γονίδια;
Η γενετική προδιάθεση επηρεάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο (για παράδειγμα, μέσω παραγόντων όπως η οικογενής υπερχοληστερολαιμία και η τάση για υπέρταση), όμως ο τρόπος ζωής παραμένει καθοριστικός και μπορεί να μειώσει σημαντικά την πιθανότητα εκδήλωσης νόσου ή να καθυστερήσει την εμφάνισή της.
Ένας λιπιδαιμικός δείκτης που πρέπει να ελέγξουμε
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (a) ή Lp(a), η οποία αποτελεί έναν γενετικά καθοριζόμενο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο. Πρόκειται για ένα σωματίδιο παρόμοιο με την LDL («κακή» χοληστερόλη). Τα επίπεδά της καθορίζονται κυρίως από τη γενετική και δεν επηρεάζονται σημαντικά από τη διατροφή ή τον τρόπο ζωής, γεγονός που τη διαφοροποιεί από άλλους λιπιδαιμικούς δείκτες. Θεωρείται σημαντικό να μετράται τουλάχιστον μία φορά στη ζωή μας, ιδιαίτερα σε άτομα με οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου.



