Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2023

Η χήρα που παρακαλούσε το Θεό να της στείλει το κοράκι του Προφήτη Ηλία να την ταΐσει….

 

Ήταν μια χήρα που παρακαλούσε κάθε μέρα το Θεό στείλε το κοράκι του Ηλία για να με ταίσει. Μια μέρα ένα κοράκι ψόφιο βρέθηκε στην αυλή του γείτονα κι αυτός που είχε ακούσει την προσευχή της της το πέταξε στο σπίτι της. Αυτή όταν το είδε είπε:

-Κύριε εγώ σου ζήτησα ζωντανό να μου στείλεις το κοράκι κι εσύ μου το έστειλες νεκρό.

Τότε ψηλαφώντας το κοράκι βρήκε στο ράμφος του ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι το πούλησε και τα χρήματα που κέρδισε την εξοικονόμησαν για όλη την υπόλοιπη ζωή της.

Και σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό δοξολογούσε το Θεό κι έλεγε:

-είτε με νεκρό είτε με ζωντανό κοράκι ο Κύριος κάνει το έλεός του.

(ιστορία από την Ανατολή κατά πάσα πιθανότητα από Αίγυπτο)

dimpenews.com

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Πάντοτε πριν την Αυγή... είναι το πιο πυκνό σκοτάδι

 

Πάντοτε Πριν Την Αυγή… Είναι Το Πιο Πυκνό Σκοτάδι
(Αληθινή Συγκλονιστική Διήγηση)

"Σε μια νύχτα, με πολλά δάκρυα, αγοράζεται ο Παράδεισος..."

Σ Υ Γ Κ Λ Ο Ν Ι Σ Τ Ι Κ Η Μ Α Ρ Τ Υ Ρ Ι Α!!!!!
Μ Η Ν Τ Η Ν Π Ρ Ο Σ Π Ε Ρ Α Σ Ε Τ Ε !!!!

(Κι ας είναι μεγαλύτερη απ΄όσο είστε συνηθισμένοι να διαβάζετε... Το τέλος της ιστορίας θα σας αποζημιώσει! Και με το παραπάνω...)

Ημερολόγιο του Ιβάν Στάρτσκωφ, υπολοχαγού Β’ τάγματος του Σοβιετικού στρατού

«…12 Δεκεμβρίου 1941… Βρίσκομαι στο Γενικό Νοσοκομείο κάποιας γερμανικής πόλεως… δεν ξέρω τ’ όνομα της, αφού με μετέφεραν εδώ από το πεδίο μάχης ενώ ήμουν σε κώμα… Η αλήθεια είναι πώς δε θέλω να μάθω τ’ όνομα της… τι μ’ ενδιαφέρει άλλωστε; Εκτός αυτού κανείς δεν έκανε τον κόπο να μου το πει.

Η κατάσταση μου είναι κυριολεκτικά τραγική. Προ τριών μηνών περίπου στη φοβερή μάχη του Λένινγκραντ ηττηθήκαμε από τους Γερμανούς Ναζί, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές. Εγώ πληγώθηκα θανάσιμα στα δύο πόδια από έκρηξη χειροβομβίδας και στο αριστερό χέρι από κάποια αδέσποτη σφαίρα.

Με βρήκαν πλημμυρισμένο στο αίμα, ανάμεσα σ’ ένα σωρό νεκρούς συναδέλφους δύο Γερμανοί στρατιώτες, πού μετά τη λήξη της μάχης έψαχναν ανάμεσα στα πτώματα για οτιδήποτε χρήσιμο ή πολύτιμο.

Με ένα αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού με μετέφεραν σε κάποιο σταθμό πρώτων βοηθειών οπού συνήλθα λίγο έπειτα με φόρτωσαν στο βαγόνι ενός τρένου, αφού μου κόλλησαν ένα νούμερο στο στήθος και στην πλάτη. Αυτό ήταν φυσικό, αφού για εκείνους δεν ήμουν τίποτε άλλο από ένα νούμερο…

Γεννήθηκα στο Σμολένσκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου εκατό χιλιόμετρα από τη Μόσχα, το 1912. Από μικρό παιδί ήμουν σχεδόν άθεος, μεγαλώνοντας ασπάσθηκα τον κομμουνισμό. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός μπολσεβίκος και είχε λάβει μέρος στην κομμουνιστική επανάσταση το 1917, πού ανέτρεψε το καθεστώς του Τσάρου.

Η μητέρα μου η Άννα ήταν καλή χριστιανή, αλλά από το φόβο του πατέρα έκανε τα καθήκοντα της τα χριστιανικά κρυφά. Είχα και έναν… μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό, τον Αλέξιο. Αυτήν την ώρα μόνο αυτόν θυμάμαι, αυτόν μπορώ και αυτόν θέλω να θυμάμαι…

Αργοπεθαίνω.

Οι γιατροί μου έκοψαν και τα δύο πόδια και το αριστερό χέρι γιατί κινδύνευα απ’ τη φοβερή γάγγραινα των άκρων. Από τότε είμαι κλεισμένος, ακίνητος, πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι, στο σκοτεινό θάλαμο Νο Ο (μηδέν).

Με έχουν κάνει πειραματόζωο και φυσικά, αν δεν πεθάνω κάποια στιγμή, θα με σκοτώσουν οι γιατροί, όταν τελειώσουν τα πειράματα τους.

Είναι δώδεκα (12) Δεκεμβρίου. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τί περίεργο αλήθεια! Για πρώτη φορά στη ζωή μου δακρύζω σ’ αυτή τη σκέψη. Ήμουν… ανέκαθεν άθεος. Ο αδελφός μου ο Αλέξιος όμως από νήπιο ξημεροβραδιαζόταν στην εκκλησία .

Ήταν άριστος μαθητής στο σχολείο. Ο πατέρας μου, όταν εγώ άρχισα τις σπουδές μου στη Στρατιωτική Σχολή της Μόσχας, ονειρευόταν και για τον Αλέξιο μια λαμπρή σταδιοδρομία αξιωματικού του Ερυθρού Στρατού. Όμως τη χρονιά πού εγώ τελείωνα τη Σχολή κι ο Αλέξιος… ήταν τότε είκοσι (20) χρονών, το 1935… μια νύχτα έφυγε για πάντα. Η μητέρα βρήκε ένα γράμμα με λίγες λέξεις πάνω στο μαξιλάρι:

«Συγχωρήσατε με καλοί μου γονείς, Νικολάι και Αννούσκα… αλλά με καλεί ο ουράνιος Βασιλέας, να καταταγώ στο στρατό Τον. Δεν μπορώ ν’ αρνηθώ την πρόσκληση.
Φεύγω κι εύχομαι καλή σωτηρία.
Υ.Γ.: Μην το πείτε παρακαλώ στον Ιβάν. Θα του γράψω εγώ».

Πράγματι, δε μου το είπαν αμέσως, διότι ήταν η εποχή πού έδινα εξετάσεις για το δίπλωμα. Φυσικά, όταν γύρισα το φθινόπωρο στο σπίτι, μου έδειξαν το γράμμα. Ένας κόμπος μου ανέβηκε στο λαιμό.

Τώρα πού το θυμάμαι… ήθελα, αν ήταν δυνατόν, να τον έβλεπα τώρα, να του ζητήσω συγγνώμη… ναι, διότι η θλίψη μου, έπειτα από λίγες στιγμές έγινε οργή και αρπάζοντας το στρατιωτικό μου όπλο, τράβηξα τον πατέρα μου απ` το μανίκι φωνάζοντας: «Γιατί δεν έψαξες να τον βρεις; Εγώ τώρα, οπού και να ‘χει πάει, θα τον βρω και θα τον σκοτώσω». Η μητέρα έβγαλε μια κραυγή τρόμου.

Ο πατέρας κατέβασε από τον τοίχο το κυνηγετικό του όπλο, λέγοντας μου: «Δεν έψαξα, γιατί σε περίμενα. Όπως ξέρεις, η τιμή ενός μπολσεβίκου δεν σηκώνει τέτοιο ρεζίλεμα σαν αυτό του Αλιόσα».

Ο θυμός μας είχε τυφλώσει. Νιώθαμε πώς μας είχε γίνει φοβερή προσβολή και μάλιστα για κάτι τόσο βλακώδες, όπως ήταν ο Θεός του Αλεξίου… Φυσικά, για μας δεν υπήρχε Θεός και οι εκκλησίες έπρεπε να γίνουν όλες στάβλοι... Δύο μοναστήρια ήταν τα πλησιέστερα: Της Όπτινα (πού είχε ήδη καταστραφεί στη διάρκεια της Κομμουνιστικής Επανάστασης) και τα ερημητήρια των αγρίων ορέων του Ροσλάβ.

Ψάξαμε ανάμεσα σ’ αυτά, εισβάλλοντας με απειλές και κατάρες, και απαιτώντας από τους καλόγηρους να μας παραδώσουν τον Αλέξιο.

Σ’ ένα από τα ερημητήρια (όπως καταφέραμε να μάθουμε) είχε καταφύγει, ποθώντας ν’ αφιερωθεί στο Θεό του… Αφού υβρίσαμε τον Ηγούμενο, ο πατέρας μου τον τράβηξε από τη γενειάδα, λέγοντας: «Σκύλε παπά, δώσε μου πίσω το μικρό μου γιο!». Εκείνος με ήρεμο βλέμμα του είπε να κοιτάξει ψηλά… Ο Αλέξιος ντυμένος τα ράσα, ήταν στην κορυφή του καμπαναριού. Μας έπιασε ρίγος.

«Αφήστε ήσυχους τους αδελφούς ευλογημένοι. Ιδού, εγώ είμαι εδώ…».

«Κατέβα αμέσως κάτω, ειδάλλως θα πυροβολήσω», του είπα εγώ με φωνή πού έτρεμε. «Ησυχάστε. Θα είστε κουρασμένοι. Φάτε, αναπαυθείτε κι έρχομαι έπειτα μαζί σας…». Φυσικά, δεν ήρθε μαζί μας, αλλά από κρυφή έξοδο αναχώρησε, όχι μόνο από το Μοναστήρι, αλλά κι απ’ τη Ρωσία.

Από τότε δεν τον ξαναείδα πια ποτέ. Μας έστειλε έπειτα από τρία χρόνια ένα γράμμα: «Είμαι στο ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ, στην πρωτεύουσα της Ορθοδοξίας, την Ελλάδα. Προ δέκα ημερών έγινα Μεγαλόσχημος Μοναχός κι έλαβα το όνομα: Χριστόφορος. Εάν θέλει ο Ιβάν, ας έλθει να μ’ επισκεφθεί. Είμαι στη ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο Θεός μεθ’ υμών». Εγώ βέβαια, ούτε πήγα ποτέ, ούτε γράμμα του έγραψα… Νιώθω το σώμα μου να παγώνει… Δεν μπορώ να γράψω άλλο…».

«19 Δεκεμβρίου 1941… Κάθε μέρα πού περνάει νομίζω πώς είναι για μένα η τελευταία. Ωστόσο, δεν παύω με το νου μου ν’ αναπολώ τα περασμένα… Το σπίτι μας στο Σμολένσκ, το σχολείο, τη Στρατιωτική Σχολή, όλους όσους γνώρισα λίγο ή πολύ στη ζωή μου. Άραγε με θυμάται τώρα κανείς απ’ αυτούς; Ο παππούς ο Βάνια, πού μου έμαθε να ρίχνω τη σφεντόνα, η γιαγιά Κλαυδίγια, πού μου έπλεκε ζεστές μάλλινες κάλτσες για το χειμώνα…. οι γονείς μου πού, αγνοί βιοπαλαιστές, αγωνίστηκαν να μας μεγαλώσουν εμένα και τον αδερφό μου… η γειτόνισσα η Λιούμπα, ο Πιότρ ο ταχυδρόμος, ο Αντρέι ο δάσκαλος… δεκάδες πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα, πού μου φαίνονται όμως τώρα τόσο μηδαμινά κι ασήμαντα…

Σήμερα έχω φριχτούς πόνους στα κομμένα μου πόδια… αισθάνομαι να σαπίζω ζωντανός. Καθημερινά σχεδόν έρχονται δύο γιατροί με πρόσωπα παγωμένα, και αφού με ναρκώσουν πειραματίζονται πάνω στο σώμα μου, χωρίς να ξέρω πώς, λόγω της νάρκωσης… Όταν συνέλθω συνήθως πονάω πολύ κι έχω συνεχή τάση για εμετό. Κρυώνω φοβερά μια και δεν υπάρχει θέρμανση στο θάλαμο. Μου έχουν ξυρίσει το κεφάλι, για κάποιο σκοπό πού μόνο τα διεστραμμένα τους μυαλά γνωρίζουν…

Ο νους μου τρέχει εδώ κι εκεί, χωρίς να στέκεται κάπου συγκεκριμένα, ακόμη και σε ανήθικες σκέψεις. Εξάλλου και στη ζωή μου δεν ήμουν ιδιαίτερα ηθικός. Γι’ αυτό ο Αλέξιος μου είχε πει κάποτε: «Το σώμα σου πού παρέδωσες στη σαπίλα, θα σαπίσει ζωντανό, πριν βγει η ψυχή σου Ιβάν. Πολύ λυπάμαι για την ψυχή σου…».

Είναι μέρες τώρα πού έχω μια παράξενη φοβία, πού ολοένα μεγαλώνει. Νιώθω σαν το αιχμάλωτο ζώο, πού πρόκειται να δοθεί ως τροφή σε σαρκοφάγα θηρία… Αν πίστευα στο Θεό, θα ονόμαζα τη φοβία μου «έλεγχο συνειδήσεως».

Αν πίστευα… λίγους μήνες πριν την εισβολή των Γερμανών στη Ρωσία, έλαβα ένα ακόμη σύντομο γράμμα από τον αδερφό μου, πού ήταν και το τελευταίο: «Χθες χειροτονήθηκα Ιερομόναχος εν ονόματι Ιησού Χρίστου τον Κυρίου ημών, δια πρεσβειών της Αειπάρθενου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Εύχεσθε για μένα. Υ.Γ.: Ιβάν να με θυμηθείς στην απομόνωση σου».

Τώρα σκέφτομαι ότι ο Αλέξιος ή μάλλον ο Χριστόφορος είναι Άγιος. Ναι, σίγουρα είναι Άγιος. Τον είδα στον ύπνο μου απόψε, ντυμένο Ιερομόναχο, με κατάλευκα άμφια, θυμιατό κι ένα ξύλινο φωτεινό σταυρό… Με κοίταξε λυπημένος. Κάποια στιγμή χαμογελώντας ελαφρά μου είπε με απαλή φωνή: «Ιβάν, μη φοβάσαι. Ο Χριστόφορος είμαι».

– «Πονάω πολύ αδελφέ μου, βοήθησε με», του είπα.

«Ιβάν σε λίγες μέρες θα ‘έρθεις και συ εδώ, πού είμαι και γώ. Θα σε στείλει ο παπά-Στεφάν Ζινόφσκυ από την Αγία Πετρούπολη».

Έπειτα χάθηκε από τα μάτια μου. Του φώναζα να γυρίσει πίσω, αλλά μάταια. …Μα, γιατί μου είπε πώς θα πάω εκεί που είναι και αυτός; Και ποιος είναι ο παπά-Στεφάν; Εγώ δεν γνωρίζω κανέναν παπά-Στεφάν… Τα μάτια μου βουρκώσανε, η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή… ο Χριστόφορος πέθανε, έχει πεθάνει! Κι εγώ θα πεθάνω σύντομα… θα πεθάνω… Θεέ μου, δεν θέλω να πεθάνω!… Νιώθω το κεφάλι μου έτοιμο να εκραγεί. Τώρα θυμάμαι τί μου είπε ο Χριστόφορος το τελευταίο Πάσχα πού ήμασταν μαζί: «Ο θάνατος; Μα δεν υπάρχει θάνατος! Μόνο μεταβολή, χωρισμός ψυχής και σώματος. Ο άνθρωπος πλάσθηκε από το Θεό ΑΘΑΝΑΤΟΣ, αλλά μόνον κοντά Του. Μακριά Του είναι μια ζωή θανατηφόρα -πέραν του τάφου- γεμάτη αιώνια πικρότατη ΣΙΩΠΗ, φοβερότατο ΣΤΕΝΑΓΜΟ, μεγάλο ΦΟΒΟ και ΑΓΩΝΙΑ, ΑΝΑΜΟΝΗ χωρίς ΕΛΠΙΔΑ, ακατά­παυστη ΟΔΥΝΗ, ψυχικό κι ατελεύτητο ΔΑΚΡΥ, ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΛΑΣΙΣ».

Τρέμω ολόκληρος… Δεν μπορώ… σταματώ εδώ…».

«24 Δεκεμβρίου 1941: …Ο θάνατος είναι δίπλα μου, νιώθω τα παγωμένα του χέρια να μου πιέζουν την καρδιά… Αλλά ας είναι… Διότι από σήμερα για μένα άλλαξαν τα πάντα. Προ ολίγου ήρθε κάποιος παράξενος άνθρωπος, με μπλε σκούρα ρούχα και μια κατάλευκη γενειάδα. Το βλέμμα του ήταν πονεμένο και χαρούμενο μαζί. Φαινόταν βιαστικός. Αφού σφάλισε την πόρτα, μου είπε ψιθυριστά στα Ρωσικά: «Δεν με γνωρίζεις παιδί μου, το ξέρω. Αλλά, μην φοβάσαι… Με λένε Στεφάν και είμαι ιερέας του Υψίστου Θεού».

– «Στεφάν;» ρώτησα κεραυνοβολημένος. «Στεφάν Ζινόφσκυ;»

– «Ναι, από την Πετρούπολη. Είμαι στην υπηρεσία του Νοσοκομείου, ως αιχμάλωτος πολέμου, στα καταναγκαστικά έργα μεταφοράς ανθρώπινων πτωμάτων, στους κλιβάνους καύσεως για απανθράκωση και σαπωνοποίηση. Μας δίδεται καθημερινώς ένας κατάλογος με τους αριθμούς των θαλάμων και τα ονόματα εκείνων πού πρέπει να μεταφέρουμε. Χθες στον κατάλογο διάβασα το όνομα σου. Θάλαμος Νο Ο, Ιβάν Στάρτσκωφ, κωδ. αρ. 542770. Αντέγραψα σε άλλο χαρτί αυτά τα στοιχεία και τα φύλαξα».

Η επόμενη κίνηση του ήταν να βγάλει από τον κόρφο του ένα πολύ λεπτό ύφασμα διπλωμένο σφιχτά, σε γαλάζιο χρώμα. – «Ιδού παιδί μου. Αυτό είναι το πετραχήλι, πού με θυσία αίματος μου έφτιαξαν χέρια αδελφικά, ώστε κι εδώ στη φοβερή αιχμαλωσία, έστω κι αν χάνονται σώματα να σώζονται ψυχές».

Τον διέκοψα απότομα ρωτώντας τον με αγωνία:

– «Πέστε μου Μπάτουσκα (παππούλη), ειλικρινά τι σας παρακίνησε να έρθετε σε μένα;»

Μου απάντησε ψιθυριστά: «Κοίταξε, παιδί μου. Το ξέρω ότι ονομάζεσαι Ιβάν Στάρτσκωφ, είσαι από το Σμολένσκ, και είσαι αδελφός του Αλεξίου Στάρτσκωφ, πού τώρα είναι…»

– «Πώς τα ξέρετε όλα αυτά;» ρώτησα κατάπληκτος.

-«Είναι πολύ απλό. Εγώ έχω ένα γιο πού τώρα είναι ιερομόναχος στο ερμητικό κελί του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, εκεί οπού είχε καταφύγει ο αδελφός σου αρχικά, για να γίνει Μοναχός. Συνέπεσε λοιπόν την ημέρα πού είχες έρθει με τον πατέρα σου, για να πάρετε τον Αλέξιο, ή μάλλον τον Χριστόφορο πίσω, να είμαι κι εγώ εκεί, διότι την επομένη επρόκειτο να γίνει ο γιος μου Μεγαλόσχημος Μοναχός.

Είδα λοιπόν όλη τη σκηνή με τα μάτια μου. Όταν εσείς μπήκατε στο αρχονταρίκι για ανάπαυση, ο αδελφός σου έτρεξε βιαστικά στο κελί του γιου μου, λέγοντας του:

– «Πάτερ Μιχαήλ! Να πεις σε παρακαλώ στον Ηγούμενο να με συγχωρήσει, αλλά φεύγω αμέσως για το ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ!»

– «Αλέξιε, αδελφέ, είναι σωστό να φύγεις τώρα;» τον ρώτησε ο γιος μου.

«Είναι θέλημα Θεού αδελφέ! Μην αποκαλύψετε τίποτε στον πατέρα μου και στον Ιβάν… Ευλογείτε, αδελφέ! Να εύχεσθε για μένα!».

– «Η Παναγία μαζί σου Αλέξιε!»

Εκείνος έφυγε τρέχοντας και χάθηκε στο δάσος. Από τότε έστειλε δύο φορές επιστολή στον Ηγούμενο, την πρώτη για την κουρά του σε μεγαλόσχημο και τη δεύτερη για τη χειροτονία του. Από καιρού εις καιρόν πού επισκεπτόμουν τους Μοναχούς εκεί, μάθαινα και για τα γράμματα του. Πριν από αρκετούς μήνες ήρθε κι ένα ακόμη γράμμα, το τρίτο και τελευταίο, σταλμένο από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμονος. Αυτό το είδα κι εγώ με τα μάτια μου”

Έγραφε: «ο αδελφός ημών Ιερομόναχος πατήρ Χριστόφορος, ανεπαύθη χθες, την έκτη πρωινή ώρα εν Κυρίω. Αύριον αρχίζουν την τέλεση των μνημοσυνών του. Παρακαλείσθε όπως μνημονεύετε την ψυχή του αδελφού, αν και ημείς έχομεν μάλλον περισσοτέραν ανάγκην των ιδικών του ευχών, παρά εκείνος από τας ιδικάς μας. Ήτο αγία ψυχή, πραγματικά ταπεινός και άκακος Μοναχός, φίλος θερμός της αδιαλείπτου προσευχής και της ασκητικής ζωής. Ας είναι αιωνία του η μνήμη».

Εγώ είχα μείνει εμβρόντητος από όσα είχα ακούσει. Πέρασαν ένα δύο λεπτά μέχρι να συνέλθω. Ένιωθα ένα συνεχές σφίξιμο στην καρδιά, σα να πιεζόταν βασανιστικά από την αφόρητη θλίψη. Ξέσπασα σ’ ένα σχεδόν βουβό κλάμα, με πνιγμένους λυγμούς… Τα κομμένα μου μέλη πονούσαν φρικτά, όχι τόσο από τον σωματικό όσο από τον ψυχικό πόνο: «Μπάτουσκα, Μπάτουσκα (παππούλη, παππούλη), έχει πεθάνει λοιπόν, το ήξερα, τόχα καταλάβει. Ήρθε στον ύπνο μου και μου είπε για σας…». «Ο πατήρ Χριστόφορος είναι πλέον στον Παράδεισο», είπε τότε ο παπά-Στεφάν δακρυσμένος, με βλέμμα να κοιτάει ψηλά έξω τον έναστρο ουρανό.

– «Μπάτουσκα, ο αδελφός μου, ο μικρός μου Αλιόσα ήταν Άγιος… Εγώ… εγώ είμαι ένα κτήνος…» του έλεγα με λυγμούς.

– «Σώπασε, παιδί μου, ησύχασε… Πρέπει να σου πω και κάτι άλλο ακόμη. Η επιστολή του Ηγουμένου είχε και υστερόγραφο: «Διαβιβάσατε αδελφοί, εις την οικογένεια του π. Χριστόφορου, ότι έχασε την ζωή του εις ώραν ιερού καθήκοντος. Διότι, αφού τέλεσαν ξημερώματα την Θεία Λειτουργία, και αφού κοινώνησε ο ίδιος, οι αδελφοί Μοναχοί της Μονής και τρεις φιλοξενούμενοι στρατιωτικοί, ανέλαβε αυτοβούλως να οδηγήσει τους τελευταίους έως της παραλίας, όπου κρυφίως θα τους παρελάμβανε κάποιο καράβι δια την Μέση Ανατολή. Δυστυχώς όμως, λόγω προδοσίας έπεσαν εις ενέδρα Γερμανών την ώρα όπου πλησίαζαν το καράβι στην παραλία, όπου ευρίσκοντο όλοι συγκεντρωμένοι. Οι Γερμανοί άρχισαν να πυροβολούν. Τότε ο ευλογημένος π. Χριστόφορος, δια να σώσει την ζωή των άλλων, φωνάζοντας «Πέσατε κάτω αδελφοί», άρχισε να τρέχει κατά μήκος της παραλίας, κραυγάζων ατάκτως και κάμνων ζωηράς χειρονομίας, έλκοντας επάνω του την προσοχήν των εχθρών. Μία σφαίρα τον εύρε εις την καρδίαν. Ήτο ξημερώματα Κυριακής, Ιουνίω μηνί – 1941.

Ο Θεός μεθ’ υμών και ημών. Ταπεινός προς Κύριον ευχέτης

ο Καθηγούμενος Ιερομόναχος Σαμουήλ
και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί».

– «Όπως βλέπεις Ιβάν, ο αδελφός σου δεν ήταν μόνον Άγιος, αλλά και ήρωας». Εγώ πλέον είχα πνιγεί στο θρήνο. Ο π. Στεφάν ξεδίπλωσε το πετραχήλι, λέγοντας μου με τρεμάμενη φωνή:

«Ιβάν, παιδί μου, αύριο πού είναι Χριστούγεννα, θα είσαι και συ στον Ουρανό. Ο π. Χριστόφορος σε περιμένει…».

– «Πώς το ξέρετε αυτό;» ρώτησα μέσα στ’ αναφιλητά μου.

– «Με ειδοποίησε παιδί μου… Έλα τώρα να πεις στο Χριστό μας τη ζωή σου». Άπλωσε πάνω μου το λεπτό πετραχήλι με τους κόκκινους κεντημένους σταυρούς.

– «Σ’ ακούει ο Χριστός τώρα, παιδί μου. Αύριο θα ‘σαι στον Παράδεισο».

– «Ήμαρτον, πάτερ, ήμαρτον… είμαι ένα θηρίο, ένα κτήνος…».

Του είπα όλη τη ζωή μου από μικρό παιδί έως τότε. Αφού μου διάβασε την ευχή συγχωρήσεως όλων των εγκλημάτων μου, έβγαλε από τον κόρφο του ένα μικρό καρύδι. Το πίεσε λίγο κι εκείνο άνοιξε. Τον κοίταξα σαστισμένος.

– «Είναι η Αγία Κοινωνία, Ιβάν, ο Ιησούς Χριστός…».

– «Μα, πώς πάτερ…».

– «Τελούμε πότε-πότε κρυφές Θείες Λειτουργίες, με τη σκέπη του Θεού. Υπάρχουν αρκετοί Ορθόδοξοι εδώ…Έλα τώρα παιδί μου να κοινωνήσεις. Κάμε το σταυρό σου…».

Έκανα τότε το σταυρό μου, για πρώτη σχεδόν φορά στη ζωή μου κι έλαβα τη ΖΩΗ μέσα στην ψυχή μου.

– «Τώρα όλα τέλειωσαν Ιβάν. Θα ‘ρθω αύριο το πρωί να παραλάβω το σώμα σου».

– «Μπάτουσκα, έχω εδώ μερικά κομμάτια χαρτί, σαν ημερολόγιο. Σας παρακαλώ, όταν έρθετε, να τα πάρετε. Θα το ‘χω κάτω από το μαξιλάρι».

Μου έσφιξε το χέρι, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Πήρα έτσι την ευχή του, φιλώντας το λεπτό βασανισμένο χέρι του καλού Λευΐτη.

Με σταύρωσε και ψιθυρίζοντας μου: «Μακαριά η οδός σου παιδί μου. Να εύχεσαι και για μένα τον ταπεινό», γλίστρησε αθόρυβα πίσω από την πόρτα και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι…

«…Τί ώρα να ‘ναι άραγε; Ίσως τρεις ή τέσσερις ή πέντε τα ξημερώματα. Πάντως μου φαίνεται ότι το σκοτάδι διαλύεται, από ένα αμυδρό φως.

Είναι 25 του Δεκέμβρη 1941… ξημερώνει η γιορτή των Χριστουγέννων…

Δεν μπορώ να σταματήσω το κλάμα, όχι από λύπη, αλλά από χαρά… Ήρθε η ώρα να φύγω… δεν νιώθω πλέον τα μέλη μου, μόνο στην καρδιά μου υπάρχει ακόμη λίγο αίμα… να, μια ηλιαχτίδα ίσχυσε το σκοτάδι… Μπάτουσκα, φεύγω… Συγχώρεσε με, την ευχή σου…

Ιβάν Νικολάγιεβιτς Στάρτσκωφ ο αμαρτωλός».

Το σώμα του Ιβάν, ακρωτηριασμένο, χωρίς πόδια και αριστερό χέρι, βρέθηκε παγωμένο εκείνο το πρωί στο θάλαμο Ο (μηδέν). Εγώ ο ιερέας του Υψίστου Θεού, π. Στεφάν Ζινόφσκυ, με τη βοήθεια ενός άλλου αδελφού το μεταφέραμε, μαζί με άλλα πτώματα στους κλιβάνους. Έψαλα ψιθυριστά τη νεκρώσιμη ακολουθία, καθώς έριχναν το σώμα του Ιβάν στις φλόγες. Τώρα πια δεν λυπάμαι, ούτε δακρύζω.

Γιατί ξέρω, το νιώθω, ότι ο Ιβάν είναι ευτυχισμένος. Χαίρε ευλογημένε Ιβάν, πού με τους ποταμούς των δακρύων μιας σκοτεινής νύχτας, εξαγόρασες την αιώνια χαραυγή των Ουρανών.

ΤΕΛΟΣ

Σημείωση: Ο ιερέας π. Στεφάν Ζινόφσκυ ήταν αιχμάλωτος στα καταναγκαστικά έργα του Γενικού Νοσοκομείου (κέντρο Ιατρικών Πειραμάτων), κάπου μεταξύ των γερμανό-αυστριακών συνόρων. Έζησε στην αιχμαλωσία ως το 1944. Πεθαίνοντας μου εμπιστεύθηκε μερικά φύλλα τριμμένου χαρτιού, με τις σκέψεις των τελευταίων ημερών του Ιβάν Στάρτσκωφ, με την τελευταία επιθυμία να δοθούν μετά την απελευθέρωση (πού ήδη τότε διαφαινόταν στον ορίζοντα) στη δημοσιότητα. Σεβόμενος την επιθυμία αυτή την πραγματοποίησα. Ας είναι οι λίγες αυτές σελίδες ιερό και αιώνιο μνημόσυνο για τον Ιβάν, τον ακρωτηριασμένο μελλοθάνατο, πού σε μια νύχτα πάλεψε και νίκησε τον θάνατο.

Θεοντόρ Λουντμίλωφ, ετών εξήντα πέντε, συναιχμάλωτος του π. Στεφάν και κατά σάρκα ανιψιός του. Επέζησα, χάριτι Θεού, από την αιχμαλωσία. Μας ελευθέρωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα των Άγγλο-αμερικανών το 1945.

ΚΙΕΒΟ, Απρίλης του 1970.

Ημερολόγιο του Ιβάν Στάρτσκωφ

Ιερό Ησυχαστήριο Παναγίας Πορταϊτίσσης Δυτικόν Πέλλης.

Αναδημοσίευση από:
http://amfoterodexios.blogspot.com/

https://www.impantokratoros.gr/B10A87FD.el.aspx

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2021

Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ

 Ἱστορίες γιὰ (μικρὰ καὶ μεγάλα) παιδιά

Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ

Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν

Στὸ δημοτικὸ σχολεῖο ἀνάμεσα στ’ ἄλλα παιδιὰ πήγαινε καὶ μιὰ μικρὴ Ἑβραιοπούλα. Ἦταν ἕνα μικρὸ ἔξυπνο κοριτσάκι, ποὺ ὅμως εἶχε ἀποκλειστεῖ ἀπὸ ἕνα μάθημα, τὰ Θρησκευτικά. Γιατὶ τὸ σχολεῖο ἦταν χριστιανικὸ κι αὐτὴ δὲν ἦταν Χριστιανή…

Στὰ ἄλλα ὅμως μαθήματα, τὴ Γεωγραφία, τὰ Μαθηματικά, ἦταν πολὺ καλὴ καὶ ἔπαιρνε εὔκολα τὰ γράμματα.

Ὅταν ἄρχιζε τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν, ὁ δάσκαλος τῆς ἔλεγε ν’ ἀνοίξει τὰ βιβλία της καὶ νὰ μελετήσει τὰ ἄλλα μαθήματα. Ἡ Ἑβραιοπούλα ὅμως τὰ διάβαζε γρήγορα κι ὕστερα, ἀφήνοντας τὰ βιβλία ἀνοιχτὰ μπροστά της, παρακολουθοῦσε τὸν δάσκαλο τῶν Θρησκευτικῶν.

-  Διάβαζε, διάβαζε, Σάρρα! τῆς ἔλεγε ἐκεῖνος σοβαρά.

Μὰ ἐκείνη ὕστερα ἀπὸ λίγο πάλι σήκωνε τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της καὶ τὸν κοίταζε…

Μιὰ φορὰ γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσει, ὁ δάσκαλος τῶν Θρησκευτικῶν τὴ ρώτησε κι ἐκείνη ἀπάντησε καλύτερα ἀπ’ τοὺς ἄλλους συμμαθητές της. Τὰ εἶχε προσέξει ὅλα ὅσα εἶχε πεῖ ἐκεῖνος καὶ τὰ εἶχε κλείσει στὴν καρδιά της.

Ὁ πατέρας τῆς Ἑβραιοπούλας, ἕνας καλὸς καὶ θρησκευόμενος ἄνθρωπος, ὅταν ἔστειλε τὴν κόρη του στὸ σχολεῖο, εἶχε βάλει ὅρο νὰ τὴν ἀποκλείσουν ἀπὸ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν. Ἡ μικρὴ ὅμως παρακολουθοῦσε μὲ τόση προσοχὴ τὸ ἀπαγορευμένο μάθημα, ὥστε μιὰ μέρα ὁ δάσκαλος πῆγε στὸν πατέρα της καὶ τοῦ εἶπε ἢ νὰ πάρει τὴν κόρη του ἀπὸ τὸ σχολεῖο ἢ νὰ τὴν ἀφήσει νὰ γίνει Χριστιανή.

-  Δὲ μπορῶ πιά, τοῦ εἶπε, νὰ βλέπω ἀδιάκοπα μπροστά μου τὰ μάτια αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, ποὺ μὲ κοιτάζουν μὲ τόση λαχτάρα, μὲ τόση ἀγάπη γιὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου…

Ὁ πατέρας τότε τοῦ ἀπάντησε κλαίγοντας:

- Ἐγὼ δὲν ξέρω καὶ πολλὰ γιὰ τὴ θρησκεία τῶν προγόνων μου. Ἡ γυναίκα μου ὅμως, ἡ μητέρα τῆς Σάρρας, ἦταν μιὰ πιστὴ κόρη τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τῆς ὑποσχέθηκα τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε, νὰ μὴν ἀφήσω ποτὲ τὸ παιδί μας νὰ γίνει Χριστιανή. Καὶ πρέπει νὰ κρατήσω τὸν λόγο μου!

Ἔτσι ἡ μικρὴ Ἑβραιοπούλα ἀναγκάστηκε νὰ ἀφήσει τὸ σχολεῖο τῶν Χριστιανῶν.

Πέρασαν χρόνια…

Σὲ μιὰ ἐπαρχιακὴ πόλη δούλευε ὑπηρέτρια μιὰ νεαρὴ Ἑβραία. Τὰ μαλλιά της ἦταν μαῦρα ὅπως ὁ ἔβενος καὶ τὰ μάτια της, μαῦρα καὶ φωτεινά, ἦταν μεγάλα καὶ γλυκά.

Ἦταν ἡ Σάρρα. Ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου της εἶχε μείνει παιδική, ὅπως τότε ποὺ καθότανε στὸ θρανίο καὶ ἄκουγε τὸν Χριστιανὸ δάσκαλό της.

Κάθε Κυριακὴ οἱ δρόμοι τῆς μικρῆς πολιτείας πλημμύριζαν ἀπ’ τοὺς ὑποβλητικοὺς ἤχους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου ποὺ ἔπαιζε στὴ Μητρόπολη. Ἡ νεαρὴ ὑπηρέτρια ὅμως συνέχιζε τὴ δουλειά της στὸ σπίτι ποὺ τὴν εἶχαν προσλάβει. «Νὰ τηρεῖς ἱερὴ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου», ἔλεγε μέσα της ἡ φωνὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ Νόμου. Τὸ Σάββατο ὅμως ἦταν ἐργάσιμη μέρα γιὰ τοὺς Χριστιανούς. «Νὰ μετράει τάχα ὁ Θεὸς τὶς ἡμέρες καὶ τὶς ὧρες;» ἀναρωτιόταν συχνὰ ἡ νέα. Καὶ μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ παρηγοριόταν ποὺ δὲ γιόρταζε τὴν Κυριακὴ μὲ τοὺς Χριστιανούς, οὔτε τὸ Σάββατο μὲ τοὺς Ἑβραίους. Διάβαζε μονάχα τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, τὸν θησαυρὸ αὐτὸν τοῦ λαοῦ της καὶ ἤξερε τώρα πὼς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαβάσει τὸ Εὐαγγέλιο, γιατὶ ὁ πατέρας της εἶχε τάξει στὴ μητέρα της νὰ μὴν τὴν ἀφήσει ποτὲ νὰ γίνει Χριστιανή… Τὰ λόγια ὅμως τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ τὰ εἶχε ἀκούσει ἄλλοτε ἀπ’ τὸν δάσκαλο, ἐξακολουθοῦσαν νὰ ἀντηχοῦν μὲς στὴν καρδιά της σὰ μιὰ μακρινὴ παιδικὴ ἀνάμνηση, ποὺ τὴν τύλιγε ἡ νοσταλγία τῶν παιδικῶν της χρόνων.

Ἕνα βράδυ καθόταν σὲ μιὰ γωνιὰ τῆς αἴθουσας μαζὶ μὲ τ’ ἀφεντικά της. Ὁ κύριος διάβαζε μιὰ ἱστορία. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἦταν ἀπ’ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἡ Σάρρα μποροῦσε νὰ τὸν ἀκούσει.

Ἦταν μιὰ ἱστορία γιὰ κάποιον Οὖγγρο ἱππότη, ποὺ εἶχε πιαστεῖ αἰχμάλωτος ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο πασά. Ὁ Τοῦρκος τὸν εἶχε ζέψει στὸ ἀλέτρι μαζὶ μὲ τὰ βόδια καὶ τὸν χτυποῦσε μὲ τὸ μαστίγιο χωρὶς λύπηση, ὥσπου ἄρχισε νὰ τρέχει αἷμα ἀπ’ τὶς πληγές του. Ἡ πιστὴ γυναίκα τοῦ ἱππότη πούλησε ὅλα τὰ χτήματά της καὶ δανείστηκε καὶ ἄλλα λεφτὰ ἀπ’ τοὺς φίλους του γιὰ νὰ μαζέψει τὰ λύτρα ποὺ ζητοῦσε ὁ πασάς, γιὰ νὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν ἄτυχο ἄντρα της. Ἔτσι ἡ καλή του γυναίκα κατόρθωσε νὰ τὸν ἐξαγοράσει ἀπ’ τὸν πασά.

Λίγο ἀργότερα κηρύχτηκε πάλι πόλεμος καὶ ὁ ἱππότης στάθηκε πιὸ τυχερὸς αὐτὴ τὴ φορά. Σὲ μιὰ μάχη ποὺ νίκησαν οἱ Χριστιανοί, ὁ ἱππότης ἔπιασε αἰχμάλωτο τὸν πασά, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε ἄλλοτε βασανίσει. Ὅταν ἔφεραν τὸν αἰχμάλωτο Τοῦρκο μπροστά του, ὁ ἱππότης τὸν ρώτησε:

- Ξέρεις τώρα τί σὲ περιμένει;

- Ναί, ξέρω! ἀπάντησε ὁ πασάς. Θὰ μ’ ἐκδικηθεῖς!

- Ναί, θὰ σ’ ἐκδικηθῶ! τοῦ ἀπάντησε ὁ Οὖγγρος. Θὰ σ’ ἐκδικηθῶ ὅμως σὰ Χριστιανὸς ποὺ εἶμαι. Ὁ Χριστός μας ἔχει προστάξει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ν’ ἀγαποῦμε τὸν πλησίον μας σὰν τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη! Πήγαινε στὸ καλό, γύρισε στὴν πατρίδα σου καὶ κοίταξε ἄλλη φορὰ νὰ εἶσαι σπλαχνικὸς σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουνε τὴν ἀνάγκη σου!

Ὁ αἰχμάλωτος, σὰν ἄκουσε τὰ λόγια αὐτά, ἄρχισε νὰ κλαίει.

- Ποῦ νὰ βάλω στὸν νοῦ μου τόσην ἀνθρωπιά! ἔλεγε καὶ ξανάλεγε.  Ἐκεῖ ποὺ περίμενα μαρτύρια καὶ πῆρα τὸ δηλητήριο ποὺ ἔχω πάντα μαζί μου γιὰ νὰ γλυτώσω ἀπ’ τὴν ἐκδίκησή σου, ἐσὺ μοῦ χαρίζεις τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία! Τώρα ὅμως εἶναι ἀργὰ πιά… Σὲ λίγες ὧρες θὰ εἶμαι νεκρός… Πρὶν πεθάνω, ὡστόσο, θέλω νὰ γίνω Χριστιανός, θέλω νὰ ἀκολουθήσω Ἐκεῖνον, ποὺ ἔχει σκορπίσει τόση ἀγάπη στὸν κόσμο! Θέλω νὰ πεθάνω Χριστιανός…

Καὶ ἔτσι πραγματικὰ ἔγινε.

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἱστορία ποὺ διάβασε ὁ κύριος τῆς Σάρρας ἀπ’ τὸ παλιὸ βιβλίο. Ὅλοι ὅσοι τὴν ἄκουσαν συγκινήθηκαν πολύ, περισσότερο ὅμως ἡ Σάρρα, ἡ Ἑβραιοπούλα, ποὺ καθότανε στὴ γωνιά της κι ἔκλαιγε ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ ἀπὸ τὴ νοσταλγία, καθὼς ἀναθυμόταν τὰ παιδικά της χρόνια καὶ τὰ λόγια τοῦ καλοῦ της δασκάλου.

Ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ ἀντήχησαν μέσα της καὶ τὰ λόγια τῆς μητέρας της, ποὺ τὰ εἶχε πεῖ στὸν πατέρα της:

«Νὰ μὴν ἀφήσεις τὸ παιδί μας νὰ γίνει Χριστιανή!»

Ἀμέσως ὕστερα ἡ Σάρρα ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ ἑβραϊκοῦ Νόμου: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου!»

Καὶ ἡ Σάρρα ἄρχισε τότε νὰ σκέφτεται: «Οἱ Χριστιανοὶ δὲ μὲ δέχονται στὴν κοινωνία τους. Ἀπὸ μικρὴ στὸ σχολεῖο, τὸ νοιώθω καλὰ πὼς μὲ παραμερίζουν. Ἡ θρησκεία τους ὅμως εἶναι παντοδύναμη καὶ μία της ἀχτίδα ἔχει φωτίσει βαθιὰ τὴν καρδιά μου κι ἂς κλείνω τὰ μάτια γιὰ νὰ μὴν τὴν ἰδῶ».

»Δὲν πρόκειται ὅμως νὰ σὲ στενοχωρήσω στὸν τάφο σου, καλή μου μητέρα! συνέχισε τοὺς συλλογισμούς της ἡ Σάρρα. Δὲ θὰ πατήσω τὸν λόγο ποὺ σοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας! Θὰ μείνω πιστὴ στὸν Θεὸ τῶν προγόνων μας!»

Πέρασαν πάλι ἀρκετὰ χρόνια…

Ὁ κύριος τῆς Σάρρας πέθανε. Ἡ χήρα του ἔμεινε χωρὶς πόρους κι ἔτσι ἀναγκάστηκε ν’ ἀπολύσει τὴν ὑπηρέτριά της. Ἡ Σάρρα ὅμως δὲ δέχτηκε ν’ ἀφήσει τὴν κυρία της, ἔγινε μάλιστα τὸ μεγάλο της στήριγμα στὰ γεράματά της. Πῆρε δουλειὲς στὸ σπίτι, δούλευε ὣς ἀργὰ τὴ νύχτα κι ἔτσι ἔβγαζε ἀρκετὰ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συντηρεῖ τὴ γριὰ κυρία της.

Ἀργότερα, ὅταν ἀρρώστησε καὶ ἔμενε στὸ νοσοκομεῖο, ἡ Σάρρα πήγαινε καὶ τὴν ἔβλεπε ταχτικά, τὴ φρόντιζε σὰ νά ‘ταν μητέρα της καὶ ἔγινε πραγματικὰ ὁ προστάτης της ἄγγελος.

- Ἐκεῖ στὸ τραπέζι εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο, τῆς εἶπε κάποια βραδιὰ ἡ ἄρρωστη. Διάβασέ μου ἀπὸ ‘κεῖ… Ἡ ψυχή μου εἶναι κουρασμένη καὶ διψάει γιὰ ἕναν λόγο τοῦ Κυρίου!

Ἡ Σάρρα ἔσκυψε τὸ κεφάλι. Πῆρε ὡστόσο τὸ Ἱερὸ Βιβλίο τῶν Χριστιανῶν, τὸ ἄνοιξε καὶ διάβασε τῆς ἄρρωστης. Καθὼς διάβαζε, ἔλεγε μέσα της: «Μὴ φοβᾶσαι, μητέρα, ἡ κόρη σου δὲ θὰ βαφτιστεῖ Χριστιανή… Θὰ τιμήσω τὴ θέλησή σου ἐδῶ στὴ γῆ.  Πέρα ἀπ’ αὐτὸ ὅμως, στὸν ἄλλο κόσμο, ὁ Θεὸς εἶναι ὁ ἴδιος γιὰ ὅλους… Κι ἐκεῖ μὲ περιμένει ὁ Χριστός! Νὰ τὸ ξέρεις…»

Καὶ προφέροντας τὸ πανάγιο Ὄνομά Του ἡ Σάρρα ἔτρεμε ὁλόκληρη. Κάτι σὰ βάφτισμα ἀπὸ φλόγες τὴν κυρίεψε καί, νικώντας τὸ σῶμα της, τὴν ἔκαμε νὰ λιποθυμήσει.

Ἡ ἄρρωστη, καθὼς τὴν εἶδε νὰ λιποθυμᾶ, σκέφτηκε:

- Τὴν καημένη τὴ Σάρρα! Παρακουράστηκε φροντίζοντάς με…

Τὴν πήγανε στὸ νοσοκομεῖο κι ἐκεῖ ἡ Σάρρα πέθανε. Τὴν κηδέψανε ὄχι στὸν περίβολο τοῦ νεκροταφείου, ὅπου ἀναπαύονται μόνο οἱ Χριστιανοί, μὰ ἀνοίξαν τὸν τάφο της ἔξω, κοντὰ στὸν τοῖχο…

Ὁ ἥλιος τοῦ Θεοῦ ὅμως, ποὺ φωτίζει ὅλο τὸν κόσμο, χάιδευε μὲ τὶς ἀχτίδες του τὸν τάφο τῆς Ἑβραιοπούλας, ὅπως δὰ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους τάφους… Καὶ ὅταν γινόταν παράκληση πάνω ἀπὸ τοὺς ξένους τάφους, οἱ ψαλμοὶ ἔφταναν καὶ στὸν μοναχικὸ καὶ ἀπόμερο τάφο τῆς Σάρρας, γιὰ νὰ τῆς φέρουν τὸ μεγάλο μήνυμα τῆς Ἀνάστασης, μιὰ καὶ ἡ Ἑβραία ἤξερε πιὰ καλὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὁ Κύριος τὰ εἶχε πεῖ στοὺς ἀποστόλους Του:

«Ὁ Ἰωάννης σᾶς βάφτισε μὲ νερό, ἐγὼ ὅμως θὰ σᾶς βαφτίσω μὲ τὴ φωτιά!» (Ματθ. 3, 11).

Πηγή: Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν, ΑΠΑΝΤΑ, τ. Ε΄, ἐκδόσεις Ι. Δ. ΑΡΣΕΝΙΔΗ, Ἀθήνα.

Ἀντιγραφή-Ἐπιμέλεια: «Ἀντιύλη» - Ἱ. Ν. Ἁγίου Βασιλείου, Πρέβεζα.

E-mail: antiyli.gr@gmail.com.

Σχόλιο ἀπὸ «Ἀντιύλη»: Ὁ Παράκλητος, ἡ Θεία Χάρη, δρᾶ κυριαρχικά, ἐλεύθερα καὶ ὄχι δουλικά. Δὲν ὑπόκειται, ἀλλὰ ὑπερβαίνει (ὅπου δεῖ) τὰ σχήματα τοῦ νῦν αἰῶνος. Ἀναζητεῖ τὰ ἐσκορπισμένα πρόβατα γιὰ νὰ τὰ φέρει στὴ μία ποίμνη τοῦ Χριστοῦ.

«Τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰω. 3, 8). Καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα πνέει σὲ ὅσους θέλει, ὅταν θέλει, σὲ ὅσο βαθμὸ θέλει, μὲ σκοπὸ νὰ ὁδηγήσει στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σὲ κάποια θολὴ θρησκευτικότητα.

Ὑπάρχει, πλὴν τοῦ κανονικοῦ βαπτίσματος, τὸ βάπτισμα αἵματος (μάρτυρες) καὶ τὸ βάπτισμα πυρός. «Αὐτὸς ἡμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί» (Λουκ. 3, 16). Ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν (Πεντηκοστὴ) εἶναι βάπτισμα πυρός. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ ἐπισκίασή της ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ Ὑψίστου (Εὐαγγελισμὸς) εἶναι ἕνα εἰδικὸ βάπτισμα ποὺ ἔλαβε μόνο ἡ Παναγία μας (Λουκ. 1, 35).

Κάθε ἄνθρωπος ποὺ εἶναι «ἐκ τοῦ Θεοῦ» καὶ «ἐκ τῆς ἀληθείας», ἀκούει καὶ ἀποδέχεται τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, ὅπως ἔγινε μὲ τὴ Σάρρα τῆς ἱστορίας τοῦ Ἄντερσεν. «Τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει» (Ἰω. 8, 47· 18, 37· 10, 27). Ἡ δύναμη τοῦ λόγου του εἶναι καταλυτική. Ὅταν κάποιος ἀγαπάει πραγματικὰ τὸ καλό, τὴν ἀλήθεια, ὁ Θεός, «οἷς ἐπίσταται κρίμασι», μὲ τρόπους ποὺ μόνο αὐτὸς γνωρίζει, θὰ τὸν ἑλκύσει «πρὸς ἑαυτόν», ὅσα ἐμπόδια καὶ ἂν παρεμβληθοῦν ἀνάμεσά τους.

Ὁ Ἄντερσεν μᾶς ἐκπλήσσει εὐχάριστα μὲ τὸ ὡραιότατο παραμύθι του. Στηρίζεται ἄραγε σὲ πραγματικὴ ἱστορία; Καθόλου ἀπίθανο. Ἂν ὄχι, ὑποκλινόμαστε στὴν ἐμπνευσμένη φαντασία του. Ὅπως κι ἂν ἔχει, εἶναι συγκλονιστικό!

ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ                                                                        Η ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΑ

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Οι τρεις κανόνες της ζωής (Διδακτική ιστορία)


Η εικόνα ίσως περιέχει: πουλί και κείμενο

Κάποτε ένας κυνηγός κατάφερε να πιάσει ένα πουλί πολύ έξυπνο.
Τόσο έξυπνο που μπορούσε να μιλά 70 διαφορετικές γλώσσες.
Έτσι είπε το πουλί στον άνθρωπο: «Άσε με ελεύθερο κι εγώ θα σου διδάξω τρεις κανόνες της ζωής που θα σου φανούν πολύ χρήσιμοι».
«Πες μου τους κανόνες και θα σ’ αφήσω ελεύθερο», απάντησε ο θηρευτής.
«Πρώτα θα μου υποσχεθείς» ανταπάντησε το έξυπνο πουλί «ότι θα κρατήσεις την υπόσχεσή σου και όντως θα μ’ ελευθερώσεις».
Κι όταν ο άντρας ορκίστηκε να τηρήσει την υπόσχεσή του, το πουλί είπε: «Ο πρώτος κανόνας είναι ποτέ μη μετανιώνεις για όσα συνέβησαν. Ο δεύτερος κανόνας είναι ποτέ μην πιστέψεις κάτι που καταλαβαίνεις πως είναι αδύνατο ή απίθανο να συμβεί. Ο τρίτος κανόνας είναι ποτέ μην προσπαθήσεις να πιάσεις κάτι από τη φύση του άπιαστο».
Έχοντας μιλήσει, το πουλί ζήτησε από το θηρευτή να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, αφήνοντάς το ελεύθερο κι έτσι ο άντρας με τη σειρά του άνοιξε τα χέρια του και το άφησε να πετάξει μακρυά.
Το πουλί προσγειώθηκε στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου και λάλησε κοροϊδευτικά στον άνθρωπο που στεκόταν από κάτω: «Ανόητε, μου επέτρεψες να πετάξω μακρυά, δίχως να γνωρίζεις ότι κρύβω ένα πολύτιμο μαργαριτάρι στο σώμα μου, την πηγή της ίδιας της σοφίας μου».
Μόλις ο θηρευτής άκουσε τα λόγια του πουλιού, μετάνιωσε πικρά που το είχε αφήσει να πετάξει και προχώρησε βιαστικά προς το δέντρο, προσπάθησε να το σκαρφαλώσει, αλλά δεν τα κατάφερε και πέφτοντας έσπασε τα πόδια του.
Το πουλί γέλασε δυνατά και ξαναλάλησε: «Ανόητε! Δεν έχει περάσει ούτε μία ώρα από τη στιγμή που σε δίδαξα τους τρεις κανόνες και ήδη τους έχεις ξεχάσει!
Σου είπα ποτέ να μη μετανιώνεις για όσα συνέβησαν στο παρελθόν κι εσύ μετάνιωσες που μ’ άφησες ελεύθερο. Σου είπα ποτέ να μην πιστεύεις ότι είναι εμφανώς αναληθές κι εσύ ήσουν τόσο αφελής που πίστεψες πως πράγματι κουβαλώ ένα πολύτιμο πετράδι στο σώμα μου. Είμαι απλώς ένα φτωχό άγριο πουλί που καταφέρνει να επιβιώνει λεπτό προς λεπτό με σκόρπιους κόκκους τροφής.
Και τέλος, σε συμβούλεψα ποτέ να μην παλεύεις μάταια για το ανέφικτο κι εσύ προσπάθησες να πιάσεις ένα πουλί με γυμνά χέρια και τώρα βρίσκεσαι πεσμένος καταγής στο έδαφος με τα δυό σου πόδια σπασμένα. Για μερικούς σαν εσένα έχουν πει οι φιλόσοφοι πως «πιο πιθανό είναι να συνετίσεις ένα σοφό με μια επίπληξη, παρά έναν ανόητο με εκατό μαστιγώματα».
Αλλά αλίμονο, δεν αποτελείς εξαίρεση στον κόσμο αυτό, καθώς άνθρωποι σαν εσένα υπάρχουν πολλοί.
Και αποσώνοντας τα λόγια του, το σοφό πουλί πέταξε μακρυά να βρει την τροφή του.
Αρχιμανδρίτης π.Σεβαστιανός Μόσχος .

Τρίτη 14 Μαΐου 2019

Η χελώνα, ο άνθρωπος και ο Θεός.


Ανέβαινα σε μια ασφαλτόστρωτη ανηφοριά ανάμεσα σε πεύκα. Μπροστά μου είδα έναν μικρό γκρίζο όγκο. Ήταν μια χελώνα που ήθελε να διασχίσει τον δρόμο αλλά το αυτοκίνητο και τα μηχανάκια που πέρασαν δίπλα της πρίν από λίγο τήν φόβισαν και κλείστηκε στο καβούκι της, εκεί στην μέση τού δρόμου.

Την λυπήθηκα. Προκειμένου, σκέφτηκα, να την πατήσει κάποιος, ας την πάω στην άλλη πλευρά τού δάσους. Σταμάτησα, έβγαλα τα φώτα ανάγκης, έλεγξα μήπως έρχεται κανείς και γρήγορα άρπαξα την χελώνα. Η χελώνα, έβγαλε για λίγο το κεφάλι, προσπάθησε να με φοβίσει με ένα χχχχ, ήχο που έβγαλε από το λαρύγγι της , και κρύφτηκε πάλι χώνοντας πόδια και κεφάλι στο καβούκι.

Με την χελώνα στα χέρια, ήταν αρκετά μεγάλη, την έβαλα στην θέση του συνοδηγού και την πήγα λίγο πιο πάνω – όχι, ζώνη δεν τής έβαλα. Σταμάτησα, κατέβηκα με την χελώνα στα χέρια και την άφησα στο χορτάρι να συνεχίσει την πορεία της.

Μπήκα στο αμάξι να φύγω, αλλά μου κόλλησε στο μυαλό η αντίδραση τής χελώνας. Ενώ πήγα να την σώσω, η χελώνα φοβήθηκε και μου αγρίεψε αλλά και κρύφτηκε από μένα. Και ναι μεν η χελώνα έχει δίκιο, αλλά …γιατί συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος προς τον Θεό; Πόσες φορές ο Θεός δεν προσπαθεί να μας σώσει κι εμείς τού αγριεύουμε και τον απομακρύνουμε από κοντά μας; ακόμα κι όταν ο Θεός αυτοβούλως μας σώζει, εμείς κρυβόμαστε, περιμένουμε να περάσει η μπόρα και αντί να Τον ευχαριστήσουμε για το καλό που μας κάνει, εμείς προσπερνάμε και συνεχίζουμε τήν ζωή μας μακριά του.

Αποτέλεσμα εικόνας για αισωπος
Δίκιο που είχε ο δούλος μυθοπλάστης Αίσωπος. Βλέποντας τα ζώα βλέπεις την συμπεριφορά του κάθε ανθρώπου, ο οποίος –ας μην ξεχνάμε, διακρίνεται για την … νοημοσύνη του. 
ιωαννης