Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ὅταν καταδιώκονται οἱ Ρωμηοί, ἡ Ἑλλάδα ἁπλῶς «παρακολουθεῖ»;

 Γράφει ὁ Ἰωάννης Νεονάκης


Τὰ προχθεσινά βίαια γεγονότα στὴν Συρία (27-3-2026), καὶ ἰδιαιτέρως στὴν πόλη Ἀλ-Σουκαϊλαμπίγια (Σελεύκεια) ὃπου κυριαρχεῖ ὁ Ρωμαίικος ἐντόπιος πληθυσμός, δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Οἱ ὀρθόδοξοι Ρωμηοί γίνονται στόχος βιαιοτήτων μέ θρησκευτικά κίνητρα ἀπὸ φανατικὰ στοιχεῖα, μὲ βάρβαρες και ἀνηλεείς ἐπιθέσεις σὲ σπίτια, περιουσίες καὶ ζωές.

Πέρα ἀπό τίς προσωπικές ἐκκλήσεις γιά βοήθεια ἀπό πολλούς Ρωμηούς (ἀκόμα και πρός τόν ἲδιο τόν Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη) πού ὡς κραυγές ἀγωνίας ἀναρτήθηκαν στά ΜΚΔ, ἡ σκληρή ἀλήθεια καταγράφεται καί ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας σέ σκληρή ἀνακοίνωσή του δὲν μιλά γιὰ ἁπλά «ἐπεισόδια», ἀλλὰ γιὰ ὑποκίνηση θρησκευτικῶν ἐντάσεων καὶ ζητεῖ προστασία τῶν πιστῶν του. Αὐτὸ καὶ μόνο θά ἀρκοῦσε.

Καὶ ὅμως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση ἐπέλεξε νὰ ἀπαντήσει μὲ μία ἄνευρη, ὀλιγόλογη, «τυπική» δήλωση τοῦ Υπουργείου Ἐξωτερικῶν – καὶ μάλιστα στὰ ἀγγλικά, γιά νά μήν μάθει τίποτα ὁ ἑλληνικός λαός – ὅτι «παρακολουθεῖ μέ ἀνησυχία τήν κατάσταση καί λαμβάνει ὑπόψιν της τήν ἀνακοίνωση τῆς Συριακῆς Κυβέρνησης σχετικά με τήν διερεύνηση τῶν ἐπεισοδίων ζητώντας τήν ταχεία ἐφαρμογή της»

Ἓνα τυπικό «παρακολουθεῖ τήν κατάσταση»;

Τί ἀκριβῶς παρακολουθεῖ; Τὴν σταδιακὴ ἐξαφάνιση τοῦ Ὀρθοδόξου στοιχείου στὴν Ἀνατολή; Τὴν ἐπανάληψη τῶν ἱστορικῶν διωγμῶν; Τὴν σιωπηλὴ γενοκτονία ἑνὸς ζῶντος κομματιοῦ τοῦ Γένους μας;

Ἡ στάση αὐτὴ δὲν εἶναι οὔτε «ψυχραιμία», οὔτε «διπλωματία». Εἶναι πολιτικὴ ἀπουσία, εἶναι ἐθνικὴ ἀδιαφορία καί εἶναι πλήρης ἱστορικὴ ἀνευθυνότητα.

Διότι οἱ Ρωμηοί τῆς Συρίας δὲν εἶναι «ἕνας ξένος πληθυσμός» πού ἁπλῶς εἶναι καλό να προστατευτεῖ. Εἶναι σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα τοῦ Γένους μας. Εἶναι ἡ Σελεύκεια, εἶναι ἡ Ἀντιόχεια, εἶναι ἡ ρωμαίικη Μέση Ἀνατολή. Εἶναι ἡ ἱστορικὴ μας καρδιά. Εἶναι ἡ ζῶσα συνέχεια τῆς πατρίδας μας τῆς Ρωμανίας (τοῦ κακῶς καί δολίως ἐπονομαζόμενου Βυζαντίου).

Καὶ ἐκεῖ, σήμερα, ἀσκεῖται σκληρή βία.

Ἡ Ἑλλάδα δὲν ἔχει τὴν πολυτέλεια νὰ «παρακολουθεῖ». Ἔχει χρέος νὰ παρεμβαίνει.

Ἔχει χρέος:
– νὰ καταδικάσει ρητὰ καὶ ἀπερίφραστα τὶς ἐπιθέσεις
– νὰ ἀναδείξει ἐμφατικά διεθνῶς τὸ ζήτημα τῶν διωγμῶν τῶν Ὀρθοδόξων
– νὰ ἀπαιτήσει ἐγγυήσεις ἀσφαλείας γιὰ τὶς ρωμαίικες κοινότητες ἀπό τήν Συριακή Κυβέρνηση θέτωντας ἀκόμα και ὃρους γιά τήν χρηματοδότησή της ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἐνωση
– νὰ στηρίξει ἐμπράκτως τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας

Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα: νὰ θυμηθεῖ καί νά ἀναστοχαστεῖ τήν ταυτότητά της.

Διότι ἄν ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπερασπιστεῖ τὴν Ρωμηοσύνη καί τούς Ρωμηούς ἀπανταχοῦ τοῦ γῆς καί ἰδιαίτερα στήν, ἀπό κάθε ἂποψη, «εὐαίσθητη» περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, τότε παύει νὰ ἔχει λόγο ὓπαρξης ὡς ἱστορικὸ καὶ πνευματικὸ κέντρο τοῦ Γένους μας.

Θά πρέπει ὃμως καί κάθε Ἕλληνας ποὺ αἰσθάνεται εὐαισθησία γιὰ τὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὴν κληρονομιά μας καὶ γιά τούς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, μὲ τούς ὁποίους μοιραζόμαστε κοινό παρελθόν ἀλλά καί κοινό μέλλον, νὰ ἀναδείξει τὸ ἀτελείωτο μαρτύριό τους πρὸς κάθε κατεύθυνση.

Ὃλοι μαζί! Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε τούς Ρωμηούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς μόνους. Δὲν πρέπει νὰ συνηθίσουμε στὸν διωγμό. Δὲν πρέπει νὰ σιωπήσουμε.

Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν «παρακολουθεῖ».
Ἡ Ρωμηοσύνη ἀντιστέκεται.

https://www.antibaro.gr/article/40580

Αντιοχείς, η άγνωστη συνιστώσα της Ρωμιοσύνης

 

 

Πολλούς Ελλαδίτες ξενίζει το όνομα «Ρωμιός», προκειμένου για τους Πολίτες, λέξη που οι ίδιοι χρησιμοποιούν για τον αυτοπροσδιορισμό τους. Ο Δημήτρης Μαντατζήογλου, από τους τελευταίους Ρωμιούς της Πριγκήπου, εξηγεί: «Προτιμώ τον όρο όχι επειδή είμαι λιγότερο Ελληνας από τους Ελλαδίτες, αλλά επειδή αντικατοπτρίζει την υπαγωγή μου σε περισσότερες πολιτιστικές επιρροές». Η ομογένεια της Πόλης και ιδιαίτερα η αστική κοινωνία του Πέραν, υπήρξε κοινωνία ιδιαίτερα κοσμοπολίτικη λόγω του δυτικού της προσανατολισμού. Η κοινότητα, παρά το μικρό αριθμό της, εντυπωσιάζει με την ποικιλία της καταγωγής των μελών της, απόρροια και των μικτών γάμων με Αρμένιους ή Εβραίους. Τα τελευταία χρόνια προστέθηκε στο μωσαϊκό της άλλη μία συνιστώσα, την ύπαρξη της οποίας πολλοί πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά στο συνέδριο.

Πρόκειται για τους Αραβες Ορθόδοξους της επαρχίας Χατάυ, όπου και η ιστορική Αντιόχεια (Αντάκυα). Οι αραβόφωνοι αυτοί Χριστιανοί, τόνισε ο εκπρόσωπός τους Συμεών Γιλμάζ, ως Ελληνορθόδοξοι θα είχαν υπαχθεί στην ανταλλαγή πληθυσμών. Ομως το Χατάυ τότε δεν ανήκε στην τουρκική επικράτεια, αλλά ήταν γαλλικό προτεκτοράτο. Οι Αντιοχείς ή Αντακυανοί αποτελούν περίπου το ένα όγδοο της κοινότητας. Μετοίκησαν στην Πόλη κατά τη δεκαετία του 1990, αναζητώντας οικονομικές ευκαιρίες και καλύτερη εκπαίδευση.

Η έλευση των Αντακυανών, των οποίων ο πληθυσμός δεν είναι γηρασμένος και οι περισσότερες οικογένειες πολύτεκνες, έδωσε νέα πνοή στην Ομογένεια. Υπολογίζεται ότι οι Αντιοχείς μαθητές αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50%, ενώ σε ορισμένα σχολεία φοιτούν μόνο αραβόφωνοι. Εντονη συζήτηση προκάλεσε το θέμα της λειτουργίας των ομογενειακών σχολείων, στις τάξεις των οποίων επικρατεί γλωσσικός κατακερματισμός, και οι μέθοδοι εκμάθησης της ελληνικής κρίνονται ανεπαρκείς, ιδίως για τα παιδιά που δεν την έχουν ως μητρική. Οπως τονίσθηκε όχι μόνο για αραβόφωνους, αλλά και για παιδιά από μικτούς γάμους, στα σπίτια των οποίων ομιλείται μόνο η τουρκική.

Οι αραβόφωνοι, δυναμικό τμήμα της Ομογένειας, έχουν κάποια παράπονα. Ενα από αυτά είναι ότι το ελληνικό κράτος δεν τους επιτρέπει να δίνουν εξετάσεις στα ελληνικά ΑΕΙ με τους ίδιους όρους όπως οι ελληνικής καταγωγής Ρωμιοί. Οπως τόνισε ο Γιλμάζ, διακαής πόθος των Αντακυανών είναι να ενταχθούν πλήρως στην Ομογένεια, πράγμα που δεν έχει ακόμη συντελεσθεί λόγω των προκαταλήψεων κάποιων μελών της κοινότητας.
Α. Μασσαβετας

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Πατέρας Ἰωάννης Ρωμανίδης (1927–2001). Ὁ θεολόγος ποὺ ἐπανέφερε τήν Ρωμηοσύνη στό κέντρο.

 


Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γεννημένος στόν Πειραιᾶ τό 1927, μέ καταγωγή ἀπό τήν Καππαδοκία, ἔζησε ἀπό μικρός τό τραῦμα τοῦ ξεριζωμοῦ. Μεγάλωσε στίς Ἠνωμένες Πολιτείες, σπούδασε θεολογία στό Yale καί στό Harvard καί ὑπηρέτησε ὡς καθηγητής Δογματικῆς στήν Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ὅμως ἡ σημασία του δέν ἐξαντλεῖται στό βιογραφικό του.

Ὁ Ἰωάννης Ρωμανίδης ἦταν ἕνα πνευματικό γεγονός. Ἦταν τόσο σημαντική ἡ προσωπικότητα και ἡ προσφορά του πού ὁ π. Γεώργιος Μεταλληνός συνήθιζε να λέει ὃτι γιά τήν ἱστορία τῆς νεώτερης θεολογίας μας καί τῆς ἐθνικῆς μας αὐτογνωσίας, μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά τήν πρό Ρωμανίδη καί τήν μετά Ρωμανίδη ἐποχή.

Δέν ἔκανε ἀπλῶς ἀκαδημαϊκή θεολογία. Ἔθεσε ὑπό ἀμφισβήτηση ὅλο τό δυτικό σχῆμα μέ τό ὁποῖο μάθαμε νά διαβάζουμε τήν ἱστορία καί τήν πίστη μας. Ἔδειξε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μία «ἀνατολική ἐκδοχή τοῦ χριστιανισμοῦ», ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅτι τό δόγμα δέν εἶναι φιλοσοφία· εἶναι ἰατρική.
Ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι θρησκεία· εἶναι θεραπευτήριο.
Ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη δέν εἶναι ἕνα ἐθνικό ἀπολίθωμα· εἶναι ἕνας τρόπος ὑπάρξεως.

Διαβάστε τό βιβλίο του «Τό Προπατορικό Ἁμάρτημα»

Ἔσπασε τό ψευτοδίλημμα «Βυζάντιο ἤ Ἑλλάδα». Ἀποκάλυψε ὅτι οἱ πρόγονοί μας ἦταν οἱ Ρωμαῖοι τῆς Νέας Ρώμης/Κωνσταντινούπολης, ἦταν οἱ Ρωμηοί  καί ὅτι τό θεμέλιο τῆς ταυτότητάς μας ἐκκλησιαστικῆς καί πολιτισμικῆς ἦταν ἡ Ρωμανία. Ὄχι ὡς ρομαντική ἀνάμνηση, ἀλλά ὡς ἱστορική πραγματικότητα.

Διαβάστε τό βιβλίο του «Ρωμηοσύνη – Ρωμανία – Ρούμελη»

Μίλησε γιά τήν ἡσυχαστική παράδοση ὡς τόν πυρήνα τοῦ πολιτισμοῦ μας.
Ἐπανέφερε τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ἀπό τό περιθώριο στό κέντρο.
Ἀνέδειξε τήν σύγκρουση Ρωμανίας καί Φραγκίας ὡς τό κλειδί γιά νά κατανοήσουμε τήν νεώτερη ἱστορία μας.

Γι’ αὐτό καί ἡ σκέψη του ἐνοχλεῖ.
Διότι ἀνατρέπει ὅσα θεωρήσαμε «αὐτονόητα» τούς τελευταίους δύο αἰῶνες.

Ὁ Ρωμανίδης μᾶς θύμισε ὅτι ἡ κρίση μας δέν εἶναι μόνο πολιτική ἤ οἰκονομική.
Εἶναι κρίση ταυτότητος.
Καί ὅτι ἡ ἀπάντηση δέν βρίσκεται στήν μίμηση τῆς Δύσεως, ἀλλά στήν ἐπανεύρεση τοῦ ρωμαίικου τρόπου.

Ἄν θέλουμε νά μιλήσουμε σοβαρά γιά ἀναγέννηση,
ἄν θέλουμε νά μιλήσουμε γιά Νέα Ρωμανία,
ὀφείλουμε νά κατανοήσουμε τί ἔλεγε ὁ Ἰωάννης Ρωμανίδης.

Διότι μᾶς ἔδειξε ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη δέν εἶναι νοσταλγία.
Εἶναι μέλλον.

Καί ὅπως θά ἔλεγε καί ὁ ἴδιος,
τό ζήτημα δέν εἶναι νά γίνουμε «καλύτεροι Δυτικοί».
Τό ζήτημα εἶναι νά γίνουμε αὐτό ποὺ εἴμαστε.

Ἡ Ρωμηοσύνη ξανά!

Ἰωάννης Κων. Νεονάκης

https://www.antibaro.gr/article/40515

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Ὅταν καταδιώκονται οἱ Ρωμηοί, ἡ Ἑλλάδα ἁπλῶς «παρακολουθεῖ»;

30 March, 2026

Γράφει ὁ Ἰωάννης Νεονάκης


Τὰ προχθεσινά βίαια γεγονότα στὴν Συρία (27-3-2026), καὶ ἰδιαιτέρως στὴν πόλη Ἀλ-Σουκαϊλαμπίγια (Σελεύκεια) ὃπου κυριαρχεῖ ὁ Ρωμαίικος ἐντόπιος πληθυσμός, δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Οἱ ὀρθόδοξοι Ρωμηοί γίνονται στόχος βιαιοτήτων μέ θρησκευτικά κίνητρα ἀπὸ φανατικὰ στοιχεῖα, μὲ βάρβαρες και ἀνηλεείς ἐπιθέσεις σὲ σπίτια, περιουσίες καὶ ζωές.

Πέρα ἀπό τίς προσωπικές ἐκκλήσεις γιά βοήθεια ἀπό πολλούς Ρωμηούς (ἀκόμα και πρός τόν ἲδιο τόν Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη) πού ὡς κραυγές ἀγωνίας ἀναρτήθηκαν στά ΜΚΔ, ἡ σκληρή ἀλήθεια καταγράφεται καί ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας σέ σκληρή ἀνακοίνωσή του δὲν μιλά γιὰ ἁπλά «ἐπεισόδια», ἀλλὰ γιὰ ὑποκίνηση θρησκευτικῶν ἐντάσεων καὶ ζητεῖ προστασία τῶν πιστῶν του. Αὐτὸ καὶ μόνο θά ἀρκοῦσε.

Καὶ ὅμως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση ἐπέλεξε νὰ ἀπαντήσει μὲ μία ἄνευρη, ὀλιγόλογη, «τυπική» δήλωση τοῦ Υπουργείου Ἐξωτερικῶν – καὶ μάλιστα στὰ ἀγγλικά, γιά νά μήν μάθει τίποτα ὁ ἑλληνικός λαός – ὅτι «παρακολουθεῖ μέ ἀνησυχία τήν κατάσταση καί λαμβάνει ὑπόψιν της τήν ἀνακοίνωση τῆς Συριακῆς Κυβέρνησης σχετικά με τήν διερεύνηση τῶν ἐπεισοδίων ζητώντας τήν ταχεία ἐφαρμογή της»

Ἓνα τυπικό «παρακολουθεῖ τήν κατάσταση»;

Τί ἀκριβῶς παρακολουθεῖ; Τὴν σταδιακὴ ἐξαφάνιση τοῦ Ὀρθοδόξου στοιχείου στὴν Ἀνατολή; Τὴν ἐπανάληψη τῶν ἱστορικῶν διωγμῶν; Τὴν σιωπηλὴ γενοκτονία ἑνὸς ζῶντος κομματιοῦ τοῦ Γένους μας;

Ἡ στάση αὐτὴ δὲν εἶναι οὔτε «ψυχραιμία», οὔτε «διπλωματία». Εἶναι πολιτικὴ ἀπουσία, εἶναι ἐθνικὴ ἀδιαφορία καί εἶναι πλήρης ἱστορικὴ ἀνευθυνότητα.

Διότι οἱ Ρωμηοί τῆς Συρίας δὲν εἶναι «ἕνας ξένος πληθυσμός» πού ἁπλῶς εἶναι καλό να προστατευτεῖ. Εἶναι σάρκα ἀπὸ τὴν σάρκα τοῦ Γένους μας. Εἶναι ἡ Σελεύκεια, εἶναι ἡ Ἀντιόχεια, εἶναι ἡ ρωμαίικη Μέση Ἀνατολή. Εἶναι ἡ ἱστορικὴ μας καρδιά. Εἶναι ἡ ζῶσα συνέχεια τῆς πατρίδας μας τῆς Ρωμανίας (τοῦ κακῶς καί δολίως ἐπονομαζόμενου Βυζαντίου).

Καὶ ἐκεῖ, σήμερα, ἀσκεῖται σκληρή βία.

Ἡ Ἑλλάδα δὲν ἔχει τὴν πολυτέλεια νὰ «παρακολουθεῖ». Ἔχει χρέος νὰ παρεμβαίνει.

Ἔχει χρέος:
– νὰ καταδικάσει ρητὰ καὶ ἀπερίφραστα τὶς ἐπιθέσεις
– νὰ ἀναδείξει ἐμφατικά διεθνῶς τὸ ζήτημα τῶν διωγμῶν τῶν Ὀρθοδόξων
– νὰ ἀπαιτήσει ἐγγυήσεις ἀσφαλείας γιὰ τὶς ρωμαίικες κοινότητες ἀπό τήν Συριακή Κυβέρνηση θέτωντας ἀκόμα και ὃρους γιά τήν χρηματοδότησή της ἀπό τήν Εὐρωπαϊκή Ἐνωση
– νὰ στηρίξει ἐμπράκτως τὸ Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας

Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα: νὰ θυμηθεῖ καί νά ἀναστοχαστεῖ τήν ταυτότητά της.

Διότι ἄν ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπερασπιστεῖ τὴν Ρωμηοσύνη καί τούς Ρωμηούς ἀπανταχοῦ τοῦ γῆς καί ἰδιαίτερα στήν, ἀπό κάθε ἂποψη, «εὐαίσθητη» περιοχή τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, τότε παύει νὰ ἔχει λόγο ὓπαρξης ὡς ἱστορικὸ καὶ πνευματικὸ κέντρο τοῦ Γένους μας.

Θά πρέπει ὃμως καί κάθε Ἕλληνας ποὺ αἰσθάνεται εὐαισθησία γιὰ τὴν ἱστορία, τὸν πολιτισμό, τὴν κληρονομιά μας καὶ γιά τούς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας, μὲ τούς ὁποίους μοιραζόμαστε κοινό παρελθόν ἀλλά καί κοινό μέλλον, νὰ ἀναδείξει τὸ ἀτελείωτο μαρτύριό τους πρὸς κάθε κατεύθυνση.

Ὃλοι μαζί! Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσουμε τούς Ρωμηούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς μόνους. Δὲν πρέπει νὰ συνηθίσουμε στὸν διωγμό. Δὲν πρέπει νὰ σιωπήσουμε.

Ἡ Ρωμηοσύνη δὲν «παρακολουθεῖ».
Ἡ Ρωμηοσύνη ἀντιστέκεται.

https://www.antibaro.gr/article/40580

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Η Ρωμηοσύνη είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο.

 «Η Ρωμηοσύνη είναι ζυμωμένη με την Ορθοδοξία, γι' αυτό Χριστιανός κ' Έλληνας ήτανε το ίδιο.


Από τότε που γινήκανε χριστιανοί οι Έλληνες, πήρανε στα χέρια τους τη σημαία του Χριστού και την κάνανε σημαία δική τους:

Πίστις και Πατρίς!
Ποτάμια ελληνικό αίμα χυθήκανε για την πίστη του Χριστού, από τα χρόνια του Νέρωνα και του Διοκλητιανού, έως τα 1838, πού μαρτύρησε ο άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων.
Ποιά άλλη φυλή υπόφερε τόσα μαρτύρια για το Χριστό;
Αυτό το ακατάλυτο έθνος που έπρεπε να πληθύνει και να καπλαντίσει τον κόσμο, απόμεινε ολιγάνθρωπο γιατί αποδεκατίσθηκε επί χίλια οχτακόσια χρόνια από φυλές χριστιανομάχες»

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2025

Ο Γιάννης Ρίτσος και η Ρωμιοσύνη (Δ. Τσάκωνας)

 

Δημήτριος Γρ. Τσάκωνας, Η Γενιά του ’30, Κάκτος, Αθήνα 1989, σελ. 438-440.

Ενώ οι δύο τελευταίες δικτατορίες (Ι. Μεταξά, Γ. Παπαδόπουλου) μίλησαν για «ελληνικότητα», η Κομμουνιστική Αριστερά παράλληλα ανέπτυξε την αντίστοιχη θεωρία περί «ρωμιοσύνης», κλπ. Μιλώντας λοιπόν πολύ γενικά, η σύγχρονη ελληνική κοινωνία χωρίζεται, από μορφωτική άποψη, σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Τη λίγο πολύ μορφωμένη μεσαία τάξη, που θέλει να εξαλείψει τη μνήμη των τεσσάρων αιώνων της Τουρκοκρατίας που ακολούθησε την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα 1453, με το σκοπό να ταυτιστεί άμεσα με τους αρχαίους Έλληνες, και την αγροτική και εργατική τάξη, των οποίων η ενσύνειδη μνήμη, φτάνει μέσα από την μακροχρόνια οθωμανική κατοχή στο Βυζάντιο, τη δεύτερη Ρώμη. Οι πρώτοι έχουν την τάση να βλέπουν τους εαυτούς τους σαν «Έλληνες». Οι δεύτεροι βλέπουν ασύνειδα τους εαυτούς τους σαν «Ρωμιούς». Αν και ο Ρίτσος δεν απορρίπτει καθόλου την, σε τελευταία ανάλυση, αδιάσπαστη συνέχεια ανάμεσα στους σύγχρονους και τους αρχαίους Έλληνες, βλέπει το προμελετημένο πήδημα από τη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία (πήδημα που παρασιωπά ιδιαίτερα την περίοδο της Τουρκοκρατίας) στη μεγάλη κλασσική περίοδο, όχι μόνο σαν εντελώς τεχνητό, αλλά ακόμη χειρότερα, σαν μια πράξη με πολιτικά κίνητρα, που βιάζει το δυναμικό και ζωντανό πνεύμα του ελληνικού λαού με σκοπό την ένταξή του στην κοινωνικοπολιτική τροχιά της καπιταλιστικής Δύσης. Έτσι, σαν Έλληνας, βλέπει τον εαυτό του Ρωμιό, και σαν Έλληνας ποιητής, αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ιστορικής ταυτότητας, αγκαλιάζοντας τη ζωντανή πραγματικότητα και τη ζωντανή γλώσσα που την εκφράζει.

Έτσι η Ρωμιοσύνη απ’ το Ρίτσο βλέπεται με τα μάτια ενός εξιδανικευμένου Ρωμιού, και εκφράζεται με τη γλώσσα και το ρυθμό της ρωμέικης αντίληψης, δηλαδή τη γλώσσα και το ρυθμό της ακόμα ζωντανής προφορικής παράδοσης, που φτάνει μέχρι τα ηρωικά κλέφτικα τραγούδια του ’21 και της Τουρκοκρατίας, και μέσα από τα βυζαντινά ακριτικά τραγούδια στα Ομηρικά έπη. Ο ποιητής με άλλα λόγια είναι ο βάρδος του λαού, όπως ήταν άλλοτε ο τραγουδιστής των μύθων. Έτσι για τον Ρίτσο η Παρθένος Μαρία και η χωριατοπούλα συγχωνεύονται σε μια μορφή.

«Η Κυρά των Αμπελιών» καθαρή μεταφορά απ’ τον Ελύτη. Είναι η εποχή που ο Ελύτης γίνεται αγαπητός σε σοβαρό αριθμό νέων της νεοκουλτουριάρικης «ελίτ» και ο Ρίτσος κάνει προσπάθεια να κάνει νερά και να πάρει και το ρεύμα αυτό δικό του.

«Η Κυρά των Αμπελιών»… πανταχού παρούσα σε τούτο το χώρο… είναι η χαρά και η ομορφιά και η περηφάνια. Είναι η πολεμική ορμή και η απλή ιερή χειρονομία της καθημερινότητας και της τρυφεράδας. Είναι μια πάναγνη Παρθένα, μια θεά, μια νίκη, είναι μια νέα γυναίκα γεροδεμένη, κι αισθησιακή ανάμεσα στα φυτά και τα ζώα της. Είναι η μάνα, η αδερφή, η αγαπημένη, γλυκιά και μαζί αντρειωμένη. Σφίγγει τ’ άρματα, κρατάει όμως και την ελπίδα της ειρήνης και της ευτυχίας. Τον κεραυνό και το περιστέρι. Κι όλη αυτή η «ελληνικότητα», ή «ρωμιοσύνη» υπάρχει για «να πίνει ο σύγχρονος ναύτης πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα», για να συναντώνται οι αντάρτες της Άκρας Αριστεράς, «με το Διγενή σ’ αυτά τα ίδια αλώνια», στα σύνορα του Βυζαντίου, όπου πάλεψε με το θάνατο. Ο ιστορισμός είναι εμφανής.

Χωρίς βέβηλους παραλληλισμούς η συνταγή της «ρωμιοσύνης» του Ρίτσου είναι σύστοιχα αντιφερόμενη και της ίδιας εγκεφαλικής ποιότητας με τη συνταγή της «ελληνικότητας» της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνα Δραγούμη. Ο εθνικισμός δεν είναι κατ’ ανάγκην επιθετικός, ανασύρεται και πίσω από μια μη συνειδητή προσωπίδα οικουμενικότητας και φιλειρηνισμού. Η κριτική δυσκολεύτηκε ωστόσο να συγκρίνει τον Ρίτσο με τον Θεόφιλο όσο και να τον αναγορεύσει εθνικό ποιητή. Όμως δεν τον θεωρεί (και σωστά) διόλου «διεθνιστή» ή «υπεριστορικό» σαν τους μοντέρνους ευρωπαίους συμβολιστές. «Ο Ρίτσος είναι πρώτα Ρωμιός, ένας ποιητής που είναι δεμένος σ’ έναν ξεχωριστό χώρο και χρόνο. Αυτό μοιάζει μ’ ευρωπαϊκή υστεροβαφή του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού, θυμίζει πολύ όχι την Πανευρώπη, αλλά την Ευρώπη των Πατρίδων».

Είναι με άλλα λόγια η Ρωμιοσύνη του Ρίτσου η μεγάλη του περηφάνια και αγάπη για τους συγχρόνους του, που υπόφεραν μαζί του, για τη γη τους και την ιστορία τους, που σαν τη Ρωμιοσύνη των ανθρώπων τους οποίους εξυμνεί, ανακαλύπτει στη μήτρα της φαντασίας του, δηλ. στη φυλετική του μνήμη, μιαν υπερπραγματική ενότητα ανάμεσα σε πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, αρμονία μέσα στον ανταγωνισμό, μιαν ολότητα μέσα στο κομμάτιασμα και, εξελικτικά, μεταμορφώνει τα κλειστά σύνορα ενός ταπεινού, ξεπεσμένου και καταπιεστικού χώρου, σε μιαν ηρωική ελληνική πατρίδα που η ίδια είναι ένας μικρόκοσμος μιας ηρωικής οικουμένης.

Πηγή

https://www.antibaro.gr/article/37511

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025

Νά δοθεῖ status ὁμογενοῦς στούς Ὀρθοδόξους Ρωμηούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς

 Γράφει ο Ιωάννης Νεονάκης

Τίς τελευταῖες ἑβδομάδες ζήσαμε τά δραματικά γεγονότα στήν Συρία. Ἡ ἑλληνική κοινή γνώμη ἑστίασε τήν προσοχή της στούς ἑκατοντάδες χιλιάδες Ὀρθοδόξους Ρωμηούς τῆς Συρίας. Γιά πρώτη φορά μέ ἔκπληξη ἀντιλήφθηκε τήν ἱστορική ἀλήθεια πού συστηματικά τῆς εἶχε ἀποκρυβεῖ: ὅτι στήν Συρία, στόν Λίβανο καί στήν εὐρύτερη Μέση Ἀνατολή ζοῦν τά ξεχασμένα ἀδέλφια μας οἱ ἀραβόφωνοι Ὀρθόδοξοι Ρωμηοί.

Αὐτοί οἱ Ὀρθοδόξοι Ρωμηοί στήν εὐρύτερη Μέση Ἀνατολή ὑπολογίζονται στά δύο ἑκατομμύρια ἐνῶ παράλληλα ὑπάρχουν πολλά ἑκατομμύρια ἀπό αὐτούς στήν διασπορά. Τί εἶναι ὅμως ὅλοι αὐτοί; Ὅλοι αὐτοί εἶναι ἐντόπιοι πληθυσμοί ἀπόγονοι ὅπως καί ἐμεῖς τῆς κοινῆς μας πατρίδας, τῆς Ρωμανίας, τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας (τῆς κακῶς ἐπονομαζόμενης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας).

Βρίσκονται ὑπό τήν θεσμική αἰγίδα τῶν παλαίφατων ὀρθόδοξων, ρωμαίικων Πατριαρχείων Ἱεροσολύμων καί Ἀντιοχείας. Πρόκειται γιά ἕνα μεγάλο ἱστορικό θαῦμα, πώς αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἄντεξαν 14 αἰῶνες συνεχοῦς ἰσλαμικῆς ἐπικράτησης. Εἶναι γνήσιοι, λεοντόκαρδοι συνεχιστές τῶν ἁγίων τῆς περιοχῆς, τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ, τοῦ Ἅγιου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Ἅγιου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ καί τόσων ἄλλων.

Ὅλοι αὐτοί εἶναι τό ἴδιο ἀκριβῶς μέ μᾶς, ἴδια ἱστορία, ἴδιος πολιτισμός, ἴδια ἱστορική πρωτεύουσα, ἴδια πίστη, ἴδια ἤθη καί ἔθιμα, μέ ἴδιους προγόνους, μέ ἴδιους ἥρωες, ἴδιους ἁγίους, μέ ἴδιο παρόν καί ἴδιο μέλλον καί φανέρωση τῆς ἴδιας ἀγλαοφανοῦς, σωτηριολογικῆς ἐσχατολογικῆς πορείας. Τί καί ἄν ἀναγκάστηκαν ἀπό τίς συνθῆκες νά μιλήσουν ἀραβικά. Διατηροῦν ἀκμαία τήν συνείδηση τοῦ κοινοῦ μας Γένους. Εἴμαστε τό ἴδιο Γένος. Εἴμαστε ὅλοι μας τό Εὐσεβές Γένος τῶν Ρωμηῶν.

Γιά τήν ΝΙΚΗ τό θέμα τῶν Ρωμηῶν εἶναι μείζωνος σημασίας καθώς κεντρικός ἄξονας τοῦ Κινήματος εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς Ρωμηοσύνης, καί ἡ Ἀναγέννηση τοῦ Ρωμαίικου. Καί βασικό κομμάτι τοῦ Ρωμαίικου κόσμου εἶναι τά ἀδέλφια μας αὐτά, οἱ Ὀρθόδοξοι Ρωμηοί τῆς Συρίας καί τῆς Μέσης Ἀνατολῆς.

Ἡ Ρωμηοσύνη καί ἡ Ἀναγέννηση τοῦ Ρωμαίικου πέρα ἀπό τήν τεράστια εὐρύτερη γεωστρατηγική σημασία, κατά κύριο λόγο θεωροῦμε ὅτι εἶναι ὑπαρξιακό ζήτημα γιά ὅλο τόν λαό τῆς πατρίδος μας καί ἡ ἀνάδειξή του θά μᾶς δώσει καί πάλι τήν ἐλπίδα, τήν νοηματοδότηση καί τήν χαρά τῆς ἀγλαοφανοῦς, σωτηριολογικῆς, ἱστορικῆς πορείας τοῦ Γένους μας πρός τά ἔσχατα. Εἶναι ζήτημα ὅμως πού ἀφορᾶ ὄχι μόνον ἐμᾶς, ἀλλά τόν ὅλο οἰκουμενικό ἄνθρωπο.

Γιά τούς Ρωμηούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἀπό μακροῦ χρόνου ὡς Κίνημα ἔχομε κάνει πολλά. Μερικά ἀπό αὐτά ἀναφέρονται σέ σχετικό κείμενο μέ τίτλο «Ἡ ΝΙΚΗ κοντά στούς Ρωμηούς τοῦ Χαλεπίου καί τῆς Συρίας» [1].

Ἡ πιό σημαντική ὅμως παρέμβασή μας, παρέμβαση πού ἀποτελεῖ καί ἱστορική τομή στά πράγματα τῆς πατρίδος μας εἶναι ἡ ψήφιση στό πρόσφατο Συνέδριό μας τῆς θέσης γιά ἀναγνώριση (οἱ τεχνικές λεπτομέρειες της μένει νά καθοριστοῦν) στούς βαπτισμένους ὀρθόδοξους πολίτες τῶν περιοχῶν αὐτῶν πού ἀποδεδειγμένως ἔχουν ρωμαίικη συνείδηση τοῦ status τοῦ ὁμογενοῦς. Εἶναι μιά τεράστια ἀλλαγή στήν στρατηγική τῆς πατρίδας μας πού θά ἀλλάξει πολλά.

Ὡς νομικό πλαίσιο τό status ὁμογενοῦς διαφέρει ἀπό τήν ὑπηκοότητα. Τό status ὁμογενοῦς ἀναγνωρίζει κάποιον ὡς ἄτομο ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀλλά δέν τοῦ ἀποδίδει τήν ἑλληνική ὑπηκοότητα. Δέν τοῦ χορηγεῖ δηλαδή διαβατήριο (ἀλλά Εἰδικό Δελτίο Ταυτότητας Ὁμογενοῦς), δέν τοῦ ἐπιτρέπει τήν ἐλεύθερη διακίνηση στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση καί οὔτε τοῦ δίδει τό δικαίωμα τῆς ψήφου.

Πρόκειται γιά ἕναν ἐνδιάμεσο θεσμό γιά ἄτομα πού ἔχουν δεσμούς μέ τήν Ἑλλάδα, χωρίς νά εἶναι πολίτες. Τό status: (α) δίδει τό δικαίωμα αἴτησης γιά ἄδεια διαμονῆς καί ἐργασίας στήν Ἑλλάδα καί ἐγγραφῆς σέ ταμεῖα ὑγείας, (β) ἐπιτρέπει εἰδική μεταχείριση στήν εἰσαγωγή στά ἑλληνικά πανεπιστήμια, (γ) συμμετοχή σέ προγράμματα γιά ὁμογενεῖς (ὑποτροφίες, πολιτισμικά προγράμματα, προγράμματα στήριξης κτλ) καί (δ) δημιουργεῖ τίς συνθῆκες γιά πολύ εὐκολότερη διαδικασία πολιτογράφησης (τῆς ἀπόκτησης δηλαδή τῆς ἑλληνικῆς ὑπηκοότητας), ἡ ὁποία μπορεῖ νά γίνει σέ δεύτερο χρόνο.

Μιά τέτοια κίνηση θά δώσει χαρά, ὑπερηφάνια, πίστη καί ἐλπίδα σέ δεκάδες χιλιάδες κατατρεγμένους ἀδελφούς μας, θά τούς ἐπανασυνδέσει καί θά ἐνισχύσει τούς δεσμούς τους μέ τήν πατρίδα καί θά τούς ἐνισχύσει κοινωνικά, οἰκονομικά καί πολιτισμικά καί μέσῳ σχετικῶν προγραμμάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβέρνησης. Σέ περιπτώσεις δέ κρίσεων καί κινδύνου γι΄ αυτούς θά τούς δώσει τήν δυνατότητα ἄμεσης μετακίνησης στήν ἀσφάλεια τῆς πατρίδας μας.

Γιά τήν ἴδια τήν πατρίδα μας (εἰδικά ἄν συνδυαστεῖ καί μέ ἄλλες παράλληλες ἐνέργειες στό πολιτικό, διπλωματικό, οἰκονομικό καί στρατιωτικό πεδίο) μιά τέτοια κίνηση θά τῆς προσδώσει τεράστιο γεωστρατηγικό βάθος, θά τήν καταστήσει ἰσχυρό παράγοντα τῆς περιοχῆς καί ἐνδυναμώνοντας τόν ἄξονα Ἑλλάδος-Κύπρου-Μέσης Ἀνατολῆς θά τήν καταστήσει ρυθμιστικό παράγοντα προασπίζοντας τήν ἀκεραιότητα καί τά δίκαια τῆς πατρίδας μας.

Ὅμως καί στό ἐσωτερικό θά ἐνισχυθεῖ ἡ πατρίδα μας καί στό δημογραφικό καί στό πρόβλημα τῶν ἐργατικῶν χεριῶν καί στήν ἀναγέννηση περιοχῶν (εἰδικά ἀκριτικῶν) πού ἐρημώνουν. Μιά τέτοια κίνηση θά στείλει παράλληλα καί τό μήνυμα στούς ἁπανταχοῦ Ρωμηούς ὁμογενεῖς μας (στήν χερσόνησο τοῦ Αἵμου, στόν Εὒξεινο Πόντο, στήν διασπορά κτλ) ὅτι ἡ πατρίδα εἶναι ἐδῶ, τούς σκέφτεται καί τούς ἀναγνωρίζει καί θά τούς ὑπερασπιστεῖ στίς ὅποιες τους δυσκολίες.

Ἱστορικά ἄν τό δοῦμε, μιά τέτοια κίνηση, εἶναι τομή καί σηματοδοτεῖ τό τέλος μιᾶς θνησιγενοῦς συρρίκνωσης καί τήν ἀπαρχή μιᾶς διεύρυνσης καί πλατυσμοῦ τοῦ Γένους μας.

Κατά τήν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους δημιουργήθηκε ὑπό τήν πίεση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς ἐποχῆς ἕνα κλειστό ἔθνος-κράτος ἀπεμπολώντας ἔτσι πλήρως τήν οἰκουμενική, ὑπερεθνική, ρωμαίικη παράδοση τοῦ Γένους μας.

Ἔτσι ὅμως πολλά ἑκατομμύρια Ρωμηῶν τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ εὐρύτερου Εὔξεινου Πόντου καί τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἀπεκόπησαν πλήρως (ἀκόμα καί νομοθετικά) ἀπό τό νέο κράτος χάνοντας τόν προσανατολισμό καί τήν ταυτότητα τους καί ἀφομοιούμενοι προοδευτικά στούς ἐπιμέρους ἐθνικισμούς τῶν περιοχῶν τους.

Μέ τήν ἀναγνώριση τοῦ status τοῦ ὁμογενοῦς στούς Ρωμηούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς ἀρχίζει μιά ἀντίστροφη ἱστορική πορεία πού θά ἔχει καί νέα βήματα στό μέλλον γεμίζοντάς ἐμᾶς καί τίς ἑπόμενες γενιές μας μέ ἐλπίδα, χαρά, συνοχή, πίστη καί αἰσιοδοξία.
-,000
Ἰωάν0νης Κων. Νεονάκης
Ioannis Neonakis
Ἐπικεφαλῆς Θ.Ο. Ρωμηοσύνης
romiosynh@nikh.gr

[1]https://nikh.gr/arthra/arthra-nikis/2329-he-nike-konta-stous-romeous-tou-chalepiou-kai-tes-syrias

Τρίτη 14 Ιουλίου 2020

Με τα λεηλατημένα τιμαλφή της Αγίας Σοφίας στήθηκε η Ευρώπη



“Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα”
Β. Ουγκώ
“Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός, και στεναγμός και λύπη
Θλίψις απαρηγόρητος έπεσε τοις Ρωμαίοις!
Εχάσασιν το σπίτι τους, την Πόλιν την αγίαν,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχή τους”.
Είναι οι τέσσερις πρώτοι στίχοι, από ένα κυπριακό “ανακάλημα”, θρηνητικό ποίημα για την Άλωση. Το όνομα του ποιητή δεν είναι γνωστό. Θεωρείται όμως ο καλύτερος θρήνος.
Τότε που τα “άνομα σκυλιά τες ανομιές τους κάναν”. Οδύρεται ο ανώνυμος Ρωμιός:
“Όταν εις νουν θα θυμηθώ της Πόλεως τα κάλλη,
Στενάζω και οδύρομαι και τύπτω εις το στήθος,
κλαίω και χύνω δάκρυα μεθ’ οιμωγής και μόχθου.
Ο κόσμος της αγιάς Σοφιάς, τα πέπλα της τραπέζης,
της Παναγίας της σεπτής τα καθιερωμένα,
τα σκεύη τα πανάγια και πού να καταντήσουν”.
Πολλοί και σήμερα θρηνούν. Τα “άνομα σκυλιά”, οι Τούρκοι, μαγαρίζουν και πάλι την Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία. Περιμένουμε από τους Φράγκους, την “διεθνή κοινότητα”, να πάρουν κυρώσεις. Αστεία πράγματα. Τέτοιες ανόητες ελπίδες τρέφουν οι πολιτικοί  της εθελοδουλίας. Οι Φράγκοι εξάλλου είναι αυτοί που πρώτοι κατέστρεψαν και λεηλάτησαν την Αγία Σοφία. Στρώθηκα και ξαναδιάβασα ένα ωραίο βιβλίο για την Αγία Σοφία. (Η Αγία Σοφία στον θρύλο και την ιστορία”, του Π. Σπυρόπουλου, εκδ. Καρδαμίτσα). Διαβάζω στην σελ. 71: “Κατά την στυγεράν εκείνην άλωσιν του 1204, υπό των Φράγκων, διεπράχθησαν ίσως απεχθέστερα υπό των χριστιανών μαχητών του σταυρού αίσχη, παρ’ όσα έμελλον μετά δύο και ήμισυν αιώνα να διαπραχθούν υπό των οπαδών του κορανίου”.
Μάλιστα ήταν τόση η ποσότητα των τιμαλφών κλοπιμαίων που για έναν χρόνο “πλοία κατάφορτα με πολύτιμα κειμήλια αναχωρούσαν κάθε τόσο από την Πόλη με προορισμό τα λιμάνια της Ευρώπης”. Τότε ιδρύθηκαν και τα πρώτα θησαυροφυλάκια, οι τράπεζες, των κρατών της Δύσης. Χάρις στον χρυσό και τα πολύτιμα σκεύη του ναού και της Πόλης οργάνωσαν οι Δυτικοί τις αποικιοκρατικές τους κατακτήσεις και λεηλασίες και γενοκτονίες. Εκτός από τα ελληνικά, κλασσικά γράμματα – και αυτά παραμορφωμένα, αυτό που ονομάζουν “Αναγέννηση”- οι Ευρωπαίοι…σταυροφθόροι κατέκλεψαν και τα αμύθητα πλούτη της Πόλης και της Αγια-Σοφιάς. Ολόκληρος ο πολιτισμός τους είναι στηριγμένος στο αίμα και στον πνευματικό μόχθο των Ελλήνων της πανωραίας Ρωμανίας. Χαρακτηριστικά ο ναός του αγίου Μάρκου στην Βενετία “ει τι έχη είναι της Αγίας Σοφίας”, έγραφε ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Δωρόθεος.
Πολλά κειμήλια χάθηκαν κατά την διάρκεια της λεγόμενης Γαλλικής Επανάστασης, περίοδο σκότους και φρικτών εγκλημάτων που μας την παρουσιάζουν και στα ημέτερα σχολικά βιβλία ως περίπου παραδεισένια εποχή. Μάλιστα οι λεηλάτες Φράγκοι, ο αφιονισμένος στρατός του Πάπα, άρπαξαν πολλά τίμια λείψανα αγίων που φυλάσσονταν σε χρυσές ή αργυρές θήκες. ” Έδειχναν προτίμηση στα λείψανα αξιόλογων και ευρύτατα γνωστών αγίων και αποστόλων, ιδίως των τιμωμένων στην Δύση. Λόγω όμως συνωνυμίας πολλών μικροτέρων αγίων, συναπεκόμισαν και πλήθος τέτοιων λειψάνων, με συνέπεια να ευρίσκωνται ανά την Ευρώπη απίθανα σε αριθμό τεμάχια λειψάνων (π.χ. τρεις χείρες ή τρία οστά κνήμης) ενός δήθεν και του αυτού αγίου.(σελ. 75). Αυτοί, δηλαδή, γνώριζαν μόνο τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Πού να ξέρουν τον Ελεήμονα, τον Χρυσόστομο, της “Κλίμακος” ή τον “Καλυβίτη”; Γι’ αυτό υπήρξε σύγχυση, διακωμώδηση των αγίων και της εκκλησίας και τελικά κατέληξαν στην περιφρόνηση και στην αθεϊα.
Οι δε βάρβαροι Τούρκοι, μάστιγα της Ασίας; Ίδιοι και απαράλλακτοι εδώ και αιώνες:” Το φρικώδες και ακουόμενον, τις διηγήσεται; “. Ρήμαζαν, έσπαζαν, έσφαζαν,έτρωγαν με τα ιερά σκεύη, διέπρατταν ασχημονίες και προστυχιές πάνω στις ιερές τράπεζες. Με ιερατικές στολές και ενδύματα “εσκέπαζον ίππους και όνους και έτερα ανοσιουργήματα πλείστα εποίουν, άξια θρήνου”.
Να σημειώσω κάτιΤον Μάιο του 1346, καταστροφικός σεισμός κατακρημνίζει μέρος του ναού, την ανατολική αψίδα. Διαβάζω: «Όταν πρωί-πρωί εκυκλοφόρησε στην Πόλη, η θλιβερά είδηση», σημειώνει ο Γρηγοράς, «βοή και θρήνος ηγείρετο μείζων». Άδειασαν αμέσως οικίες και η αγορά και όλοι έτρεξαν να ιδούν το θλιβερό συμβάν… όλοι εβάλθηκαν να απομακρύνουν τα συντρίμμια και «ουδ’ην εκεί διακρίνειν πλούσιον εκ πενήτων, ουδ’ αδόξων ένδοξον (δηλ. Δεν μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει επιφανείς πολίτες από τους άσημους), ουδ’ εκ δεσπότου δούλον…», αλλά όλοι είχαν ένα σκοπό… και, καθώς οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στα δάκρυα, «πλούσιοι, δάκρυσι ραίνουσι τας τε πλίνθους και πέτρας», τις έπαιρναν κατόπιν στους ώμους τους, χωρίς να νοιάζονται για τα τυχόν πολυτελή φορέματά τους, που εσχίζοντο και εσκονίζοντο… Αυτό συνεχίστηκε επί τριάντα ολόκληρα μερόνυχτα». (σελ. 40). Ο ναός της του Θεού Αγίας Σοφίας αποκατεστάθη. Λέω πολλές φορές στους μαθητές μου. Ο μέγας Ιουστινιανός στους 40 κίονες που στήριζαν τον ναό έβαλε λείψανα αγίων. «Εν παντί κιόνι των άνω και των κάτω, εν έκαστον λείψανον έχει ενθρονισμένον». Ακόμη και σήμερα βρίσκονται εκεί. Ενθρονισμένα στην καρδιά των κιόνων. Ο ναός είναι θεοστήρικτος και αγιοστήρικτος. Τα άγια λείψανα των παλληκαριών της πίστης, οι κίονες των αγίων Κωνσταντίνου, Δημητρίου, Γεωργίου, των αγίων Αποστόλων και των μεγαλομαρτύρων Παρασκευής και Βαρβάρας είναι στην θέση τους. Οι κολόνες της Αγιάς-Σοφιάς είναι λειψανοθήκες. Στην Κωνσταντινούπολη συνέβησαν καταστρεπτικοί σεισμοί στο διάβα των αιώνων. Όμως ο ναός ποτέ δεν καταστράφηκε ολοσχερώς. Γιατί; Διότι στους πανέμορφους κίονές του υπάρχουν «ενθρονισμένα» λείψανα αγίων. Αυτό το ξέρουν οι Τούρκοι. Και χίλιους ιμάμηδες και μουεζίνηδες να βάλουν να τσιρίζουν, η Αγία Σοφία είναι, επαναλαμβάνω, “η λειψανοθήκη της Ορθοδοξίας”
Είναι κατόρθωμα των Ελλήνων, μέσω του οποίου εκφράζουν ες αεί την πίστη τους στον Υιό και Λόγο του τριαδικού Θεού, ο οποίος “εξήλθε νικών και ίνα νικήση”.
 Έτσι λέω των παιδιών είναι και η πατρίδα μας. Κατάσπαρτη από λείψανα και οστά αγίων. Η Ελλάδα είναι η Αγιά-Σοφιά της οικουμένης. Δεν πρόκειται ποτέ να πέσει και να χαθεί. «Η Ρωμιοσύνη θα χαθεί όντας ο κόσμος λείψει». Τώρα που κάποια κομμάτια της γκρεμίστηκαν και «ηκρωτηρίασται το κάλλος της», όλοι μαζί-«είμαστε στο εμείς»-ένδοξοι και άδοξοι να τρέξουμε να την αναστυλώσουμε, όπως έπραξαν τότε οι Ρωμιοί πρόγονοί μας.
Δημήτρης Νατσιός 
δάσκαλος-Κιλκί – Μέλος ΙΗΑ 

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2019

Ρωμαϊκότητα: Η υφαρπαγμένη διάσταση του ελληνικού έθνους


του Βαλεριανού Μουρτζανάκη, Φοιτητή του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου πανεπιστημίου
Η ρωμαϊκότητα, ένας όρος που την σήμερον ημέρα, και μόνο με την ανάγνωση του, παραπέμπει εύλογα τους περισσότερους αναγνώστες στην Ρώμη και την αυτοκρατορία της. Δηλαδή εκείνη ακριβώς την πολιτική οντότητα που ήτο αρχαία τω χρόνω, λατινική τη γλώσση και τω πολιτισμώ και παγανιστική τη θρησκεία. Ομοίως, θα προβλημάτιζε αρκετούς η ερώτηση: Τι και αν υπήρξε μιαν άλλη ρωμαϊκή αυτοκρατορία; Μια αντίστοιχη χιλιόχρονη υπερδύναμη, η οποία παραδόξως ονομαζόταν και αυτή «ρωμαϊκή», όμως ήταν μεσαιωνική, ελληνική –ως επί το πλείστον- γλωσσικά και πολιτισμικά και χριστιανική. Αυτή ήταν η Βυζαντινή, όρος επίπλαστος από δυτικούς χρονογράφους του 16ου αιώνα, δηλαδή αφότου είχε απέλθει η έως τότε γνωστή σε όλους «Ρωμανία». Ρωμαϊκότητα λοιπόν ή Ρωμιοσύνη – συνώνυμος όρος, μια έννοια «θαμπή» στο νεοελληνικό εθνικό φαντασιακό ιδίως σε πολλούς νέους, ο οποίος δεν ετέθη «παρασκηνιακός» τυχαία.
Η εξελικτική πορεία του επίμαχου και επίζηλου αυτού επιθετικού προσδιορισμού, του «Ρωμαίος» ή «Ρωμιός», έμελλε να μονοπωληθεί από την Δύση, τους δυτικοευρωπαίους δηλαδή, και όχι από την Ανατολή και τους ανατολικούς ρωμαίους. Ημερομηνία σταθμός, το 1453 οπότε η άλωση της Πόλης λειτούργησε ως καταλύτης στη ήδη από τότε υπάρχουσα διαπάλη μεταξύ των δυτικών ηγεμόνων και των φύσει συνεχιστών του ρωμαϊκού κράτους, δηλαδή των Ελλήνων Ρωμιών. Τούτων δοθέντων, σε αρκετούς αναγνώστες θα εγείρεται η περιέργεια ως προς το πώς το εθνικό επίθετο «Έλλην» απέβη συνώνυμο του πολιτικού «Ρωμιός» -εμφανέστερα από το 1204 και εντεύθεν. Η ευθεία απάντηση και ταυτοχρόνως χαρακτηριστικό δείγμα της αντιζηλίας της εποχής δεν δύναται να είναι άλλη από την απόκριση του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ’ Δούκα Βατάτζη στον πάπα Γρηγόριο Θ’. Ο ελέω θεού βασιλεύς δεν παρέλειψε δηλαδή ναι επισημάνει στον πάπα πως το γένος των Ελλήνων δεν εμφορείται μονάχα από το ίδιόν του –κατά τον πάπα, την σοφία, αλλά πως στους ιδίους κληροδοτήθηκε η κοσμική εξουσία του ρωμαϊκού κράτους από τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτήν ακριβώς την ειδοποιό διαφορά του γένους των Ελλήνων με τα έτερα δυτικοευρωπαϊκά ο πάπας και οι ομοϊδεάτες του δυτικοί άρχοντες επεχειρούσαν να αποσπάσουν από του Ρωμιούς Έλληνες. Στην προκειμένη, στην πρότερη επιστολή του πάπα, ο επίσκοπος της Ρώμης αποσιωπά όσον αφορά το φλέγον αυτό ζήτημα της εποχής, λόγω της φραγκοκρατίας, το οποίο ο αυτοκράτορας σηματοδοτεί στην απάντησή του.
Που κείται σήμερα η Ρωμιοσύνη; Υπάρχουν πολλές θεωρήσεις ως προς την διαδοχή και την παρακαταθήκη της. Είναι πάντως βέβαιο πως δεν έγκειται στον επίσημο λόγο του νεοελληνικού κράτους. Στον σύγχρονο ελληνικό χώρο μονάχα διαιωνίζεται από την ορθόδοξη εκκλησία. Το αίτιο της απουσίας αυτής καθίσταται έως σήμερον το πολιτικό δίπολο ανάμεσα στη άυλη υπόσταση και συνέχιση της Ρωμανίας – ήτοι « Η Ρωμανία και αν επέρασεν ανθεί και φέρει και άλλο»- και στους «συμμάχους» μας δυτικούς ως προς την κτήση του «Imperium Romanum» όπως σημειώνει η διακεκριμένη βυζαντινολόγος Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ . Θα ήτο πράγματι «υπέρ του δέοντος» μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα σήμερα να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ρωμαϊκή οικουμενική πολιτική ιδεολογία και με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και φιλοσοφία. Θα διατάρασσε τον δυτικό αξιακό νομιμοποιητικό λόγο και δη θα μετουσίωνε την θέση της Ελλάδας περιφερειακά, αλλά και παγκοσμίως. Αδιαμφισβήτητο επίσης, το γεγονός ότι ένα κράτος όπως η ελληνική δημοκρατία σήμερα ή τα ελληνικά επαναστατημένα εδάφη του 1825 δεν εδύναντο να χαράσσουν αυτοβούλως την εσωτερική κρατική ιδεολογία και εξωτερική πολιτική δίχως την παρεμβολή των εκάστοτε ισχυρότερων και υπευθύνων της υπάρξεως –ήδη πριν την σύσταση της χώρας- έως σήμερα της Ελλάδας ως κράτος υπό τις επιβεβλημένες συνθήκες των. Εξάλλου, η ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία υφιστάμενη πανταχόθεν πιέσεις ηττήθηκε και ως εκ τούτου εάλω και ο ελληνισμός έως σήμερα.
Εν κατακλείδι, παρά την προσμονή και την καθήλωση του κρατικού σύγχρονου λόγου στην αρχαία ιστορία του γένους «παραμερίζοντας» την Ρωμιοσύνη εν συνόλω με τις παρεπόμενές της αρχές, δεν επετεύχθη η επισκίασή της στους ευρύτερους λαϊκούς κόλπους των Ελλήνων, εξαιτίας διαφόρων παραγόντων – θέμα για επόμενο άρθρο. Απλούστατα πάντως, διότι δεν καθίστατο εφικτό να τεθούν σε «παρασκηνιακή λειτουργία» οι της κλασικής αρχαιότητας ύστεροι 23 αιώνες ένδοξης ιστορίας, αν προσμετρήσουμε και τους ελληνιστικούς χρόνους, βάσει των οποίων προέκυψε η «ελληνική ανατολή», στην μνήμη ενός ολόκληρου έθνους. Επί της ουσίας, η ανάγνωση της ιστορίας του γένους, η οποία ξεπερνάει τα σημερινά στενά εγχώρια όρια της Ελλάδος, δηλαδή οι 23 αιώνες, συντελεί πλέον σε μια «ανεπιθύμητη» προσέγγιση, η οποία συνεπάγεται πολλούς θιγόμενους εξωτερικά και κατά τα πρόσφατα χρόνια της ελληνικής ιστορίας και εσωτερικά. Δυστυχώς όμως για αυτήν την σύγχρονη ιδεοληψία η ιστορία της Ελλάδας εκτός των σημερινών αδιαπέραστων εσχατιών φέρει «βαρύ» φορτίο, ώστε να λησμονηθεί. Για παράδειγμα το θέμα της Ελλάδος δεν συγκρίνετο με την «αίγλη» πολλών αντιστοίχων της Μ. Ασίας σε όλα τα επίπεδα. Το κέντρο βάρος του ελληνισμού είχε προ πολλού «μετατοπιστεί» εν προκειμένω στην Ανατολή. Άλλωστε, όπως είχε διεπιστώσει η προαναφερθείσα βυζαντινολόγος «Η Ελλάδα είναι το μόνο βαλκανικό κράτος που δεν απελευθέρωσε την πρωτεύουσά του».
 https://cognoscoteam.gr

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Ρωμιοσύνη, εκδυτικισμός και νέος ελληνισμός - ΗΧΗΤΙΚΟ – π. Ιωάννης Ρωμανίδης


Στις 22 Απριλίου του 1989 ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης έδωσε μια πολύ σημαντική ομιλία στην Μητρόπολη Λευκάδος, μια από τις λίγες ομιλίες του που είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο.
Ο σημαντικός θεολόγος και ιστορικός της Ρωμιοσύνης, σε αυτή του την ομιλία, μίλησε για τις αιτίες και τον λόγο που οδηγηθήκαμε στην κατάργηση της Ρωμανίας αλλά και στην δυτικοποίηση της Ορθοδοξίας.

Σχόλιο
 και περιμένετε η φραγκοκρατούμενη χώρα να πάρει ανάσα... θα μας ξεκάνουν τελείως, γιατί δεν ακούσαμε το γένος, την πίστη και τους προγόνους μας αλλά τους ξενόφερτους παπατζήδες.

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Η Ρωμιοσύνη ως κομμάτι και ως εχθρός της Ευρώπης

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

Βυζάντιο και Ευρώπη


Η ταυτότητα της Ευρώπης έχει πολλαπλές αναγνώσεις και ακόμη περισσότερες ρίζες και παράγοντες που επηρέασαν τη διαμόρφωση της, όπως η ρωμαϊκή πολιτική παράδοση, η ελληνική φιλοσοφία, η ιουδαιοχριστιανική πνευματικότητα και ηθική, το αγωνιστικό πνεύμα των βορείων-γερμανικών λαών κ.α.  Ως όμως πολιτικός και πολιτισμικός χώρος ενιαίος και διακριτός από τον λοιπό κόσμο, η Ευρώπη «γεννιέται» το Μεσαίωνα.  Η σύγχρονη έννοια της Ευρώπης, ή της «Δύσεως» (όρος που μπορεί να θεωρηθεί ευρύτερος ή στενότερος του πρώτου, αναλόγως της ερμηνείας), πηγάζει από τις πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές παραδόσεις του Μεσαίωνος, από την ενωτική ιδέα της Χριστιανοσύνης και της Αυτοκρατορίας.  Πρώτη φορά το 15ο αιώνα, οπότε η οθωμανική εισβολή αποτελεί εκ νέου έναν μεγάλο κοινό εχθρό της Χριστιανοσύνης, χρησιμοποιείται ο όρος «Ευρώπη» για την πολιτική και γεωγραφική διάσταση του χριστιανικού πολιτισμού. Τότε επίσης καταρτίζονται τα πρώτα σχέδια, ουτοπικά για την εποχή τους οράματα, για την πλήρη πολιτική συγκρότηση της Ευρώπης-Χριστιανοσύνης σε ένα κράτος.

Πλήθος ιστορικών ανέπτυξε συστηματικά τη διαφοροποίηση σε επίπεδο πολιτισμού, θρησκείας και πολιτικής αντιλήψεως και πρακτικής του Βυζαντίου ως προς τη δυτική Ευρώπη.  Τα ιστορικά βιώματα, η γλώσσα και δημογραφία, οι αναγκαιότητες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, οι φιλοσοφικές και κοσμοθεωρητικές παρακαταθήκες της αρχαιότητος, οι ανταγωνισμοί ισχύος και η μέθοδοι διερευνήσεως των θείων πραγμάτων σχημάτισαν δύο διαφορετικά παραδείγματα, τα οποία ναι μεν είχαν συνείδηση των κοινών τους καταβολών, αλλά απομακρύνθηκαν τόσο πολύ μέσα στο χώρο και το χρόνο που κατέληξαν σε μία σφοδρή και συναισθηματικά-«ιδεολογικά» φορτισμένη αντιπαλότητα.


Το Βυζάντιο βεβαίως γεννήθηκε με το διαχωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα τέλη του 4ου αιώνος.  Ενώ όμως το ανατολικό τμήμα επέζησε, το δυτικό κατέρρευσε υπό τις γερμανικές εισβολές.  Μέσα στο χάος η Εκκλησία της Ρώμης βρέθηκε να είναι ο μόνος θεσμός με την ικανότητα να υπερβεί σύνορα και φυλές.  Επίσκοποι και ιεραπόστολοι ανέλαβαν να εκχριστιανίσουν τους βαρβάρους και να διαφυλάξουν τα υπολείμματα πολιτισμού.  Τους πρώτους αιώνες ο πάπας βρέθηκε υπό βυζαντινή επιρροή.  Στη συνέχεια γεωπολιτικές ανακατατάξεις και θρησκευτικές έριδες θα διασαλέψουν την ομόνοια ανάμεσα στις δύο Ρώμες.  Βρίσκοντας νέους προστάτες στο πρόσωπο των Φράγκων, οι πάπες εν τέλει θα χειραφετηθούν από το Βυζάντιο.  Η φραγκο-παπική σύγκλιση θα οδηγήσει στη γέννηση μίας νέας αυτοκρατορίας, όταν το έτος 800 ο Καρλομάγνος θα στεφθεί Ρωμαίος αυτοκράτορας.  Το γεγονός αυτό θα σηματοδοτήσει τη γέννηση μίας οικουμενικής τάξεως ανταγωνιστικής της βυζαντινής, καθώς η Παλαιά Ρώμη διεκδικεί ξανά τη θέση της ως caput mundi.  Μετά την παρακμή των Φράγκων, το 10ο αιώνα τη σκυτάλη της Δυτικής αυτοκρατορίας θα λάβουν οι Γερμανοί.  Παράλληλα ο πάπας, έχοντας πλέον την πίστη βασιλέων από τα Βρετανικά νησιά ως την Κεντρική Ευρώπη, αξιώνει ανοικτά τα θρησκευτικά πρωτεία.  Η Δυτική Ευρώπη αναπτύσσεται οικονομικά και στρατιωτικά, προκαλώντας την ανησυχία του Βυζαντίου.

Τα δύο τμήματα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 395.  Η κατάρρευση του δυτικού προκάλεσε κενό ισχύος και νομιμοποιούσας τάξεως στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα το κενό να επιχειρήσει να καλύψει ο πάπας και οι Φραγκο-Γερμανοί.

Αντιπαράθεση της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (μπλε) και της γερμανικής Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (κόκκινο) τον 11ο αιώνα.
Τον 11ο και 12ο αιώνα ο ανταγωνισμός θα κορυφωθεί και οποιαδήποτε ψήγματα ενότητος θα χαθούν στη δίνη δύο εξελίξεων:  του Σχίσματος και των Σταυροφοριών.  Με την πρώτη οι δύο Εκκλησίες, που ήταν και οι πνευματικοί και κοσμοθεωρητικοί πυλώνες των δύο αυτοκρατοριών-συστημάτων, διαχώρισαν τελείως τις πορείες τους.  Το Βυζάντιο εισέρχεται σε τροχιά παρακμής, ενώ στη Δύση η παποσύνη επιβάλει την ανωτερότητα της επί των κοσμικών βασιλέων.  Αυτές οι μεταβολές θα οδηγήσουν στο δεύτερο κομβικό γεγονός.  Ανταποκρινόμενη στις βυζαντινές εκκλήσεις για αρωγή και εξυπηρετώντας διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες, η Εκκλησία της Ρώμης θα καλέσει τους ιππότες της να παύσουν την αλληλοσφαγή και να εκστρατεύσουν στους Αγίους Τόπους κατά των μουσουλμάνων (1095).  Το Βυζάντιο, υπό τη στιβαρή διακυβέρνηση της δυναστείας των Κομνηνών, θα προσπαθήσει να χειραγωγήσει το σταυροφορικό κίνημα και στην πορεία θα μεταβάλει τις πολιτικές του πρακτικές προσπαθώντας να διασώσει και να επεκτείνει την επιρροή του, θέτοντας υπό έλεγχο τους ατίθασους Φράγκους, που ενίοτε το έβλεπαν σαν στόχο εξ ίσου με το Ισλάμ.  Αυτή η άβολη ισορροπία θα διατηρηθεί για λιγότερο από έναν αιώνα.  Η αμοιβαία καχυποψία, ο οικονομικός ανταγωνισμός και η αναζωπύρωση της βυζαντινο-γερμανικής αυτοκρατορικής έριδος θα οδηγήσει στην κατάρρευση των διμερών σχέσεων, την οποία θα επισφραγίσει η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως κατά την Δ’ Σταυροφορία (1204).  Η ακόλουθη φραγκοκρατία και οι βεβιασμένες διακηρύξεις Ένωσης της ανατολικής Εκκλησίας με τη δυτική το 1274 και 1439 (απονενοημένα διαβήματα της δυναστείας των Παλαιολόγων, μήπως και ανακοπεί η οθωμανική λαίλαπα) θα χαλυβδώσουν ένα ρωμαίηκο πνεύμα αντιλατινισμού.


Δημιουργείται συνεπώς το ερώτημα, κατά πόσον το Βυζάντιο και η ευρωπαϊκή Δύση αποτελούν τα δύο μισά ενός ενιαίου πολιτισμού (pars orientalis/occidentalis, ανατολικό και δυτικό τμήμα της Ρώμης) ή δύο ξεχωριστούς πολιτισμούς, καταδικασμένους σε μόνιμη αντιπαλότητα λόγω του βάθους και της εντάσεως της ετερότητος τους.  Από τη μία πλευρά η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την παραδοσιακή τριάδα της ευρωπαϊκότητος (Ελλάς, Ρώμη, Χριστιανισμός) κηρύσσει το Βυζάντιο ως το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος.  Από την αντίθετη οJacques Le Goff βλέπει την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους το 1453 ως «το τέλος μίας αναπηρίας για την ευρωπαϊκή ενότητα», καθ’ ότι ναι μεν η θρησκευτική διαφοροποίηση ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού διατηρείται, αλλά ο πρώτος μένει χωρίς πόλο ισχύος και σύστημα πολιτικής εξουσίας διακριτό με της Δύσεως.

Η αντιπάθεια για το Βυζάντιο που αναπτύχθηκε στη Δύση μετά τις Σταυροφορίες, τροφοδοτούμενη από τη συνέχιση της πολιτικής αντιπαλότητος και της θρησκευτικής έριδος (αδιάψευστοι μάρτυρες τα δεκάδες συγγράμματα «κατά των σφαλμάτων των Ελλήνων», contra errores graecorum, που εμπλουτίζουν τη ρωμαιοκαθολική βιβλιογραφία), συνεχίστηκε και μετά το τέλος του Μεσαίωνος.  Η αποκοπή της Κωνσταντινουπόλεως από τη ρωμαϊκή κληρονομιά (που πλέον νέμεται ο πάπας και ο Γερμανός αυτοκράτορας) επισημοποιείται με την επινόηση του όρους «Βυζαντινός» το 17ο αιώνα.  Ο νέος όρος θα γίνει συνώνυμος της διαφθοράς, της υποκρισίας, της παρακμής και της ασκόπου πολυπλοκότητος (byzantinism).  Οι λόγιοι του Διαφωτισμού θα επιτεθούν με σφοδρότητα στο Βυζάντιο, στα πλαίσια της γενικής απαξίωσης που επιφυλάσσουν στο χριστιανισμό, το Μεσαίωνα και τη μοναρχία.  Η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκατέστησε τη μεσαιωνική και βυζαντινή περίοδο στο δέοντα σεβασμό ως ακαδημαϊκά αντικείμενα, αιώνες όμως προκαταλήψεως ακόμη συσκοτίζουν τις προσπάθειες για κατανόηση και εκτίμηση του ανατολικού πολιτισμού.  Όταν αναπτύχθηκε ο νεοελληνικός εθνικισμός, οι διανοητικοί του πατέρες (με προεξάρχοντα τον Αδαμάντιο Κοραή) επέλεξαν την αρχαία Ελλάδα (η οποία από την Αναγέννηση και ύστερα βρισκόταν πολύ υψηλά στη συνείδηση των Ευρωπαίων) και όχι το αντιπαθές, «σκοταδιστικό» Βυζάντιο για να πλάσουν την ταυτότητα του νέου έθνους-κράτους.  Η αντίθεση μεταξύ της βυζαντινής κληρονομιάς και της ταυτίσεως με τη Δύση είναι κεντρικό μοτίβο κάθε προσεγγίσεως του ζητήματος της ελληνικότητος, τόσο για τους υπερμάχους όσο και για τους αρνητές της.

 
Χάρτης του Μεγάλου Σχίσματος (1054). Με γαλάζιο οι ορθόδοξες χώρες, με πορτοκαλί οι καθολικές.

Το Βυζάντιο ως αντίπαλος της Ευρώπης:  θεωρία και εργαλειοποίηση


Πέρα όμως από αυτά τα ζητήματα εσωτερικών ιδεολογιών ή ιστορίας του πολιτισμού, η επισήμανση της αντιπαλότητος Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως στο βαθμό της εξώσεως του Βυζαντίου από την Ευρωπαϊκή ταυτότητα και ιστορία έχει βαθιές πολιτικές σκοπιμότητες και προεκτάσεις, που σήμερα εκφράζονται κυρίως στην αντιπαλότητα του ατλαντικού στρατοπέδου (ΗΠΑ-ΕΕ) με τη Ρωσία, το μόνο «τέκνο» της Βυζαντινής Κοινοπολιτείας με μεγάλη ισχύ και αξιώσεις διεθνούς ηγεμονίας.  Αυτό θα εξεταστεί μέσα από την οπτική δύο συγγραφέων που επιχείρησαν να διαχωρίσουν την υφήλιο και να ερμηνεύσουν την ιστορία βάσει πολιτισμών, του Γερμανού ιστορικού και φιλοσόφου Oswald Spengler και του Αμερικανού διεθνολόγου Samuel Huntington.

Ο Spengler έγραψε το μνημειώδες έργο «Η Παρακμή της Δύσεως» (1918), χωρίζοντας την ανθρώπινη ιστορία όχι σε εποχές αλλά σε μεγάλους πολιτισμούς, με κυκλική πορεία αναπτύξεως, δηλαδή γέννηση, ακμή, παρακμή και πτώση.  Για το συγγραφέα ο Βυζαντινός και εν γένει ανατολικός χριστιανικός πολιτισμός διαφοροποιείται τόσο από τον αρχαίο ελληνορωμαϊκό (κλασσικό) όσο και από αυτόν της δυτικής Ευρώπης (φαουστικό).  Ανήκει στην κατηγορία των «μαγικών» πολιτισμών, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από έμφαση στο μυστηριακό, το υπερφυσικό και το συλλογικό στοιχείο της φύσεως και της κοινωνίας, συνδέοντας την εξουσία με το ιερό.  Αυτό τον κάνει ασύμβατο τόσο ως προς την κλασσική Ελλάδα και Ρώμη, όπου επικρατεί το «απολλώνιο» πνεύμα, όσο ως προς τη «φαουστική» Δύση, κόσμοι χαρακτηριζόμενοι από φιλομαθή περιέργεια, ευρύτητα πνεύματος, έμφαση στο άτομο και την ελευθερία του.  Ο μαγικός πολιτισμός είναι ικανός για μεγαλειώδη επιτεύγματα, αλλά από την άλλη πάσχει από διανοητική στειρότητα και έχθρα προς την επιστημονική έρευνα, την καινοτομία και την ανεξάρτητη ατομική κρίση.  Ο χριστιανισμός γεννήθηκε από τον μαγικό πολιτισμό, όμως ο εξελληνισμός και εκγερμανισμός του στη Δύση συνδέθηκε με το αρχαίο φαουστικό πνεύμα και συνέθεσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.  Το μαγικό Βυζάντιο ομαδοποιείται μαζί με τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο, την αρχαία Περσία και Βαβυλώνα.  Η Κωνσταντινούπολη ιδρύθηκε μεν ως πόλη της ύστερης ρωμαϊκής αρχαιότητος αλλά την εποχή που έφθανε στις πύλες της ο Γοδεφρείδος ντε Μπουγιόν και η Α’ Σταυροφορία, ήταν μία «οψιμοαραβική κοσμόπολη».

Χρησιμοποιώντας έναν όρο της μεταλλειολογίας, ο Spengler παρατηρεί στην ιστορία των πολιτισμών το φαινόμενο της «ιστορικής ψευδομορφώσεως».  Ψευδομόρφωση είναι το φαινόμενο όπου ένας παλαιότερος, ξένος πολιτισμός επιβάλλεται τόσο έντονα στο γεωγραφικό χώρο όπου έχει γεννηθεί ένας νεαρότερος, σε σημείο που ο δεύτερος δεν μπορεί να αναπτυχθεί και αποτυγχάνει να διαμορφώσει αυθεντική έκφραση και διακριτή συνείδηση.  Ο νέος πολιτισμός λοιπόν, αδυνατώντας να χειραφετηθεί με τις δικές του δημιουργικές δυνάμεις, καλλιεργεί ένα σφοδρό μίσος για τον άλλον πολιτισμό που τον κυριάρχησε.  ΟSpengler γράφει πως αυτό συνέβη στην περίπτωση του μαγικού-αραβικού πολιτισμού, ο οποίος κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους (κλασσικός πολιτισμός) προτού αναπτυχθεί-η νίκη του Οκταβιανού στο Άκτιο (31 π.Χ.) θεωρείται πρόξενος ιστορικής ανωμαλίας.  Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται στη Ρωσία.  Ο ρωσικός πολιτισμός είχε καθαρά βυζαντινή προέλευση και άρα μαγικά στοιχεία, πολλαπλώς ασύμβατα με τη Δύση.  Όμως το 18ο αιώνα ο τσάρος Πέτρος ο Μέγας επέβαλε μία σειρά εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων που είχαν στόχο όχι μόνο την τεχνική-διοικητική αναβάθμιση της χώρας στα δυτικά πρότυπα, αλλά στον εξευρωπαϊσμό του πολιτισμού και του χαρακτήρα της.  Η νέα πόλη της Αγίας Πετρουπόλεως ήταν το σύμβολο της νέας εποχής, στην οποία το φαουστικό πνεύμα αποπειράται να καταπνίξει το ρωσικό.  Το ρωσικό πνεύμα είναι βαθιά θρησκευτικό, ριζωμένο στη μεταφυσική αναζήτηση.  Στην κριτική του Ντοστογιέφσκι στη νεωτερικότητα και τη Δύση ο Spengler εντοπίζει την καταπιεσμένη καρδιά της Ρωσίας, ασφυκτιούσα υπό τον δυτικό ορθολογισμό και τον μαρξιστικό υλισμό αργότερα.  Για τα πλέον παραδοσιακά στρώματα η Δύση είναι το αντίστοιχο της βιβλικής Βαβυλώνος:  ενώ η Μόσχα είναι η κοιτίδα της βυζαντινής, ορθοδόξου, «Αγίας Ρωσίας», η Αγία Πετρούπολη είναι η μισητή μήτρα της ξενομανίας και ο ιδρυτής της προτύπωση του Αντιχρίστου.

Η εμφάνιση της Ρωσίας ως δυνάμεως ολότελα ξένης σε σχέση με την λοιπή Ευρώπη, λιγότερο πολιτισμένης και μη μετεχούσης στις δυτικές αξίες θεμελιωνόταν στην αποκοπή του Βυζαντίου από το κλασσικό ελληνορωμαϊκό πνεύμα, εξυπηρετώντας την εξωτερική πολιτική των δυτικών και κεντρικών δυνάμεων το 19ο και 20ο αιώνα.  Αυτό ήταν ιδιαίτερα έντονο στη Γερμανία, όπου λόγω γεωγραφίας η σλαβοφοβία-ρωσοφοβία ήταν ισχυρή.  Το 19ο αιώνα, ο περιβόητος στην Ελλάδα JPFallmerayer δεν ανέπτυξε τη θεωρία του περί της καταγωγής των Ελλήνων από κάποιο συγκεκριμένο μίσος για το νεαρό κράτος.  Η ορθόδοξη Ελλάδα όμως ήταν δυνητικός σύμμαχος της Ρωσίας, μεγάλου αντιπάλου της Γερμανίας και της Αυστρίας.  Στα πλαίσια των παρακινήσεων του για υποστήριξη των Οθωμανών εναντίον της ρωσικής εξαπλώσεως, ο Fallmerayerπροσπάθησε να αποκόψει τους Νεοέλληνες από το κλασσικό τους παρελθόν, δηλαδή από τους δεσμούς τους με τη Δύση.  Το κύμα του φιλελληνισμού είχε εν πολλοίς στηριχθεί στον παραλληλισμό των εξεγερμένων Ελλήνων με τους ενδόξους αρχαίους προγόνους των, αν λοιπόν αυτή η αντίληψη κατερρίπτετο, το ελληνικό κράτος θα έχανε τη διεθνή συμπάθεια και θα αποδυναμωνόταν, κάτι που θα αποτελούσε τροχοπέδη στα ρωσικά σχέδια για τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.  Παρ’ ότι υπέρμαχος της Δύσεως εναντίον της σλαβο-ρωσικής ορθοδόξου Ανατολής, ο Fallmerayer υπήρξε συστηματικός μελετητής του Βυζαντίου και εκ των πατέρων της γερμανικής βυζαντινολογίας.

Ο περιβόητος χάρτος των πολιτισμών του Huntington.  Η διάκριση δυτικού και ορθοδόξου πολιτισμού, όπως και η συμπερίληψη της Ελλάδος στον δεύτερο, προκάλεσε σφοδρή κριτική.

Το 1996 ο Samuel Huntington αμφισβήτησε το μεταψυχροπολεμικό όραμα της ολοκληρωτικής επικρατήσεως του δυτικού φιλελευθερισμού, της δημοκρατίας και της ειρήνης, αντιτάσσοντας πως τον ανταγωνισμό μεταξύ καπιταλισμού και κομουνισμού θα διαδεχόταν η «σύγκρουση των πολιτισμών», όπου πλέον οι περισσότερες και μεγαλύτερες συγκρούσεις θα γίνονταν βάσει πολιτιστικών διαφορών.  Για τον Huntington βασικό χαρακτηριστικό για την ομαδοποίηση των πολιτισμών είναι η θρησκεία, καθώς δίνει ιδιαίτερη βάση στην «εκδίκηση του Θεού» και την αύξηση της πολιτικής σημασίας των θρησκειών.  Συνεπώς, η ανατολική Ευρώπη, από την Ελλάδα ως τη Ρωσία, χαρακτηρίζεται τμήμα του «ορθοδόξου πολιτισμού».  Ο δυτικός πολιτισμός γίνεται αντιληπτός ως δημιούργημα του δυτικού χριστιανισμού, ρωμαιοκαθολικού και διαμαρτυρομένου. ενώ θεωρείται ως ο πληρέστερος κληρονόμος της αρχαίας Ελλάδος και Ρώμης, με τον ορθόδοξο και τον ισλαμικό πολιτισμό να θεωρείται πως έλαβαν δευτερεύουσες μόνον επιρροές από τον κλασσικό κόσμο.  Ο Huntington κάνει συχνά λόγο για τα«σύνορα της Ορθοδοξίας» που υπερασπίζεται η Ρωσία, και για την ταύτιση του ΝΑΤΟ με τη δυτική Χριστιανοσύνη.  Επισημαίνει δε το διχασμό της Ουκρανίας, της οποίας το ανατολικό μισό έχει ρωσικό-ορθόδοξο χαρακτήρα ενώ το δυτικό έχει μεγάλους καθολικούς πληθυσμούς και πολωνικές, ουγγρικές και αυστριακές επιρροές.

Με την ανάκαμψη της Ρωσίας επί Βλαντίμιρ Πούτιν και την ανησυχία της Ευρώπης για την αυξανόμενη ισχύ και αυτοπεποίθηση της στα διεθνή τεκταινόμενα, το δυτικό αφήγημα εναντίον της Μόσχας είναι δραστικά διαφορετικό από ότι επί Ψυχρού Πολέμου.  Πριν το 1990 οι δυτικές δημοκρατίες υπερασπίζονταν το χριστιανισμό έναντι της άθεης ΕΣΣΔ, ενώ τώρα προβάλλεται το φόβητρο της θρησκειοκεντρικής Ρωσίας που διαδίδει το συντηρητισμό και τον εθνικισμό στην ολοένα και πιο φιλελεύθερη, κοσμική, πολυπολιτισμική και ανεκτική Δύση.  Η Ρωσία και η Ορθοδοξία, ιστορικές «μορφές» που πηγάζουν από το Βυζάντιο και βρίσκονταν εκτός σημαντικών διεργασιών που διεμόρφωσαν το σύγχρονο δυτικό πολιτισμό (Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμός κ.α.), εκ νέου αντιπαρατίθενται στην Εσπερία, η οποία ναι μεν εισέρχεται σε μεταχριστιανική φάση αλλά εξακολουθεί να διεκδικεί την κλασσική κληρονομιά και το οικουμενικό πρωτείο με τον ίδιο τρόπο που το έκανε ο Καρλομάγνος και οι πάπες απέναντι στο Βυζαντινό αυτοκράτορα.  Παρ’ ότι σήμερα το Βυζάντιο είναι πιο αξιοσέβαστο από ποτέ στον ακαδημαϊκό χώρο, η κακή του φήμη δεν έχει εξαλειφθεί από την δυτική κουλτούρα.  Ακόμη και τώρα η Βυζαντινή διπλωματία και πολιτική, η πιο εξεζητημένη και φιλειρηνική της εποχής της, υποβιβάζεται στη μέθοδο του «να κατηγορείς τους άλλους για ότι κάνεις εσύ», τον αυταρχισμό, το συγκεντρωτισμό, την απανθρωπία και τον επεκτατισμό, ατυχεστάτους αναχρονισμούς που διαιωνίζουν αιωνόβια ψεύδη για να επιτεθούν στον «ανατολικό εχθρό», τότε την Κωνσταντινούπολη, σήμερα τη Μόσχα.

Η επισήμανση των διαφορών μεταξύ των πολιτισμών που διεμόρφωσε ο ανατολικός και ο δυτικός χριστιανισμός είναι δόκιμη και γίνεται πολλάκις στο ανά χείρας κείμενο.  Η ιδιαίτερη ιστορική ανάπτυξη της Ελλάδος, της Ρωσίας και άλλων χωρών που βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ κόσμων και πολιτισμών μπορεί επιτυχώς να αναζητηθεί στο Βυζάντιο, είτε η κληρονομιά αυτή επαινείται ως πολύτιμη είτε στηλιτεύεται ως βάρος και ιστορική κακοτυχία.  Η θεολογική διαπάλη μεταξύ Πρεσβυτέρας και Νέας Ρώμης μπορεί σήμερα να φανεί αδιόρατα στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία, ηθική, πολιτική θεωρία και τέχνη.  Όμως οι ως τώρα προσπάθειες, σε μεγάλο βαθμό λόγω πολιτικής σκοπιμότητος και αγνοίας για το Βυζάντιο, αποτυγχάνουν να δώσουν μία ορθή περιγραφή τόσο της ιστορίας, όσο και της τρεχούσης αποτυπώσεως της.  Ο διαχωρισμός του αρχαίου πολιτισμού από το Βυζάντιο και η υπαγωγή του στη Μέση Ανατολή είναι παράλογη, καθώς η «βασιλεία των Ρωμαίων» καθ’ όλην τη διάρκεια της ιστορίας της διετήρησε εντονότατα στοιχεία της αρχαίας ελληνορωμαϊκότητος, από την τέχνη και την πολιτική ορολογία ως τη γλώσσα, τη στρατιωτική οργάνωση και τη θεολογική διατύπωση και μέθοδο.  Η Δύση εν πολλοίς ήρθε σε επαφή με την αρχαία γραμματεία μέσω του Βυζαντίου.  Προφανώς οι επιρροές των ανατολικών πολιτισμών δίνουν στο Βυζάντιο μία εξωευρωπαϊκή χροιά, επ’ ουδενί όμως αυτό δε γίνεται να σκιάσει το γεγονός πως το Βυζάντιο υπήρξε κιβωτός και προαγωγός όλων των πολιτιστικών στοιχείων της ευρωπαϊκής ιδιοπροσωπίας, όπως το ρωμαϊκό δίκαιο, η ελληνική ποίηση και η χριστιανική πίστη.  Για σημαντικό διάστημα υπήρξε δε το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που τα συνέθετε όλα μαζί.  Το Βυζάντιο υπήρξε η άμυνα και ο κυματοθραύστης της Ευρώπης απέναντι στις περσικές, αραβικές και τουρκικές επιδρομές, θρησκευτικό και οικονομικό κέντρο οικουμενικής ακτινοβολίας, πηγή και τόπος συντηρήσεως των αρχαίων κειμένων, δημιουργός του ευρωπαϊκού δικαίου (Ιουστινιανός), επί αιώνες μόνιμος Σταυροφόρος και εγγυητής των Αγίων Τόπων, ως και πάτρωνας της Εκκλησίας της Ρώμης κατά των αιρετικών και των βαρβάρων.  Δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί η ευρωπαϊκή και η μεσαιωνική ιστορία δίχως την τεράστια συμβολή του Βυζαντίου.  Εν ολίγοις, Βυζάντιο και Δύση ήταν (και είναι δια τον διαδόχων τους) διαφορετικοί πολιτισμοί, μετέχουν όμως αμφότεροι της κλασσικής παρακαταθήκης και αποτελούν ισότιμα «μέλη» του ευρωπαϊκού «σώματος».

Η θεωρία του Huntington περί συγκρούσεως των πολιτισμών έχει δεχθεί πολύπλευρη κριτική, από τη μέθοδο ομαδοποιήσεως των πολιτισμών, υπεραπλούστευση και γενικεύσεις μέχρι τις πολιτικές σκοπιμότητες που μπορεί να εξυπηρετεί.  Οι Σταυροφορίες της παποσύνης στους Αγίους Τόπους, ένεκα του εντόνου θρησκευτικού υποβάθρου των, μπορούν υπό μίαν έννοια ενταχθούν σε αυτό το πλαίσιο, ως υπαρξιακή διαπάλη μεταξύ της (δυτικής) Χριστιανοσύνης και του Ισλάμ.  Παρ’ ότι αμφότεροι οι «κόσμοι» ήταν πολλαπλώς διασπασμένοι και συνηθέστατα αλληλοσπαρασσόμενοι (με τα συμβατικά γεωπολιτικά συμφέροντα να υποσκάπτουν την ενότητα των πιστών), τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι χριστιανοί είδαν τις Σταυροφορίες ως έναν ολοκληρωτικό, ιερό πόλεμο απέναντι σε έναν εχθρικό, άπιστο πολιτισμό.  Όμως ο ανταγωνισμός Δύσεως και Βυζαντίου δύσκολα θα μπορούσε την περίοδο εκείνη να χαρακτηριστεί ως σύγκρουση πολιτισμών, ακριβώς λόγω της εξαπολύσεως των Σταυροφοριών.  Οι παπικές-αυτοκρατορικές συνομιλίες και η Α’ Σταυροφορία αποδεικνύουν πως παρά το πολιτισμικό και θεολογικό χάσμα ή τις πολιτικές αντιζηλίες οι δύο χριστιανικοί κόσμοι είχαν τη συνείδηση του Ενός.  Κατά τραγική ειρωνεία, ήταν οι Σταυροφορίες που μετέτρεψαν την απόσταση σε βαθύ, επώδυνο ρήγμα.  Μετά την Γ’ και ιδίως τη Δ’ Σταυροφορία, με τα γεγονότα της σφαγής των Λατίνων και των πρώτη άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, μιλάμε για σύγκρουση πολιτισμών, με αμοιβαία ανάπτυξη μίσους και περιφρονήσεως.  Η τελική σύγκρουση Ευρωπαϊκής Ανατολής και Δύσεως κυοφορείται από το 800, διαφαίνεται το 1054 και εκδηλώνεται πλήρως από το 1182/1204.  Οι πρώτες Σταυροφορίες ήταν εν μέρει μία ύστατη προσπάθεια επουλώσεως των πληγών, με τα απολύτως αντίθετα αποτελέσματα.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η Ευρώπη γεννηθηκε το Μεσαίωνα;, Jacques Le Goff

Γιατί το Βυζάντιο;, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Η Παρακμή της Δύσης, Oswald Spengler

Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο Ανασχηματισμός της Παγκόσμιας Τάξης, Samuel Huntington


Μπεκιάρης, Ι., Οι θεωρητικοί της Realpolitik Huntington-Toynbee-Falmerayer, Η Νέα Πολιτική, τ. 16, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2015

http://mnovakopoulos.blogspot.com/2018/02/blog-post.html