Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΣΧΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Εσταυρώθης δι’ εμέ, ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν.

 Posted on 10 Απριλίου, 2026

Κυριακή 27 Απριλίου 2025

ΑΝΑΣΤΑΣΗ: ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 Βιώνουμε ἤδη τήν πανευφρόσυνη Πασχαλινή ἀτμόσφαιρα καί ζοῦμε τήν εὐδαιμονία τῆς Λαμπρῆς. Τό μεγαλεῖο, ὅμως, καί τή χαρά τῆς Ἀναστάσεως δέν μποροῦμε νά τά κάνουμε κτῆμα μας, ἄν δέν νιώσαμε πρῶτα, σ’ ὅλο του τό βάθος, τό Θεῖο Πάθος. Διαφορετικά, τό Πάσχα μετατρέπεται σέ ἕνα παραδοσιακό, ἐτήσιο, ἑορταστικό γεγονός, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου καί ἡ πρόσκληση σέ μία νέα, ἀναγεννημένη ἐν Χριστῷ ζωή.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι γεγονός πού δέν προσεγγίζεται μέ τή λογική, οὔτε ψηλαφεῖται μέ τίς αἰσθήσεις. Πρόκειται γιά τό μέγιστο θαῦμα τοῦ Θεοῦ, πού ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης κατανόησης καί προσκρούει στίς νοητικές μας δυνάμεις. Ὅποιοι δοκίμασαν, στό παρελθόν, νά τήν προσεγγίσουν μέ τή λογική, εἴτε ὁδηγήθηκαν στήν ἀπιστία, εἴτε κατέληξαν στήν παράνοια. Τήν Ἀνάσταση μποροῦμε νά τήν πλησιάσουμε καί νά τήν βιώσουμε μόνο μέ τή δύναμη τῆς πίστεως, πού ξεπερνᾶ τά περιορισμένα ἀνθρώπινα μέτρα καί μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ἀναχθοῦμε σέ πνευματικές σφαῖρες πού ἡ λογική ἀδυνατεῖ νά ἑρμηνεύσει.

Μαρτύριο γιά τήν ἀναστάσιμη πίστη 

Ἐνῶ, ὅμως, ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου δέν ἀποδεικνύεται μέ συμβατικό καί ψηλαφητό τρόπο, ἐντούτοις, ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπό τούς καρπούς της στή ζωή τοῦ κόσμου καί τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ πρῶτος καρπός τῆς Ἀναστάσεως εἶναι οἱ Μάρτυρες, πού ἔδωσαν τό αἷμα τους, θυσίασαν τή ζωή τους, ἀρνήθηκαν τά πλούτη καί τήν ἀνθρώπινη δόξα, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι δυνατόν, τά πλήθη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων νά μαρτύρησαν γιά ἕνα ψέμα; Εἶναι δυνατόν, ἐπί εἴκοσι καί πλέον αἰῶνες Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, ἀναρίθμητα πλήθη ἀνδρῶν καί γυναικῶν, νά θυσιάστηκαν, νά μαρτύρησαν γιά μία ἀπάτη;

Ἄν ὁ Χριστός ἦταν ψεύτικος, θά εἶχε γρήγορα ξεχαστεῖ. Ἄν ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἐφεύρημα τοῦ στενοῦ κύκλου τῶν Μαθητῶν του, θά μποροῦσε, ἴσως, νά παρασύρει κάποιους ἀφελεῖς ἐκεῖνα τά χρόνια. Ἐπειδή, ὅμως, εἶναι γεγονός μοναδικό καί ἀναμφισβήτητο, ἐξακολουθεῖ νά ἐμπνέει καί νά συνεπαίρνει, μέχρι καί σήμερα, τούς χριστιανούς, πολλοί ἀπό τούς ὁποίους, σέ τόπους ὅπου διώκεται ἡ πίστη, δέν διστάζουν νά χύσουν τό αἷμα τους γιά τόν ἀναστημένο Χριστό, μιμούμενοι τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης 

Ὁ δεύτερος καρπός, μέσα ἀπό τόν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ Ἀνάσταση, εἶναι ἡ ἐξάπλωση τῆς πίστεως. Στή διάρκεια τῆς ἱστορίας, πολλές θρησκευτικές διδασκαλίες ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους στόν κόσμο. Πολλές φιλοσοφικές θεωρίες καί κοσμικά ἰδεολογήματα ἀναζήτησαν ὀπαδούς. Τίποτα, ὅμως, ἀπ’ ὅλα αὐτά δέν διατηρήθηκε στόν χρόνο καί δέν στέριωσε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Ὅλες ἔσβησαν καί ξεχάστηκαν μέ τόν θάνατο τῶν ἱδρυτῶν τους, γιατί εἶναι ἀνθρώπινες καί πεπερασμένες.

Ἡ πίστη, ὅμως, στόν ἀναστημένο Χριστό μεγαλύνθηκε καί μεγεθύνθηκε μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Κυρίου. Ἔγινε ἱεραποστολική σημαία στά πέρατα τοῦ κόσμου καί ἐξακολουθεῖ νά πορεύεται στήν ἱστορία,παρά τή λυσσαλέα πολεμική τῶν ἐχθρῶν τοῦ Θεανθρώπου. Ἡ διαιώνιση καί ἐξάπλωση τῆς χριστιανικῆς πίστης εἶναι καρπός ὄχι ἀνθρώπινων δυνάμεων καί ἱκανοτήτων, ἀλλά τῆς παντοδυναμίας τοῦ σταυρωθέντος καί ἀναστάντος Χριστοῦ.

Διατήρηση τῆς ἀναστάσιμης πίστης 

Ὑπάρχει, ὅμως, καί ἕνας τρίτος καρπός τῆς Ἀναστάσεως, πού ἀποδεικνύει τήν ἀλήθειά της· εἶναι ἡ διατήρηση τῆς πίστης, παρά τά ὀλισθήματα καί τίς πτώσεις τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν ἡ Ἐκκλησία μας ἦταν ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, θά εἶχε ἐξαφανιστεῖ πρό αἰώνων πολλῶν, κάτω ἀπό τό βάρος τῆς ἀδυναμίας καί τῆς ἀνεπάρκειας πλειάδος στελεχῶν της, πού τήν πλήγωσαν καί ἐξακολουθοῦν νά τήν πληγώνουν, μέχρι σήμερα. Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία παραμένει σταθερή καί ἑδραία, πράγμα πού σημαίνει ὅτι, πίσω ἀπό τά πρόσωπα, βρίσκεται ὁ ἀναστημένος Χριστός, πού στηρίζει τήν Ἐκκλησία του καί φωτίζει τά μέλη της μέ τό φῶς τῆς Ἀναστάσεώς του.

Ἄς δοξάσουμε τόν Θεό, ἀδελφοί μου, πού μᾶς χάρισε τούς ἁγίους Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι διαλαλοῦν ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων καί κηρύττουν, μέ πάθος καί ἀκατάλυτη ἀγάπη, μέχρι τίς μέρες μας, ὅτι Χριστός Ἀληθῶς Ἀνέστη! 

Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ.

https://apostoliki-diakonia.gr/gr_main/fk/2025/16_2025(3751).pdf

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων – Οι προφητείες που εκπληρώθηκαν κατά την Σταύρωση του Κυρίου.

 

Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων – Οι προφητείες που εκπληρώθηκαν κατά την Σταύρωση του Κυρίου.

«Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου, καὶ παθόντα καὶ ταφέντα…»
(επιλεγμένα αποσπάσματα από την ΙΓ΄ Κατήχηση): – [Μέρος πρώτο]

ΚΓ’. Εμείς όμως ας επανέλθουμε στο θέμα των προφητικών αποδείξεων που μου ζητήσατε. Σταυρώθηκε ο Κύριος, έχεις ακούσει όλες τις μαρτυρίες. Βλέπεις τον τόπο του Γολγοθά. Συμφωνείς και το επικροτείς επαινετικά και δοξολογικά. Πρόσεξε μήπως καμιά φορά, σε περίοδο διωγμού, Τον απαρνηθείς. Να μην ευφραίνεσαι μόνο σε περίοδο ειρήνης για τον Σταυρό, αλλά και σε καιρό διωγμού να έχεις την ίδια πίστη. Να μην είσαι φίλος του Ιησού τον καιρό της ειρήνης και τον καιρό του πολέμου να γίνεσαι εχθρός. (…)

ΚΔ΄. Ο Χριστός λοιπόν σταυρώθηκε για χάρη μας, Αυτός που δικάστηκε μια νύχτα παγερή και γι’ αυτό υπήρχε παραδίπλα ανθρακιά αναμμένη (πρβλ.Ιωάν.18,18: «Εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ᾿ αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος (:εκεί στέκονταν οι δούλοι και οι υπηρέτριες, οι οποίοι είχαν ανάψει φωτιά και ζεσταίνονταν δίπλα στη σωρό από τα αναμμένα κάρβουνα, διότι είχε κρύο. Μαζί τους στεκόταν κι ο Πέτρος και ζεσταινόταν)».Σταυρώθηκε την τρίτη ώρα [πρβλ. Μάρκ. 15,25: «ἦν δὲ ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν (:η ώρα ήταν τρεις από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή εννέα το πρωί, όταν Τον σταύρωσαν)»]. «Ἀπὸ δὲ ἕκτης

Κυριακή 24 Απριλίου 2022

Το σπάσιμο των κανατιών στην Κέρκυρα το Μεγάλο Σάββατο και η προέλευση του εθίμου

 




Έρη Ναθαναήλ

Της Έρης Ναθαναήλ

Tο Μ. Σάββατο στη μεγαλύτερη πλατεία των Βαλκανίων, στην ονομαζόμενη «Σπιανάδα» της Κέρκυρας αλλά και σε όλα σχεδόν τα κεντρικά σοκάκια της γραφικής πόλης λαμβάνει χώρα ένα φαντασμαγορικό και μοναδικό στο είδος του έθιμο, το σπάσιμο των κανατιών ή όπως αλλιώς ονομάζονται στο τοπικό ιδίωμα το σπάσιμο των «μπότηδων».

Το σπάσιμο των κανατιών, στις 11 π.μ. είναι μέρος της πρωινής Ανάστασης, σύμφωνα με το πατροπαράδοτο έθιμο των Κερκυραίων και μέρος ενός ευρύτερου σε περιεχόμενο και εκδηλώσεις δρώμενου, που περιλαμβάνει την περιφορά του Επιταφίου, τη μουσική ακολουθία από τις φιλαρμονικές του νησιού και φυσικά την πρωινή εκκλησιαστική λειτουργία.

 Έχουν διατυπωθεί πολλές ερμηνείες για το σπάσιμο των μπότηδων το Πάσχα στην Κέρκυρα ως προς την καταγωγή και προέλευση αυτού του εθίμου:

1. Σύμφωνα με μια πρώτη προσέγγιση, το έθιμο θεωρείται μεσαιωνικό, ως κατάλοιπο της Ενετοκρατίας. Οι καθολικοί Βενετοί συνήθιζαν να σπάνε τις παλιές στάμνες την ημέρα της Πρωτοχρονιάς αποδίδοντας τρόπον τινά “φόρο” στο νέο χρόνο, προκειμένου να τους φέρει καινούργια αγαθά στο σπίτι τους. Οι Ορθόδοξοι κάτοικοι της Κέρκυρας οικειοποιήθηκαν το έθιμο, το μετέφεραν χρονικά στην περίοδο του Πάσχα, αντικαθιστώντας όμως τα παλιά πράγματα με νέα κανάτια γεμάτα νερό, για να προκαλέσουν μεγαλύτερη φασαρία.

2. Μια δεύτερη εκδοχή έχοντας κι αυτή μεσαιωνικές ρίζες αναφέρει ότι πρόκειται για προσπάθεια να εκδιωχθούν και να απομακρυνθούν τα “μολύσματα”, δηλαδή τα κακά και μοχθηρά πνεύματα που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους και τους έβαζαν σε πειρασμό όλη την προηγούμενη χρονιά. Εξάλλου ο κρότος (όπως και ο καπνός), όπως πιστεύει ο λαός, διώχνει το κακό μακριά (Πρβ. τις σχετικές εκφράσεις «χτύπα ξύλο!») και η Ανάσταση ως γιορτή της επιβεβαίωσης της ζωής και της νίκης της ενάντια στο θάνατο είναι μια ευκαιρία να σπάσουμε τη στάμνα, ως πράξη συμβολική ενάντια στο κακό.

Το σπάσιμο των κανατιών στην Κέρκυρα το Μ. Σάββατο

3. Το έθιμο για το σπάσιμο των πήλινων αγγείων σύμφωνα με μια τρίτη εκδοχή προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο. Πρόκειται για ταφικό έθιμο, που διατηρείται μέχρι σήμερα: Σύμφωνα με μια πρόληψη που επικρατεί, την ώρα που βγαίνει η σορός του νεκρού από το σπίτι, κάποιος σπάει ένα πιάτο ή ένα πήλινο αντικείμενο έξω από την πόρτα, για να σταματήσει το κακό, ώστε ο νεκρός «να μην πάρει», δηλαδή να μην προκαλέσει το θάνατο σε κάποιον άλλον από την οικογένεια σε σύντομο χρόνο. Πάλι υπάρχει η λαϊκή λοιπόν αντίληψη ότι ο κρότος που παράγεται από το σπάσιμο των αγγείων εκτοπίζει το κακό. Το έθιμο της θραύσης αγγείων και ιδίως πήλινων από την αρχαιότητα μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο και έπειτα στη Δύση. Μια άλλη μορφή του εθίμου είναι τα βαρελότα και οι κροτίδες και όλα αυτά που παράγουν τον βροντώδη θόρυβο, με σκοπό να εκτοπίσουν το κακό. Απέναντι σε αυτήν εκδοχή όμως εκφράστηκαν και κάποιες αντιρρήσεις σχετικά με την ορθότητά της που βασίστηκαν στο οξύμωρο ως προς το πώς μπορεί να συσχετισθεί η θραύση αγγείων ως προέκταση ταφικού εθίμου και η πρόκληση κρότου για απομάκρυνση του κακού όχι τη στιγμή της Ταφής του Χριστού αλλά σε μια ώρα χαράς την ώρα της Ανάστασης.

4. Η τέταρτη εκδοχή παρουσιάζει το έθιμο ως αντιδάνειο. Ανάγει το έθιμο στα χρόνια της ελληνικής αρχαιότητας. Η απαίτηση για συλλογή των νέων φρέσκων καρπών, καθώς η φύση οργιάζει την άνοιξη, αναγκάζει στη χρήση νέων κανατιών και δοχείων για την αποθήκευσή τους. Οι αρχαίοι Έλληνες τον Απρίλιο γιόρταζαν την αρχή της γεωργικής και βλαστικής περιόδου, πετώντας τα παλιά τους κανάτια, για να γεμίσουν τα νέα με τους νέους καρπούς. Συναφής είναι και ο συσχετισμός με τη μινωική περίοδο, όπου οι Κρητικοί από την παραμονή του γάμου τους συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ χόρευαν και τραγουδούσαν, τα έσπαζαν ένα ένα, με αποτέλεσμα τα παλιά να πετιούνται και μάλιστα να θεωρείται ότι όσο πιο τελετουργικά γίνει αυτό τόσο πιο αποδοτική θα είναι και η νέα συγκομιδή, που σημαίνει και τη λήξη του χειμερινού λήθαργου και την αναγέννηση της Φύσης. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα (κι έτσι σήμερα όχι μόνο σε γάμους αλλά και σε κάθε διασκέδαση, οι Έλληνες αρέσκονται πάνω στον ενθουσιασμό τους να σπάνε πιάτα και ποτήρια, εξ ου και η γνωστή φράση «τα σπάσαμε» που χρησιμοποιείται, για να περιγράψει ένα γλέντι). Το έθιμο πέρασε όπως και άλλα ελληνικά έθιμα στη Δύση και προσαρμόστηκε στις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού, στους Ενετούς και ύστερα μέσω αυτών ξανά στους Έλληνες.

5. Σύμφωνα με μια άλλη θρησκευτική εκδοχή το σπάσιμο των μπότηδων αναπαριστά με τους κρότους την οργή για τη βδελυρή προδοσία του Ιούδα αλλά και την αναπαράσταση της θορυβώδους στιγμής της Ανάστασης.

Το σπάσιμο των κανατιών στην Κέρκυρα το Μ. Σάββατο και η προέλευση του εθίμου

Μετά το εντυπωσιακό σπάσιμο των κανατιών (μπότηδων) ακολουθεί σε όλα τα στενά της πόλης μια πανηγυρική παρέλαση των φιλαρμονικών του νησιού, που παίζουν χαρμόσυνα, και ένα απίθανο μωσαϊκό ανθρώπων, μουσικών και θεατών, που περπατούν πάνω στα θραύσματα των κανατιών φανερώνουν τη γιορτινή διάθεση που προετοιμάζει το φαντασμαγορικό δρώμενο της βραδινής Ανάστασης. Ο καθένας μπορεί να συλλέξει θραύσματα από τους σπασμένους μπότηδες, καθώς θεωρείται ότι φέρνουν καλοτυχία για τον υπόλοιπο χρόνο!

Όπως και να έχει, το έθιμο Μπότηδες στη Σπιανάδα στην Κέρκυρα που είναι ένας συνδυασμός Ενετικών Παραδόσεων και Ορθόδοξων εθίμων, αποτελεί κάτι το πρωτότυπο και φαντασμαγορικό μαζί με όλα τα υπόλοιπα που συνθέτουν τη μοναδική πολιτισμική της ιδιαιτερότητα και έναν από τους πολλούς λόγους για την επίσκεψη στο πανέμορφο αυτό νησί.

(Πρώτη δημοσίευση στο schooltime.gr – Απρίλιος 2017)

Έρη Ναθαναήλ*
Φιλόλογος

https://www.schooltime.gr/2022/04/23/to-spasimo-ton-kanation-stin-kerkira-megalo-sabbato-proeleusi-ethimou/

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Απόδοση της εορτής του Πάσχα


Ημερομηνία εορτής: 27/05/2020
Δεν βρέθηκε αγιογραφία. Παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας, αν έχετε να μας προτείνετε κάποια.
Τύπος εορτής: Με βάση το Πάσχα.
Εορτάζει 38 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.
Άγιοι που εορτάζουν:  Αποδοση Της Εορτης Του Πασχα



Βιογραφία
Την Τετάρτη της έκτης εβδομάδας μετά το Πάσχα εορτάζουμε την Απόδοση της εορτής του Πάσχα. Αν και οι περισσότερες εορτές έχουν τη απόδοση τους την όγδοη ημέρα, η Απόδοση του Πάσχα εορτάζεται την 39η ημέρα.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Η ΑΛΛΗ ΜΑΡΙΑ




π. Δημητρίου Μπόκου
«…ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή
και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον» (Ματθ. 28, 1)
Έγερνε στο τέρμα της η μέρα που ο άνθρωπος θανάτωσε τον Θεό, η Παρασκευή εκείνη του Πάσχα, η πιο ιδιαίτερη μέρα στην ιστορία του ανθρώπου. Οι τελευταίες αχτίνες χάιδεψαν μελαγχολικές το σώμα του μεγάλου νεκρού στον γυμνό λόφο του Κρανίου, καθώς τις αποτραβούσε βιαστικά ο πατέρας τους ήλιος, μη υποφέροντας άλλο να βλέπει, θέαμα φριχτό, τον Κτίστη του επάνω στον σταυρό.
Το θλιβερό δειλινό αγκάλιαζε με το θαμπό του φως την τραγική φιγούρα της μάνας, που ολημερίς συνέπασχε με τον σταυρωμένο της γιο. Εκείνος τώρα κρεμόταν άψυχος, νεκρός, καθηλωμένος στον σταυρό. Η ρομφαία του Συμεών είχε κάνει κομμάτια την καρδιά της. Εκεί στα πόδια του σταυρού θα είχε αφήσει την πνοή της κι αυτή, αν δεν την είχε δυναμώσει ο γιος της, που φάνταζε αδύναμος στα μάτια όλων κι εγκαταλειμμένος, μα που γι’ αυτήν δεν έπαυε να είναι ο παντοδύναμος Θεός. Θα ’σβηνε η μάνα από τον πόνο της, γιατί δεν πόνεσε ποτέ κανένας σαν αυτήν. Κι αυτό, γιατί και η αγάπη της ξεπερνούσε κάθε αγάπη.
Και τώρα; Τι θ’ απογινόταν ο μονογενής της άταφος, γυμνός, αναρτημένος στον σταυρό; Οι στρατιώτες έσπασαν τα πόδια των ληστών που είχαν σταυρωθεί μαζί του, για να ξεψυχήσουν. Μα αυτόν δεν τον πείραξαν. Δεν τους δόθηκε τέτοιο δικαίωμα. «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Δεν ήταν ένας κοινός κατάδικος, αν «και μετά ανόμων ελογίσθη». Ήταν ο πασχάλιος αμνός του κόσμου, άμωμος, τέλειος, αρτιμελής, διαλεγμένος ιδιαίτερα χωρίς ψεγάδι. Αμνός που προοριζόταν για τροφή, τροφή για να ζήσει ο κόσμος. «Ο βασιλεύς των βασιλευόντων» προσφέρθηκε εκούσια να σφαγεί και να δοθεί, ως «αρνίον εσφαγμένον», «εις βρώσιν τοις πιστοίς».
Μια λόγχη μόνο τόλμησε να τρυπήσει την πλευρά του, για να εξέλθει «αίμα και ύδωρ», αιώνια μαρτυρία του πραγματικού του θανάτου, εικόνα των δύο Διαθηκών, Παλαιάς και Καινής, και συνάμα συμβολική απαρχή της μέλλουσας αναγέννησης του πλάσματός του.
Μα να, που στο αχνό λυκόφως της Παρασκευής κάποιες σκιές γλιστρούν ως τον σταυρό. Οι κρυφοί μαθητές του τολμούν. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, άρχοντες επίσημοι, αψήφησαν τον φόβο των Ιουδαίων κι επιχείρησαν ο,τι δεν τόλμησαν οι απόστολοι.
Αποκαθήλωσαν τον σεπτό νεκρό απ’ τον σταυρό. Τον άλειψαν με μύρα, σμύρνας και αλόης μίγμα, «ως λίτρας εκατόν», που έφερε μαζί του ο Νικόδημος. Τον σαβάνωσαν με καθαρό σεντόνι. Τον έβαλαν σε τάφο καινούργιο, λαξεμένο σε βράχο, σ’ έναν κήπο κοντά στον Γολγοθά. Δεν είχαν καιρό να τον πάνε μακριά.
Αλλοιωμένος απ’ το γεγονός της σταύρωσης ο Ρωμαίος κεντυρίωνας Λογγίνος, μετά την αναφορά του στον Πιλάτο για τον θάνατο του Ιησού, πιστός στον λόγο του προς τη μητέρα, συνέδραμε με δύο αφοσιωμένους πραιτωριανούς του τους κρυφούς μαθητές.
Η μάνα έσφιξε στην αγκαλιά της το αιμόφυρτο άψυχο σώμα του παιδιού της και, βλέποντας πλέον τη ζωή «εν τάφω», αναλύθηκε σε σπαραχτικό, πλην θεοπρεπή, επιτάφιο θρήνο. Την κτίση ολόκληρη κάλεσε με το ανθρώπινο γένος αντάμα να τη συνδράμουν στο πρωτόγνωρο πένθος της. «Κλαύσατε και θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί».
Στην άφατη θλίψη της ράγισαν και τα άψυχα. Για μια ακόμη φορά τα σπλάχνα της δονήθηκαν ισχυρά. Στο πένθιμο σύννεφο που κάλυπτε πυκνό την ταλαιπωρημένη της ψυχή, στιγμές-στιγμές αναδύονταν πονεμένες οι μορφές των προπατόρων της, που ποικιλότροπα σε άλλες εποχές παλιές προτύπωσαν το πάθος του δικού της γιου.
-  Αγία μου μητέρα, Σάρρα! Και συ, Αβραάμ, αγαπημένε μου  πατέρα! Τι πόνο αβάσταχτο κατάφερε  ν’ αντέξει η καρδιά σας! Τότε  που φορτωμένο με τα ξύλα  της θυσίας του προπέμπατε  για τη σφαγή τον λατρευτό  σας γιο, τον Ισαάκ. Τον γιο  μου με τον πολυστέναχτο σταυρό στον ώμο εικόνιζε από τότε ο δικός σας γιος. Πως νοιώθω τώρα τον βαθύ σας πόνο! αναφωνούσε η μάνα μες στους στεναγμούς.
Μα ήρθε η ώρα που η πέτρα κύλησε βαρειά κλείνοντας τη θύρα του σκαμμένου βράχου. Το μνημείο σφραγίστηκε. Η νύχτα του Πάσχα είχε πέσει καταθλιπτική. Ο σκοτεινός τάφος έκρυψε την πηγή της ζωής. Όμως και έτσι, πάλι οι Εβραίοι δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Και νεκρός ακόμα ο Υιός του Ανθρώπου τους τρόμαζε. Η παράξενη πρόρρησή του για τριήμερη έγερση τους τρέλλαινε. Μια ισχυρή κουστωδία ανέλαβε τη φρούρηση του τάφου. Δεν υπήρχαν πια περιθώρια για απρόβλεπτα λάθη. «Η εσχάτη πλάνη» θα ήταν «χείρων της πρώτης».
Στηριγμένη στο χέρι της Μαγδαληνής Μαρίας «η άλλη Μαρία», πονεμένη ως τα κατάβαθα μα όχι απελπισμένη, αποτραβήχτηκε. Η Σαλώμη, κόρη του Ιωσήφ, και ο γιος της Ιωάννης, πιστοί στον λόγο του Διδασκάλου, την έφεραν σπίτι. Καιρός ήταν! Η τσακισμένη μάνα έπρεπε να ησυχάσει. Το σπίτι του Ζεβεδαίου ήταν ζεστό. Όλοι τους εκεί της ήταν αγαπητοί. Δικοί της άνθρωποι, παιδιά και εγγόνια του Ιωσήφ, μέλη της δικής της οικογένειας.
Ήταν μεγάλη η μέρα εκείνου του Σαββάτου. Μέρα του Πάσχα. Ιερή. Και «όλοι ησύχασαν κατά την εντολήν». Αυτήν που δόθηκε τη νύχτα του πρώτου τους Πάσχα. Τη νύχτα της εξόδου τους από την Αίγυπτο. Καμμιά δουλειά δεν επιτρεπόταν τη μέρα της μεγάλης γιορτής. Οι γυναίκες έχοντας έτοιμα αρώματα και μύρα περίμεναν υπομονητικά τη δεύτερη νύχτα.
Μα ο νους της μάνας έτρεχε. Ακολουθούσε τον γιο της βήμα-βήμα. Τον συνόδεψε στην επώδυνη ατιμωτική πορεία του ως τον σταυρό. Συμπορευόταν και τώρα νοερά μαζί του στη θριαμβευτική του κάθοδο στον Άδη. Ήξερε ότι γέννησε Θεό και όχι άνθρωπο η Μαρία. Μα ο άρχοντας του κόσμου τούτου πλανήθηκε οικτρά. Δεν μπόρεσε να καταλάβει εγκαίρως το μέγα μυστήριο, που «εν σιγή», κι απ’ τους αγγέλους ακόμα μυστικά, τελεσιουργήθηκε. Πίστεψε πως θανάτωσε αδύναμο άνθρωπο, μα βρήκε μπροστά του παντοδύναμο Θεό. Ο πονηρός δράκοντας δέθηκε. Λούφαξαν οι σκοτεινές του στρατιές.
Οι φυλακισμένες ψυχές περίμεναν έτοιμες. Αιώνες ανυπομονούσαν στα σκοτεινά υποχθόνια βασίλεια. Οι μεγάλοι προφήτες, Μωυσής, Ησαΐας και λοιποί, τους μετέφεραν τα παρήγορα μηνύματα για την έλευση του ελευθερωτή. Ο τραγικός Αισχύλος τους μιλούσε για τον γιο της παρθένου Ιούς, που κάποια στιγμή θα ελευθέρωνε τον δεσμώτη πάνω στον βράχο του Καυκάσου Προμηθέα και θα έσπαζε τα δεσμά όλων τους.
Πρόσφατα ο Θεοδόχος Συμεών τις ξεσήκωσε. Βεβαίωσε ότι πήρε βρέφος τεσσαρακονθήμερο στα χέρια του τον ερχόμενο Κύριο. Και μόλις πριν από λίγο κατέφθασε «χαίρων» ο Πρόδρομος Ιωάννης, κομίζοντας χαρμόσυνο «ευαγγέλιο». Το συνταρακτικό νέο ήταν πως είχε βαπτίσει με τα χέρια του στον Ιορδάνη τον αναμενόμενο Λυτρωτή. «Νυν εγγύτερον η σωτηρία», τους είπε. «Ήγγικεν» η ώρα. Μπορούσαν τώρα οι δεσμώτες να σηκώσουν τα κεφάλια τους. Να ανακύψουν γεμάτοι ελπίδα και χαρά. Η απολύτρωση πλησίαζε.
Και να, που το σκοτεινό βασίλειο του Άδη άστραψε στο φως και «η δόξα Κυρίου» περιέλαμψε τα πάντα: Ουρανό και γη και τα καταχθόνια. Ο θάνατος νικήθηκε κατά κράτος. Το φαρμακερό του κεντρί έσπασε. Το βασίλειό του σκυλεύθηκε. Έγινε λάφυρο στα χέρια του νικητή. Τα θεμέλιά του σαλεύθηκαν. Οι χάλκινες πύλες του Άδη άνοιξαν διάπλατα. Ο Χριστός, νικητής του θανάτου, τις έσπασε και πάτησε πάνω τους. Οι σιδερένιοι μοχλοί και τα κλείθρα τους τινάχτηκαν μακριά. Οι πυλωροί παρέλυσαν από τον φόβο. Παγγενής ο Αδάμ και η Εύα άπλωσαν τα χέρια τους στον νικητή και αυτός τους ύψωσε στα ουράνια.
Ένα πρωτόφαντο θέαμα, μια θριαμβική πορεία ακολούθησε. Ο «πρωτότοκος εκ των νεκρών», εν μέσω πολλών αδελφών, με αρίθμητη πανστρατιά πίσω του ανέβηκε «εις ύψος». Εισήλθε ως «Μέγας Αρχιερεύς» στα επουράνια «Άγια των Αγίων», στον μέχρι τότε κλεισμένο παράδεισο. Είχε προσφέρει μια για πάντα τον εαυτό του ιλαστήρια θυσία για όλους.
Τα Χερουβίμ που φρουρούσαν τη σφραγισμένη πύλη της Εδέμ, παραμέρισαν. Η στρεφομένη «φλογίνη ρομφαία» τους έσβησε παραδόξως, καθώς αντίκρυσε προπορευόμενο το ξύλο του Σταυρού. Ο ληστής πλησίασε πρώτος και άνοιξε, «βαλών» ως «κλείδα το “μνήσθητί μου”». Ο Παράδεισος «πάλιν ηνέωκται». Ο Αδάμ και η Εύα επανήλθαν στο σπίτι τους. Η εξορία τους έληξε πλέον. «Το αρχαίον κάλλος» άστραψε ξανά στα πρόσωπά τους.
«Ο νέος Αδάμ» έλυσε μια για πάντα την κατάρα «της προμήτορος Εύας». «Ο αρχαίος όφις» κατάφερε μόνο να πληγώσει τη φτέρνα του. Μα «ο Υιός της Παρθένου» είχε συντρίψει τώρα οριστικά την κεφαλή του.
Η πλατειά καρδιά της μάνας τα ’νοιωθε όλα αυτά, τα ζούσε και φούσκωνε όλο και πιο πολύ απ’ τη λαχτάρα. Πήγαινε να σπάσει απ’ την ανυπομονησία.
-  Γιέ μου! Μη με αφήνεις  μόνη μου! ψιθύριζε. Μη φεύγεις  προσπερνώντας με, εμένα τη μητέρα  σου, σιωπηλός. Μην ξεχάσεις να  κάμεις ο,τι προείπες. Δείξε μου την ανάστασή σου.
Το Σάββατο έφυγε. Η νύχτα σκέπασε ξανά τα πάντα, μα πριν καλοφέξει, στης τρίτης μέρας την αυγή, η μάνα σηκώθηκε. Οι γυναίκες γύρω της την κατάλαβαν. Ετοίμασαν τα μύρα για τον τάφο. Μα η μάνα δεν περίμενε. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Πήρε το δρόμο πρώτη μες στο σύθαμπο της αυγής. Την πρόλαβε η Μαγδαληνή και βάδισαν μαζί μέχρι τον τάφο.
Μα σαν έφτασαν εκεί πάγωσαν. Ένας φωτεινός άγγελος βρισκόταν μπροστά τους. Η όψη του έλαμπε σαν αστραπή, τα ρούχα του κατάλευκα σαν χιόνι. Καθόταν πάνω στην πέτρα που είχε αποκυλίσει από τη θύρα του μνημείου.
-  Μη φοβάστε! τους είπε. Ξέρω πως ζητάτε τον σταυρωμένο  Ιησού. Μα δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε. Κοιτάξτε το άδειο μνημείο, όπου  βρισκόταν το σώμα του.
Λέγοντας αυτά παραμέρισε. Τις άφησε να μπουν στον τάφο και να δουν. Ήταν αλήθεια λοιπόν! Ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήταν εκεί. Η φθορά του τάφου δεν μπόρεσε να αγγίξει το άγιο σώμα του.
-  Και τώρα, συνέχισε  ο άγγελος, τρέξτε! Πείτε τη χαρμόσυνη  είδηση στους μαθητές. Ιδιαίτερα  στον Πέτρο. Θα τους συναντήσει όλους ξανά στη Γαλιλαία.
Οι γυναίκες βγήκαν απ’ το κενό μνημείο εκστατικές. Έτρεμαν απ’ τη χαρά και τον φόβο. Πήραν τον δρόμο τρέχοντας να φέρουν το νέο στους μαθητές.
Η λαχτάρα της μάνας έφτασε στο αποκορύφωμα. Δεν εύρισκε διέξοδο να καταλαγιάσει.
- Γιέ μου! μουρμούριζε  συνεχώς και έτρεχε.
Μα να, μπροστά της ολοζώντανος, αστραφτερός, ερχόταν Εκείνος να τη συναντήσει. Η μάνα τον ατένισε και σάστισε. Τίποτε πια δεν θύμιζε το καταπληγωμένο άψυχο κορμί, που είχε αγκαλιάσει σφιχτά για τελευταία φορά πριν κλείσει ερμητικά ο τάφος. Μπροστά της έστεκε φωτεινός, ολόλαμπρος, ο Κύριος της δόξας. Ο Υιός του Θεού.
-  Χαίρετε! αντήχησε στ’  αυτιά της η γνώριμη γλυκειά  φωνή.
Η μάνα πλησίασε διστακτική. Από κοντά της η Μαγδαληνή.
-  Μη φοβάστε! ξανάπε  Εκείνος.
Η μάνα έπεσε στα πόδια του. Τα κράτησε ευλαβικά. Δεν ήταν όραμα, αέρας, φαντασία. Έπιανε σάρκα και οστά. Στα χέρια της κρατούσε αληθινό ανθρώπου σώμα. Στα πόδια και στα χέρια φαίνονταν τα σημάδια όπου μπηχτήκαν τα καρφιά. Μα ήταν σώμα ζωντανό, θεραπευμένο από πληγές, λαμπερό, νεανικό, υγιέστατο. Σώμα διαφορετικό, αθάνατο.
Η μάνα έβλεπε και προσκυνούσε τώρα ταπεινά, «εν ετέρα μορφή», όχι απλώς τον γιο της, μα τον ίδιο τον Θεό.
Η καρδιά της πλημμύρισε από χαρά. Ήρθε στη θέση της ξανά. Ο γιος της δεν την είχε αγνοήσει. Δεν την προσπέρασε σιωπηλός. Της φανερώθηκε αναστημένος και την τίμησε, όπως της είχε υποσχεθεί, στης τρίτης μέρας την αυγή, τη «μία των Σαββάτων». Της αποκάλυψε την άνω Ιερουσαλήμ, τη νέα Σιών, την καινή κτίση που εγκαινίασε. Της έδειξε το ανέσπερο φως της όγδοης ημέρας που άπλετο αναπηδούσε απ’ το κενό μνημείο.
Άνοιξε η μάνα την καρδιά της διάπλατα και λούστηκε στο φως αυτό. Η ψυχή της χόρτασε. Ο αναστημένος γιος της τη μεταμόρφωσε. Της έδωσε νέα πνοή.
Και στο εξής, για την υπόλοιπη ζωή της από ’κεί και μπρος, η μάνα ήταν πια… μια «άλλη Μαρία».
Πάσχα 2013

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ


 
π. Δημητρίου Μπόκου
«…θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί» ( Εγκώμια Μεγ. Παρασκευής)
Καθώς ο πραίτωρας απάγγειλε την τελική του απόφαση, η οχλοβοή εντάθηκε κατακόρυφα. Υψώθηκε στον αέρα, στριφογύρισε πάνω απ’ το πραιτώριο και σάρωσε τα λιθόστρωτα της πόλης, απλώνοντας τη χλωμάδα του θανάτου παγερή στο πέρασμά της. Ο Υιός του Ανθρώπου παραδόθηκε στη σταύρωση.
Χαμένη στο ανάστατο πλήθος η μάνα, ένοιωσε στο άκουσμα της καταδίκης να λιποθυμάει. Κοφτερό σπαθί τα λόγια του πραίτωρα έσχισαν την καρδιά της. Η γοερή κραυγή απ’ τα σφιγμένα της χείλη σμίχτηκε με τις κραυγές του έξαλλου πλήθους. Τα μάτια της θόλωσαν. Έγειρε να πέσει, μα η Σαλώμη και η Ιωάννα τη συγκράτησαν. Καθώς το αίμα έφευγε απ’ το πρόσωπό της και η πνοή της έσβηνε, οι γυναίκες που την παράστεκαν την κύκλωσαν παρευθύς. Η Μαρία του Κλωπά, η Μαγδαληνή, η σύζυγος του Χουζά, η μητέρα Ιωάννου και Ιακώβου, των υιών Ζεβεδαίου.
Η τραχειά φωνή του κεντυρίωνα σκέπασε προς στιγμήν τα βουητά του συρφετού. Στοιχισμένοι σε αρραγή πυκνή γραμμή οι πραιτωριανοί, όρθωσαν τα αιχμηρά δόρατα συγκρατώντας το πλήθος. Η φάλαγγα άρχισε αργά να προχωρεί. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε με κόπο. Κάθιδρο, με ακάνθινο στέμμα το πρόσωπό του, αυλακωμένο από θλίψη και πόνο, ατένισε μολαταύτα ήσυχα τον μαινόμενο όχλο. Το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στη συντετριμμένη μητέρα του. Σπρωγμένη από άφατο πόνο εκείνη προσπάθησε να τρέξει κοντά του, μα στάθηκε αδύνατο να σπάσει τον κλοιό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν με ανείπωτο σπαραγμό. Τι ειπώθηκε από μάνα και γιο στο φευγαλέο εκείνο άγγιγμα των ψυχών τους;
Ο εκατόνταρχος Λογγίνος περνώντας δίπλα της πρόσεξε την έντασή της.
-  Αχ, κύριέ μου, σε παρακαλώ...! ξέσπασε με πόνο η μάνα, μα ό,τι κι αν ήθελε να πει, πνίγηκε στους σπαραχτικούς της λυγμούς.
Ο κεντυρίωνας κοντοστάθηκε αμήχανος. Καθώς αντιλήφθηκε ποιά ήταν, μια βαθειά συμπόνια χύθηκε στην καρδιά του.
-  Έχεις τον λόγο  μου, σεβαστή κυρία! είπε χαμηλόφωνα  σκύβοντας προς το μέρος της. Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτόν.
-  Να ’σαι ευλογημένος, κύριέ μου! ψιθύρισε εκείνη και το μητρικό της βλέμμα τον αγκάλιασε με στοργή.
Πιασμένος από δεκάδες χέρια φάνηκε απ’ αντίκρυ ο τεράστιος σταυρός. Ερχόταν από μακριά. Απ’ την πολύ παλιά εποχή, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Όταν τρεις άγγελοι στην πόρτα του Αβραάμ άφησαν τα τρία κατάξερα ραβδιά τους, από κέδρο, πεύκο και κυπαρίσσι, για ευλογία. Τα φύτεψε κάποτε ο Λωτ, τα τρία μαζί, πασχίζοντας να βρει την άφεση για αμαρτήματα βαριά. Και όταν τα πότισε με το νερό του Ιορδάνη, φερμένο με κόπο από μιας μέρας δρόμο μακριά, εκείνα βλάστησαν. Θέριεψαν, έθρεψαν σ’ έναν κορμό, έγιναν δέντρο δυνατό, πελώριο. Το ’κοψαν, όταν χτιζόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, μα οι τεχνίτες δεν κατάφεραν να ταιριάξουνε το ξύλο του πουθενά. «Καταραμένο ξύλο», είπαν και το πέταξαν στον σκουπιδότοπο. Μα εκείνο δεν ταίριαζε, γιατί προοριζόταν γι’ αλλού, για τον ναό «του σώματος Αυτού». Αυτόν που τώρα με μανία κατεδάφιζαν της ανομίας οι εργάτες, μα και που έμελλε σε τρεις μονάχα μέρες να ξαναχτιστεί.
Ο δεύτερος από τους τρεις αγγέλους, Υιός Ανθρώπου τώρα, αποτράβηξε το βλέμμα του απ’ το βαθύ παρελθόν. Αντικρύζοντας και το δικό του ραβδί ενωμένο αχώριστα, μα και ασύγχυτα, με τα άλλα δύο μες στο σκληρό ξύλο του σταυρού, χαμογέλασε πονεμένα.
-  Έλα λοιπόν, ευλογημένο  ξύλο, να τελειώσουμε το έργο  που τότε ξεκινήσαμε, ψιθύρισε με ιλαρό πρόσωπο. Αρκεί πια η αναμονή του Αβραάμ. Πλημμύρισε κιόλας αγαλλίαση βλέποντας να φτάνει η μέρα ετούτη.
Το βασανισμένο του σώμα έσκυψε και ο τεράστιος σταυρός ακούμπησε στους ματωμένους ώμους. Η θλιβερή ετερόκλιτη συνοδεία βάδισε ανοδικά, αργά, επώδυνα την οδό του μαρτυρίου. Μα όχι για πολύ. Τα βήματα του μεγάλου κατάδικου κάτω απ’ το βάρος του σταυρού δυσκόλευαν συνεχώς, ώσπου κατέρρευσε. Το λιθόστρωτο κοκκίνισε, καθώς το θεϊκό σώμα καθημαγμένο, με χαίνουσες τις πληγές, σωριάστηκε.
Η ταλαίπωρη μάνα έβγαλε σπαραχτική κραυγή. Ένοιωσε πως έφτασε η τελευταία της στιγμή. Στη φωνή της σήκωσε τα θολά του μάτια, αν και μισολιπόθυμος ο γιος. Μόνος, κατάμονος αυτός, μα έπρεπε να τη βοηθήσει. Ο πόνος της ήταν βαθύς, πάνω απ’ τα μέτρα τα ανθρώπινα. Γιατί και η αγάπη της είχε διαβεί τα όρια του ανθρώπου. Κι όσο η αγάπη πιο απύθμενη, τόσο κι ο πόνος πιο απέραντος. Αγάπη για τον γιο της, μα και για τον λαό που είχε ξεστρατίσει, τον λαό της.
H μάνα λύγιζε και χανόταν, μα η τελευταία της ματιά ήταν καρφωμένη στα σβησμένα μάτια του μοναχογιού της. Μια παράξενη λάμψη απ’ το θολό εκείνο βλέμμα του άστραψε τότε και την αγκάλιασε ολόκληρη. Μια μυστική δύναμη χύθηκε πάραυτα μέσα της και τη στερέωσε.
-  Γιέ μου! Γλυκύτατο  τέκνο μου! μουρμούρισε, καθώς τα δάκρυά της κυλούσαν ποτάμι. Σε βλέπω μπρος μου αδύναμο, κατάστικτο απ’ τις πληγές και τους μώλωπες και η ψυχή μου σπαράζει. Μα δεν ξεχνώ πως είσαι παρά ταύτα και πανσθενουργός. Και ως παντοδύναμο Θεό και Κύριό μου σε αναγνωρίζω και σε προσκυνώ.
Ο εκατόνταρχος Λογγίνος έσπευσε με δυο αφοσιωμένους στρατιώτες του δίπλα στον πεσμένο κατάδικο. Παραμέρισαν προσεκτικά τον σταυρό του. Τα στιβαρά χέρια των πραιτωριανών ακούμπησαν σχεδόν ευλαβικά τις ξεσχισμένες σάρκες για να τον ανασηκώσουν.
Μες απ’ το πλήθος όρμησε την ίδια στιγμή ακάθεκτη μια νεαρή. Πριν προλάβει να την εμποδίσει κανένας, ήταν κιόλας γονατισμένη δίπλα του. Με το μαντήλι της η Βερονίκη σκούπιζε απαλά το πρόσωπό του, αγνώριστο απ’ τον ιδρώτα, τη σκόνη και τα αίματα. Τέλειωσε γρήγορα κι επιδέξια τη δουλειά της, αψηφώντας τις ύβρεις που στροβιλίζονταν γύρω της. Μα καθώς έκαμε να σηκωθεί, είδε το λερωμένο μαντήλι που κρατούσε και μαρμάρωσε.
-  Κύριέ μου! ψέλλισε  μονάχα εκστατική.
Απ’ το πολυβασανισμένο εκείνο πρόσωπο, όπου δεν είχε απομείνει ίχνος χάρης και ομορφιάς, μια θεϊκά υπέροχη, σαγηνευτική μορφή είχε αχειροποίητα εντυπωθεί στο μαντήλι της Βερονίκης.
Στο μεταξύ ο Λογγίνος δεν άργησε να ξεχωρίσει στο κινούμενο πλήθος ένα στιβαρό παράστημα.
-  Εσύ! φώναξε αμέσως  δείχνοντάς τον με το χέρι.
Μ’ ένα του νεύμα οι δυο στρατιώτες τον έφεραν μπροστά. Ο Σίμων, πάροικος απ’ την Κυρήνη, μόλις που επέστρεφε απ’ τον αγρό. Έμπλεξε με το πλήθος, όταν τα δυό του παιδιά, Αλέξανδρος και Ρούφος, γεμάτα περιέργεια για την έκβαση των γεγονότων, τον τράβηξαν προς τα ’κει.
-  Εσύ θα πάρεις τον  σταυρό! πρόσταξε ο Λογγίνος.
Ο Σίμων ξαφνιάστηκε. Μα το ύφος του κεντυρίωνα δεν σήκωνε αντίρρηση. Από την άλλη, βλέποντας τον μεγάλο κατάδικο, ένα κύμα ανεξήγητης συμπόνιας τον συνεπήρε. Έσκυψε χωρίς κουβέντα και φορτώθηκε τον σταυρό.
Οι γυναίκες που συνόδευαν τη δύστυχη μάνα χτυπιόντουσαν και θρηνούσαν μαζί της. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε προς αυτές.
-  Μην κλαίτε για  μένα, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, είπε. Κλάψτε για σας και τα  παιδιά σας. Γιατί μεγάλες συμφορές  θα βρουν τον τόπο τούτο.
Είχε πάει μεσημέρι, όταν έφτασαν στον τόπο του Κρανίου. Η κουστωδία ανέλαβε το μακάβριο έργο της. Τα καρφιά μπήχτηκαν, ο σταυρός ανυψώθηκε.
Η ταλαίπωρη μάνα ένοιωσε το κάθε καρφί να μπήγεται στην καρδιά της. Ο νους της δεν χώραγε τα όσα συνέβαιναν. Πώς πέθαινε άδικα η πηγή της ζωής; Πώς κρεμόταν στον σταυρό αυτός που κρατούσε στην παλάμη του τα σύμπαντα; Απαρηγόρητη οδυρόταν η άμοιρη.
Ήταν η έκτη ώρα της ημέρας. Η ώρα που στον Παράδεισο ο Πρωτόπλαστος αποτόλμησε την αμαρτία. Την ίδια ώρα τώρα το χειρόγραφο της αμαρτίας εκείνης προσηλώθηκε στον σταυρό.
Θαμμένο στον γυμνό εκείνο λόφο το κρανίο του Πρωτόπλαστου περίμενε χιλιάδες χρόνια τη στιγμή αυτή. Κάνοντας αυλάκι το αίμα απ’ τις πληγές του νέου Αδάμ, πότισε τη γη, χώθηκε βαθιά στα σπλάχνα της, έφτασε ως το κρανίο του Πρωτόπλαστου. Στο ζεστό, ζωοποιό του άγγιγμα σκίρτησε κι αναγάλλιασε ο Αδάμ στ’ ανήλιαγο βασίλειο του θανάτου.
Μπροστά στην απερίγραπτη αλογία των ανθρώπων όμως προς τον Κτίστη, επαναστάτησε τότε η κτίση. Ο ήλιος έκρυψε το φως του και σκότος μέγα σκέπασε την οικουμένη από την έκτη ως την ενάτη ώρα της ημέρας. Σεισμός συντάραξε συθέμελα τη γη. Οι πέτρες σχίστηκαν. Οι τάφοι άνοιξαν. Νεκροί εγέρθηκαν. Το καταπέτασμα του Ναού άνοιξε από άνω έως κάτω.
Πως άντεξε τρεις ώρες σκοτεινές η μάνα μπροστά στον σταυρωμένο γιο της;
-  Χωρίς ωδίνες σε  γέννησα, παιδί μου, μα τώρα η ρομφαία που προείπε ο Συμεών, διαπερνάει την καρδιά μου. «Ωραίος κάλλει» ήσουνα, μα τώρα χάθηκε η ομορφιά σου. Το πρόσωπό σου ατιμάστηκε και αφανίστηκε περισσότερο απ’ το πρόσωπο κάθε ανθρώπου. Οδηγήθηκες «ως πρόβατον επί σφαγήν» για άλλων αμαρτίες και «ως αμνός άφωνος» δεν ανοίγεις το στόμα σου.
Μέσα στο ζοφερό άφεγγο σκότος της ενάτης ώρας όμως τα σβησμένα μάτια του γιου της φώτισαν και πάλι την καρδιά της.
-  «Μη εποδύρου μου, μήτερ». Μη θρηνείς για μένα, μητέρα μου, αν και με βλέπεις τώρα στον σταυρό και σε λίγο στον τάφο. Πάσχω, αλλά υπέρ του κόσμου. Γρήγορα θ’ αναστηθώ και θα υψώσω μαζί μου όσους πιστεύουν σε μένα και με αγαπούν. Και τώρα ας είναι για σένα, που ποτέ δεν μ’ εγκατέλειψες από την ώρα που με γέννησες, η τελευταία μου φροντίδα. Στα χέρια του αγαπημένου μαθητή μου σ’ εμπιστεύομαι, στον Ιωάννη. Μητέρα μου, να, αυτός θα ’ναι τώρα ο γιος σου.
Έστρεψε το κεφάλι του προς τη μερια που έστεκε ο Ιωάννης.
-  Ανάλαβέ την τώρα συ, Ιωάννη. Αυτή θα ’ναι η μητέρα σου.
Όλα πλέον είχαν τελειώσει. Και τότε από τα ξέπνοα εκείνα στήθη κραυγή μεγάλη τράνταξε τον φριχτό Γολγοθά.
-  «Τετέλεσται».
Και κλίνοντας την κεφαλή παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Πατέρα του. Συγκλονισμένος ο Λογγίνος φώναξε:
-  Αληθινά Υιός Θεού ήταν ο άνθρωπος αυτός.
Για τη συντετριμμένη μάνα όμως τίποτε δεν είχε τελειώσει.
-  Έδυσες πια, το φως των ὀοφθαλμών μου, γιε μου! Και θέλησες εγώ να μείνω πίσω και να ζήσω. Μένω λοιπόν και περιμένω, όπως προείπες, την Ανάσταση.
-  Στης τρίτης μέρας την αυγή περίμενέ με, θα ’ρθω και πρώτη θα με δεις εσύ, μητέρα μου! ... μες στην καρδιά της άκουσε ξανά σαν βάλσαμο γλυκό τη γνώριμη φωνή η μάνα.
Πάσχα 2012