|
Ψαριανός πλοιοκτήτης, που πολέμησε στο πλευρό της τσαρικής Ρωσίας, απέκτησε μεγάλη περιουσία από το εμπόριο του χαβιαριού κι έγινε εθνικός ευεργέτης.
Ο Ιωάννης Βαρβάκης υπήρξε πλοιοκτήτης, έμπορος και εθνικός ευεργέτης.
Γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντίδη και της Μαρίας Μάρου. Σε ηλικία 17 ετών ήταν ήδη ένας έμπειρος ναυτικός με δικό του πλοίο («Άγιος Ανδρέας»). Ξόδεψε όλη του την περιουσία για να το μετατρέψει σε πολεμικό και το 1768 το ενέταξε στη δύναμη του ρωσικού ναυτικού, που μαχόταν τους Οθωμανούς (Ρωσοτουρκικός Πόλεμος 1768-1774).
Επέδειξε ιδιαίτερες οργανωτικές και πολεμικές ικανότητες κατά τη Ναυμαχία του Τσεσμέ (5 - 7 Ιουλίου 1770), με αποτέλεσμα οι συναγωνιστές του να του κολλήσουν το παρατσούκλι Βαρβάκης (από το αρπακτικό πουλί βαρβάκι). Του άρεσε και το χρησιμοποίησε ως επίθετο για το υπόλοιπο της ζωής του.
Μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής για τους Οθωμανούς, Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (21 Ιουλίου 1774), ο Βαρβάκης βρέθηκε άφραγκος, αφού το καράβι του κατασχέθηκε από τις τουρκικές αρχές, όταν επεχείρησε να το πουλήσει στην Κωνσταντινούπολη.
Σκέφθηκε να μεταβεί στη Ρωσία και να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη τη Μεγάλη, όπου θα της διεκτραγωδούσε την κατάστασή του, αλλά και θα τις τόνιζε τις υπηρεσίες που προσέφερε στη χώρα της. Η συνάντηση κλείστηκε στην Αγία Πετρούπολη με τη μεσολάβηση του στρατάρχη Ποτέμκιν, εραστή της τσαρίνας.
Η Αικατερίνη προς μεγάλη του έκπληξη φάνηκε γενναιόδωρη μαζί του. Για τις υπηρεσίες του προς τη Ρωσία, τον ονόμασε ανθυποπλοίαρχο του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, του έδωσε προνομιακή άδεια αλιείας στην Κασπία Θάλασσα και 1.000 χρυσά ρούβλια. Ο Ιβάν Αντρέγεβιτς Βαρβάτσι ήταν τώρα ρώσος πολίτης.
Με τα χρήματα της τσαρίνας και την άδεια αλιείας ανά χείρας και αφού διήνυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων από την Αγία Πετρούπολη εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε πάμπλουτος από την αλιεία οξύρρυγχου και το εμπόριο του χαβιαριού. Το 1788 είχε στη δούλεψή του 3.000 άτομα. Μεγάλο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για κοινωφελή έργα στην περιοχή (γέφυρες, νοσοκομείο, διώρυγα κλπ).
Για τις υπηρεσίες αυτές παρασημοφορήθηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α' και το 1810 απέκτησε τίτλους ευγενείας αυτός και η οικογένειά του. Το 1812 μετακόμισε πιο δυτικά και συγκεκριμένα στην πόλη Ταγκαρόγκ (Ταϊγάνι), όπου ανθούσε μια μεγάλη ελληνική κοινότητα. Διέθεσε 600.000 ρούβλια για την ανέγερση ενός επιβλητικού μοναστηριού, όπου εψάλη η νεκρώσιμος ακολουθία για τον τσάρο Αλέξανδρο Α'.
Ο Βαρβάκης δεν ξέχασε την πατρίδα του και βοήθησε παντοιοτρόπως τους επαναστατημένους Έλληνες. Μετά την καταστροφή των Ψαρών επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825. Δύο μέρες νωρίτερα, με τη διαθήκη του κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος για την ανέγερση Λυκείου («Βαρβάκειο»), κλειστής αγοράς («Βαρβάκειος Αγορά»), για τη συντήρηση άπορων οικογενειών και την εξαγορά αιχμαλώτων. Ανδριάντας του Ιωάννη Βαρβάκη βρίσκεται στο Ζάππειο.

Ελληνορώσος εθνικός ευεργέτης, που διέθεσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο Ιωάννης Δομπόλης γεννήθηκε στη Νίζνα της Ρωσίας (νυν Ουκρανίας) το 1769. Ήταν γιος του δερματέμπορου Τριαντάφυλλου Δομπόλη, με καταγωγή από την Κρεστούνιτσα (νυν Δεσποτικό) Ιωαννίνων. Τις εγκύκλιες σπουδές του τις ολοκλήρωσε στη γενέτειρά του, μαθαίνοντας, παράλληλα, γαλλικά και ρωσικά. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με το εμπόριο και με τραπεζικές επιχειρήσεις στην Αγία Πετρούπολη, επεκτείνοντας την ήδη μεγάλη περιουσία που είχε αποκτήσει ο πατέρας του.
Το 1809 γνώρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια, ανώτερο διπλωματικό υπάλληλο της τσαρικής Ρωσίας, και συνδέθηκε μαζί του με στενή φιλία. Οι δυο άνδρες από κοινού έθεσαν ως στόχο την εκπαίδευση του υπόδουλου Γένους, απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική αφύπνιση και την απόκτηση της εθνικής του ανεξαρτησίας.
Από το 1818 ανέλαβε ταμίας της Φιλομούσου Εταιρείας, που είχε ιδρύσει στη Βιέννη ο Καποδίστριας το 1814, μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο και τον Άνθιμο Γαζή, με σκοπό τη μεταλαμπάδευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Οι Αυστριακοί δεν είδαν με καλό μάτι τη δράση της, επειδή διέβλεπαν επαναστατικούς σκοπούς κάτω από τους επιφανειακούς της στόχους.
Τον Ιανουάριο του 1828 ακολούθησε τον Καποδίστρια στην Ελλάδα και στις 7 Φεβρουαρίου διορίστηκε από τον Κυβερνήτη, Ταμίας της Ελλάδας (Υπουργός Οικονομικών). Τη θέση του αυτή τη διατήρησε αμισθί έως τις 18 Νοεμβρίου 1829, οπότε παραιτήθηκε για λόγους υγείας και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, όπου επανέλαβε τις εμπορικές του δραστηριότητες και τιμήθηκε με τίτλο ευγενείας από τον τσάρο.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1849 συνέταξε τη διαθήκη του, με την οποία άφηνε στο ελληνικό δημόσιο το ποσό των 261.428 ρουβλίων, με σκοπό να ιδρυθεί από το 1906 πανεπιστημιακό ίδρυμα στη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους (διακαής του πόθος η Κωνσταντινούπολη) με την ονομασία Καποδιστριακό.
Ο Ιωάννης Δομπόλης πέθανε στις 28 Οκτωβρίου 1850 στην Αγία Πετρούπολη, σε ηλικία 81 ετών.
Το 1911 η ρωσική κυβέρνηση παρέδωσε ένα μέρος του ποσού του κληροδοτήματος Δομπόλη στην ελληνική κυβέρνηση, που ανερχόταν στα 7.700.00 δραχμές και ήταν κατατεθειμένο στην Αυτοκρατορική Τράπεζα. Για να εκπληρωθεί ο όρος της διαθήκης του, ιδρύθηκε στην Αθήνα το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο ως ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο με δική του περιουσία και στο οποίο εντάχθηκαν οι θεωρητικές σχολές του υπάρχοντος Εθνικού Πανεπιστημίου. Με τον Οργανισμό του 1922 ορίσθηκε ότι τα δύο πανεπιστημιακά Ιδρύματα συναποτελούν το σημερινό «Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών» (ΕΚΠΑ). Τα ποσά του κληροδοτήματος, που δεν παραδόθηκαν από τη ρωσική κυβέρνηση μέχρι το 1918, εξανεμίσθηκαν με τον πληθωρισμό του ρουβλίου, αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.
Κατά τη διάρκεια της βενετοκρατίας (1687-1715) δεν εντοπίζεται στην Τριπολιτσά οικογένεια με το επώνυμο Σέκερη. Σε έγγραφο της δημογεροντίας του Άργους (1 Απριλίου 1798), μεταξύ των προκρίτων της επαρχίας, εμφανίζεται κάποιος Νικόλαος Σέκερης. Στην Τριπολιτσά ο Δημήτριος Σέκερης, έμπορος της πόλης, θα νυμφευτεί τη Χάιδω και θα αποκτήσουν το πρώτο τους παιδί, τον Παναγιώτη, το 1783. Από τις μετεπαναστατικές αναφορές των αδελφών Σέκερη πληροφορούμαστε πως κατοικούσαν κοντά στο Πηγάδι του Σεφέρη (μέχρι πρότινος υπήρχε στην οδό Σέκερη…). Στις 4 Απριλίου του 1798, σύμφωνα με τα χρονικά σημειώματα του Ρήγα Παλαμήδη, τα οποία είναι έγκαιρα χρονολογικά, δολοφονήθηκε στην Τριπολιτσά κάποιος Σέκερης από έναν Τούρκο, ο πατέρας των γνωστών αδελφών. Το περιστατικό αυτό καθόρισε τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Παναγιώτη Σέκερη.
Ο Παναγιώτης Σέκερης, ο μεγαλύτερος από τα τέσσερα αδέλφια, έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Τριπολιτσά και κατόπιν μαθήτευσε στη Σχολή της Δημητσάνας. Κατά τη διάρκεια των διακοπών της Σχολής ο Παναγιώτης Σέκερης είδε ένα Τούρκο να δολοφονεί για ασήμαντη αιτία τον πατέρα του μέσα στο εμπορικό του κατάστημα. Ο Παναγιώτης Σέκερης φοβούμενος για την ίδια του τη ζωή κατέφυγε στις Σπέτσες σε εμπόρους συγγενείς του και εργάστηκε στην επιχείρησή τους. Σύντομα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου ίδρυσε δική του εμπορική επιχείρηση, απόκτησε 15 περίπου ιστιοφόρα, με ένα από τα οποία διέφυγε το 1821 από την Πόλη και κατέλαβε σημαντική θέση στο διεθνές εμπόριο της εποχής. Το είδος των επιχειρήσεων του δεν είναι γνωστό, ωστόσο, σύμφωνα με τις εμπορικές πρακτικές της εποχής, θα επεκτεινόταν σε χρηματιστικές και δανειοδοτικές υποθέσεις. Το 1821 η περιουσία του έφτανε το ποσό του ενός εκατομμυρίου γροσίων! Ήδη το 1808, μόνιμα πια στην Πόλη, ο Παναγιώτης Σέκερης φρόντισε για την εκπαίδευση των αδελφών του, Αθανασίου και Γεωργίου. Το 1811 ο Γεώργιος αναχωρεί από την Πόλη για σπουδές στα διεθνή εκπαιδευτικά κέντρα και καταλήγει το 1813 στο Παρίσι, όπου και παρέμεινε έως το 1821. Επέστρεψε στο Μοριά για να συνεισφέρει στον Αγώνα, λόγω όμως των κακουχιών, απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1822.
Ο Αθανάσιος Σέκερης, αφού συμπλήρωσε τις σπουδές του στην Πόλη, ασκήθηκε κοντά στο μεγάλο του αδελφό στο εμπόριο και το 1816 εγκαταστάθηκε στην Οδησσό ως συνέταιρος του μεγαλέμπορου αδελφού του. Ο Αθανάσιος στην Οδησσό ανήκε στην ανώτατη τάξη, διότι διέθετε περιουσία τουλάχιστον 20.000 ρουβλίων με δικαιώματα εξωτερικού και εσωτερικού εμπορίου, βιοτεχνίας και πλοιοκτησίας. Η μύηση του Γεωργίου Σέκερη στη Μόσχα από το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ αποτέλεσε την απαρχή της κατοπινής μυήσεως των αδελφών του, από τους οποίους ο Παναγιώτης ως ο πλουσιότερος θα καταστεί ο χρηματοδότης της Φιλικής Εταιρείας.
Η μύηση του Παναγιώτη Σέκερη στη Φιλική Εταιρεία στις 5 Μαϊου 1818, μετά τη μεταφορά της έδρας της Φιλικής Εταιρείας από την Οδησσό στην Πόλη το 1818, απέβη σωτήρια για τη Φιλική Εταιρεία μετά το θάνατο του Νικόλαου Σκουφά στις 31 Ιουλίου 1818. Τα αδέλφια υπήρξαν οι αποκλειστικοί χρηματοδότες της Φιλικής Εταιρείας. Ο Παναγιώτης Σέκερης, το1846, θα παρουσιάσει στοιχεία για τη συνεισφορά του στη Φιλική Εταιρεία και τον Αγώνα που ανέρχονταν στο ποσό των 425.000 γροσίων.
Αναφέρει (σε δική μας απόδοση): «Υπήρξε μια εποχή που σε νέα ηλικία ήμουν τόσο πλούσιος και απολάμβανα κάθε αγαθό του κόσμου… όμως όλα αυτά τα θεωρούσα τόσο μάταια διότι έλειπε η ελευθερία της Πατρίδος. Για την απόκτηση της ελευθερίας περιφρόνησα τα αγαθά μου και από πλουσιότατος κατάντησα φτωχότατος και δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω… Αλλά δεν μετανιώνω για τις θυσίες μου και ευχαριστώ το Θεό που μου έδωσε τόσα πλούτη για να τα καταθέσω στον βωμό της ελε*Oleέ να απαιτήσω κάτι για τα όσα προσέφερα. Απλά ζητώ κάτι γιατί έχω οικογένεια και είμαι με το ένα πόδι στον τάφο».
(Ας συγκριθεί η τύχη του φτωχού Σέκερη με την τύχη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πεθαίνει, το 1843, την επαύριο του πολυτελούς γάμου που διοργάνωσε για τον γιο το, Κολλίνο…).
Βιβλιογραφία
1) Αναστάσιος Ν. Γούδας, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα 1872, τ. Ε΄, σσ. 93-120.
2) Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, Οι κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία (1715-1821), εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2005.
3) Δόμνα Βισβίζη-Δοντά, «Η ανεξαρτησία της Ελλάδος και η οικογένεια Σέκερη», Μνημοσύνη τ. 16 (2003-2005) 283-340.
Συντάκτης: Βασίλης Δ. Σιακωτός (Φιλόλογος – Ιστορικός)
https://cognoscoteam.gr
Πάμπλουτος ελληνορώσος γαιοκτήμονας, πολιτικός και εθνικός ευεργέτης. Ο Γρηγόριος Μαρασλής (Γκριγκόρι Γκριγκόριεβιτς Μαραζλί στα ρωσικά) γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1831 στην Οδησσό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας...
Ο Γρηγόριος Μαρασλής (Γκριγκόρι Γκριγκόριεβιτς Μαραζλί στα ρωσικά) γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1831 στην Οδησσό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (νυν Ουκρανίας) και ήταν γιος του μεγαλεμπόρου Γρηγορίου Μαρασλή (1780-1851), εκ των πρώτων οικιστών της Οδησσού, και της Ζωής Θεοδωρίδη (1793-1869). Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από το Μαράς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (σημερινά Μαράσια Έβρου), εξ ου και το επώνυμο Μαρασλής.
Σπούδασε στο Λύκειο Ρισελιέ της Οδησσού και στη συνέχεια στο Παρίσι. Μετά την επάνοδό του στην Οδησσό διορίστηκε ανώτερος δημόσιος υπάλληλος με τον τίτλο του αυτοκρατορικού μυστικοσυμβούλου και από το 1878 χρημάτισε επί 16 χρόνια δήμαρχος Οδησσού. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα και με το πολυποίκιλο έργο του κατέστησε την πόλη μία από τις ομορφότερες της Ευρώπης. Ο ηλεκτροφωτισμός, το τραμ, το δημοτικό μικροβιολογικό εργαστήριο, η δημοτική βιβλιοθήκη, το μουσείο καλών τεχνών, ο βοτανικός κήπος, τα δημοτικά εκπαιδευτήρια, το πτωχοκομείο, το γηροκομείο, τα μηχανικά πλυντήρια, το εστιατόριο των ορφανών παιδιών, το δημοτικό «άσυλο ύπνου» είναι μερικά από τα έργα που πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του, συχνά με δικά του έξοδα από την αμύθητη περιουσία του.
Ισόβιος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας της Οδησσού, την προίκισε με γηροκομείο και με πολλές χρηματικές δωρεές για την κάλυψη των αναγκών της. Με δικές του δαπάνες ίδρυσε εκπαιδευτήρια στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, τη Φιλιππούπολη (σημερινό Πλόβντιβ Βουλγαρίας), στην Κέρκυρα, τη Θεσσαλονίκη και αλλού, συμβάλλοντας πολύ στην πνευματική και εκπαιδευτική ανάπτυξη ιδιαίτερα του υπόδουλου Ελληνισμού.
Με την προτροπή τού διευθυντή της Ελληνικής Σχολής Οδησσού, Λύσανδρου Χατζηκώνστα, συστήθηκε στην Αθήνα εκδοτικός οργανισμός «Βιβλιοθήκη Μαρασλή», ο οποίος προέβη στην έκδοση σπουδαίων πρωτοτύπων ή μεταφρασμένων επιστημονικών, φιλολογικών και ιστορικών έργων, που συνέβαλαν σημαντικά στην ώθηση της πνευματικής κίνησης, του στοχασμού και της διδασκαλίας.
Με δική του δωρεά χτίστηκε και εξοπλίστηκε τριώροφο κτίριο για να στεγάσει από το 1905 το Διδασκαλείο Αθηνών και μετέπειτα την Παιδαγωγική Ακαδημία για τη μόρφωση των δασκάλων. Είναι το γνωστό «Μαράσλειο», που βρίσκεται πίσω από το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και σήμερα στεγάζει τα πειραματικά δημοτικά σχολεία του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και δύο Γυμνάσια.
Το 1903 δώρισε το ποσό των 250.000 χρυσών δραχμών, με σκοπό την ίδρυση στην Αθήνα της «Εμπορικής Ακαδημίας αναλόγου προς τας εν τη αλλοδαπή λειτουργούσας Εμπορικάς Ακαδημίας». Η σχολή (το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην ΑΣΟΕΕ) επρόκειτο να εγκατασταθεί σε κτίριο που κατασκευάστηκε επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας στην Αθήνα. Όμως, η επελθούσα Μικρασιατική Καταστροφή και συρροή χιλιάδων προσφύγων στην πρωτεύουσα, δημιούργησε την ανάγκη ενός επιπλέον νοσηλευτικού ιδρύματος. Έτσι, στο κτίριο λειτούργησε το Προσφυγικό Νοσοκομείο, το σημερινό «Ιπποκράτειο».
Για την πολυσχιδή δημόσια και κοινωνική του δραστηριότητα, τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του ως δημάρχου (1878-95), όσο και μεταγενέστερα, τιμήθηκε με τις ανώτερες διακρίσεις της Ρωσίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου, της Τουρκίας, του Βασιλείου του Σιάμ (σημερινής Ταϊλάνδης) κ.α.
Ο Γρηγόριος Μαρασλής πέθανε την 1η Μαΐου 1907 στην έπαυλή του στην Οδησσό. Ο θρύλος λέει ότι έπαθε καρδιακή ανακοπή, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος κι έπεσε με τα μούτρα μέσα σ’ ένα πιάτο με μαύρο χαβιάρι. Μετά το θάνατό του και την εκδήλωση της Οκτωβριανής Επανάστασης του 1917 στη Ρωσία, η χήρα του Μαρία κατέφυγε στην Αθήνα πάμπτωχη και κατόπιν ενεργειών του καθηγητή της ΑΣΟΕΕ Γεωργίου Χαριτάκη της χορηγήθηκε τιμητική σύνταξη μέχρι το θάνατό της το 1935.
Ο εφοπλιστής, Ιάκωβος Τσούνης, που πρόσφατα δώρισε όλη του την περιουσία στις Ένοπλες Δυνάμεις, απεβίωσε στις 15.30 στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΓΣΝΑ) όπου νοσηλευόταν.
Ο Ιάκωβος Τσούνης, προχώρησε σε μια απίστευτη κίνηση χαρίζοντας την περιουσία του στις «Άγιες», όπως τις αποκάλεσε, ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Συγκεκριμένα άφησε 23 εκατ. ευρώ για την άμυνα και 60 αποβατικά σκάφη (αμφίβιων επιχειρήσεων).
Την είδηση έκανε γνωστή ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας Στρατηγός Κωνσταντίνος Φλώρος.
Ο Ιάκωβος Τσούνης ήταν εφοπλιστής, βετεράνος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και εθνικός ευεργέτης.
Ήταν επίσης υποστράτηγος επί τιμή, καθώς και ιδρυτής του Μουσείου «Ιάκωβος Τσούνης» στο Αίγιο, όπως και του μουσείου που βρίσκεται δίπλα στη μόνιμη κατοικία του στην οδό Κύπρου, στου Παπάγου.
Γεννημένος στην Πάτρα το 1925, ήταν απόγονος των αγωνιστών του 1821, Λονταίων και Πετμεζαίων, ενώ σε ηλικία μόλις 16 ετών πολέμησε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940.
Αυτοδημιούργητος, ξεκίνησε ως εκτελωνιστής στον Πειραιά, ενώ το 1966 εισήλθε στο χώρο της ναυτιλίας, αποκτώντας συνολικά 13 εμπορικά πλοία, τα οποία του απέφεραν μεγάλη περιουσία. Δεν δίστασε μάλιστα να την εκμεταλλευτεί για τη μεγάλη φιλανθρωπική δράση του.
https://www.in.gr/2021/04/10/greece/iakovos-tsounis-pethane-o-efoplistis-dorise-oli-tou-tin-periousia-stis-enoples-dynameis/
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Τέτοιες ημέρες (13/25 Ιανουαρίου 1825) απεβίωσε στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου ο γενναίος ναυμάχος, ιδιοφυής επιχειρηματίας και μέγας ευεργέτης της Ελλάδος Ιωάννης Βαρβάκης (1750 – 1825). Από μικρός αγωνίσθηκε για την απελευθέρωση της Πατρίδας και όταν κατέστη πάμπλουτος επιχειρηματίας Της δώρισε σχεδόν όλη του την περιουσία. Στα χρόνια του Αγώνα ήταν μέγας χορηγός Του, και παράλληλα χρηματοδότησε γενναία την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων. Με τη ζωή και τον θάνατό του απέδειξε ότι πάνω απ’ όλα αγαπούσε Χριστό και Ελλάδα.
Γεννήθηκε στα ηρωικά και μαρτυρικά Ψαρά. Τις στοιχειώδεις μαθητικές γνώσεις (κολλυβογράμματα) έλαβε στη γενέτειρά του από τους εκεί ιερείς και ακολούθως έδειξε ιδιαίτερες ικανότητες στη ναυτική τέχνη, όπως και στις συναλλαγές του. Κατά τα Ορλωφικά εξόπλισε το καράβι του και πολέμησε τους Τούρκους παράλληλα με τον ρωσικό στόλο, πιστεύοντας στην απελευθέρωση της Ελλάδος. Έγραψε ο Α.Ν. Γούδας σχετικά: «Διοικών πλοίον εμπορικόν, δεν εβράδυνε να μετασχηματίση τούτο εις καταδρομικόν…Ο Βαρβάκης από της εκρήξεως του μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας πολέμου, αδάμαστος ων εν τοις κόποις, τολμηρός εν ταις επιχειρήσεσι και κινδύνοις, και δεσπόζων, πράγματι, εν τω πληρώματι του πλοίου του, δεν εβράδυνεν να αναδειχθή και να ευδοκιμήσει ως εις εκ των τολμηροτέρων ψαριανών πλοιάρχων» (Α.Ν. Γούδα «Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος Γ΄, Εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου Μ.Π. Περίδου, 1870, σελ. 156 κ.ε.).
Όταν ο Βαρβάκης καθείλκυσε στα Ψαρά τρικάταρτο πλοίο, με εξοπλισμό πολεμικού και οπλισμό 26 πυροβόλων, για να πολεμήσει αποτελεσματικότερα τους Τούρκους, η Μεγάλη Αικατερίνη υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Σουλτάνο Αβντούλ Χαμίτ Α΄, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στους Τούρκους, όπως και όλους τους Έλληνες. Ο Βαρβάκης κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να πουλήσει το καράβι του, ή να το μεταφέρει στον Εύξεινο Πόντο. Οι Τούρκοι αντιληφθέντες το πλοίο και γνωρίζοντες ότι το κυβερνά ο Βαρβάκης διέταξαν αυτός να συλληφθεί και το πλοίο να κατασχεθεί. Ο Βαρβάκης μόλις που διεσώθη καταφυγών στη Ρωσική πρεσβεία.
Συνεχίζοντας την ιστορία ο Γούδας αναφέρει πως ο Βαρβάκης όταν έμεινε χωρίς περιουσία και ήταν εκτεθειμένος στο μίσος των Τούρκων αποφάσισε να μεταβεί στην Αγία Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Μεγάλης Αικατερίνης. Το ταξίδι του ήταν περιπετειώδες. Έφτασε στην έδρα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1778, πεζοπορών μεγάλο μέρος της τεράστιας απόστασης και πολλές φορές ανυπόδητος. Εκεί βρήκε φίλους του αξιωματικούς του ρωσικού στόλου, οι οποίοι «τον περιποιήθηκαν φιλοφρόνως». Τυχαία συναντήθηκε με τον ευνοούμενο της Αυτοκράτειρας Γκριγκόρι Ποτέμκιν. Αυτός βοήθησε στο να συναντήσει ο Βαρβάκης την Αικατερίνη και να της διεκτραγωδήσει την κατάσταση του. Η Τσαρίνα συγκινήθηκε από την ιστορία του, διέταξε να του δοθούν χρήματα για τις ανάγκες του και άδεια αλιείας στην Κασπία «άνευ τέλους».
Ο Βαρβάκης εγκαταστάθηκε στο Αστραχάν. Χαριτωμένα περιγράφει ο Καμπούρογλου την ιδιοφυή επιχειρηματική πρωτοβουλία του να αξιοποιήσει το χαβιάρι. Γράφει: «Γνωρίζετε ότι η μελαγχροινή ερωμένη όλων των οπαδών της Τεσσαρακοστής είναι ελληνική εφεύρεσις;…Το χαβιάρι είναι προϊόν της ελληνικής ευφυίας και ανεκαλύφθη υπό του αειμνήστου Ι. Βαρβάκη». (Περιοδικόν «Εβδομάς», Δ/ντής Δημ. Γρ. Καμπούρογλους, τ. 50, έτος β΄, Έτος 1885). Η βιομηχανική και εμπορική αξιοποίηση του χαβιαριού συνεκόμισε στον Βαρβάκη μεγάλα πλούτη και υψηλά αξιώματα στη Ρωσία.
Μπορεί να έγινε μέγας και πολύς, όμως ο Βαρβάκης ποτέ δεν λησμόνησε την Πίστη του και την Πατρίδα του. Ο Γούδας στο προαναφερθέν έργο του γράφει: «Μόλις ευπορήσας ο Ι. Βαρβάκης ενεθυμήθη την προς τον ναόν του αγίου Νικολάου Ψαρών υπόσχεσίν του και εξεπλήρωσε αυτήν ως εμπρέπει». Ο Κων. Νικόδημος προσθέτει: «Απελθών εις την Κασπίαν (ο Βαρβάκης) ανέδειξε την ελληνικήν ευφυίαν και την ελληνικην παλληκαριάν…και αποκτήσας ταχέως χρηματικήν περιουσίαν ουκ ευκαταφρόνητον εποίησεν χρήσιν αυτής εις αγαθοεργίας, ωκοδόμησεν εκκλησίας, κωδωνοστάσια…» (Κων. Νικοδήμου, του αοιδίμου Υποναυάρχου, «Λόγος εις Ιω. Βαρβάκην». Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Χ.Ν. Φιλαδελφέως, 1884).
Όταν εξερράγη η Επανάσταση, γράφει ο Νικόδημος, ο υπερεβδημηκοντούτης Βαρβάκης δεν είχε τη σωματική ρώμη να πολεμήσει τους Τούρκους, αλλά ενίσχυσε τον Αγώνα όπως μπορούσε. Εξόπλισε και εφοδίασε τους νέους κατοίκους της Ρωσίας που συμμετέσχον στην Επανάσταση του Αλ. Υψηλάντη και στον ίδιο προσέφερε 100.000 ρούβλια. Απέστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο 100.000 ρούβλια προς εξαγορά αιχμαλώτων. Έστελνε στους αγωνιζόμενους Έλληνες με τα καράβια του φορτία με σιτάρι και πυρίτιδα. Όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή των Ψαρών (Ιούνιος 1824) δεν υπολόγισε την φυσική του αδυναμία, ούτε τις ανέσεις του στη Ρωσία και ήρθε στην επαναστατημένη Ελλάδα με πλοία, φορτωμένα με ενδύματα και τροφές για να τη βοηθήσει.
Στη Μονεμβασία συνάντησε όσους Ψαριανούς είχαν καταφύγει εκεί, υπερήφανους, αλλά γυμνούς, πεινασμένους και ανυπόδητους και απάλυνε τη δυστυχία τους, δαπανώντας ικανά χρήματα. Επίσης το 1822 «πληροφορηθείς ότι οι Πελοποννήσιοι εστερούντο χρημάτων και πολεμοφοδίων απέστειλε εις αυτούς 300.000 ρούβλια δια του αρχιμανδρίτου της εν Ταϊγανίω (ελληνικής) μονής». («Εθνικό Ημερολόγιο», Μαρίνος Βρεττός Τόμος Η΄, 1868, σελ. 376 κ.ε.). Στο Ναύπλιο αφιχθείς, στις 27 Οκτωβρίου 1824 παρουσιάστηκε αυθορμήτως στο Βουλευτικό Σώμα και ανακοίνωσε ότι προσφέρει μέρος της περιουσίας του για σύσταση κεντρικού σχολείου και μισθοδοσία των διδασκάλων.
Η μεγαλοσύνη του Βαρβάκη φάνηκε στο τέλος της ζωής του. Ήταν όπως το περιέγραψε ο Σόλων στον Κροίσο. Απόδειξη η Διαθήκη του, που συνέγραψε και κατεγράφη όταν ήταν στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου. Γράφει στην αρχή της: «Εις το όνομα του εν Τριάδι δοξαζομένου Θεού, του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος. Αμήν. Εγώ ο υποφαινόμενος κάτοικος της πόλεως Ταγανρόγ, σύμβουλος δικολλεγίου και ιππότης Ιωάννης Ανδρέου Βαρβάκης, σώας έχων τας φρένας, υγιά τον νουν και εντελή την μνήμην, αλλ’ αναλογιζόμενος τον θάνατον, άφευκτον όντα εις πάντας τους ανθρώπους και δυνάμενον να έλθη και απροσδοκήτως, θεωρώ νυν αναγκαίον να κάμω περί της περιουσίας μου, κινητής τε και ακινήτου…».
Το πλείστον της περιουσίας του άφησε για την ίδρυση Λυκείου «προς διηνεκή εκπαίδευσιν της νεολαίας», τον εξοπλισμό, μισθούς διδασκάλων, βιβλιοθήκη. Το υπόλοιπο ποσόν αυτής άφησε «εις απολύτρωσιν αιχμαλώτων ελληνικών οικογενειών και εις βοήθειαν πτωχών ελληνικών οικογενειών…». Ο συμβολαιογράφος Ζακύνθου έγραψε: «1825 Ιανουαρίου 13/25 Ζάκυνθος. Επέρασεν εις την άλλην ζωήν ο άνω ειρημένος διατάκτης και έπειτα από την ακολουθίαν του λειψάνου εξεβούλωσα και εκήρυξα την άνωθεν διαταγήν του εις την εκκλησίαν του Αγίου Νικολάου όπου σώζεται εις το Λαζαρέτο, πολλών παρόντων και ακουόντων. Διονύσιος Ζαπραντινός, Νοτάριος δημόσιος…». (Κ. Π. Ζαβιτζιάνου «Αρχεία Εθνικών Ευεργετών», Μέρος Α΄ Τεύχος Β΄, Αθήναι, Τυπ. Κατ/τα Αφών Γεράρδων, Νοταρά 17, 1929, σελ. 35-41). Ο Βαρβάκης ήταν ο πρώτος που ανακηρύχθηκε από την Βουλή των Ελλήνων «Μέγας Ευεργέτης του Έθνους», στις 10 Νοεμβρίου 1824.-
https://www.antibaro.gr