Χριστὸς Ἀνέστη!
Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Άγιος Νικόδημος ο Μυροφόρος και κρυφός Μαθητής του Κυρίου.
Άγιος Νικόδημος ο Μυροφόρος και κρυφός Μαθητής του Κυρίου.

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια από τις πλέον εμβληματικές και συμπαθείς μορφές της Καινής Διαθήκης είναι και ο άγιος Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής του Κυρίου και φροντιστής Του κατά την ταφή Του, ο οποίος με τον άγιο Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, αποκαθήλωσαν, φρόντισαν, μύρωσαν και ενταφίασαν το άχραντο σώμα Του.
Ήταν Ιουδαίος και είχε ευγενή και πλούσια καταγωγή, και για τούτο αναδείχτηκε «άρχων των Ιουδαίων», ήτοι:λαϊκό μέλος του Μεγάλου Συνεδρίου, το οποίο κυβερνούσε και λάμβανε τις μεγάλες αποφάσεις για τον ιουδαϊκό λαό, έχοντας διοικητικές, δικαστικές, νομοθετικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες. Επίσης αυτό ασκούσε φορολογικά καθήκοντα και νομοθετούσε για θέματα αστικού και ποινικού δικαίου. Δίκαζε υποθέσεις αστικής και ποινικής φύσεως, όπως μοιχεία, αποστασία πόλεως, περί ψευδοπροφητών και βλάσφημων, όπως επίσης αποφαινόταν αμετάκλητα σε ζητήματα νομικά, επί των οποίων διαφωνούσαν τα τοπικά Ιουδαϊκά δικαστήρια (βλ. Ματθ.26,65. Ιωαν.19,7, κλπ). Οι κατακτητές Ρωμαίοι, για τους δικούς τους λόγους, διατήρησαν τη λειτουργία του, αλλά είχαν τον έλεγχο σε αυτό, μέσω των Σαδδουκαίων, οι οποίοι είχαν συνταυτιστεί με αυτούς.
Ως μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου αναδεικνύονταν άνδρες με ευγενή και επιφανή καταγωγή, οικονομική επιφάνεια και μόρφωση. Φαίνεται πως με αυτές τις προϋποθέσεις ανήλθε στο υψηλό αυτό αξίωμα και ο Νικόδημος.
Ως προς την θρησκευτική του ταυτότητα ανήκε στην ομάδα των αυστηρών θρησκευόμενων, αυτή των Φαρισαίων. Μάλιστα αναφέρεται ότι ήταν ενταγμένος σε μια μεγάλη ομάδα ένθερμων Ιουδαίων, οι οποίοι διακατέχονταν από εθνικιστικές αντιλήψεις και καλλιεργούσαν έντονα την προσδοκία της ελεύσεως του Μεσσία. Επίσης ήταν και διαπρεπής νομικός, δηλαδή δάσκαλος και ερμηνευτής του μωσαϊκού νόμου, ο οποίος όριζε την καθημερινή ζωή των Ιουδαίων και τους κανόνες διακυβέρνησης από το Μεγάλο Συνέδριο.
Το όνομά του ήταν συνηθισμένο στους Έλληνες και τους ελληνιστές, δηλαδή σε εκείνους που δεν είχαν ελληνική καταγωγή, αλλά είχαν υιοθετήσει τον ελληνικό πολιτισμό και τον ελληνικό τρόπο ζωής, ο οποίος όριζε την εποχή εκείνη τον πολιτισμένο και εκλεπτυσμένο άνθρωπο. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το όνομά του είναι ο εξελληνισμένος τύπος του εβραϊκού ονόματος Νακδαμόν (Nakdam, Nakdimon). Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο ίδιος, ως μορφωμένος άνδρας, υιοθέτησε την ελληνική κουλτούρα και έλαβε το ελληνικό όνομα Νικόδημος, που σημαίνει την νίκη του δήμου, του λαού.
Τον Νικόδημο αναφέρει μόνον ο ευαγγελιστής Ιωάννης, εξιστορώντας την μεγάλη επίδραση που άσκησε η διδασκαλία του Ιησού σε κάποιους, δυστυχώς ελάχιστους, Ιουδαίους αξιωματούχους. Περιγράφει με γλαφυρότητα την πρώτη συνάντηση του Κυρίου με τον βουλευτή Νικόδημο, (Ιωάν.19,39). Συναντήθηκαν κρυφά τη νύχτα, όχι προφανώς από φόβο, άλλωστε διαφαίνεται από τα ιερά κείμενα ότι ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος, αλλά από συνήθεια, διότι στην νυκτερινή ησυχία είναι ευκολότερη η κατανόηση υψηλών εννοιών.
Το ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα του Νικοδήμου σαγηνεύτηκε από την πρωτόγνωρη διδασκαλία του Ιησού, η οποία δεν είχε καμιά σχέση με τις ανιαρές ραβινικές ερμηνείες του μωσαϊκού νόμου, ο οποίος είχε γίνει την εποχή εκείνη τυραννικός για τους Ιουδαίους. Από το στόμα του Μεγάλου Δασκάλου άκουσε για πρώτη φορά για «αναγέννηση», ως τον μόνο δρόμο για την Βασιλεία των Ουρανών. Στην αρχή δεν κατάλαβε ο Νικόδημος και νόμιζε ότι μιλούσε για μια νέα σωματική γέννηση, αλλά στη συνέχεια της, υψηλής σε σωτήρια νοήματα, συζήτησης, κατανόησε ότι πρόκειται για την πνευματική αναγέννηση, με το άγιο Βάπτισμα και την αναγεννητική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ο Νικόδημος δεν εξέφρασε καμιά αμφιβολία για τα μεγάλα αυτά και σωτήρια διδάγματα του Ιησού, παρά μόνο εξέφρασε την έκπληξή του (Ιωαν.3,9). Μετά από αυτό, ενθουσιάστηκε και εντάχτηκε στην ευρύτερη ομάδα του Κυρίου.
Ο μορφωμένος Νικόδημος άκουσε για πρώτη φορά πως όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού και προορισμένοι για τη σωτηρία. Ως φαρισαίος είχε τη στρεβλή αντίληψη ότι μόνον οι Ιουδαίοι είναι οι «ευλογημένοι του Θεού», ότι «ο Θεός ανήκει μόνο στους Ιουδαίους», ότι «μόνον αυτοί προορίζονται να σωθούν και να γίνουν οι κυβερνήτες του κόσμου», κάτι που τον προβλημάτιζε έντονα. Τώρα πια άλλαξε γνώμη και είδε την πορεία του κόσμου με άλλη προοπτική.
Προφανώς είχε κατανοήσει πληρέστερα από τους μαθητές του Χριστού, ότι «δει αυτόν εις Ιεροσόλυμα απελθείν και πολλά παθείν από των Πρεσβυτέρων και Αρχιερέων και Γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Μαρκ.8,31) και για τούτο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, δεν σκανδαλίστηκε, δεν απίστησε, δεν λύγησε με το Πάθος του Χριστού, αλλά Τον υπερασπίστηκε στο Μεγάλο Συνέδριο, Του παραστάθηκε, ζήτησε, μέσω του Ιωσήφ, από τον Πιλάτο το ακήρατο Σώμα Του, το έθαψε με τιμές, αναμένοντας προφανώς και την ανάστασή Του.
Την τελευταία εορτή της Σκηνοπηγίας, όταν οι Φαρισαίοι σχεδίαζαν να συλλάβουν τον Ιησού, με στημένες κατηγορίες και χωρίς απολογία, ο Νικόδημος τους επιτίμησε, με σφοδρότητα, λέγοντας πως «μη ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εάν μη ακούση παρ’ αυτού πρότερον και γνω τι ποιεί» (Ιωαν.7,51). Επικαλείται τον νόμο για να υπερασπιστεί τον Ιησού. Ο Μωσαϊκός Νόμος έδινε το δικαίωμα της απολογίας (Δευτ.1,16), αλλά και ως μορφωμένος ελληνιστής είχε κατά νουν και το αρχαιοελληνικό: «μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης». Έτσι απέτρεψε την σύλληψη του Ιησού.
Μετά την οριστική σύλληψή Του στο Όρος των Ελαιών και την προσαγωγή Του να δικαστεί ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου τη δραματική εκείνη νύχτα, ο Νικόδημος έδειξε καταπληκτικό θάρρος, υπερασπιζόμενος τον Ιησού, αψηφώντας την φοβερή εχθρότητα των συνέδρων. Τόσον ο ίδιος όσον και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ως νομομαθείς, παρενέβαλαν προσκόμματα στην εκ των προτέρων ληφθείσα απόφαση του Συνεδρίου, για την άδικη καταδίκη του Χριστού. Αλλά οι πονηροί σύνεδροι, με επικεφαλής τον Αρχιερέα Καϊάφα και τις ψευδομαρτυρίες των δύο ψευδομαρτύρων, απέσπασαν από τον Ιησού την ομολογία, που ζητούσαν, ότι δηλαδή «ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν» (Ιωάν.19,7), με το «συ είπας» (Ματθ.26,64). Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο: «επί δυσί μαρτύρων σταθήσεται παν ρήμα … (και) επί δυσί μάρτυσιν η επί τρισίν μάρτυσιν αποθανείται ο αποθνήσκων» (Δευτ.17,7 -8), σε αυτή τη διάταξη στήριξαν την κατηγορία.
Ο Χριστός τελικά χαρακτηρίστηκε «ένοχος θανάτου» και παραδόθηκε στους Ρωμαίους να επικυρώσουν την απόφασή τους, «ίνα σταυρωθεί». Οι μαθητές, εκτός του Ιωάννη Τον εγκατέλειψαν «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν,20,19). Του παραστάθηκε η Θεοτόκος Μητέρα Του και οι Άγιες Μυροφόρες. Μετά το «τετέλεσται», έπρεπε να κατεβούν τα σώματα του Ιησού και των δύο ληστών από τους σταυρούς, διότι δεν επιτρέπονταν να παραμένουν στη θέα των Ιουδαίων, οι οποίοι θα εόρταζαν το Πάσχα. Τότε οι δύο άρχοντες, ο Νικόδημος και ο Ιωσήφ, αποφάσισαν να αναλάβουν την αποκαθήλωση και την ταφή του Διδασκάλου. «…ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μαρκ.15,43-46)
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης συμπληρώνοντας την αφήγηση του ευαγγελιστή Μάρκου, αναφέρει ότι ο Νικόδημος «φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης ως λίτρας εκατόν, έλαβον ουν το σώμα του Ιησού και έδησαν αυτό εν οθονίοις μετά των αρωμάτων, καθώς έθος εστί τοις Ιουδαίοις ενταφιάζειν» (Ιωάν.19,39-40).
Τόσο τα ιερά κείμενα, όσο και η αρχέγονη χριστιανική παράδοση σιωπά για την κατοπινή ζωή και δράση του Νικοδήμου. Κάποια μεταγενέστερη παράδοση αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι, εξαιτίας της προσήλωσής του στον Ιησού και την ενέργειά του να αποδώσει τιμές στην ταφή Του, τον καθαίρεσαν από το αξίωμά του και τον εξόρισαν από την Ιερουσαλήμ. Προφανώς έζησε ως πιστό μέλος της Εκκλησίας, χωρίς να γνωρίζουμε αν έλαβε κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα.
Στο όνομά του εμφανίστηκε τον β΄ αιώνα, ένα απόκρυφο «ευαγγέλιο», το λεγόμενο «Ευαγγέλιο του Νικοδήμου», το οποίο βεβαίως ανήκει σε άλλο άγνωστο συγγραφέα και περιγράφει, με τρόπο απλοϊκό, σκηνές από τη ζωή του Ιησού και κύρια την κάθοδό Του στον Άδη.
Κάποια άλλη αρχαία παράδοση αναφέρει ότι υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Κατ’ άλλους κοιμήθηκε ειρηνικά σε βαθύ γήρας και ενταφιάστηκε από τον γνωστό και ανεκτικό προς τους χριστιανούς ραβίνο Γαμαλιήλ, κοντά στον πρωτομάρτυρα Στέφανο στην κώμη Καφαργάμαλα.
Η μνήμη του, μαζί με αυτή του Ιωσήφ του από Αριμαθαίας και των αγίων Μυροφόρων Γυναικών τιμάται την Γ΄ Κυριακή από του Πάσχα.
Η αγία και ηρωική μορφή του Μυροφόρου Νικοδήμου πρέπει να μας εμπνέει στερεά πίστη στο Σωτήρα μας Χριστό και να μας δίνει ηρωικό φρόνημα, με αταλάντευτο ομολογητικό χαρακτήρα, όπως εκείνου, διότι «οὐ γὰρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεὸς Πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ», ώστε να μην επαισχυνόμαστε «τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν» (Β΄Τιμ.1,7)! Η τραγική εσχατολογική και αποκαλυπτική εποχή μας απαιτεί ηρωική δημόσια και στεντόρεια ομολογία, ότι ο Χριστός είναι ο μοναδικός μας σωτήρας, και κανένας άλλος, καθότι, «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πραξ.4,12)!
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
Οι Μυροφόρες, τότε και σήμερα. "Τὰ πρότυπα τῶν γυναικῶν". +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.
Τὰ πρότυπα τῶν γυναικῶν. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Ἡ Κυριακὴ αὐτή, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν Μυροφόρων. Οἱ Μυροφόρες ἦταν ἕνας ὅμιλος ἐκλεκτῶν, ὑπερόχων γυναικῶν, ποὺ εἶχαν ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀκολουθοῦσαν (βλ. Μάρκ. 15,41) καὶ «διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Λουκ. 8,3). Καὶ τὸ κυριώτερο· κατὰ τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν δὲν ἔλειψαν οὔτε λεπτὸ ἀπὸ κοντά του στὴν πορεία τοῦ μαρτυρίου. Γι ̓ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκαν, πρῶτες αὐτές, ν ̓ ἀκούσουν τὸ κοσμοχαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Δὲν εἶνε τυχαῖο ὅτι· τὸ μὲν «Χριστὸς γεννᾶται» δὲν τὸ ἄκουσαν φιλόσοφοι ἀλλὰ βοσκοὶ τῆς Βηθλεέμ, τὸ δὲ «Χριστὸς ἀνέστη» δὲν τὸ ἄκουσαν μεγάλοι τῆς γῆς ἀλλὰ ἁπλοϊκὲς γυναῖκες.
Ἂς μεταφερθοῦμε, ἀγαπητοί μου, νοερῶς στὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Εἶνε «ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν» (Μάρκ. 15,25). Κατὰ τὸ ἑβραϊκὸ ὡρολόγιο ἡ τρίτη ὥρα ποὺ ἀκοῦμε ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ δική μας ἐνάτη πρωινή, 9 τὸ πρωί. Τὴ νύχτα τὸν δίκασαν, τὸ πρωὶ μὲ τὴν ἔγκρισι τοῦ Πιλάτου βγῆκε ἡ ἀπόφασι. Τὸν ἔδεσαν μ ̓ ἕνα σχοινί, σὰν τὰ ὑποζύγια, τὸν ἔσυραν μέσ ̓ ἀπ ̓ τὰ καλντερίμια τῆς Ἰερουσαλήμ, τὸν ἀνέβασαν στὸ Γολγοθᾶ, καὶ στὶς 9 τὸν σταύρωσαν. Οἱ ἅγιες γυναῖκες τὸν συνώδευαν.
Ἡ σταύρωσις εἶνε ἕνας βραδὺς ἐπώδυνος βασανισμὸς μέσα σὲ σπασμούς, σφαδασμοὺς καὶ πόνους φρικτούς. Ἦταν ἀτιμωτικὴ ποινὴ τοῦ ̔Ρωμαϊκοῦ καθεστῶτος, στὴν ὁποία καταδικάζονταν ἀποφώλια (=ἀπαίσια) τέρατα τῆς κοινωνίας. Οἱ κακοῦργοι ποὺ σταυρώνονταν, λόγῳ τῆς σκληρῆς ἰδιοσυγκρασίας τους, ἔμεναν ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἀρκετά. Ὁ Ἰώσηπος καὶ ἄλλοι ἱστορικοὶ λένε, ὅτι ἄντεχαν μέχρι καὶ τρεῖς ἢ τέσσερις μέρες, γιατὶ τὰ τραύματά τους δὲν ἦταν θανάσιμα. Ὅταν πλέον ἔφτανε ὁ θάνατος, ἀκολουθοῦσε κάτι μακάβριο· ἔρχονταν ἀπὸ ψηλὰ ὄρνεα καὶ καταβρόχθιζαν τὶς σάρκες τῶν πτωμάτων, ἐνῷ ἀπὸ κάτω σκυλιὰ μὲ πηδήματα ἅρπαζαν ὅποιο κομμάτι μποροῦσαν. Τί ἔμενε; ἕνας γυμνὸς σκελετὸς ποὺ κατέρρεε στὴ γῆ. Τέτοιο ἦταν τὸ τέλος τῶν μεγάλων ἐγκληματιῶν.
Ὁ Ἰησοῦς πόσο ἔζησε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ μετέωρος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς; Λεπτοφυὴς καὶ εὐγενὴς ὅσο κανείς ἄλλος, δὲν ἄντεξε πολὺ καὶ σύντομα ἐξέπνευσε – ἀλλὰ τί εἶπα; ὄχι, ἥμαρτον! Δὲν τελείωσε ἔτσι. Μποροῦσε νὰ μείνῃ πολὺ περισσότερο. Ἔμεινε στὴ ζωὴ ὅσο ἤθελε, καὶ ὅταν ἔκρινε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα, τότε ὁ ἴδιος κάλεσε τὸ θάνατο νὰ ἔλθῃ· καὶ ὁ θάνατος σὰν ὑπηρέτης, ὑπακούοντας σ ̓ Αὐτόν, ἦλθε (βλ. Παρακλ., ἦχ. πλ. β ́, Κυρ. Καν. Ἀν. ᾠδ. α ́, τρ. 3ο). Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε τὴν ὥρα τῆς ἐξόδου μας, δὲν εἴμαστε κύριοι τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου· ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἀφοῦ ἔλαβε καὶ τὸ ὄξος, «εἶπε, Τετέλεσται , καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα» (Ἰω. 19,30).
Ἐπάνω στὸ σταυρὸ ἔμεινε 6 ὧρες, ἀπὸ 9 πρωὶ μέχρι 3 ἀπόγευμα· «ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης» (Ματθ. 27,45)· 3 ὧρες φῶς, 3 ὧρες σκότος· 3 ὧρες φῶς γιὰ τοὺς πιστούς, 3 ὧρες σκότος γιὰ τοὺς ἀπίστους «ἐφ ̓ ὅλην τὴν γῆν» (Μάρκ. 15,33).
Σὲ λίγο πλησίαζε ἡ ὥρα νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος. Τί θὰ γινόταν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Ἡ ἑβραϊκὴ ἡμέρα ἄρχιζε ὄχι μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου ἀλλὰ μὲ τὴ δύσι. Συνεπῶς, μόλις ἔδυε ὁ ἥλιος θὰ ἄρχιζε τὸ Σάββατο καὶ θ ̓ ἀνέτελλε τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα· καὶ κατὰ τὸ πάσχα δὲν ἐπιτρεπόταν πάνω στοὺς σταυροὺς νὰ ὑπάρχουν πτώματα νεκρῶν. Γι ̓ αὐτὸ ἕνα στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα μὲ τσεκούρια – μπαλτάδες ἀνέβηκε στὸ Γολγοθᾶ νὰ σπάσῃ τὰ χοντρὰ κόκκαλα ὅσων ἀνέπνεαν ἀκόμα καὶ νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ θάνατό τους. Ἔτσι ἔγινε μὲ τοὺς δύο λῃστάς. Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἤδη ἐκπνεύσει· «οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη» (Ἰω. 19,32), καὶ ἔμεινε τὸ σῶμα του ἐκεῖ μετέωρο.
Ποιός θὰ τὸν ἔθαπτε; Οἱ ὧρες περνοῦσαν. Καν- είς δὲν φαινόταν. Ποῦ τὰ πλήθη ποὺ εὐεργέτησε! Τρόμος καὶ φόβος· ποιός νὰ πλησιάσῃ; Οἱ σημερινοὶ νέοι δὲν γνώρισαν παρόμοιες σκηνές. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω καλὰ τὸ ἑξῆς. Σ ̓ ἕνα χωριὸ τῶν Γρεβενῶν οἱ Γερμανοὶ καταδίκασαν στὸν δι ̓ ἀσιτίας θάνατον μιὰ ὑπέροχη γυναῖκα, γιατὶ αὐτὴ βοήθησε τοὺς στρατιῶτες τῆς ἀντιστάσεως. Τὴν ἔβαλαν μέσα σ ̓ ἕνα λάκκο καὶ κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ τὴν πλησιάσῃ…
Παρόμοιος τρόμος ἐπικρατοῦσε στὸ Γολγοθᾶ. Χρειαζόταν τόλμη, θάρρος, καὶ ἐπίσημη ἀπόφασι, γιὰ νὰ ξεκρεμάσῃ κανεὶς ἕνα κατάδικο. Ἐνῷ λοιπὸν κανείς ἄλλος δὲν τολμᾷ, νά κάποιος ἔρχεται. Ποιός εἶνε; Ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου, ψυχὴ ἐκλεκτὴ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν Ἰησοῦ. Πῆγε στὸν Πιλᾶτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα του. Ὁ Πιλᾶτος θαύμασε, πῶς ὁ Ἰησοῦς ἐξέπνευσε τόσο σύντομα (Μάρκ. 15,44), κι ἀφοῦ βεβαιώθηκε ἀπὸ τὸν κεντυρίωνα, τοῦ χάρισε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ποιά τώρα γλῶσσα, ποιός ζωγράφος, ποιός ποιητὴς θὰ περιγράψῃ τὴ σκηνὴ τῆς ἀποκαθηλώσεως τοῦ Κυρίου; Μᾶλλον ἂς τὴν καλύψουμε μὲ πέπλο ἱερᾶς σιωπῆς. Ὦ χέρια εὐλογημένα τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ὦ σινδόνη καθαρά, ὦ τάφε ἁγιασμένε ποὺ δέχθηκες τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ! Μακάριος ὁ Ἰωσήφ, μακάριες καὶ οἱ γυναῖκες!
Ἀλλ ̓ ἐὰν αὐτοὶ εἶνε μακάριοι, πολὺ πιὸ μακάριοι εἶνε – ποιοί; ὅσοι κοινωνοῦν ἀξίως τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Γιατὶ ἐκεῖνοι ἄγγιξαν μόνο τὸ τεθεωμένο σῶμα, ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ κοινωνεῖ δὲν ἀγγίζει μόνο ἀλλὰ δέχεται ἐντός του ὁλόκληρο τὸν Χριστό.
* * *
Οἱ Μυροφόρες, ἀδελφοί μου, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν κυρίαν Θεοτόκον, ἀποτελοῦν ἕναν ἀστερισμὸ μὲ λαμπρότερο ἀστέρα του τὴν Παναγία, ἡ ὁποία μνημονεύεται κάπως διαφορετικὰ σὲ καταλόγους τῶν ὀνομάτων τους.
Σήμερα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία, τιμώντας τὸν ὅμιλο τῶν ἡρωίδων ἐκείνων γυναικῶν, ποὺ εἶνε τὰ πρότυπα τοῦ γυναικείου κόσμου, στὸ πρόσωπό τους τιμᾷ καὶ κάθε γυναῖκα.
Ὁ γυναικεῖος κόσμος παρουσιάζει ἀναμφισβητήτως καὶ ἐλαττώματα. Σήμερα ὅμως ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ὑμνογράφους της ψάλλει ὕμνους στὶς γυναῖκες. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς παρουσιάσω μερικὰ πορτραῖτα, μερικὰ στιγμιότυπα ἀπὸ τοὺς ἡρωισμούς, τὶς ὑπέροχες ἀρετές των; Νά λοιπόν· οἱ μυροφόρες δὲν πέθαναν, ζοῦν καὶ στὴν κατηραμένη ἐποχή μας.
Ἡ πρώτη εἶνε ἡ δασκάλα στὰ σύνορα. Μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἀρσάκειο καὶ πῆγε ἐκεῖ ὄχι γιὰ τὸ μισθό, ἀλλὰ ἐκτελώντας μιὰ ἱεραποστολή. Γνώρισα πολλὲς τέτοιες. Τὴ βλέπεις ἀνάμεσα στὶς ἀγράμματες ἐκεῖ γυναῖκες, ταπεινή, φρόνιμη· νὰ χτυπάῃ τὸ κουδούνι τοῦ σχολείου στὸ ἀκριτικὸ χωριό, νὰ μαζεύῃ τὰ παιδιὰ τῶν χωρικῶν καὶ μὲ ἀγάπη καὶ στοργὴ νὰ σταλάζῃ στὶς καρδιές τους τὰ ὡραῖα διδάγματα τῆς πατρίδος καὶ τῆς θρησκείας μας. Εἶνε μιὰ μυροφόρος στὴ σύγχρονη ἐποχή.
Θέλετε ἄλλη; Εἶνε ἡ νοσοκόμος, μὲ τὴ λευκὴ στολή της. Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ Μυροφόρες εἶδαν ἀγγέλους «ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις», μὲ ἀστραφτερὲς φορεσιές (Λουκ. 24,4). Καὶ ὅταν λοιπὸν πηγαίνῃ κανεὶς στὸ νοσοκομεῖο καὶ βλέπῃ τὰ μεσάνυχτα νὰ διασχίζουν τοὺς διαδρόμους οἱ νοσοκόμες μὲ τὶς ἄσπρες μπλοῦζες, ἐγὼ νομίζω ὅτι βλέπω ἀγγέλους ἐπὶ τῆς γῆς. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνάξια γυναικάρια σὲ ἁμαρτωλὰ κέντρα πουλοῦν τὴ σάρκα τους, βλέπεις αὐτὲς δίπλα στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου νὰ γίνωνται μητέρες καὶ ἀδελφές, νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ σταλάζουν τὸ βάλσαμο τῆς ἁγίας μας πίστεως, ἢ καὶ νὰ προετοιμάζουν ἀσθενεῖς γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Θέλετε παράδειγμα ἄλλης μυροφόρου; Εἶνε ἡ ἀδελφὴ τοῦ σπιτιοῦ ἐκείνου ποὺ οἱ γονεῖς πέθαναν καὶ αὐτή, ὡς μεγαλύτερη, ἔμεινε προστάτις τῶν μικρῶν ἀδελφῶν της. Ἀντὶ νὰ διασκεδάζῃ δεξιὰ κι ἀριστερά, ἐργάζεται σὲ ἐργοστάσιο φθείροντας τὴν ὑγεία της καὶ ῥάβει προσπαθώντας νὰ θρέψῃ τὰ μικρά, νὰ σπουδάσῃ τὸν ἀδελφό, νὰ συμπληρώσῃ τὴν προῖκα τῆς ἀδελφῆς της.
Θέλετε καὶ ἄλλη; Εἶνε ἡ γιαγιὰ ἡ ἁπλοϊκή, ποὺ παίρνει μὲ στοργὴ στὴν ἀγκαλιὰ τὸ ἐγγονάκι, τὸ γονατίζει μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ τὸ μαθαίνει τὶς πρῶτες προσευχές· εἶνε μία ἱερὰ ὕπαρξις ἡ γιαγιὰ μέσα στὸν παιδικὸ κόσμο.
Θέλετε ἀκόμη μία ἄλλη; Ἔφτασα πλέον στὸ ὕψος. Ἐδῶ σταματῶ, δάκρυα μᾶς ἔρχονται. Εἶνε μία λέξι ποὺ μᾶς συγκινεῖ καὶ ἡ ὁποία μόνο ὅταν ἀτενίζουμε τὴν Παναγία μας βρίσκουμε τὸ ἰδεῶδες πρότυπό της. Εἶνε ἡ μάνα ἡ γλυκυτάτη. Ποιός τὴν θυμᾶται καὶ δὲν θρηνεῖ στὴν ἀνάμνησι τῶν παιδικῶν χρόνων, τότε ποὺ μιὰ μητέρα τὸν θήλαζε στὸ στῆθος της; Μόνο τέρατα ἀνάξια νὰ ζοῦν σηκώνουν τώρα χέρι καὶ τὴν πληγώνουν. Μοῦ ̓λεγε κάποια μητέρα· –Πάτερ μου, βάσανα πολλὰ πέρασα. Τὸ μεγαλύτερο ποὺ μὲ βρῆκε καὶ κλαίω εἶνε, ὅτι τὸ παιδί μου, φοιτητής, μοῦ βλαστήμησε χθὲς τὴν Παναγία μου. Δὲν θέλω νὰ ζῶ στὸν κόσμο…
Χθὲς τὸ βράδυ πρὶν νὰ κοιμηθῶ διάβασα τὴ βιογραφία ἑνὸς ἐκλεκτοῦ ἱεράρχου, τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου πρώην Νευροκοπίου Γεωργίου Παπαγεωργιάδου, τὴν ὁποία συνέγραψε ὁ ἴδιος ἕνα ἔτος προτοῦ ν ̓ ἀποθάνῃ. Ἐκεῖ εἶδα τὸ ἑξῆς. Ὁ ἱεράρχης αὐτός, φτωχὸ παιδὶ τῆς ἀλησμονήτου Θρᾴκης πρὸς τὰ Δαρδανέλλια, μικρὸς εἶχε αὐστηρὸ πατέρα ποὺ κάποτε τὸν μάλωσε πέρα τοῦ δέοντος. Ὁ μικρὸς Γεώργιος, ἡλικίας 10 ἐτῶν, πείσμωσε τόσο πολύ, ὥστε δὲν ἤθελε πλέον νὰ πάῃ στὸ σχολεῖο. Μάταια ὁ πατέρας τὸν ἀπειλοῦσε. Αὐτὸς ἔλεγε· –Ὄχι, δὲν θὰ μάθω γράμματα. Μὲ ἔβρισες καὶ δὲν θέλω πιὰ νὰ σὲ ἀκολουθήσω. Θὰ πάω νὰ βόσκω γίδια, πρόβατα καὶ βόδια… Καὶ ποιός τὸν νίκησε καὶ τὸν ἔκανε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ σχολεῖο καὶ νὰ σπουδάσῃ; Τὰ δάκρυα τῆς μάνας του. Τὸν κυνήγησε μέσ ̓ στὸ λόγγο, τὸν ἔφτασε καὶ τοῦ μιλοῦσε. Ἐπὶ τέλους, ὕστερα ἀπὸ δυὸ ὧρες, τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά, τὸν ἔφερε πίσω καὶ τὸν πῆγε στὸ σχολειὸ νὰ μάθη γράμματα. Τὸ ἐ- πεισόδιο αὐτὸ μνημονεύει μὲ συγκίνησι ὁ ἱεράρχης λέγοντας· Στὴ μητέρα μου ὀφείλω τὸ πᾶν.
Νά λοιπὸν οἱ μυροφόρες. Ὅλες αὐτὲς ποὺ ἀνέφερα καὶ ἀκόμα ἡ παρθένος ἡ ἀφιερωμένη στὸ Θεό, ποὺ λειτουργεῖ εἴτε σὲ μοναστήρι εἴτε σὲ ἀδελφότητα, εἶνε οἱ μυροφόρες τῶν ἡμερῶν μας.
Πρὶν τελειώσω, ἀπευθύνω τὸν λόγο πρὸς τὶς γυναῖκες καὶ λέγω σ ̓ αὐτές·
Γυναῖκες τοῦ νῦν αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος, πρότυπά σας δὲν εἶνε τὸ Χόλλυγουντ καὶ τὸ Παρίσι· πρότυπά σας εἶνε οἱ Ἑλληνίδες προμήτορές σας καὶ οἱ Μυροφόρες τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ συνώδευσαν τὸν Κύριο μέχρι ἀποκαθηλώσεως. Σεῖς γεννᾶτε τέκνα, σεῖς παρηγορεῖτε τὸν σύζυγο, σεῖς μᾶς συνοδεύετε ἀπὸ τὸ λίκνο μέχρι τὸν τάφο, σεῖς εἶστε ἐκεῖνες ποὺ πλάθουν χαρακτῆρες, σεῖς δημιουργεῖτε τὸ μέλλον, σεῖς εἶστε οἱ βασίλισσες τῶν κατ ̓ οἴκων ἐκκλησιῶν. Βαδίστε τὸ δρόμο σας ἀνεπηρέαστες ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι εἶνε γεμᾶτοι τραύματα. Πολλοὶ εἶνε οἱ ἐσταυρωμένοι. Στὸ Γολγοθᾶ ἦταν Ἕνας, ἀλλὰ στὸν κόσμο σήμερα εἶνε πολλοί, σταυρωμένοι καὶ τὰ καρφιὰ τῆς συκοφαντίας καὶ διαβολῆς, τῶν ποικίλων περιπετειῶν, τῆς φτώχειας, τῆς χηρείας, τῆς θυσίας… Οἱ σταυρωμένοι περιμένουν ἀποκαθήλωσι. Ἐμπρός, γυναῖκες, σπεύσατε ὅπου βρῆτε τὸν σταυρωμένο συνάνθρωπο, εἴτε στὰ νοσοκομεῖα, εἴτε στὰ ὑπόγεια, εἴτε σὲ κελλιὰ κρατουμένων, ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει ἀκτίνα ἥλιου. Ὦ ἀγάπη γυναικῶν, κατεβῆτε τὰ σκαλοπάτια τῶν κατέργων, τῶν φυλακῶν, καὶ φέρτε ἐκεῖ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, καὶ κάνετε τὶς ἀπογοητευμένες ψυχὲς νὰ ποῦν κι αὐτὲς «Χριστὸς ἀνέστη»!
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 43 - 47, ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙϚ´ 1 - 8------- † ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ. «Τῶν ἁγίων μυροφόρων γυναικῶν, ἔτι δὲ Ἰωσὴφ τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας καὶ τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ Νικοδήμου». Βασιλέως ἐπισκόπου Ἀμασείας ἱερομάρτυρος (†332), Γλαφύρας καὶ Ἰούστας ὁσίων (†322).
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 43 - 47
43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.
43 ἦλθεν ὁ Ἰωσήφ, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν πόλιν Ἀριμαθαίαν, σεβαστὸν καὶ ἐπίσημον μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ συνεδρίου, ποὺ καὶ αὐτὸς εἶχε πιστεύσει εἰς τὸ περὶ βασιλείας τοῦ Θεοῦ κήρυγμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐπερίμενε τὴν βασιλείαν αὐτήν, χωρὶς νὰ κλονισθῇ ἡ ἐλπίς του αὐτὴ ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ ἔλαβε τὴν τόλμην καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ ἐζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἐξεπλάγη καὶ ἠπόρησεν, ἐὰν τόσον γρήγορα ἀπέθανεν ὁ Ἰησοῦς. Καὶ ἀφοῦ ἐπροσκάλεσε τὸν ἑκατόνταρχον, τὸν ἠρώτησεν, ἐὰν εἶχεν ὤραν πολλὴν ποὺ ἀπέθανε. 45 Καὶ ὅταν ἔμαθεν ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχον, ὅτι πράγματι ἀπέθανεν, ἐχάρισεν εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸ σῶμα. 46 Καὶ ἐκεῖνος ἀφοῦ ἠγόρασε σινδόνα καινουργῆ καὶ ἀμεταχείριστον καὶ τὸν ἐκατέβασεν ἀπὸ τὸν σταυρόν, ἐτύλιξε τὸ σῶμα εἰς τὴν σινδόνα καὶ τὸν ἔβαλε χάμω εἰς μνημεῖον, ποὺ ἦτο σκαλισμένον μέσα εἰς τὸν βράχον· καὶ ἐκύλισε λίθον βαρὺν ἐπάνω εἰς τὸ στόμιον τοῦ μνημείου. 47 Ἡ Μαγδαληνὴ δὲ Μαρία καὶ ἡ Μαρία τοῦ Ἰωσῆ παρετήρουν προσεκτικὰ καὶ μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον ποὺ ἐτέθη τὸ σῶμα.
1 Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε τὸ Σάββατον, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη ἠγόρασαν τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου ἀρώματα, διὰ νὰ ἔλθουν τὸ πρωῒ εἰς τὸν τάφον καὶ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦν. 2 Καὶ πολὺ πρωῒ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος ἔρχονται εἰς τὸ μνημεῖον τὴν ὥραν, ποὺ ὁ ὑποκάτω ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα ἀνατέλλων ἥλιος ἤρχισε νὰ διαλύῃ τὸ πρωϊνὸ σκοτάδι. 3 Καὶ ἔλεγαν ἀναμεταξύ τους· Ποῖος θὰ μᾶς ἀποκυλίσῃ τὴν μεγάλην πέτραν ἀπὸ τὴν εἴσοδον τοῦ μνημείου; 4 Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν, ὅτι εἶχε κυλισθῆ μακρὰν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ἡ πέτρα. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους αὐτά, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκυλισθῇ. 5 Καὶ μόλις ἐσήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν, ὅτι εἶχε κυλισθῆ μακρὰν ἀπὸ τὸ μνημεῖον ἡ πέτρα. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους αὐτά, διότι ἡ πέτρα αὐτὴ ἦτο πολὺ μεγάλη καὶ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἀποκυλισθῇ. 6 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπε· Μὴ ἐκπλήττεσθε καὶ μὴ φοβεῖσθε. Ἠξεύρω ποῖον ζητάτε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον. Ἀνεστήθη. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἰδού, εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος, ὅπου τὸν ἔβαλαν. 7 Ἀλλὰ πηγαίνετε, εἴπατε εἰς τοὺς μαθητάς του καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν Πέτρον, ποὺ ἔχει ἀνάγκην παρηγορίας καὶ βεβαιώσεως ὅτι συνεχωρήθη διὰ τὴν ἄρνησίν του, ὅτι πηγαίνει προτήτερα ἀπὸ σᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἰδῆτε, καθὼς σᾶς εἶπε, προτοῦ νὰ σταυρωθῇ. 8 Καὶ ἐκεῖναι, ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖον. Τὰς κατεῖχε δὲ τρόμος καὶ ἦσαν ἐκστατικαί. Καὶ δὲν εἶπαν τίποτε εἰς κανένα, διότι ἐφοβοῦντο.