Νηστεία
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Δ´ 14 - 16
Ἐνῶ βρισκόμαστε στό μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ὅλως ἰδιαιτέρως τόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό τοῦ Κυρίου, τόν ὁποῖο καλεῖ νά προσκυνήσουμε. Νά ἐκφράσουμε δηλαδή τήν εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη, τήν πίστη καί ἀφοσίωση, τήν εὐχαριστία καί δοξολογία μας πρός τόν Χριστό πού θυσιάσθηκε γιά τήν σωτηρία μας. Ἐφόσον ὁ Σταυρός εἶναι «ὅπλον εἰρήνης καί ἀήττητον τρόπαιον», ση μεῖο καταλλαγῆς καί πηγή δυνάμεως, φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἀνείκαστης ἀγάπης Του, μποροῦμε νά ἐννοήσουμε τήν σημασία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς καί τήν ἀξία τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, Ἐπισκόπου Σμύρνης (2ος αἰ.), ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους: «Ὅς μή ὁμολογεῖ τό μαρτύριον τοῦ Σταυροῦ ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστί». Μάλιστα, ἀπό πολλῶν ἐτῶν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἔχει καθιερω θεῖ ὅλη ἡ ἑβδομάδα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως νά εἶναι ἀφιερωμένη καί στίς ἱερατικές κλίσεις, καθότι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι διακονία τοῦ Ἐσταυρω μένου Κυρίου Ἰησοῦ, μετοχή στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του, μυστήριο ἀγάπης σταυρικῆς, θυσιαστικῆς πρός τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τήν Ἁγία Ἐκκλησία.
Τό νόημα τοῦ «ἀκολουθεῖν καί μιμεῖσθαι» τόν Χριστό
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας θέτει τίς προϋποθέσεις γιά νά ἀκολουθεῖ ὁ πιστός τόν Χριστό. Ἀκολουθῶ τόν Κύριο σημαίνει, πρώτι στα, τήν ἐσωτερική σχέση μέ τόν Χριστό πού πραγματοποιεῖται μέ τήν πίστη, τήν ἐμπιστοσύνη στό Πρόσωπο καί τόν λόγο Του καί, ἔπειτα, μέ τήν διαρκῆ μαθητεία κοντά Του.
Ἡ μαθητεία συνίσταται στήν –κατά τό δυνατόν– μίμηση τοῦ τρόπου ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, ἡ μίμηση αὐτή δέν ἀφορᾶ στά ἐξωτερικά σημεῖα τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του οὔτε περιορίζεται στήν ἠθική προσαρμογή τοῦ ἀνθρώπου πρός αὐτά. Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει ὅτι ἡ μί μηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπιτυγχάνεται μόνο μέ τήν συμμόρφωση τοῦ πι στοῦ πρός τά ὑποδείγματα τῆς ἀοργησίας (πραότητας), τῆς ταπεινο φροσύνης, τῆς μακροθυμίας Του, ἀλλά, κυρίως, μέ τήν συμμετοχή στόν θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, πού πραγματοποιεῖται μέ τό Βά πτισμα καί τήν παλιγγενεσία πού αὐτό παρέχει, καί μέ τήν μετοχή στήν θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι ὁ Χριστιανισμός, ὡς σχέση ζωῆς μέ τόν Χριστό, εἶναι «μίμησις τῆς θείας φύσεως» (Γρηγ. Νύσσης), εἶναι ἀνοδική πορεία πρός τήν τελειότητα, ἡ ὁποία, βεβαίως, δέν ἔχει τέρμα σέ αὐτήν τήν ζωή, ἀφοῦ τελικός σκοπός της εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, μέ μία φράση, ἡ ἠθική μίμηση τοῦ Χριστοῦ δέν συνιστᾶ τόν ἔσχατο σκοπό τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ τόν ἀπαραίτη το ὅρο γιά τήν ἐπίτευξή του. Ἡ ἐξομοίωση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Χρι στό εἶναι προϋπόθεση γιά τήν θέωσή του, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖται ἀπό τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ.
Ἐλεύθερη ἄρση τοῦ Σταυροῦ
Ὁ Θεός, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Γαλάτες, σᾶς κάλεσε γιά νά ζήσετε ἐλεύθεροι. Μόνο νά μή γίνει ἡ ἐλευθερία ἀφορμή γιά ἁμαρτωλή διαγωγή, ἀλλά μέ ἀγάπη νά ὑπηρετεῖτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο (Γαλ. 5,13).
Ἑπομένως, ἐλεύθερα –ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν– ὁ Χρι στός καλεῖ κάθε ἄνθρωπο νά τόν ἀκολουθήσει καί νά σηκώσει τόν σταυ ρό του· σταυρό ἐλεύθερης ἀγάπης καί ἑκούσιας ἄρσεως. Μέ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ ὁ πιστός διδάσκεται τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Δηλαδή, ἀγαπᾶ ὅπως ὁ Χριστός, χωρίς προϋποθέσεις καί ὅρια, χωρίς νά περιμέ νει ἀνταπόδοση. Ἀξιοποιεῖ τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας του, ἐναρμονίζον τας τήν ζωή του μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες φυλάσσουν ἀκέ ραιη τήν ἐλευθερία, τόν αὐτοσεβασμό καί τόν σεβασμό πρός κάθε ἄνθρωπο.
Ἐάν ὁ ἐγωισμός, ἡ κατακράτηση τῆς ἀγάπης καί τῶν θείων δωρεῶν ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό μας, ἡ ἑκούσια ὑποταγή στόν νόμο τῆς ἁμαρτίας καί ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό συνιστοῦν τήν ἀπόρριψη τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί, ἑπομένως, τήν αὐτοκαταδίκη μας, τότε ἡ τα πείνωση, ὡς ἄσκηση ἐμπιστοσύνης στόν Θεό, ἡ συνέργειά μας στό νά κυκλοφορεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐσωτερική σχέση μέ τόν Θεό καί ἡ ἀποτίναξη τοῦ ζυγοῦ τῆς ἁμαρτίας συγκροτοῦν τήν συνειδητή ἐπιλογή γιά ἄρση τοῦ Σταυροῦ. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ διαρκῶς νά προσβλέπουμε στόν Σταυρό τοῦ Χρι στοῦ, νά τόν ἐναγκαλιζόμαστε καί νά τόν ἀφήνουμε νά μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ὕπαρξή μας διασώζεται μέ τήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, διά τῆς ὁποίας ἐνεργεῖ μέσα μας ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος.
Ἄν ἀνταποκριθοῦμε σέ αὐτό τό κάλεσμα, θά ἐννοήσουμε τί σημαίνει ὅτι «Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ σταυροῦ… τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Κορ. 1,18).
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/11-2026(3798).pdf

Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.)
Η περίοδος της προεδρίας του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (1989–2000) αποτέλεσε μία από τις πλέον ταραχώδεις και καθοριστικές φάσεις της σύγχρονης βαλκανικής ιστορίας.
Η διάλυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, οι εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν, η επιβολή διεθνών κυρώσεων και, τελικώς, η στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999 εναντίον της Σερβίας, διαμόρφωσαν ένα γεωπολιτικό και νομικό περιβάλλον όπου οι αρχές του διεθνούς δικαίου δοκιμάστηκαν σκληρά!!
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνοσερβική φιλία αναδείχθηκε ως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής αλληλεγγύης, το οποίο υπερέβαινε τις τρέχουσες διπλωματικές ισορροπίες και αντλούσε τις ρίζες του από βαθύτερες ιστορικές και πνευματικές καταβολές, ήδη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και Αγίου Σάββα του Χιλανδαρινού.
Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας δεν συναποτελούν συγκυριακό πολιτικό προϊόν της ύστερης μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Αντιθέτως, έχουν βαθιές ιστορικές και πολιτισμικές ρίζες που συνδέονται με την κοινή βαλκανική εμπειρία, τον κοινό αγώνα και κατά του τουρκικού ζυγού, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κυρίως, την κοινή ορθόδοξη πνευματική παράδοση.
Από τον 19ο αιώνα μέχρι και τον 20ό αιώνα, οι δύο λαοί διαμόρφωσαν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας, οι οποίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιδιαίτερη ιστορική μνήμη κατέχει η σερβική συμβολή στις εξελίξεις της περιόδου του Μεγάλου Πολέμου, την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, καθώς και το δράμα του σερβικού στρατού κατά την υποχώρησή του μέσω της Αλβανίας το 1915–1916.
Το μαρτυρικό αυτό γεγονός συνδέθηκε συμβολικά με το νησί Βίδο στην Κέρκυρα, όπου χιλιάδες Σέρβοι στρατιώτες βρήκαν εκεί την τελευταία τους κατοικία.
Η συλλογική αυτή μνήμη διατηρείται ζωντανή στη σερβική ιστορική συνείδηση, όπως εκφράζεται και στο γνωστό τραγούδι «Tamo Daleko» – εκεί μακριά είναι και το δικό μου χωριό, το οποίο έχει μετατραπεί σε σύμβολο εθνικής μνήμης και πένθους, αλλά και αμοιβαίας ευγνωμοσύνης των δύο λαών.
Η περίοδος της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας επανέφερε με έντονο τρόπο την ιστορική αυτή σχέση στο προσκήνιο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η Ελλάδα βρέθηκε σε μία ιδιότυπη θέση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Από τη μία πλευρά, ως κράτος-μέλος των δυτικών θεσμών όφειλε να ακολουθήσει τις συλλογικές αποφάσεις των διεθνών οργανισμών. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κοινωνία ο λαός, εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό έντονη συμπάθεια προς τον σερβικό λαό, θεωρώντας ότι οι διεθνείς παρεμβάσεις και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Σερβία αποτελούσαν επιλεκτική εφαρμογή των αρχών του διεθνούς δικαίου!!
Το διεθνές δίκαιο, θεωρητικά, στηρίζεται σε θεμελιώδεις αρχές, όπως η κρατική κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και η αρχή της μη επέμβασης, στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών.
Οι αρχές αυτές κατοχυρώνονται τόσο στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, όσο και στη μεταπολεμική διεθνή έννομη τάξη. Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 υπήρξε περίοδος κατά την οποία άρχισε να αναπτύσσεται έντονα η στρατιωτική θεωρία και έννοια της λεγόμενης «ανθρωπιστικής επέμβασης», δηλαδή της στρατιωτικής παρέμβασης για την προστασία πληθυσμών από μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η επέμβαση και ο βομβαρδισμός του ΝΑΤΟ το 1999 σε ευρωπαϊκό έδαφος και εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Μικρής Γιουγκοσλαβίας – αποτέλεσε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα παραδείγματα αυτής της νέας θεωρίας και προσέγγισης.
Η επιχείρηση του βομβαρδισμού πραγματοποιήθηκε χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, γεγονός που προκάλεσε έντονη συζήτηση στη θεωρία και την πράξη του διεθνούς δικαίου, σχετικά με τη νομιμότητα της επέμβασης.
Για αρκετούς νομικούς και διεθνολόγους, η επέμβαση αυτή συνιστούσε παραβίαση της αρχής της κρατικής κυριαρχίας. Για άλλους, αποτελούσε το αναγκαίο μέτρο, για την υποστήριξη των Αλβανών στο Κόσοβο.
Στην Ελλάδα, τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, παρά την περίεργη στάση του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη. Μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, δίχως φόβο, εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με την ανθρωπιστική βοήθεια προς τον σερβικό λαό (όπως από την Αγία Λυδία Θεσσαλονίκης και από την Αγία Σοφία Πατρών με τον π.Ερμόλαο, που υπήρξα συνεργάτης), θεωρώντας ότι η χώρα και ο λαός της Σερβίας αποτελούσε στόχο μιας άνισης και βάρβαρης γεωπολιτικής πίεσης.
Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη συναυλία της συμπαράστασης που πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στο Βελιγράδι. Η εκδήλωση αυτή, στην οποία συμμετείχαν γνωστοί καλλιτέχνες υπό τον Μίκη Θεοδωράκη και πλήθος πολιτών, συναποτέλεσε τη συμβολική έκφραση τής πολιτιστικής και ηθικής υποστήριξης προς τη Σερβία.
Παράλληλα, στην ελληνική δημόσια και κοινωνική σφαίρα αναφέρθηκε και ένα περιστατικό που έλαβε ιδιαίτερη συμβολική διάσταση. Σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες της εποχής, Έλληνας αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ο Μαρίνος Ριτσούδης, υπηρετώντας ως κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Θεμιστοκλής», μαζί με το πλήρωμά του, εξέφρασε την άρνηση να διαθέσει το πλοίο για επιχειρησιακή χρήση στο πλαίσιο των νατοϊκών επιχειρήσεων εναντίον της Σερβίας το 1999.
Το περιστατικό αυτό, καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως πράξη συνείδησης και αλληλεγγύης, προς έναν λαό, που θεωρείται ιστορικός σύμμαχος της Ελλάδας.
Στο ίδιο πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η παρουσία Ελλήνων εθελοντών στα μέτωπα της Βοσνίας κατά τη διάρκεια των πολέμων. Το φαινόμενο αυτό, αν και υπήρξε αντικείμενο διεθνούς συζήτησης και συχνά κριτικής, αντικατοπτρίζει το έντονο συναίσθημα της ταύτισης που υπήρχε σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, με τη σερβική πλευρά.
Η ελληνοσερβική προσέγγιση της περιόδου εκείνης δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με όρους διεθνούς πολιτικής. Σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής και πνευματικής συγγένειας, η οποία εδράζεται στην κοινή ορθόδοξη παράδοση και στην κοινή ιστορική εμπειρία των βαλκανικών λαών. Ταυτόχρονα, αντανακλά και μια μορφή πολιτικού ρεαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη και οι κοινωνίες συχνά αντιλαμβάνονται το διεθνές δίκαιο, όχι μόνο ως σύστημα κανόνων, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης, συμφερόντων και ισχύος.
Η εμπειρία της δεκαετίας του 1990 ανέδειξε τις αντιφάσεις και τα όρια του διεθνούς δικαίου στην πράξη, στο ευρωπαϊκό έδαφος. Παρότι οι αρχές της κυριαρχίας και της μη επέμβασης, αποτελούν θεμέλια της διεθνούς έννομης τάξης, η εφαρμογή τους συχνά εξαρτάται από τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τα στρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.
Στο βαλκανικό πλαίσιο, η επιλεκτική ερμηνεία αυτών των αρχών δημιούργησε την εντύπωση ότι το διεθνές δίκαιο, λειτουργεί πολλές φορές, περισσότερο, ως εργαλείο πολιτικής ισχύος, παρά ως ουδέτερο σύστημα νομικών κανόνων.
Συμπερασματικά, η ελληνοσερβική φιλία κατά την εποχή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αποτελεί ένα σύνθετο ιστορικό και πολιτικό φαινόμενο. Συνδυάζει στοιχεία πολιτισμικής συγγένειας, ιστορικής μνήμης και πολιτικής αλληλεγγύης, ενώ ταυτόχρονα, αναδεικνύει τις ηθικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το διεθνές δίκαιο σε περιόδους έντονων γεωπολιτικών συγκρούσεων. Η μελέτη της περιόδου αυτής δεν αφορά μόνο την ιστορία των βαλκανικών σχέσεων, αλλά και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αλλά και παγκόσμια κατανόηση της λειτουργίας της διεθνούς έννομης τάξης, μέσα στον σύγχρονο κόσμο, όπου θα πρέπει να υπερισχύει η ηθική, η βιοηθική και η βιοπολιτική, προς όφελος των λαών, των πολιτισμών, των ανθρώπων, εάν θα θέλουμε να είμαστε άνθρωποι, και σύμφωνα με τον μακαριστό Πατριάρχη Σερβίας κ. Παύλο, τον οποίο γνώριζα προσωπικά, η γνωστή φράση του «budimo ljudi» να είμαστε άνθρωποι!! Από το Διεθνές Συνέδριο (9-10/3/26), όπου είχα εισήγηση στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών, Πανεπιστημίου Βελιγραδίου.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 15η Μαρτίου 2026
Την τρίτη Κυριακή των νηστειών εορτάζει η αγία μας Εκκλησία, όπως είναι γνωστό, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, την προσκύνηση του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού. Η καθιέρωση της εορτής αυτής δεν είναι άσχετη, αλλά είναι στενά συνδεδεμένη με το μεγάλο ιστορικό γεγονός της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού, πάνω στον οποίο σταυρώθηκε αρχηγός της σωτηρίας μας, ο Χριστός από την αγία Ελένη, εκεί στο σπήλαιο του Γολγοθά, στις 6 Μαρτίου του 326 μ.Χ. Ωστόσο οι άγιοι Πατέρες τοποθέτησαν την εορτή αυτή την ημέρα αυτή, δηλαδή στο μέσον της αγίας Τεσσαρακοστής, και για έναν άλλο, βαθύτερο πνευματικό λόγο. Όπως σημειώνει το Συναξάρι του Τριωδίου, κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής λόγω του εντονώτερου πνευματικού αγώνος καθώς προσπαθούμε να σταυρώσουμε τον παλαιόν άνθρωπον με την βοήθεια της νηστείας, αισθανόμαστε μια κόπωση. Τότε η Εκκλησία, θέλοντας να εμπνεύσει σε μας θάρρος και να ανορθώσει το καταβεβλημένο φρόνημά μας, προβάλει ενώπιόν μας εις προσκύνηση τον Τίμιο και ζωοποιό Σταυρό, υπενθυμίζοντας έτσι το πάθος του Κυρίου μας και τον σταυρικόν του θάνατο, τον οποίον υπέμεινε από αγάπη για μας χάριν της σωτηρίας μας. Φέρνει ακόμη στη μνήμη μας την χαρά της αναστάσεως, η οποία επακολουθεί πάντοτε μετά τον σταυρό και την ταφή. Έτσι τρόπον τινά υπογραμμίζει και το ιδικό μας χρέος και προδιαγράφει και την ιδική μας σταυροαναστάσιμη πορεία. Μια πορεία που περνάει υποχρεωτικά μέσα από το σταύρωμα του παλαιού ανθρώπου.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της εορτής το ίδιο ακριβώς μήνυμα και την ίδια αλήθεια θέλει να μας μεταδώσει με εκείνη που εκφράζει χωρίς λόγια ο σταυρός του Κυρίου μας. Είναι μια περικοπή από το 8ο κεφάλαιο του κατά Μάρκον ευαγγελίου. Στην περικοπή αυτή έρχεται ο Κύριος να καθορίσει τι πρέπει να έχει υπ’ όψιν του ο άνθρωπος, ο κάθε πιστός που θέλει να ακολουθήσει τον Χριστό, προκειμένου να επιτύχει την σωτηρία του και πόσο μεγάλη αξία έχει η σωτηρία της ψυχής μας. Μπορούμε να πούμε ότι η περικοπή αυτή συνοψίζει και συγκεφαλαιώνει, όλο το νόημα της περιόδου την οποία διανύουμε, της αγίας Τεσσαρακοστής.
Λέγει λοιπόν ο Κύριος: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι». Όπως παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, ο Κύριος δεν ομιλεί με τρόπο αναγκαστικό. Διότι δεν είπε «είτε το θέλετε είτε δεν το θέλετε…», αλλά πως; «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν…». Δεν βιάζει κανένα, μας αφήνει ελεύθερους να διαλέξουμε. Σέβεται την ελευθέρα προαίρεσή μας. Δεν προσπαθεί να μας εξαπατήσει με δελεαστικές υποσχέσεις για να μας κάνει οπαδούς του. Ξεκαθαρίζει με σαφήνεια την θέση του απέναντι μας. Ούτε πάλι με το «όστις θέλει…» τοποθετεί σε προαιρετική βάση την τήρηση των εντολών του. Εφ’ όσον θέλουμε να τον ακολουθήσουμε, οφείλουμε να απαρνηθούμε τον εαυτό μας. Αλλά τι σημαίνει το «απαρνησάσθω εαυτόν»; Απαρνούμαι τον εαυτό μου σημαίνει απαρνούμαι τον παλαιόν άνθρωπο που ενεργεί μέσα μου. Απαρνούμαι τα πάθη και τις σαρκικές επιθυμίες, που αντιστρατεύονται στο θέλημα του Θεού και έχουν τη ρίζα τους στην φιλαυτία, στην παράλογη δηλαδή και αρρωστημένη αγάπη προς τον εαυτό μας. Απαρνούμαι τον εαυτό μου σημαίνει αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς επιστολή του (3,5): «Νεκρώσατε ουν τα μέλη υμών τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν, και την πλεονεξίαν ήτις εστίν ειδωλολατρία». Σημαίνει ακόμη ότι υποτάσσομαι στο θέλημα του Θεού και υπομένω με καρτερία και υπομονή, όσα λυπηρά και δυσάρεστα Εκείνος παραχωρήσει να έρθουν στη ζωή μου, αρρώστιες, διωγμοί, συκοφαντίες κ.λ.π. Καθώς παλεύει κανείς με τον παλαιόν άνθρωπο, αισθάνεται μέσα του να προβάλλει ισχυρή αντίδραση. Τότε επαληθεύεται αυτό που λέει ο Παύλος: «βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;», (Ρωμ. 7,23).
«Και αράτω τον σταυρόν αυτού…». Εδώ ο Κύριος μας δείχνει μέχρι που πρέπει να φτάνει η απάρνηση του εαυτού μας. Μέχρι σταυρού και θανάτου, ακόμη και σταυρικού. Αυτό για παράδειγμα συνέβαινε στην εποχή των διωγμών, στους αγίους μάρτυρες, οι οποίοι προκειμένου να μείνουν πιστοί στην ομολογία της πίστεως, δεν λυπήθηκαν την ζωή τους, αλλά την θυσίασαν από αγάπη για τον Χριστό. Βέβαια όλα αυτά όταν τα σκεπτόμαστε φρίττουμε, μας τρομάζουν. Ωστόσο οι άγιοι μάρτυρες δεν νίκησαν τον θάνατον με τις δικές τους δυνάμεις, αλλά με την Χάρη του Θεού, που είχαν πλούσια μέσα τους. Το νόημα της άρσεως του σταυρού μας δίδει ακόμη ο Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή (2,20): «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός»· και πάλι «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω» (6,14). Ο απόστολος είχε συσταυρωθεί μαζί με τον Χριστό και με τη δύναμη του Χριστού, προτού ακόμη μαρτυρήσει για τον Χριστό. Είχε νεκρώσει τον παλαιόν άνθρωπο και τις κοσμικές επιθυμίες, ώστε να μην ζει πλέον αυτός, αλλά ο Χριστός. Κατά παρόμοιο τρόπο συσταυρώθηκαν και συναναστήθηκαν με τον Χριστό οι άγιοι που έζησαν οσιακή ζωή. Αν διαβάσουμε στα Συναξάρια την ζωή τους, θα διαπιστώσουμε ότι όλοι τους συσταυρώθηκαν, όπως ο Παύλος, με τον Χριστό υπομένοντες θλίψεις, διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις κ.λ.π.
«Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ός δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν». Η λέξη ψυχή εδώ έχει δύο σημασίες. Η πρώτη σημασία είναι η βιολογική ζωή, ενώ η δεύτερη είναι η αληθινή και αιώνια ζωή. Μόνον εκείνος που δεν θα λυπηθεί την ζωή του, αλλά αν παραστεί ανάγκη θα την θυσιάσει, εκείνος μόνον θα βρει την αιώνια ζωή. Εκείνος που δεν θα το κάνει αυτό από φόβο και δειλία, εκείνος θα χάσει την αιώνια ζωή. Ο στίχος αυτός είναι στενά συνδεδεμένος με τον προηγούμενο, διότι σ’ αυτόν ο Κύριος μας δείχνει και μας εξηγεί, πόσο αναγκαία είναι η αυταπάρνησις και η άρσις του σταυρού του προηγουμένου στίχου. Μ’ άλλα λόγια εδώ ο Κύριος μας λέγει, ότι μας συμφέρει να θυσιάσωμε τα πρόσκαιρα και αυτήν ακόμη την ζωή μας προκειμένου να κερδίσουμε τα αιώνια, διότι άλλη λύσις, άλλος δρόμος σωτηρίας δεν υπάρχει. Το νόημα του στίχου αυτού φαίνεται καλύτερα και από τον άλλο λόγο του Κυρίου «και ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,38).
«Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Η τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;». Στους δύο αυτούς στίχους μας εξηγεί πόσο μεγάλη σημασία έχει η σωτηρία της ψυχής μας. Δηλαδή σαν να μας λέει: Μη νομίσετε ότι είναι μικρό πράγμα να χάσει κανείς την ψυχή του, να χάσει την αιώνια ζωή. Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, εάν κερδίζοντας όλα τα αγαθά και την δόξα του κόσμου, αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να χάσει την αιώνια ζωή; Δεν υπάρχει κανένα πράγμα στον κόσμο αυτόν, κανένα αγαθό της παρούσης ζωής που να έχει τόσο μεγάλη αξία, ώστε να το ανταλλάξει με την αιώνια ζωή. Η σωτηρία της ψυχής μας δεν εξαγοράζεται με κανένα αντάλλαγμα του παρόντος κόσμου. Μόνον ο Χριστός μας εξαγόρασε με το πολύτιμο αίμα του από τον αιώνιον θάνατον, σύμφωνα με τον λόγο του Παύλου «Ηγοράσθητε γαρ τιμής» (Α Κορ.6,20). Εάν δηλαδή είχαμε μια ζυγαριά και στην μία πλευρά τοποθετούσαμε όλες τις χαρές και την δόξα και τον πλούτο του κόσμου, και στην άλλη την σωτηρία της ψυχής μας, τότε θα βλέπαμε ότι η ζυγαριά κλείνει προς το μέρος της ψυχής. Και τούτο διότι η ενδεχόμενη απώλειά της είναι οριστική και αμετάκλητη. Και αυτό το αμετάκλητο εκμηδενίζει ολοσχερώς το κέρδος ολοκλήρου του κόσμου. Οι χαρές του κόσμου είναι πρόσκαιρες, ενώ η απώλεια της ψυχής είναι αιώνια. Μήπως διαθέτουμε και δεύτερη ψυχή, για να την ανταλλάξουμε με την πρώτη;
«Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων». Στον στίχο αυτό ο Κύριος θίγει το θέμα της ομολογίας της πίστεώς μας σ’ αυτόν και στο ευαγγέλιο του, που είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνων που έχουν απαρνηθεί τον εαυτόν τους και σηκώνουν τον σταυρόν τους. Εκείνος που πράγματι απαρνήθηκε τον εαυτόν του μέχρι θανάτου δεν είναι δυνατόν παρά να τον ομολογεί σωτήρα και λυτρωτή του, υπομένοντας τις οποιεσδήποτε συνέπειες αυτής της ομολογίας. Την μεγάλη αυτή αλήθεια αναπτύσσει ο Κύριος και σε άλλη περίπτωση, στα πλαίσια άλλης διδασκαλίας του, την οποία παραθέτει ο Ματθαίος (10,32-33): «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς…».
Ας αγωνιστούμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, να βάλουμε σε πράξη όλα τα παρά πάνω, διότι δεν αρκεί μόνον η θεωρητική γνώση, αλλά χρειάζεται και η έμπρακτη εφαρμογή. Ας αξιοποιήσουμε τις άγιες αυτές ημέρες των νηστειών, τις οποίες η ευσπλαχνία του Κυρίου μας χαρίζει, προς τον σκοπόν αυτόν «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12,2), θωρακιζόμενοι με το αήτητον τρόπαιον, το ακαταμάχητο όπλο, τον ζωηφόρον σταυρόν του Κυρίου. Αμήν.

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι».
Καλεῖται ὁ ἄνθρωπος ἀδελφοί νά σταυρωθεῖ ὡς πρός τόν κόσμο καί νά σταυρώσει τόν κόσμο, ὡς πρός τόν ἑαυτό του. Νά σταυρώσει τόν κόσμο, σημαίνει νά ἀπομυθοποιήσει τήν ψεύτικη λάμψη του, ὅλα ὅσα τοῦ φαίνονται σημαντικά καί δέν εἶναι. Τό νά σταυρωθεῖ ὡς πρός τόν κόσμο, σημαίνει νά ἀποκτήσει πνευματικό φρόνημα, χάρη στό ὁποῖο δέν θά ἐξαρτᾶται ἀπό ὅσα θεωρεῖ σημαντικά καί δέν εἶναι.
«Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθητε». Δηλαδή, ὅσοι ἔχουν βαπτισθεῖ στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν βαπτισθεῖ στόν θάνατό Του.
Στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀρχίζουμε ἀπό τόν θάνατο (σαρκικό φρόνημα) καί πορευόμεθα εἰς τήν ζωή· τήν αἰώνιον ζωή διά τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ αὐλίζεται μέ τά ἀγαθά ἔργα «εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου» καί «οἱ ὀφθαλμοί τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ παραμένουν διά παντός πρός τόν Κύριον».
Ἀληθινή προσευχή λοιπόν εἶναι: «φύλαξον τήν ψυχή μου, καί ρῦσαι με· μή καταισχυνθείην, ὅτι ἤλπισα ἐπί σέ». Προσευχή δηλαδή, πού φανερώνει μέσα βαθιά στήν ψυχή τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Θεοῦ· τό νά ἔχει ὁ πιστός ἄνθρωπος ἐγκατεστημένον μέσα του μέ τήν μνήμη, τόν Θεόν. «Ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ μου καί ηὐφράνθην» καί, «ὡς γλυκεία τῷ λάρυγγί μου, τά λόγιά σου ὑπέρ μέλι τῷ στόματί μου», πού σημαίνει: «Ἐναρέτου δέ μετέχουσι βίου, ὅσοι εἰσιν ἐν ἀνθρώποις εὐσεβεῖς καί θεοφιλῆ ἔχοντες νοῦν». (Μέγας Ἀντώνιος)
Αὐτό πού μᾶς καθιστᾶ χριστιανούς, σεβαστή γερόντισσα, εἶναι τό γεγονός ὅτι εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ, τό ὅτι ταυτιζόμαστε μέ Αὐτόν, μέ κοινό θάνατο, κοινή Ἀνάσταση, κοινή ζωή.(Ρωμ. 6, 4-14)
«Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν…», δηλαδή, νά λάβει κάποιος τήν σταθερά ἀπόφαση νά ὑποστεῖ διά καί Χάριν τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνον πᾶσα θλίψιν καί δοκιμασίαν ἀλλά καί θάνατο σταυρικόν ἀκόμη, μιμούμενος τό παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου.
Συνεπῶς, ἡ σωτηρία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἐνσωμάτωση στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί μετοχή στήν Σταύρωση καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Φρονοῦμε, τό νά ζοῦμε ἀδιαλλείπτως στό θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν χωρίς ἐκπτώσεις.
Διότι, ἀδελφοί, μόνον ἡ ἄπειρη Ἀγαθότητα εἶχε τήν ἀγάπη καί τήν δύναμη νά σώσει τόν κόσμο. Χρειάζεται ἐν τούτοις καί ἡ ἐλευθέρα βούλησις καί ἀγαθή προαίρεσις στήν ἀγαθή πρόνοια τοῦ ἀγαθοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καθώς καί ἡ ἀποδοχή ἄχρι κεραίας τῆς οὐρανίου διδασκαλίας Του.
Πρόκειται ἐδῶ γιά ὁλόκληρη τήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας, ἐν Χάριτι, τοῦ Ἀδαμιαίου γένους. Ἐδῶ προσοχή χριστιανοί μου· ὑπάρχει καί ἡ πλάνη. Θεωροῦμε ὅτι πλανεμένοι εἶναι αὐτοί πού ἄγευστοι τῶν θείων Ἐνεργειῶν διδάσκουν τάχα, περί τῶν ἀπορρήτων ἀγαθῶν καί δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Ταυτοχρόνως, προτρέπουν τούς ἀνθρώπους νά καλλιεργοῦν πάθη ἀτιμίας καί ἀσχημοσύνης· ἐπιβεβαιώνοντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο πού, φωτισμένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, προλέγει πῶς ἀκριβῶς θά συμπεριφέρονται οἱ ἄνθρωποι στούς ἐσχάτους καιρούς.
«Τοῦτο δέ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροί χαλεποί· ἔσονται γάρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἤ φιλόθεοι, ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τήν δέ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» .
Ἐν τούτοις ἐμεῖς, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, γνωρίζουμε ὅτι καί τώρα ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας ἀπαθεῖς καί ἅγιοι καί γεμάτοι θεῖο φῶς· οἱ ὁποῖοι τόσο νέκρωσαν τά γήινα μέλη τους (Κολασ. 3,5) ἀπό κάθε ἀκαθαρσία καί ἐμπαθῆ ἐπιθυμία, ὥστε ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι νά μή σκέφτονται ἤ νά κάνουν κανένα κακό, ἀλλά καί ἄλλοι ἄν τούς ὠθοῦν νά μήν παθαίνουν καμμία ἀλλοίωση τῆς ἀπάθειάς τους (βλέπε Ἅγιο Παΐσιο, στήν στρατιωτική του θητεία).
Ὑπάρχουν λοιπόν καί στίς μέρες μας ἅγιοι ἄνδρες καί γυναῖκες· τούς γνωρίζουν ἐκεῖνοι πού τούς ἀγαποῦν· ἀλλά καί μίζεροι πού κατηγοροῦν καί ζητοῦν νά σβήσουν τό ὄνομά τους, δηλαδή τίς ἑορτές τῶν Ἁγίων, ἀπό τή γῆ. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀπιστοῦν, καί μέ δόλο καί κακία ἀρνοῦνται τά σημεῖα πού ἐπιτελοῦν οἱ χαρισματοῦχοι γιά τήν εἰρήνευση καί ἴαση τῶν ψυχῶν.
Γιατί ἄν ζητοῦσαν, ἄν εἶχαν ἀποκτήσει τήν σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά εἶχαν κατανοήσει τά θεῖα λόγια καί τά «σημεῖα» αὐτῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων (βλέπε Ἅγιο Πορφύριο, Ἅγιο Παΐσιο, Ἅγιο Ἰάκωβο, Ἅγιο Ἐφραίμ, κ.ἄ.).
Προφανῶς καί θά εἶχαν ἀποκτήσει τήν γνώση τῆς θείας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς, καθώς καί τήν αἰώνια ἀξία τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Τότε, εἰλικρινά, θά πίστευαν στά λόγια τοῦ Θεοῦ καί στά ἀγαθά πού Αὐτός μᾶς χάρισε καί χαρίζει πάντοτε. Ἐπειδή ὅμως στεροῦνται αὐτά τά καλά, ἀπό ὑψηλοφροσύνη, τῦφο καί ἀμέλεια, γι’ αὐτό καί διαβάλλουν μέ δόλο καί ψεύδη ἐκείνους πού μετέχουν σ’ αὐτά τά δωρήματα τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ.
Ἀντίθετα οἱ πιστοί πού εἶναι γεμάτοι ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τέλειοι στήν οὐράνια γνώση ἀκολουθοῦν τόν Χριστό· προσπαθοῦν νά προσεγγίσουν τούς καλοπροαίρετους, ἀμελεῖς καί ραθύμους, μέ τήν ὑπόμνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀγαθοεργία. Διδάσκοντες μέ πόνο καί δάκρυα, διαμαρτυρόμενοι καί λέγοντας ὅτι: «ὅσοι δέν ὁδηγοῦνται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιον βαδίζουν στό σκοτάδι, καί δέν γνωρίζουν ποῦ πηγαίνουν» .
Ἡ ἐλπίδα δέν πεθαίνει ποτέ· εἶναι δέ ἐνδεχόμενο νά ἀνανήψουν κάποτε καί αὐτοί, καί νά ἀφήσουν τήν ὑψηλοφροσύνη πού τούς κατέχει καί νά δεχτοῦν τήν ἀληθινή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καί, ἀφοῦ ἀκούσουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, «ὅστις θέλει…», ἀνόθευτα καί ἀκαπήλευτα νά μετανοήσουν ὥστε μέ τήν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν, διά τῆς ἀκτίστου Χάριτος, νά λάβουν κάποιο πνευματικό χάρισμα.
Ἄν τελικά οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, δέν μπόρεσαν καί δέν μπορέσουν νά προξενήσουν καί νά πείσουν ὅτι δέν ὑπάρχει ἀγάπη χωρίς Ἀλήθεια καί ἀλήθεια χωρίς Ἀγάπη· τότε θρηνῶντας τήν πτῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπίστων καί αἱρετικῶν ἐπιστρέφουν στό ταμεῖον των καί παρακαλοῦν μέρα καί νύχτα γιά τήν σωτηρία ὅλων.
Γιατί ἐκεῖνοι πού εἶναι πάντοτε μαζί μέ τόν Θεόν καί γεμάτοι ἀπό κάθε καλό, γιά τίποτε ἄλλο δέν θά λυπηθοῦν ποτέ, παρά μόνον γι’ αὐτό.
Στόν Σταυρωθέντα καί Ἀναστάντα καί Ἀναληφθέντα Μεσσίαν Ἰησοῦν, τό Κράτος, ἡ Βασιλεία, ἡ Προσκύνησις εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
1(Τιμ.Β’, Κεφ.3, 1-5)
2(Ἰωάν. 12, 35)