Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΛΟΥΚΑ

 

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΛΟΥΚΑ

Κατά Λουκάν, κεφάλαιο ΣΤ΄, εδάφια 31-36

++31 Καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; Καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ

«Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος·Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον(:Ακούσατε ότι έχει λεχθεί: ‘’Εκείνος που πλήγωσε και τραυμάτισε κάποιον, πρέπει να δώσει ένα μάτι του για το μάτι που έβλαψε, και ένα δόντι του για το δόντι που έσπασε ή πέταξε έξω με το χτύπημά του’’. Εγώ όμως σας λέω να μην προβάλετε αντίσταση στον Πονηρό, που χρησιμοποιεί ως όργανό του εκείνον που σας βλάπτει. Αλλά όποιος σε ραπίσει στο σαγόνι σου από το δεξιό μέρος, στρέψε σε αυτόν και το άλλο μέρος, για να το ραπίσει κι αυτό. Και σε εκείνον που θέλει να κάνει δίκη μαζί σου και να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το πανωφόρι σου)»[Ματθ.5,38-40].

Βλέπεις ότι δεν εννοούσε τον ίδιο τον οφθαλμό μας προηγουμένως, όταν νομοθετούσε να βγάζουμε τον οφθαλμό που μας σκανδαλίζει[Ματθ. 5,29: «Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου βληθῇ εἰς γέενναν(:Και αν κάποιο πρόσωπο που είναι χρήσιμο, φιλικό και αγαπητό σε σένα σαν το δεξί σου μάτι, σου γίνεται αφορμή εμπαθούς επιθυμίας και αμαρτίας, χωρίσου οριστικά απ’ αυτό και πέταξέ το μακριά από σένα˙ όπως θα έκανες και με το μάτι σου, εάν κινδύνευε να πάθει και να βλαφτεί απ’ αυτό όλο το σώμα σου· διότι σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μη ριχτεί όλο το σώμα σου στη φωτιά της κολάσεως. Σε συμφέρει να στερηθείς τη φιλία και τη χρησιμότητα του προσώπου αυτού και να μη ριχτείς μαζί με εκείνο στη φωτιά της κολάσεως)»], αλλά έκανε λόγο για εκείνους που μας βλάπτουν με τη φιλία τους και μας ρίπτουν στο βάραθρο της απώλειας. Πραγματικά, Αυτός που τονίζει εδώ με τόση έμφαση και δεν επιτρέπει να αφαιρεί ως ανταπόδοση κάποιος τον οφθαλμό ακόμα και εκείνου που του βγάζει τον δικό του, πώς είναι δυνατόν να νομοθέτησε να βγάζουμε τον δικό μας οφθαλμό;
Εάν, τώρα, κάποιος κατηγορεί τον παλαιό νόμο[τον μωσαϊκό],επειδή διέτασσε να αμυνόμαστε με αυτόν τον τρόπο, μου φαίνεται ότι είναι πολύ άπειρος από τη σοφία που ταιριάζει σε έναν νομοθέτη και ότι αγνοεί τη δύναμη των περιστάσεων κάθε εποχής και το κέρδος της συγκαταβάσεως· διότι, εάν σκεφτεί ποιοι ήσαν τότε οι ακροατές των εντολών αυτών του μωσαϊκού νόμου, σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκονταν και πότε δέχτηκαν τη νομοθεσία αυτή, τότε θα παραδεχτεί απολύτως τη σοφία του νομοθέτη, και θα αντιληφτεί ότι ο ίδιος Νομοθέτης έθεσε και εκείνους και τους παρόντες νόμους και ακόμη, ότι κάθε μία νομοθεσία υπήρξε πολύ ωφέλιμη και δόθηκε στον κατάλληλο καιρό. Πραγματικά, εάν έδινε από την αρχή τις υψηλές και δύσκολες αυτές εντολές, ασφαλώς, ούτε αυτές θα δέχονταν οι Ιουδαίοι εκείνη την εποχή, ούτε βέβαια εκείνες τις παλαιές. Τώρα όμως, αφού έδωσε την κάθε νομοθεσία στην κατάλληλη στιγμή, διόρθωσε την οικουμένη ολόκληρη διαμέσου των δύο διαθηκών[της Παλαιάς και της Καινής].
Εξάλλου, έδωσε την εντολή αυτήν τότε όχι για να βγάζουμε ο ένας τα μάτια του άλλου, αλλά για να μην απλώνουμε τα χέρια μας ο ένας εναντίον του άλλου και να τα συγκρατούμε· διότι η απειλή να πάθουμε κάτι, εμποδίζει την ορμή που οδηγεί στη βιαιοπραγία εκ μέρους μας. Και έτσι, όμως, ρίπτει σιγά-σιγά άφθονα τα σπέρματα της φιλοσοφίας, με το να ορίζει αρχικά ότι ο παθών μπορεί να αμύνεται, ανταποδίδοντας το ίδιο πάθημα· μολονότι, βέβαια, εκείνος που αρχίζει την παρανομία αυτήν είναι άξιος μεγαλύτερης τιμωρίας, πράγμα το οποίο απαιτεί και η δικαιοσύνη. Αλλά, επειδή ήθελε να αποδίδεται το δίκαιο επί τη βάσει της φιλανθρωπίας, καταδικάζει σε μικρότερη τιμωρία εκείνον που έφταιξε περισσότερο, για να μας διδάξει ότι, ακόμη και όταν πάσχουμε, πρέπει να είμαστε πολύ επιεικείς.
Αφού ανέφερε, λοιπόν, τον παλαιό νόμο και τον ανέγνωσε ολόκληρο, δείχνει και πάλι ότι δεν είναι ο αδελφός που κάνει αυτές τις ενέργειες, αλλά ο πονηρός. Γι’ αυτό και πρόσθεσε: «Εγώ όμως σας λέω να μην προβάλετε αντίσταση στον πονηρό». Δεν είπε: «Να μην προβάλλετε αντίσταση στον αδελφό», αλλά «στον πονηρό», αποδεικνύοντας ότι με την υποκίνηση αυτού αποτολμώνται αυτές οι πράξεις. Έτσι, μετριάζει και παύει την υπερβολική οργή εναντίον αυτού που διέπραξε το αδίκημα, με το να μεταθέτει την αιτία του κακού σε άλλον.
«Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε στον πονηρό;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Πρέπει, βέβαια, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο, αλλά όπως ο ίδιος ο Ιησούς υπέδειξε με την εντολή αυτή, δηλαδή, με το να προσφέρουμε τον εαυτό μας στο πάθος, στο να κακοποιηθεί, διότι μόνο έτσι θα υπερνικήσουμε το κακό. Πραγματικά, η φωτιά δεν σβήνει με τη φωτιά, αλλά η φωτιά σβήνει με το νερό. Για να αντιληφτείς, όμως, ότι και στον παλαιό νόμο νικητής ήταν αυτός που έπαθε από τον άλλο και ότι αυτός στεφανώνεται, εξέτασε το γεγονός καθ’ εαυτό και θα δεις ότι μεγάλη είναι η δική του υπεροχή· διότι αυτός που άρχισε την αδικία, αυτός θα είναι και η αιτία της τυφλώσεως και των δύο οφθαλμών, δηλαδή και του πλησίον του και του δικού του. Γι’ αυτό και μισείται δίκαια από όλους και αναρίθμητες κατηγορίες διατυπώνονται σε βάρος του· ενώ ο αδικημένος και μετά την άμυνα δια της ανταποδόσεως των ίσων, δεν θα έχει διαπράξει τίποτε το φοβερό. Γι’ αυτό και πολλοί συμπάσχουν μαζί του, επειδή είναι καθαρός και μετά τη διάπραξη του πλημμελήματος αυτού.
Και η μεν συμφορά είναι ίση και στους δύο, ενώ η δόξα δεν είναι η ίδια, ούτε ενώπιον του Θεού, ούτε ενώπιον των ανθρώπων. Γι’ αυτό, λοιπόν, και η συμφορά δεν είναι η αδικία. Πραγματικά, έλεγε λοιπόν στην αρχή : «Ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός(:Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο, διαπράττει έγκλημα ανάλογο με εκείνο το οποίο δικαζόταν άλλοτε από το τοπικό επταμελές δικαστήριο, την «κρίση». Και εκείνος που θα πει περιφρονητικά στον αδελφό του «Ανόητε», είναι ένοχος βαρύτερου εγκλήματος, σαν εκείνα που δικάζουν από το ανώτατο δικαστήριο των Ιουδαίων, το Συνέδριο. Κι εκείνος που με μίσος και κακία θα πει στον αδελφό του «Ηλίθιε», θα είναι ένοχος εγκλήματος που πρέπει να τιμωρηθεί με τη γέεννα του πυρός που βρίσκεται στον Άδη)»[Ματθ.5,22], στην προκειμένη περίπτωση, όμως, απαιτεί μεγαλύτερη πνευματικότητα, διότι δεν προστάζει τον πάσχοντα, απλώς και μόνο να μην αντιδρά και να παραμένει ατάραχος χωρίς καμία ανταπόδοση, αλλά να αντιπαραθέτει μεγαλύτερη φιλοτιμία, με το να προσφέρει και την άλλη σιαγόνα.
Και δεν τα λέγει αυτά μόνο αναφορικά με το πάθημα αυτό, αλλά για να μας διδάξει την ανεξικακία για όλες εν γένει τις σε βάρος μας αδικίες. Όπως δηλαδή, όταν λέγει ότι «όποιος ονομάζει τον αδελφό του μωρό είναι ένοχος στη γέενα», δεν ομιλεί μόνο για τη λέξη «μωρός», αλλά αναφέρεται σε κάθε είδους ύβρη, κατά όμοιο τρόπο και εδώ δεν θέτει νόμο μόνο για να φερόμαστε με γενναιότητα, όταν μας ραπίζουν, αλλά και για να μην ταρασσόμαστε, οτιδήποτε και αν παθαίνουμε. Γι’ αυτό και εκεί διάλεξε τη βαρύτερη ύβρη και εδώ ανέφερε το κτύπημα που θεωρείται πιο ταπεινωτικό και περικλείει μεγάλη προσβολή, δηλαδή, το ράπισμα στη σιαγόνα.
Και δίνει την εντολή αυτήν και προς το συμφέρον αυτού που χτυπάει και προς το συμφέρον αυτού που δέχεται το χτύπημα ή την ύβρη. Πραγματικά, και αυτός που υπέστη την προσβολή δεν θα νομίσει ότι παθαίνει κάτι κακό, όταν έχει συνηθίσει να φιλοσοφεί έτσι τα πράγματα(διότι δεν θα αισθανθεί καν την προσβολή, επειδή μάλλον θα αγωνίζεται παρά θα αντιλαμβάνεται τα χτυπήματα), αλλά και αυτός που αδικεί θα νιώσει ντροπή και δεν θα δώσει πλέον δεύτερο χτύπημα, έστω και αν είναι σκληρότερος και από το κάθε θηρίο, μα θα κατηγορήσει πολύ τον εαυτό του και για το πρώτο που έδωσε· διότι τίποτε δε συγκρατεί τόσο αυτούς που αδικούν όσο το να υποφέρουν με επιείκεια τις αδικίες αυτοί που αδικούνται.
Και δεν τους συγκρατεί μόνο την ορμή να συνεχίσουν, αλλά και τους προετοιμάζει να μετανοήσουν και για όσα έπραξαν και φεύγουν γεμάτοι από θαυμασμό για την ανεξικακία αυτών που αδικούνταν, και έτσι τους καθιστά πιο οικείους και όχι μόνο φίλους μας, αλλά και δούλους μας ακόμη τους κάνει. Όπως πάλι, η αντίσταση προκαλεί ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα· δηλαδή ντροπιάζει και τους δύο και τους κάνει χειρότερους και ανάπτει μεγαλύτερη τη φλόγα της οργής. Πολλές φορές μάλιστα τους οδηγεί και στον θάνατο, όταν το κακό προχωρήσει πολύ. Γι’ αυτό, όχι μόνο όταν ραπίζεσαι, διέταξε να μην οργίζεσαι, αλλά επιπλέον έδωσε εντολή να ικανοποιείς την επιθυμία αυτού που αδικοπραγεί εις βάρος σου, για να μη δώσεις την εντύπωση ότι υπέστης το αρχικό χτύπημα χωρίς τη θέλησή σου· διότι έτσι, και αν ακόμη είναι αναίσχυντος, θα κατορθώσεις να του δώσεις καίριο χτύπημα, παρά εάν τον χτυπούσες με το χέρι σου, και ενώ είναι αναιδής, θα τον καταστήσεις πιο επιεική.
«Καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον(:Και σε εκείνον που θέλει να σε οδηγήσει στα δικαστήρια, για να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το επανωφόρι σου)». Δεν θέλει, όμως, στα χτυπήματα μόνο, αλλά και στα χρήματα να έχουμε την ανεξικακία αυτού του είδους. Γι’ αυτό και εδώ χρησιμοποιεί την ίδια υπερβολή. Πραγματικά, όπως ακριβώς εκεί διατάσσει να νικάμε με το να πάσχουμε, έτσι και εδώ, με το να χάνουμε περισσότερα από όσα περίμενε ο πλεονέκτης. Αλλά και την εντολή αυτήν δεν την έθεσε έτσι απλή, μα με την ανάλογη προσθήκη· διότι δεν είπε: «Να δώσεις το πανωφόρι σου σε εκείνον που το ζητεί», αλλά «σε εκείνον που θέλει να κάνει δίκη εναντίον σου», δηλαδή, εάν σε σύρει στο δικαστήριο και σου προξενεί ενοχλήσεις. Και όπως, όταν είπε να μην ονομάζουμε τον συνάνθρωπό μας μωρό, ούτε να οργιζόμαστε χωρίς λόγο εναντίον του, αφού προχώρησε, απαίτησε περισσότερα, με το να διατάξει να δίνουμε και τη δεξιά σιαγόνα, έτσι και εδώ, αφού είπε να φερόμαστε με συμφιλιωτική διάθεση προς τον αντίδικο, πάλι επιτείνει την εντολή. Δηλαδή, δεν ορίζει να δώσουμε μόνο όσα θέλει να πάρει ο αντίδικός μας, αλλά να δείξουμε και μεγαλύτερη μεγαλοδωρία.
«Τι λοιπόν; Γυμνός πρόκειται να γυρίζω;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Δεν θα είμαστε γυμνοί, εάν υπακούμε με ακρίβεια στους λόγους αυτούς, αλλά θα είμαστε ενδεδυμένοι πολύ καλύτερα από όλους· διότι, κατά πρώτον, κανένας δεν θα μας έκανε επίθεση, εάν είχαμε το φρόνημα αυτό. Δεύτερον, εάν υπήρχε κανένας τόσο άγριος και ανήμερος, ώστε να φτάσει μέχρις αυτού του σημείου, τότε, ασφαλώς, θα φανούν πολλοί περισσότεροι, οι οποίοι όχι μόνο με ενδύματα, αλλά και με τη σάρκα τους θα καλύψουν, εάν ήταν δυνατό, εκείνον που έδειξε τόση πνευματικότητα και ανεξικακία.
Αλλά και αν ακόμη ήταν ανάγκη να περιφέρεσαι γυμνός εξαιτίας της φιλόσοφης στάσης αυτού του είδους, και πάλι δε θα ήταν ντροπή αυτό· διότι και ο Αδάμ[ πρβλ. Γέν. 2,25: « Καὶ ἦσαν οἱ δύο γυμνοί, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο(:Ήσαν δε και οι δύο γυμνοί, ο Αδάμ και η γυναίκα αυτού, και δεν ντρέπονταν ο ένας τον άλλον, διότι ήσαν αγνοί και αθώοι)»] στον παράδεισο ήταν γυμνός, αλλά δεν ένιωθε ντροπή. Και ο Ησαΐας[ Ησ. 20.3: «Καὶ εἶπε Κύριος· ὃν τρόπον πεπόρευται ὁ παῖς μου Ἡσαΐας γυμνὸς καὶ ἀνυπόδετος τρία ἔτη, τρία ἔτη ἔσται εἰς σημεῖα καὶ τέρατα τοῖς Αἰγυπτίοις καὶ Αἰθίοψιν(:Κατόπιν ο Κύριος προσέθεσε και είπε: “Όπως έχει πορευτεί ο δούλος μου ο Ησαΐας, γυμνός δηλαδή και ανυπόδητος επί τρία έτη, έτσι επί τρία έτη θα γίνουν σημεία και τέρατα στους Αιγυπτίους και τους Αιθίοπες)»] ήταν γυμνός και ανυπόδητος και όμως ήταν πιο ένδοξος από όλους τους Ιουδαίους. Και ο Ιωσήφ(βλ. Γέν. 39,1 κ.ε.) επίσης όταν έμεινε γυμνός, τότε έλαμψε περισσότερο. Πραγματικά δεν είναι κακό να παραμένει κανείς γυμνός υπό τις συνθήκες αυτές, αλλά να ενδύεται δια του τρόπου αυτού, όπως ακριβώς τώρα εμείς με πολυτελή ενδύματα, αυτό είναι αισχρό και καταγέλαστο. Γι’ αυτό, βέβαια, και ο Θεός επαινεί αυτούς που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία και καταδικάζει τους άλλους διαμέσου των προφητών και των αποστόλων.
Συνεπώς, ας μη νομίζουμε ότι οι εντολές είναι δύσκολο να εφαρμοστούν· διότι, εκτός του ότι μας συμφέρουν, είναι πολύ εύκολες, εάν αγρυπνούμε. Και περικλείουν τόσο μεγαλύτερη ωφέλεια, διότι όχι μόνο εμάς, αλλά και εκείνους, που μας αδικούν, τα μέγιστα ωφελούν. Και το εξαιρετικό είναι τούτο σε αυτές, ότι δηλαδή, ενώ πείθουν εμάς να υποφέρουμε, συγχρόνως διδάσκουν να φιλοσοφούν και εκείνους που μας αδικούν· διότι όταν εκείνος θεωρεί κατόρθωμα μεγάλο το να αρπάζει τα πράγματα των άλλων, και εσύ του αποδείξεις ότι για εσένα είναι μικρό το να του δίνεις και εκείνα που δεν σου ζητεί, και εισάγεις ως αντιστάθμισμα της πνευματικής πτωχείας εκείνου τη μεγαλοδωρία τη δική σου και τη φιλοσοφία στην πλεονεξία του, σκέψου πόσο θα διδαχτεί, όχι με λόγια, αλλά με τα ίδια τα έργα αυτά, διδασκόμενος να καταφρονεί την κακία και να επιθυμεί την αρετή· διότι ο Θεός δεν θέλει να είμαστε χρήσιμοι και ωφέλιμοι μόνο στους εαυτούς μας, αλλά και στους πλησίον μας όλους.
Αν λοιπόν, υποχωρήσεις και δεν διεξαχθεί η δίκη, τότε επεδίωξες το δικό σου συμφέρον μόνο. Αν όμως, δώσεις και κάτι επιπλέον, τότε θα αφήσεις αυτόν να φύγει για το σπίτι του, αφού τον έχεις κάνει καλύτερο. Αυτό είναι το αλάτι [Ματθ.5,13: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων(:Εσείς οι μαθητές μου είστε το πνευματικό αλάτι των ανθρώπων της γης, επειδή έχετε προορισμό να προλαβαίνετε την ηθική σαπίλα. Αλλά εάν το αλάτι χάσει τη δύναμή του, με τι θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι τη δύναμη που έχασε; Δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτε, παρά να πεταχτεί έξω στους δρόμους και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν κι εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δεν θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους)»], που ο Χριστός θέλει να είναι αυτοί. Διότι το αλάτι και τον εαυτό του και τα άλλα σώματα, με τα οποία έρχεται σε επαφή, συντηρεί.
Τέτοιο είναι και το φως[Ματθ.5,14: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη(:Εσείς είστε το φως του κόσμου, διότι έχετε προορισμό με το φωτεινό σας παράδειγμα και με τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας να φωτίζετε τους ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης. Μια πόλη που βρίσκεται πάνω σε βουνό δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί. Έτσι και η δική σας ζωή θα γίνεται αντιληπτή απ’ όλους)»]· διότι και στον εαυτό του και στους άλλους φέγγει. Αφού λοιπόν σε παρομοίασε με τα στοιχεία αυτά, δώσε την ωφέλειά σου και σε εκείνον που κάθεται στο σκοτάδι, δίδαξέ τον ότι ούτε τα πρώτα αγαθά σου έλαβε δια της βίας, αλλά και να τον πείσεις ότι δεν σε έβλαψε. Πραγματικά, έτσι και εσύ θα αποδειχτείς περισσότερο άξιος τιμής και σεβασμού, εάν αποδείξεις ότι τα χάρισες αυτά που άδικα απαιτεί από εσένα και δεν έπεσες θύμα αρπαγής. Δηλαδή, με την επιείκειά σου μετάβαλε την αμαρτία εκείνου σε δική σου μεγαλοδωρία.
Εάν όμως θεωρείς ότι αυτό είναι μεγάλο πράγμα, περίμενε και θα δεις καθαρά ότι δεν έφτασες ακόμη στην τελειότητα· διότι δεν σταματά εδώ Αυτός που θέτει τους νόμους για την ανεξικακία, αλλά προχωρεί πιο πέρα, ομιλώντας ως εξής: «Καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο(:Και εκείνον που θέλει να σε αγγαρεύσει για να τον συνοδεύσεις ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο μίλια[:να φανείς δηλαδή υποχωρητικός και να αποφύγεις έτσι φιλονικίες και διαπληκτισμούς]»[Ματθ.5,41]. Είδες υπερβολή φιλοσοφίας και αυταπαρνήσεως; Μετά την εντολή να δίνουμε το πουκάμισο και επανωφόρι μας, δεν πρέπει, λέγει, και έτσι να εμποδίσουμε αυτόν, εάν ακόμη και με γυμνό το σώμα μας, θέλει να μας επιβάλει σε ταλαιπωρίες και κόπους· διότι ο Κύριος θέλει να έχουμε τα πάντα κοινά, και τα σώματα και τα χρήματα, και με τους πτωχούς και με τους άρπαγες· διότι το τελευταίο είναι απόδειξη ανδρείας, ενώ το πρώτο απόδειξη φιλανθρωπίας.
Γι’ αυτό και έλεγε: «Όποιος σου επιβάλλει αγγαρεία ενός μιλίου, πήγαινε μαζί του δύο μίλια», οδηγώντας εσένα υψηλότερα, πάλι, και προτρέποντας να επιδεικνύεις την ίδια μεγαλοδωρία. Πραγματικά, εάν όσα έλεγε στην αρχή της ομιλίας του ο Ιησούς, που ήσαν πολύ κατώτερα από αυτά εδώ, ήσαν άξια τόσων μακαρισμών, σκέψου ποια τύχη περιμένει εκείνους, που εφαρμόζουν αυτά, και σε ποια τελειότητα φτάνουν αυτοί προ της απονομής των επάθλων, αφού επιτυγχάνουν την τέλεια απάθεια με το ευπαθές ανθρώπινο σώμα. Πραγματικά, όταν δεν τους στενοχωρούν ούτε οι ύβρεις και τα χτυπήματα, ούτε η αρπαγή των χρημάτων, ούτε υποχωρούν μπροστά σε κανένα παρόμοιο πάθημα, αλλά και αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη με το πάθος, συλλογίσου πόσο ισχυρή γίνεται η ψυχή τους. Γι’ αυτό λοιπόν, ό,τι είπε για τα χτυπήματα και τα χρήματα, το ίδιο και εδώ διέταξε να κάνουμε. «Τι εννοώ», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, « προσβολή και χρήματα;». Και αν ακόμη επιθυμεί να χρησιμοποιήσει το σώμα σου για την εκτέλεση κοπιαστικής και βαριάς εργασίας, και αυτό αδίκως, πάλι να νικήσεις και να υποσκελίσεις την άδικη επιθυμία εκείνου· διότι αυτήν τη σημασία έχει το ρήμα ‘’αγγαρεύω’’, δηλαδή, το να σε σύρουν άδικα και χωρίς καμία αιτία και να σε βλάψουν. Αλλά όμως να είσαι προετοιμασμένος και γι’ αυτό, ώστε να υποστείς περισσότερα από όσα εκείνος θέλει.
«Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς(:Σε εκείνον που σου ζητά ελεημοσύνη δίνε, αλλά πάντοτε με διάκριση που θα την διαπνέει η ειλικρινής αγάπη. Και μην περιφρονήσεις εκείνον που σου ζητά δανεικά χωρίς τόκο)»[Ματθ.5,42]. Η εντολή αυτή είναι ευκολότερη από τις προηγούμενες. Αλλά μην σε παραξενεύει αυτό· διότι αυτό συνηθίζει να το κάνει συνέχεια, δηλαδή, να αναμειγνύει τις μικρές εντολές στις μεγάλες. Εάν όμως αυτά είναι μικρά σε σύγκριση προς εκείνα, ας τα ακούσουν όσοι αρπάζουν τα αγαθά των άλλων και σκορπίζουν τα δικά τους στις πόρνες και έτσι ανάπτουν διπλή φωτιά για τους εαυτούς τους, αφενός μεν με τα άδικα έσοδα, αφετέρου δε με την ολέθρια δαπάνη.
Και όταν μιλάει για δανεισμό στην παρούσα εντολή, δεν εννοεί τη σύναψη συμβολαίου, που καθορίζει και τον τόκο, αλλά την απλή άτοκη χρήση των χρημάτων. Σε άλλη, πάλι, περίπτωση επιτείνει την εντολή, όταν λέγει να δίδουμε σε εκείνους από τους οποίους δεν ελπίζουμε να τα ξαναπάρουμε[πρβ. Λουκ.6,34: «Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα(:Και αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω αυτά που δανείσατε, ποια χάρη και ανταπόδοση από τον Θεό σάς ανήκει; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε άλλους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω ολόκληρο το ποσό που δάνεισαν ή και σε ώρα ανάγκης να πάρουν και αυτοί ίσα οφέλη και δάνεια από εκείνους στους οποίους δάνεισαν)»].
«Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. (:Ακούσατε ότι έχει δοθεί η εντολή: ‘’Να αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου”. Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να εύχεστε στον Θεό το καλό γι’ αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεστε για χάρη εκείνων που σας μεταχειρίζονται υβριστικά και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν άδικα, ακόμη κι όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται για τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις. Για να μοιάσετε έτσι και να γίνετε παιδιά του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς· διότι και Αυτός τον ήλιο, που είναι δικός Του, τον ανατέλλει χωρίς διακρίσεις σε πονηρούς και καλούς, και βρέχει τη βροχή Του σε δικαίους και αδίκους)»[Ματθ. 5,45].
Πρόσεξε ότι την κορωνίδα των αγαθών την άφησε τελευταία. Γι’ αυτό και μας διδάσκει όχι μόνο να συγκρατείται κανείς όταν ραπίζεται, αλλά να δίνει και τη δεξιά του σιαγόνα· κι όχι μόνο να δίνουμε μαζί με τον χιτώνα και το ιμάτιο, αλλά και να ακολουθούμε δύο μίλια όποιον μας αγγαρεύει για ένα, για να δεχτούμε με κάθε ευκολία την εντολή που είναι ανώτερη από αυτές. «Και τι είναι ανώτερο απ’ αυτές;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Το να μην θεωρείς ούτε εχθρό σου όποιον κάνει όλα αυτά εις βάρος σου· ή μάλλον και κάτι άλλο ανώτερο από αυτό: διότι δεν είπε: «Να μη μισήσεις», αλλά «Να αγαπήσεις». Δεν είπε: «Να μην αδικήσεις», αλλά «Να ευεργετήσεις».
Εάν όμως εξετάσει κανένας με προσοχή αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω, θα βρει και σε αυτά τα ίδια να υπάρχει μια προσθήκη πολύ ανώτερή τους· γιατί δεν έδωσε εντολή απλά να αγαπούμε, αλλά και να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Είδατε πόσα σκαλοπάτια ανέβηκε και πώς μας έστησε στην ίδια την κορυφή της αρετής; Πρόσεξε τώρα μετρώντας προς τα άνω. Πρώτο σκαλί, να μην κάμεις αρχή στην αδικία· δεύτερο, μετά την αρχή της αδικίας από τον άλλο, να μην ανταποδώσεις το ίδιο· τρίτο, να μην προξενήσεις ό,τι ο ίδιος έπαθες αλλά να μείνεις ήσυχος, συγκρατώντας την οργή σου· τέταρτο, να προσφέρεις τον εαυτό σου με την θέλησή σου στην αδικία· πέμπτο, να προσφέρεις πολύ περισσότερα από όσα θέλει αυτός που σε αδικεί· έκτο, να μην μισήσεις αυτόν που σε έβλαψε· έβδομο, να τον αγαπήσεις κιόλας· όγδοο, και να τον ευεργετήσεις· ένατο το και να παρακαλείς συνάμα για χάρη του τον Θεό.
Βλέπετε ύψος πνευματικότητας; Γι’ αυτό κι έχει λαμπρό έπαθλο. Επειδή η εντολή ήταν μεγάλη και χρειαζόταν γενναία ψυχή και πολλή προθυμία, γι΄αυτό και ορίζει μισθό αυτής τέτοιο, που για καμία από τις προηγούμενες εντολές Του δεν όρισε. Πραγματικά ούτε τη γη αναφέρει εδώ, όπως όταν μιλάει (στους μακαρισμούς) για τους πράους, ούτε την παρηγοριά κι ευσπλαχνία, όπως στην περίπτωση εκείνων που πενθούν ή εκείνων που ελεούν, ούτε τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά αναφέρει αυτό που ήταν το φρικτότερο απ’ όλα αυτά, να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό, όπως είναι φυσικό να γίνουν οι άνθρωποι. «Για να γίνετε», λέει, «όμοιοι με τον Πατέρα σας στον ουρανό». Εσείς προσέξετε πως μήτε εδώ, μήτε και προηγουμένως δεν Τον αποκαλεί Πατέρα Του· αλλά εκεί τον ονομάζει Θεό και Μεγάλο Βασιλέα, όταν μιλούσε για τους όρκους· εδώ τον αποκαλεί δικό τους Πατέρα. Αυτό το κάνει φυλάσσοντας την εξήγηση για την κατάλληλη ώρα.
Έπειτα, και παρουσιάζοντας την ομοιότητα που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι με τον Θεό Πατέρα, λέει ότι Εκείνος ανατέλλει τον ήλιο και για τους πονηρούς και τους αγαθούς και ρίχνει την βροχή Του και για τους δίκαιους και για τους άδικους. «Γιατί Αυτός όχι μόνο», λέει, «δεν μισεί, αλλά και ευεργετεί όσους Τον υβρίζουν». Μολονότι βέβαια σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια η ενέργεια αυτή, όχι μόνο για την υπερβολή της ευεργεσίας, αλλά και για την υπεροχή της αξίας · συ περιφρονείσαι από τον όμοιο με σένα δούλο, ενώ Εκείνος από τον δούλο Του, που τον έχει άπειρα ευεργετήσει. Εσύ μεν λόγια προσφέρεις, όταν προσεύχεσαι για κάποιον, ενώ Αυτός προσφέρει πράγματα πολύ μεγάλα και αξιοθαύμαστα, με το να ανάβει τον ήλιο και να δίνει τις βροχές σε όλη τη διάρκεια του έτους. Κι όμως, παρά τις διαφορές αυτές, δέχομαι πως είσαι ίσος του, όσο μπορεί να είναι ο άνθρωπος.
Μην μισείς λοιπόν όποιον σου κάνει κακό, αφού γίνεται η αιτία να αποκτήσεις τόσα αγαθά και σε οδηγεί σε τόσο μεγάλη τιμή. Μην καταριέσαι αυτόν που σε βλάπτει, γιατί και τον πόνο της αδικίας υποφέρεις και τον καρπό δεν κερδίζεις· και τη ζημία θα υποστείς, αλλά και την αμοιβή σου θα χάσεις. Αυτό είναι το αποκορύφωμα της ανοησίας, να υπομένουμε δηλαδή το βαρύτερο και να μην δεχόμαστε το ελαφρότερο από αυτό. Και πώς είναι δυνατό να γίνει αυτό; Αφού είδες τον Θεό να γίνεται άνθρωπος και να δείχνει τόση συγκατάβαση και να παθαίνει τόσα για σένα, ρωτάς ακόμα κι αμφιβάλλεις για το πώς γίνεται να μη λογαριάσεις στους ομοδούλους σου τις αδικίες που σου κάνουν; Δεν Τον ακούς από τον Σταυρό που σου παραγγέλλει με το παράδειγμά Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι(:Πατέρα, συγχώρεσέ τους· δεν γνωρίζουν τι κάνουν)»[Λουκά,23,34]; Δεν ακούς τον Παύλο που λέει: «Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καί ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν(:Ο Χριστός και όχι κανείς άλλος πέθανε για μας. Και όχι μόνον αυτό, αλλά πολύ περισσότερο και αναστήθηκε από τους νεκρούς για μας. Αυτός και είναι ενθρονισμένος στα δεξιά του Θεού και μεσιτεύει στον Πατέρα Του για χάρη μας)»[Ρωμ.8,34]; Δεν βλέπεις ότι και μετά τη Σταύρωση και μετά την Ανάληψη έστελνε στους Ιουδαίους, που Τον φόνευσαν, τους αποστόλους, για να τους φέρουν αναρίθμητα αγαθά και μάλιστα ενώ τους έμελλε να υποστούν απ’ αυτούς μύρια δεινά;
Αλλά μήπως υπέστης μεγάλες αδικίες; Και τι παρόμοιο κακό έπαθες εσύ προς όσα υπέφερε ο Δεσπότης σου; Εκείνος φυλακίστηκε, μαστιγώθηκε, δέχτηκε ραπίσματα και από τους υπηρέτες εμπτυσμούς, υπέμεινε θάνατο, και μάλιστα τον πιο ατιμωτικό από όλους τους θανάτους, ύστερα από τόσες ευεργεσίες που έκανε. Αν πάλι έχεις πραγματικά πολύ αδικηθεί, γι’ αυτό ακριβώς να ευεργετείς περισσότερο, ώστε και για τον εαυτό σου να ετοιμάσεις λαμπρότερο στεφάνι και τον αδελφό σου ν’ απαλλάξεις από την έσχατη ασθένεια. Γιατί και οι γιατροί, όταν δέχονται τα λακτίσματα και τις βρισιές από τους τρελούς, τότε περισσότερο τους λυπούνται κι ενδιαφέρονται για την αποκατάσταση της υγείας τους, επειδή γνωρίζουν ότι η άπρεπη συμπεριφορά προέρχεται από τον παροξυσμό της αρρώστιας τους.
Έτσι να σκέφτεσαι κι εσύ γι’ αυτούς που σε καταδιώκουν κι έτσι να μεταχειρίζεσαι όσους σε αδικούν· διότι εκείνοι είναι πιο πολύ οι άρρωστοι κι αυτοί υφίστανται ολόκληρη την βίαιη δύναμη της αρρώστιας τους. Ελευθέρωσέ τον λοιπόν από τη βαριά αυτή επίδραση και δώσε του την ευκαιρία να αφήσει την οργή και να γλυτώσει από φοβερό δαίμονα, δηλαδή τον θυμό. Γιατί αν δούμε δαιμονισμένους δακρύζουμε, γι΄αυτό και δν σπεύδουμε να δαιμονίζουμε κι εμείς τους άλλους με την δική μας αντεπίθεση. Αυτό ας κάνουμε τώρα και στην περίπτωση αυτών που οργίζονται· γιατί μοιάζουν με τους δαιμονισμένους όσοι θυμώνουν· μάλλον είναι αθλιότεροι απ’ αυτούς, επειδή παραφέρονται, έχοντας συναίσθηση της κατάστασής τους. Γι’ αυτό και η παραφροσύνη τους είναι ασυγχώρητη.
Μην ποδοπατείς, λοιπόν, αυτόν που έπεσε, αλλά να τον ελεείς· γιατί αν δούμε κάποιον που τον πειράζει η χολή του, έχει σκοτοδίνη και προσπαθεί επειγόντως να αποβάλει με τον εμετό αυτό το κακό υγρό, απλώνουμε το χέρι μας και τον κρατούμε μέσα στους σπασμούς του, και ακόμη κι αν λερώνουμε το ρούχο μας, δεν απομακρυνόμαστε, αλλά επιδιώκουμε ένα μονάχα, με κάθε τρόπο να τον ελευθερώσουμε από τη φοβερά δύσκολη αυτή και στενάχωρη θέση του. Τούτο λοιπόν ας κάνουμε και σε αυτούς, κι ας τους κρατούμε, όταν κάνουν εμετό ή όταν σπαράζουν. Ούτε πρωτύτερα να τους αφήσουμε, παρά έως να απαλλαγούν απ’ όλη την πικρία. Και τότε θα σου αναγνωρίσει πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη, όταν του περάσει, τότε θα καταλάβει από πόση ταραχή τον ελευθέρωσες. Και γιατί αναφέρω την ευγνωμοσύνη από μέρους εκείνου, τη στιγμή που ο ίδιος ο Θεός ευθύς θα σε στεφανώσει και με μύρια αγαθά θα σε ανταμείψει, επειδή ελευθέρωσες τον αδελφό σου από βαρύ νόσημα; Αλλά κι ο αδελφός σου αυτός σαν κύριό του θα σε τιμήσει, ενθυμούμενος διαρκώς την επιείκεια και την καλοσύνη με την οποία τον αντιμετώπισες.
Εάν όμως οι εντολές αυτές σου φαίνονται δύσκολες, σκέψου ότι γι’ αυτό ήρθε κοντά μας ο Χριστός· για να τις φυτέψει μέσα στη δική μας τη διάνοια και να μας καταστήσει ωφέλιμους και στους εχθρούς μας και στους φίλους μας. Γι’ αυτό και μας προτρέπει να φροντίζουμε και για τους δύο· για μεν τους αδελφούς μας μάς διδάσκει όταν λέει «κι αν προσφέρεις το δώρο σου», ενώ για τους εχθρούς, όταν νομοθετεί να τους αγαπούμε και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς.
Και δεν μας οδηγεί προς τη διαγωγή αυτή με το παράδειγμα του Θεού μόνο, αλλά και με το αντίθετο παράδειγμα. «Αν αγαπήσετε», λέει, «όσους σας αγαπούν, τι μισθό θα λάβετε; Το ίδιο δεν κάνουν κι οι τελώνες;». Αν λοιπόν εφαρμόζεις αυτά, τότε στέκεσαι κοντά στον Θεό· αν τα παραμελείς, κατατάσσεσαι στην ίδια παράταξη με τους τελώνες.
Είδες πως η απόσταση μεταξύ των εντολών δεν είναι τόσο μεγάλη, όση η διαφορά μεταξύ των προσώπων; Ας μην σκεπτόμαστε λοιπόν ότι είναι βαριά η εντολή, αλλά ας λογαριάσουμε και το έπαθλο, κι ας στοχαστούμε με Ποιον γινόμαστε όμοιοι, όταν τηρήσουμε τις εντολές, και με Ποιον εξισωνόμαστε, όταν τις παραμελήσουμε. Με τον αδελφό μας, μάς προτρέπει να συμφιλιωνόμαστε και να μην τον αφήνουμε, προτού διαλύσουμε τελείως την έχθρα μας. Όταν όμως ομιλεί για όλους, δεν μας δεσμεύει πια με αυτή την υποχρέωση, αλλά ζητεί μόνο ό,τι εξαρτάται από μας και κάνει πιο εύκολη την τήρηση του νόμου μ’ αυτό τον τρόπο. Επειδή δηλαδή είπε ότι «Οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν(:Να χαίρεστε και να εκδηλώνετε ζωηρά τη χαρά σας, διότι θα είναι μεγάλη η ανταμοιβή σας στους ουρανούς. Έτσι εξάλλου καταδίωξαν και τους προφήτες που έστειλε ο Θεός πριν από σας)»[Ματθ.5,12], για να μη νιώσουν απέχθεια απέναντί τους γι’ αυτό, προστάζει όχι μόνο να τους δείχνουν ανοχή, όταν φέρονται έτσι, αλλά και να τους αγαπούν.
Βλέπεις με ποιον τρόπο ξεριζώνει τελείως τον θυμό και αφανίζει τελείως την επιθυμία για τις σαρκικές απολαύσεις, για τα χρήματα, για τη δόξα, τα πράγματα της παρούσας ζωής; Αυτό βέβαια το έκαμε από την αρχή της ομιλίας Του, αλλά τώρα πολύ περισσότερο το καθόρισε. Πραγματικά, και ο φτωχός και ο πράος και ο πενθών αδειάζει απ’ την ψυχή του τον θυμό. Ο δίκαιος και ο ελεήμονας αδειάζει την ψυχή του από την επιθυμία των χρημάτων. Όποιος έχει καθαρή καρδιά, ελευθερώνεται από την πονηρή επιθυμία. Όποιος καταδιώκεται και κακολογείται και υπομένει τις ύβρεις, επιτυγχάνει ακέραια την περιφρόνηση των πραγμάτων της ζωής αυτής και είναι καθαρός από υπερηφάνεια και κενοδοξία.
Αφού ελευθέρωσε λοιπόν από τα δεσμά αυτά τον ακροατή Του και τον προετοίμασε για τους αγώνες, πάλι με άλλο τρόπο ξεριζώνει τα πάθη αυτά και μάλιστα με μεγαλύτερη ακρίβεια. Δηλαδή αφού άρχισε από την οργή κι αφού από παντού έκοψε τα νεύρα του πάθους αυτού, είπε: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου(:Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο, διαπράττει έγκλημα ανάλογο με εκείνο το οποίο δικαζόταν άλλοτε από το τοπικό επταμελές δικαστήριο, την «κρίση». Κι εκείνος που θα πει περιφρονητικά στον αδελφό του «ανόητε», είναι ένοχος βαρύτερου εγκλήματος, σαν εκείνα που δικάζουν από το ανώτατο δικαστήριο των Ιουδαίων, το Συνέδριο. Κι εκείνος που με μίσος και κακία θα πει στον αδελφό του «ηλίθιε», θα είναι ένοχος εγκλήματος που πρέπει να τιμωρηθεί με τη γέεννα του πυρός που βρίσκεται στον Άδη. Κάθε προσβολή λοιπόν εναντίον των αδελφών μας είναι αξιόποινη. Γι’ αυτό, εάν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου για κάποια αδικία που του έκανες, άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα και συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε, αφού συνδιαλλαγείς, έλα και πρόσφερε το δώρο σου, διότι μόνο τότε αυτό θα γίνει δεκτό από τον Θεό)»[Ματθ. 5, 22-24].
Περνά αμέσως στην επιθυμία και λέει: «Όποιος παρατηρεί γυναίκα με ακόλαστο βλέμμα, να τιμωρείται ως μοιχός· Όποιος σκανδαλίζεται από γυναίκα ακόλαστη ή από άνδρα ή κάποιον από τους φίλους του, όλους αυτούς ας τους απομακρύνει. Όποιος έχει νόμιμη σύζυγο, ας μην τη διώχνει ποτέ, κι ας μη ρίχνει τα βλέμματά του σε άλλη». Με όλα αυτά αποσπά τις ρίζες της πονηρής επιθυμίας. Έπειτα περιορίζει την επιθυμία για τα χρήματα, προτρέποντας μήτε να ορκιζόμαστε, μήτε να ψευδόμαστε, μήτε να κρατούμε το πουκάμισο που τυχαίνει να φοράμε, αλλά και το επανωφόρι μας να παρέχουμε σε όποιον το ζητεί, καθώς και να προσφέρουμε εθελοντικώς τη σωματική μας δύναμη για τη διακονία του πλησίον, αφανίζοντας έτσι εξ ολοκλήρου τον πόθο για τα χρήματα.
Τότε, έπειτα από όλα αυτά, προσθέτει και τον πλουμιστό στέφανο όλων αυτών των εντολών λέγοντας: «Προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς(:Προσεύχεσθε για εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουν και σας συκοφαντούν και σας καταδιώκουν αδίκως)». Μας οδηγεί έτσι στην ίδια την υψηλότερη κορυφή της πνευματικότητας. Όπως δηλαδή από του να είναι κανείς πράος, είναι ανώτερο να ανέχεται να ραπίζεται, και από του να είναι κανείς ελεήμονας, είναι ανώτερο να αφήνει το επανωφόρι μαζί με το πουκάμισο, και από του να είναι δίκαιος, είναι ανώτερο το να υπομένει όταν αδικείται, και από του να είναι κανείς ειρηνοποιός, είναι ανώτερο το να ακολουθεί όταν τον ραπίζουν και τον αγγαρεύουν, έτσι είναι ανώτερος από αυτόν που καταδιώκεται, αυτός που ενώ τον καταδιώκουν, ευλογεί.
Βλέπεις ότι σιγά σιγά μας ανυψώνει στις ίδιες τις αψίδες του Ουρανού; Ποια είναι λοιπόν η αξία μας, εμάς που ενώ έχουμε εντολή να γίνουμε όμοιοι με τον Θεό, δεν κατορθώνουμε να γίνουμε όμοιοι ούτε με τους τελώνες; Διότι εάν το να αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν, είναι γνώρισμα των τελωνών, των αμαρτωλών και των ειδωλολατρών, όταν ούτε αυτό δεν το κάνουμε (πραγματικά δεν κάνουμε αυτό, όταν φθονούμε τους συνανθρώπους μας που ευδοκιμούν), ποια τιμωρία δε θα μας αξίζει, όταν, παρ΄όλη την εντολή να φανούμε ανώτεροι από τους γραμματείς, αποδεικνυόμαστε κατώτεροι και από τους ειδωλολάτρες; Πώς λοιπόν θα δούμε τη Βασιλεία των Ουρανών, πες μου; Πώς θα φτάσουμε στα ιερά εκείνα πρόθυρα, αφού δεν υπερβαίνει η αρετή μας εκείνη των τελωνών; Για τούτο κάνει υπαινιγμό, όταν λέει: «Οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; (:Μήπως και οι τελώνες το ίδιο δεν κάνουν;)».
Επίσης και τούτο είναι το πιο αξιοθαύμαστο σημείο της διδασκαλίας Του, ότι δηλαδή σε κάθε περίπτωση αναφέρει με αφθονία τα έπαθλα της αρετής,(όπως είναι ότι θα βλέπουμε τον Θεό, ότι θα κληρονομήσουμε την βασιλεία των ουρανών, ότι θα λάβουμε την υιοθεσία του Θεού, ότι θα ομοιάσουμε με τον Θεό, ότι θα ελεηθούμε, ότι θα παρηγορηθούμε και θα λάβουμε μεγάλη αμοιβή) εντούτοις, όπου ήταν ανάγκη να αναφέρει και τις τιμωρίες, το κάνει σε χαμηλούς τόνους, αφού σε τόσο πολλούς λόγους μόνο μια φορά ανέφερε το όνομα της γεένης.
Και σε άλλους πάλι λόγους με ήπιο ύφος, και περισσότερο με προτρεπτικούς παρά απειλητικούς λόγους, θέλει να διορθώσει τον ακροατή, λέγοντας: «Μήπως το ίδιο δεν κάνουν κι οι τελώνες;» , «εάν το αλάτι μωρανθεί»· και «ελάχιστος θα ονομαστεί μέσα στη βασιλεία των Ουρανών». Σε μερικές περιπτώσεις αναφέρει το αμάρτημα αντί της τιμωρίας για να κάνει τον ακροατή να αντιληφθεί το βάρος της τιμωρίας, όπως όταν λέγει· «όποιος εκδιώκει την γυναίκα του, την παρωθεί προς την μοιχεία» και ακόμη ότι «το επιπλέον του ναι και του όχι προέρχεται από τον πονηρό». Γιατί όσους έχουν νου, φτάνει να τους σωφρονίσει και μόνο με το μέγεθος της αμαρτίας, χωρίς την απαγγελία της τιμωρίας.
Γι’ αυτό και στην περίπτωσή μας, αναφέρει τους ειδωλολάτρες και τους τελώνες, θέλοντας με το ποιόν των προσώπων αυτών να προκαλέσει ντροπή στον μαθητή. Το ίδιο έκαμε κι ο Παύλος όταν έλεγε: «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα(:Ας έλθουμε τώρα και σ’ ένα άλλο σοβαρό ζήτημα. Δεν θέλουμε, αδελφοί μου, να έχετε άγνοια σχετικά με αυτούς που έχουν πεθάνει, για να μη λυπάστε όπως λυπούνται και οι υπόλοιποι που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως)»[Α΄Θεσ.4,13].
Και για να αποδείξει ότι δεν ζητεί τίποτε υπερβολικό, αλλά λίγο περισσότερο από το συνηθισμένο, προσθέτει: «Μήπως και οι ειδωλολάτρες δεν κάνουν το ίδιο;» Δεν διακόπτει όμως στο σημείο αυτό τον λόγο, αλλά τον ολοκληρώνει με τα έπαθλα και τις αγαθές ελπίδες, λέγοντας· «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν(:Πρέπει λοιπόν να γίνετε τέλειοι με την αγάπη προς όλους, όπως είναι τέλειος και ο ουράνιος Πατέρας σας, ο οποίος είναι αγάπη)»[Ματθ.5,48]. Και συνεχώς αναφέρει στους λόγους Του τη λέξη ‘’ουρανός’’, θέλοντας να αναπτερώσει το φρόνημά τους, καθώς και με την υπόμνηση του τόπου· διότι ως τότε ήσαν πνευματικά πιο αδύνατοι και περισσότερο προσκολλημένοι στα υλικά.
Ας εννοήσουμε, λοιπόν, καλά όλα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, ας δείξουμε μεγάλη αγάπη προς τους εχθρούς μας κι ας αποβάλουμε επίσης την γελοία εκείνη συνήθεια, την οποία έχουν πολύ ανόητοι άνθρωποι, να περιμένουν, δηλαδή, να τους χαιρετίσουν πρώτοι οι άλλοι με τους οποίους συναντιούνται. Δεν ζηλεύουν αυτό που προξενεί πολύ μακαρισμό, αλλά επιδιώκουν αυτό που είναι ολότελα γελοίο. Γιατί δεν χαιρετάς πρώτος; «Επειδή αυτό περιμένει ο άλλος», απαντά. Μα ακριβώς γι’ αυτό έπρεπε να τρέξεις να τον χαιρετήσεις, για να πάρεις εσύ τον στέφανο. «Όχι», λέει, «επειδή αυτό επιζητεί εκείνος». Υπάρχει χειρότερη ανοησία; Επειδή ο άλλος θέλει να γίνει σε μένα πρόξενος αμοιβής, λέγει, δεν επιθυμώ να επωφεληθώ από το πράγμα αυτό. Αν λοιπόν σε χαιρετήσει πρώτος αυτός, δεν κερδίζεις τίποτε και αν αντιχαιρετήσεις. Ενώ αν προηγηθείς στον χαιρετισμό, εμπορεύεσαι την υπερηφάνεια εκείνου και τρυγάς άφθονο κέρδος από την ανοησία εκείνου. Πώς λοιπόν δεν μαρτυρεί εσχάτη ανοησία, ενώ τόσα πολλά πρόκειται να κερδίσεις πό κενές λέξεις, να εγκαταλείπεις το κέρδος και ενώ κατηγορείς τους άλλους, να περιπίπτεις στο ίδιο σφάλμα; Αν κατηγορείς κάποιον επειδή περιμένει να τον χαιρετήσουν, για ποιο λόγο ζηλεύεις αυτό που κατηγορείς; Και βιάζεσαι να μιμηθείς ως αγαθό, αυτό που είπες ότι είναι κακό; Βλέπεις ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο ανόητο από έναν άνθρωπο που ζει μέσα στην κακία;
Για αυτόν τον λόγο σας παρακαλώ να αποφύγουμε την κακή αυτή και γελοία συνήθεια. Αμέτρητες φιλίες διέσπασε αυτή η ασθένεια και προκάλεσε πολλές εχθρότητες. Για τον λόγο αυτό εμείς τους προλαβαίνουμε εκείνους. Εμείς που έχουμε διαταγή να δεχόμαστε ραπίσματα, αγγαρείες, γυμνώσεις από τους εχθρούς μας και να υπομένουμε, ποιας συγνώμης θα μπορούσαμε να είμαστε άξιοι, αν δείχνουμε τόση εριστικότητα για ένα κούφιο χαιρετισμό; «Περιφρονούμαστε και γελοιοποιούμαστε», απαντά, «όταν του κάνουμε αυτήν τη χάρη». Και για να μη σε περιφρονήσει ο μαινόμενος σύνδουλός σου, περιφρονείς τον Κύριό σου, που τόσες ευεργεσίες σου έκαμε; Διότι, αν είναι άτοπο να καταφρονείς τον ισότιμό σου άνθρωπο, είναι, οπωσδήποτε πολύ πιο άτοπο είναι να καταφρονείς εσύ τον Θεό που σε δημιούργησε. Ύστερα από αυτά, σκέψου και τούτο, ότι όταν σε καταφρονήσει κάποιος, τότε γίνεται αιτία να λάβεις μεγαλύτερο μισθό, διότι αυτό το υπέμεινες χάριν του Θεού, επειδή υπάκουσες και πειθάρχησες στους νόμους Του. Και η υπακοή αυτή ποια τιμή δεν αξίζει, πόσα διαδήματα δεν της πρέπουν; Μακάρι εγώ και εξευτελισμούς και περιφρόνηση να δεχόμουνα για χάρη του Θεού, παρά να δεχόμουν τιμές από όλους τους βασιλιάδες· διότι τίποτα δεν είναι ίσο με τη δόξα αυτή, τίποτα.
Αυτήν την δόξα λοιπόν ας επιδιώκουμε, όπως Αυτός διέταξε, αλλά έχοντας ορθή πνευματικότητα σε όλες τις περιστάσεις, με αυτήν την ακριβή φιλοσοφία ας συμμορφώνουμε την ζωή μας· διότι πραγματικά, θα αποκτήσουμε διαμέσου αυτής τα αγαθά των ουρανών και τους εκεί στεφάνους, βαδίζοντας ως άγγελοι μεταξύ των ανθρώπων, περιφερόμενοι στη γη, όπως οι αγγελικές δυνάμεις, παραμένοντας ξένοι προς κάθε επιθυμία και ταραχή. Μαζί λοιπόν με αυτά θα αποκτήσουμε και τα απόρρητα αγαθά, τα οποία είθε να τα επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος και η προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το Άγιο και Αγαθό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια υλικού: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:
• https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΙH΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 620-651.
• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, τόμος 64, σελ. 132 – 150.
• http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
• Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
• Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
• Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
• http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
• http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα

31 Και με λίγες λέξεις, όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται και να σας κάνουν οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σε αυτούς και να τους κάνετε τα ίδια. 32Διότι εάν αγαπάτε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια εύνοια και ποια αμοιβή σάς ανήκει από τον Θεό; Καμία. Διότι και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. 33 Κι αν κάνετε το καλό σε εκείνους που σας ευεργετούν, ποια εύνοια και χάρη και ανταμοιβή σάς ανήκει από τον Θεό; Καμία. Διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. 34 Κι αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω αυτά που δανείσατε, ποια χάρη και ανταπόδοση από τον Θεό σάς ανήκει; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε άλλους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω ολόκληρο το ποσό που δάνεισαν ή και σε ώρα ανάγκης να πάρουν και αυτοί ίσα οφέλη και δάνεια από εκείνους στους οποίους δάνεισαν.
35 Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε και να τους δανείζετε χωρίς να ελπίζετε σε καμία ανταπόδοση απ’ αυτούς. Και θα είναι πολύς ο μισθός σας και μεγάλη η ανταμοιβή σας από τον Θεό. Και θα είστε στη Βασιλεία των ουρανών κατά χάριν παιδιά του Υψίστου Θεού, με τον Οποίο θα μοιάζετε πνευματικώς. Διότι κι Αυτός είναι ευεργετικός και ωφέλιμος στους ανθρώπους που δείχνουν αχαριστία στις τόσες ευεργεσίες Του και που δεν έχουν καλή διάθεση και προαίρεση, αλλά είναι πονηροί. 36Να γίνεστε λοιπόν σπλαχνικοί προς τον συνάνθρωπό σας και συμπονετικοί στις δυστυχίες του και στις ανάγκες του, όπως και ο ουράνιος Πατέρας σας είναι σπλαχνικός σε όλους.

https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=128341

Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΛΟΥΚΑ

 

Β΄προς Κορινθίους, κεφάλαιο Θ΄, εδάφια 6-15

ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ 16 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει.7Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. 8 Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, 9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 10 Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· 11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ.

 ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

    «Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει (:Και πρέπει να γνωρίζετε και αυτό, ότι εκείνος που στο χωράφι του σπέρνει με τσιγκουνιά λιγοστό σπόρο, θα θερίσει και λίγο σιτάρι, ενώ εκείνος που σπέρνει άφθονο σπόρο, άφθονα και θα θερίσει)»[Β΄Κορ. 9,6].

    […] Ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας στο σημείο αυτό για τους καρπούς της ελεημοσύνης δεν χρησιμοποίησε για εκείνον που διστάζει να δώσει απλόχερα σε όσους έχουν ανάγκη, τη φράση :«Εκείνος που με μικροπρέπεια σπέρνει στο χωράφι του λιγοστό σπόρο», αλλά χρησιμοποίησε εντονότερη και ηχηρότερη έκφραση, αναφέροντας τη φράση: «Εκείνος που με τσιγκουνιά σπέρνει στο χωράφι του λιγοστό σπόρο». Και ονόμασε «σπόρο» την πράξη της ελεημοσύνης, για να πάει αμέσως ο νους σου στην ανταπόδοση και αφού κατανοήσεις το ποια είναι η συγκομιδή, θα μάθεις ότι παίρνεις περισσότερα από όσα δίνεις. Γι’ αυτό δεν είπε «εκείνος που δίνει», αλλά «εκείνος που σπέρνει» και δεν είπε «εσείς αν σπείρετε», αλλά χρησιμοποιεί λόγο που αναφέρεται σε όλους γενικά που «σπέρνουν» με αυτόν τον τρόπο. Και δεν είπε  ότι θα λάβει «με αφθονία», αλλά «σαν ευλογία» που είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό.

    Και πάλι στο προηγούμενο που είχε πει καταφεύγει, στο να δίνεται ως ελεημοσύνη στους φτωχούς ό,τι ευχαριστεί τον καθένα, λέγοντας: «Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδία(:Ο καθένας ας δίνει ελεύθερα ό,τι έχει διάθεση η καρδιά του να δώσει)»· γιατί καθένας κάνει κάτι πολύ περισσότερο όταν είναι ελεύθερος, παρά όταν αναγκάζεται.  Γι’ αυτό ασχολείται αρκετά με αυτό· γιατί, αφού είπε «Ας δίνει ελεύθερα ό,τι έχει διάθεση η καρδιά του», πρόσθεσε: «μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης (:χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται)». Και δεν αρκέστηκε σε αυτό, αλλά παρουσιάζει και μαρτυρία από τη Γραφή, λέγοντας: «Ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός(:Γιατί ο Θεός αγαπά εκείνον που δίνει με προθυμία και με χαρούμενο πρόσωπο)»[Πρμ.22,8].

     Είδες ότι συνέχεια αυτό αναφέρει; Λέγει: «Όχι ως διαταγή το λέω αυτό» και «γνώμη σας δίνω σχετικά με αυτό» και να το δίνετε «σαν αυθόρμητη προσφορά και όχι αναγκαστική». Επίσης: «Μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης ·ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός(:Όχι με λύπη ή από ανάγκη· διότι ο Θεός “αγαπά εκείνον, που δίδει με καλοσύνη και γλυκύτητα”)»[Β΄Κορ.9,7]. Στο σημείο αυτό νομίζω ότι «ἱλαρὸν» ονομάζει τον ανοιχτοχέρη, αλλά ο Παύλος το είπε έτσι με την έννοια της πρόθυμης προσφοράς. Επειδή δηλαδή το παράδειγμα των Μακεδόνων που προαναφέρθηκε στην επιστολή καθώς και  όλα τα άλλα, μπορούσαν να οδηγήσουν σε αφθονία εισφορών, δεν λέγει πολλά γι’ αυτήν, αλλά για το ότι πρέπει να δίνουμε αυθόρμητα· γιατί, αφού η ελεημοσύνη είναι έργο αρετής, και καθετί που γίνεται αναγκαστικά μειώνει τον μισθό, σωστά ενεργεί ο Παύλος κατ’ αυτόν τον τρόπο.

       Και δεν τους συμβουλεύει μονάχα, αλλά και εύχεται, πράγμα που το κάνει πάντοτε, λέγοντας: «Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς(:Ο Θεός έχει τη δύναμη να σας δώσει υπεράφθονη κάθε χάρη· και τη χάρη δηλαδή της προθυμίας να εισφέρετε γενναία, και τη χάρη των υλικών αγαθών)»[Β΄Κορ.9,8]. Με την ευχή αυτή προσπαθεί να εξουδετερώσει κάποια σκέψη, που αντιστέκεται στη γενναιοδωρία, πράγμα που εμποδίζει και τώρα πολλούς. Γιατί πολλοί φοβούνται να δώσουν ελεημοσύνη, λέγοντας μέσα τους: «Μήπως έτσι γίνω φτωχός, μήπως έτσι εγώ βρεθώ σε ανάγκη και  χρειαστώ κάποτε άλλους;». Θέλοντας λοιπόν να εξαλείψει αυτόν τον φόβο, προσθέτει την ευχή και λέγει: «Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς(:Κάθε ευεργεσία ας συσσωρεύσει περίσσια, άφθονη κάθε χάρη σε σας εκ μέρους του Θεού)». Όχι απλώς να σας δώσει, αλλά «με μεγάλη περίσσεια». Και τι σημαίνει «χάριν περισσεῦσαι»; «Να σας γεμίσει», λέει, «με τόσα αγαθά, ώστε να είναι δυνατό να περισσεύουν γι’ αυτή τη γενναιοδωρία. Για να έχετε παντού και πάντοτε όλα τα αναγκαία και να σας περισσεύουν και για αγαθοεργίες».

     Πρόσεχε ότι και στην ευχή του αυτή ακόμη διακρίνεται πολλή φιλοσοφικότητα. Δεν εύχεται πλούτο και περισσεύματα, αλλά «πᾶσαν αὐτάρκειαν(:Να είστε πάντοτε σε όλα τα απαραίτητα τελείως αυτάρκεις)»[Β΄Κορ.9,8]. Και δεν είναι μόνο αυτό που πρέπει να θαυμάζουμε, αλλά και το ότι, όπως δεν ευχήθηκε τα περιττά, έτσι και δεν τους στενοχωρεί, ούτε τους αναγκάζει να δώσουν από το υστέρημά τους, αλλά δείχνει κατανόηση για την περίπτωση αυτή και ζητάει να έχουν τα απαραίτητα, δείχνοντας ότι δεν πρέπει να σπαταλούμε τα δώρα του Θεού· «ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν»: «Ώστε να είστε», λέγει, «πάντοτε σε όλα τελείως αυτάρκεις κι έτσι να κάνετε με το παραπάνω κάθε καλό έργο».  «Γι’ αυτό», λέγει, «ζητώ να έχετε τα απαραίτητα, για να δίνετε και σε άλλους». Και δεν είπε  απλώς «να δίνετε», αλλά «να δίνετε ανοιχτόχερα». Για τα υλικά πράγματα ζητάει να έχουν αυτάρκεια, ενώ για τα πνευματικά να έχουν και περίσσευμα, όχι μόνο για την ελεημοσύνη, αλλά και για όλα τα άλλα· γιατί αυτό σημαίνει η φράση «για κάθε έργο αγαθό».

    Έπειτα, επιστρατεύοντας ένα επιχείρημα που θα τους ωθήσει σε γενναιόδωρη προσφορά, επικαλείται για σύμβουλό τους τον προφητάνακτα Δαυίδ και λέγει: «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν. Ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα(:Σκόρπισε άφθονα τις ελεημοσύνες του, έδωσε στους πτωχούς· η αρετή του μένει και διαλαλείται πάντοτε)»[Ψαλμ.111,9]. Αυτό σημαίνει «Δίνετε με απλοχεριά». Γιατί η λέξη «σκόρπισε» δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά το ότι έδωσε με απλοχεριά. Γιατί αν και αυτά δεν μένουν, μένουν όμως στην αιωνιότητα τα αγαθά που προκύπτουν από αυτά που κάποτε δόθηκαν. Γιατί αυτό είναι το αξιοθαύμαστο: αν τα κρατάμε, χάνονται, αν τα σκορπίζουμε, μένουν, και μένουν αιώνια. «Δικαιοσύνη» εδώ ονόμασε τη φιλανθρωπία· γιατί, όταν ξεχύνεται απλόχερα, εξαφανίζει σαν φωτιά τα αμαρτήματα και μας κάνει δικαίους.

     Ας μην είμαστε λοιπόν τσιγκούνηδες, αλλά ας σπέρνουμε με απλοχεριά. Δεν βλέπεις πόσα δίνουν άλλοι στους μίμους και στις πόρνες; Δώσε στο Χριστό τα μισά από όσα δίνουν εκείνοι στους χορευτές του δρόμου. Δώσε εσύ στους πεινασμένους τόσα, όσα από εγωισμό δίνουν εκείνοι στους θεατρίνους. Εκείνοι καλύπτουν με άφθονο χρυσό το σώμα των πορνών, και εσύ δεν καλύπτεις ούτε με ένα φθηνό ρούχο τη σάρκα του Χριστού, αν και την βλέπεις γυμνή; Ποιας συγνώμης είναι αυτό άξιο, πόσης τιμωρίας δεν είναι άξιο, όταν εκείνος προσφέρει τόσα πράγματα στη γυναίκα που τον καταστρέφει και τον ντροπιάζει, ενώ εσύ δεν προσφέρεις σχεδόν τίποτα σε εκείνον που σε σώζει και σε κάνει εκλεκτό; Αλλά ξοδεύοντας για την κοιλιά σου βέβαια και για να μεθάς και για να κάνεις ασωτίες, δεν σκέπτεσαι καθόλου τη φτώχεια· αν όμως χρειαστεί να βοηθήσεις φτωχό, γίνεσαι τάχα φτωχότερος από όλους. Και τρέφοντας βέβαια παράσιτους κα κόλακες, σαν να δαπανάς από πηγές, τόσο πολύ χαίρεσαι, όταν όμως συναντήσεις φτωχό, τότε σε κυριεύει ο φόβος να μη γίνεις φτωχός.

    Γι’ αυτό θα κατακριθούμε τότε και από τους εαυτούς μας και από τους άλλους, και τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Γιατί θα σε ρωτήσει ο Κριτής: «Γιατί δεν έγινες τόσο γενναιόδωρος εκεί που έπρεπε;». Αυτός έδινε στην πόρνη και δεν υπολόγιζε όσα έδινε, και εσύ, προσφέροντας κάτι στον Κύριο, που είπε «να είσαι αμέριμνος»[βλ. Ματθ.6,24: «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;(:Η καρδιά σας λοιπόν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό. Γι’ αυτό σας λέω, κόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας˙ και μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι ένδυμα θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός λοιπόν που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει κα τα κατώτερα, την τροφή δηλαδή και το ένδυμα)»], είσαι γεμάτος από φόβο και τρόμο; Ποιας συγνώμης θα ήσουν άξιος; Αφού κάθε άνθρωπος που βοηθούμε δεν αδιαφορεί, αλλά ανταποδίδει την ευεργεσία, πολύ περισσότερο θα μας την ανταποδώσει ο Χριστός. Εκείνος, που και χωρίς να περιμένει να πάρει κάτι πίσω από εμάς, μας δίνει πλουσιοπάροχα καθημερινά τα αγαθά Του, πώς δεν θα δώσει όταν πάρει κιόλας από εμάς όποτε κάνουμε ελεημοσύνη στους φτωχούς;

     Αλλά θα πεις: «Τι γίνεται με εκείνους  που πρόσφεραν πολλά και, επειδή δεν είχαν καμία ανταπόδοση, ζητιανεύουν από άλλους;». Μιλάς για εκείνους που πρόσφεραν τα πάντα, ενώ εσύ δεν δίνεις ούτε οβολό. Υποσχέσου πως θα δώσεις τα πάντα και τότε ρώτα για εκείνους. Όσο καιρό όμως είσαι τσιγκούνης και δίνεις λίγα από τα υπάρχοντά σου, τι μου προβάλλεις δισταγμούς και προφάσεις; Εμείς δεν σου ζητάμε να φτάσεις στην πιο ψηλή κορυφή της ακτημοσύνης, αλλά σε συμβουλεύουμε να περιορίζεις τα περιττά και να επιδιώκεις μόνο την αυτάρκεια. Η αυτάρκεια καθορίζεται από την ύπαρξη των αγαθών εκείνων, που είναι απαραίτητα για να ζει κανείς. Κανένας δεν θέλει να σου αφαιρέσει αυτά, κανένας δεν σου στερεί την καθημερινή τροφή. Τροφή, όχι τρυφή, όχι απολαύσεις. Ρούχα, όχι στολίδια. Ή καλύτερα, αν εξετάσει κανείς το πράγμα με προσοχή, αυτό προπάντων είναι τρυφή. Πρόσεχε.

   Ποιος μπορούμε να πούμε ότι ζει περισσότερο απολαυστικά, εκείνος που τρώει χόρτα και είναι υγιής και δεν παθαίνει τίποτε δυσάρεστο, ή εκείνος που έχει συβαρίτικο τραπέζι[:οι κάτοικοι της αρχαίας Σύβαρης, πόλης της κάτω Ιταλίας, ήταν ξακουστοί για την μεγάλη τρυφή της ζωής τους] και είναι γεμάτος αρρώστιες; Όποιος μπορεί να αρκείται στα όσπρια και να είναι υγιής, ας μη ζητάει τίποτε παραπάνω, ενώ ο πιο αδύναμος που έχει ανάγκη από χορταρικά, ας τρώει. Αν είναι κανένας ακόμη πιο αδύναμος, και έχει ανάγκη από μια μέτρια ποσότητα κρεάτων, δεν θα τον εμποδίσουμε και αυτόν. Γιατί δεν δίνουμε αυτές τις συμβουλές για να εξοντώσουμε και να καταστρέψουμε τους ανθρώπους, αλλά για να περιορίσουμε τα περιττά. Και είναι περιττό, ό,τι είναι περισσότερο από το απαραίτητο. Όταν μπορούμε να ζούμε υγιεινά και με αξιοπρέπεια με κάποια αγαθά, είναι περιττό, ό,τι προστεθεί σε αυτά.

     Το ίδιο πρέπει να σκεπτόμαστε και για τα ρούχα και για το φαγητό και για την κατοικία και για όλα τα άλλα, και να ζητούμε πάντοτε τα απαραίτητα. Γιατί το περιττό δεν είναι ωφέλιμο. Όταν μελετήσεις την αυτάρκεια, τότε αν θελήσεις να μιμηθείς τη χήρα που έδωσε το μοναδικό της δίλεπτο στο κουτί για τους φτωχούς, θα σε ανεβάσουμε πιο ψηλά από τα υλικά αγαθά· γιατί δεν θα αποχτήσεις ποτέ τη φιλοσοφικότητα της γυναίκας αυτής, όσο θα φροντίζεις για την αυτάρκεια· γιατί η χήρα ανέβηκε ψηλότερα από την αυτάρκεια, αφού πρόσφερε όλα όσα ήταν απαραίτητα να τη διαθρέψουν. Θα έχεις λοιπόν ακόμη δισταγμούς για τα απαραίτητα και δεν θα ντρέπεσαι να είσαι κατώτερος από μια γυναίκα, αφού όχι μόνο δεν φροντίζεις να τη μιμηθείς, αλλά έχεις και τεράστια διαφορά από αυτή; Γιατί εκείνη δεν είπε αυτά που λέτε εσείς, δηλαδή «τι θα γίνω αν μοιράσω τα πάντα και αναγκαστώ να ζητώ από άλλους», αλλά με γενναιοδωρία έδωσε όλα τα υπάρχοντά της. Και τι θα μπορούσε να πει επίσης κανείς για εκείνη τη γυναίκα της Παλαιάς Διαθήκης, τη χήρα στην πόλη Σαρεπτά της Σιδωνίας, που έζησε την εποχή του προφήτη Ηλία; Εκείνη κινδύνευε όχι μόνο να γίνει φτωχή, αλλά και να πεθάνει και να χαθεί όχι μόνο η ίδια, αλλά και τα παιδιά της. Γιατί δεν περίμενε να της δώσει κανένας αλλά θα πέθαινε αμέσως. Είδε όμως τον προφήτη, λέγει η Γραφή, και αμέσως έγινε γενναιόδωρη[βλ. Γ΄Βασ. 17,8-16]. Εσείς δεν βλέπετε χιλιάδες αγίους; Και τι λέγω, αγίους; Βλέπετε να σας παρακαλεί ο Κύριος των προφητών και, παρόλα αυτά, δεν αποφασίζετε να γίνετε φιλάνθρωποι· και ενώ έχετε αποθήκες που ξεχειλίζουν η μία μέσα στην άλλη, όμως δε δίνετε ούτε από το περίσσευμά σας.

     Τι λες; Ότι είχε μπροστά της η χήρα αυτή έναν προφήτη και αυτό την έπεισε να γίνει τόσο μεγαλόψυχη; Αυτό ακριβώς είναι πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή πείστηκε ότι αυτός είναι μεγάλος και θαυμαστός. Γιατί, πώς δε σκέφτηκε όσα είναι φυσικό να σκεφτεί γυναίκα αλλόφυλη και απολίτιστη, ότι: «αν ήταν προφήτης, δεν θα είχε την ανάγκη μου; Αν ήταν φίλος του Θεού, δεν θα τον παρέβλεπε Εκείνος. Έστω ότι οι Ιουδαίοι τιμωρούνται για τις αμαρτίες τους, αυτός όμως από πού και γιατί;». Δεν σκέφτηκε όμως τίποτα από αυτά, αλλά του άνοιξε το σπίτι της, και πριν από το σπίτι την καρδιά της, και έβαλε στη μέση ό,τι είχε και, νικώντας τη φύση και αδιαφορώντας για τα παιδιά της, προτίμησε από όλα τον προφήτη. Σκέψου λοιπόν πόσο μεγάλη θα είναι η τιμωρία μας, όταν αντέχουμε λιγότερο και έχουμε λιγότερη δύναμη από γυναίκα χήρα, πτωχή, αλλόφυλη, απολίτιστη μητέρα παιδιών, που δεν ήξερε τίποτε από όσα ξέρουμε εμείς. Γιατί δεν είμαστε καθόλου γενναίοι, αν έχουμε το σώμα μας δυνατό· καθόσον γενναίος είναι μόνο εκείνος που έχει δύναμη ψυχική, έστω και αν είναι κατάκοιτος στο κρεβάτι. Χωρίς τη δύναμη αυτή, δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό είναι δυνατότερος από ένα μικρό κοριτσάκι και μία ταλαίπωρη γριούλα ακόμη και αν μετακινεί όρος με τη σωματική του δύναμη. Αυτός αντιπαλεύει με άυλα κακά, ενώ ο άλλος δεν μπορεί ούτε να τα αντικρύσει.

    Και για να μάθεις ότι αυτό είναι το κριτήριο της γενναιότητας, βγάλε το συμπέρασμα από αυτό το ίδιο το παράδειγμα. Τι θα μπορούσε να υπάρξει ανδρειότερο από αυτό το ίδιο το παράδειγμα; Τι θα μπορούσε να υπάρξει ανδρειότερο από αυτή τη γυναίκα που στάθηκε γενναία και αναδείχτηκε πιο δυνατή από όλους απέναντι και στη δύναμη της ανθρώπινης φύσης, και στον εξαναγκασμό της πείνας και στην απειλή του θανάτου; Άκουσε λοιπόν πώς την προβάλλει ο Χριστός· γιατί λέγει: «Ἐπ᾿ ἀληθείας δὲ λέγω ὑμῖν πολλαὶ χῆραι ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις Ἠλιοὺ ἐν τῷ Ἰσραήλ, ὅτε ἐκλείσθη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ ἔτη τρία καὶ μῆνας ἕξ, ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ πρὸς οὐδεμίαν αὐτῶν ἐπέμφθη Ἠλίας εἰ μὴ εἰς Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας πρὸς γυναῖκα χήραν(:Σας λέω επίσης αληθινά ότι πολλές χήρες υπήρχαν την εποχή του Ηλία στο ισραηλιτικό έθνος, όταν κλείστηκε ο ουρανός και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και έξι μήνες, και είχε πέσει τότε μεγάλη πείνα σε όλη τη γη της Παλαιστίνης˙ ο Θεός όμως σε καμία απ’ αυτές τις γυναίκες των Ιουδαίων δεν έστειλε τον Ηλία παρά μόνο στα Σάρεπτα της Σιδωνίας σε μια γυναίκα χήρα, ξένη και άγνωστη σε αυτόν)» [Λουκά 4,25].

    Να πω κάτι μεγάλο και καταπληκτικό; Αυτή έκαμε στον τομέα της φιλοξενίας κάτι περισσότερο από τον Αβραάμ· γιατί δεν έτρεξε σε αγέλη όπως εκείνος, αλλά με την μικρή παλάμη της ξεπέρασε όλους τους ξακουστούς για τη φιλοξενία τους. Εκείνος έβγαινε νικητής, γιατί έταξε σκοπό του αυτό, ενώ εκείνη βγήκε νικήτρια, γιατί δεν λυπήθηκε ούτε τα παιδιά της για να περιποιηθεί τον ξένο και μάλιστα χωρίς να προσδοκά ουράνια αγαθά. Εμείς αντίθετα, αν και έχουμε μπροστά μας τη βασιλεία των ουρανών, αν και κινδυνεύουμε να πάμε στην κόλαση, και το σπουδαιότερο, αν και ο Θεός έκαμε τόσα πολλά για τη σωτηρία μας και ευφραίνεται και χαίρεται γι’ αυτή, βρισκόμαστε σε αδράνεια.

    Μη, παρακαλώ. Ας μοιράσουμε απλόχερα, ας δώσουμε στους φτωχούς όσα πρέπει να τους δώσουμε· γιατί ο Θεός δεν κρίνει μικρή ή μεγάλη τη συνεισφορά στους φτωχούς, με κριτήριο την ποσότητά της, αλλά με κριτήριο την περιουσία του δωρητή. Πολλές φορές δηλαδή εσύ, που πρόσφερες εκατοντάδες κιλά χρυσού, πρόσφερες λιγότερα από κάποιον που πρόσφερε έναν οβολό, αφού εσύ πρόσφερες από το περίσσευμά σου. Πλην όμως έστω και έτσι δίνε και γρήγορα θα δώσεις περισσότερα.

    Σκόρπισε χρήματα, για να απολαύσεις φιλανθρωπία· γιατί αυτή δεν θέλει να συνυπάρχει με τα χρήματα. Συνυπάρχει με την προσφορά τους, όχι με την παρουσία τους. Δεν είναι δυνατόν να συγκατοικούν η φιλοχρηματία και η φιλανθρωπία. Οι σκηνές τους είναι χωριστές. Μην αγωνίζεσαι λοιπόν να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα. Διώξε τη βασανιστική φιλαργυρία, αν θέλεις να κερδίσεις τη βασίλισσα· γιατί η φιλανθρωπία είναι η βασίλισσα, που από δούλους μάς μεταβάλλει σε ελεύθερους. Το αντίθετο κάνει η άλλη.  Γι’ αυτό ας φροντίσουμε με πολλή προθυμία να αποφύγουμε τη μια και να καλοδεχόμαστε την άλλη, για να κερδίσουμε εδώ στη γη την ελευθερία μας και αργότερα τη βασιλεία των ουρανών, την οποία εύχομαι να κερδίσουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

                                    ΟΜΙΛΙΑ Κ΄

       «Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν(:Και ο Θεός, ο οποίος παρέχει σε αφθονία σπόρο στον γεωργό που σπέρνει, και ψωμί για τροφή όλων μας, είθε να χορηγήσει, να ευλογήσει και να πληθύνει τη σπορά των χωραφιών σας και τα άλλα υλικά αγαθά σας και να αυξήσει έτσι τους καρπούς της αγάπης, της καλοσύνης και της αγαθοεργίας σας προς τους άλλους)»[Β΄Κορ.9,10].

    Προπάντων απ’ αυτό θα μπορούσε να θαυμάσει κανείς τη σύνεση του Παύλου, επειδή αφού προέτρεψε με τα πνευματικά και με τα υλικά αγαθά, κάνει το ίδιο και με την ανταπόδοση, μιλώντας για την αμοιβή της καθεμιάς. Η φράση δηλαδή «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν. ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα(:Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η φιλανθρωπία του μένει αιώνια)» αναφέρεται στην πνευματική αμοιβή.  Αντίστοιχα, η φράση: «Πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν (:Είθε να πληθύνει τον σπόρο σας)» δείχνει την υλική ανταπόδοση. Δεν σταματάει όμως εδώ, αλλά ξαναγυρίζει στα πνευματικά και το παραλληλίζει συνέχεια· γιατί η φράση: «Αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν (:Ας αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας)» είναι η πνευματική αμοιβή. Κάνοντας αυτά, διανθίζει τον λόγο, ξεριζώνει τη δειλή και ανόητη εκείνη σκέψη και διαλύει με πολλούς τρόπους τον φόβο της φτώχειας και μάλιστα και με παράδειγμα τωρινό. Γιατί, αφού ο Θεός δίνει σε εκείνους που σπέρνουν τη γη, αφού παρέχει άφθονα εκείνα που τρέφουν το σώμα, πολύ περισσότερα δίνει σε εκείνους που καλλιεργούν τον ουρανό, σε εκείνους που μεριμνούν για την ψυχή· γιατί γι’ αυτά θέλει να φροντίζουμε περισσότερο. Αυτό δεν το εκφράζει ούτε με συλλογισμό, ούτε με τον τρόπο που το είπα εγώ, αλλά με μορφή ευχής και έτσι γίνεται φανερός ο συλλογισμός και τους κάνει να ελπίζουν περισσότερο όχι μόνο με όσα διαπιστώνει ότι γίνονται, αλλά και με όσα εύχεται. «Είθε να χορηγήσει», λέει, «και να πληθύνει το σπόρο σας και να αυξήσει τους καρπούς της φιλανθρωπίας σας».

     Και εδώ υπονοεί πάλι την πλούσια αμοιβή, επειδή το «είθε να πληθύνει και να αυξήσει», αυτό το νόημα έχει. Συγχρόνως όμως δεν επιτρέπει να επιζητούμε τίποτα περισσότερο από τα αναγκαία· γιατί αυτό σημαίνει η φράση «ψωμί για τροφή». Και ασφαλώς πρέπει κανείς να τον θαυμάσει και γι’ αυτό, που το ανέπτυξε και προηγουμένως: ότι δηλαδή στα απαραίτητα δεν επιτρέπει να προστεθεί τίποτα περισσότερο από τα αναγκαία, ενώ τα πνευματικά συμβουλεύει να τα έχουμε με πολλή περίσσεια.  Γι’ αυτό είπε και παραπάνω: «ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν (:για να έχετε αυτάρκεια και να δίνετε απλόχερα για κάθε καλό έργο)». Ενώ εδώ λέγει: «Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν (:Εκείνος που χορηγεί άρτο για να τρώμε, ας χορηγήσει και ας πληθύνει τον σπόρο σας)», δηλαδή τον πνευματικό. Και δεν ζητάει απλώς ελεημοσύνη, αλλά απλόχερη ελεημοσύνη. Γι’ αυτό την ονομάζει συνεχώς «σπόρο». Επειδή όπως ο σπόρος που πέφτει στη γη κάνει καταπράσινα τα χωράφια, έτσι και η ελεημοσύνη παράγει πολλούς καρπούς φιλανθρωπίας και δημιουργεί αξιοθαύμαστα επακόλουθα.

     Και αφού ευχήθηκε τόσο μεγάλη αφθονία, δείχνει πού πρέπει να την ξοδέψουν, λέγοντας: «Ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ (: Ώστε να γίνεστε πλούσιοι σε καθετί, σε κάθε είδος γενναιοδωρίας, για την οποία θα αναπέμπουν ευχαριστίες στον Θεό αυτοί που θα πάρουν από εμάς τους Αποστόλους τις συνεισφορές σας που θα τους μεταφέρουμε)»[Β΄Κορ.9,11]. Όχι για να ξοδεύετε εκεί που δεν πρέπει, αλλά εκεί που είναι ευχάριστο για τον Θεό· γιατί ο Θεός μας επιτρέπει να έχουμε εξουσία σε μεγάλα πράγματα. Κράτησε τα μικρότερα για τον εαυτό Του και έδωσε σε εμάς τα μεγαλύτερα. Εκείνος δηλαδή έχει εξουσία στην υλική τροφή, ενώ για την νοητή άφησε την εξουσία σε εμάς· γιατί εμείς έχουμε την εξουσία να δείξουμε πράσινα τα χωράφια της ψυχής μας, επειδή δεν έχουν ανάγκη ούτε από βροχές ούτε από κατάλληλες καιρικές συνθήκες, αλλά μόνο από ηθική βούληση, που μπορεί να ανεβεί ακόμη και στον ουρανό. Την απλοχεριά την ονομάζει εδώ «ἁπλότητα» , που παράγει με τα ανθρώπινα έργα ευχαριστία στον Θεό. Επομένως, η ενέργεια αυτή δεν είναι μόνο ελεημοσύνη, αλλά και αιτία πολλής ευχαριστίας, ή καλύτερα όχι μόνο ευχαριστίας, αλλά και πολλών άλλων.

     Συνεχίζοντας την επιστολή το αναφέρει για να δείξει ότι είναι πολλά τα ευεργετικά αποτελέσματα κα να τους κάνει με αυτόν τον τρόπο πιο πρόθυμους. Ποια είναι λοιπόν αυτά τα πολλά; Άκουσε που τα λέγει: «Ὃτι ἡ διακονία τῆς λειτουργίας ταύτης οὐ μόνον ἐστὶ προσαναπληροῦσα τὰ ὑστερήματα τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ περισσεύουσα διὰ πολλῶν εὐχαριστιῶν τῷ Θεῷ  διὰ τῆς δοκιμῆς τῆς διακονίας ταύτης δοξάζοντες τὸν Θεὸν ἐπὶ τῇ ὑποταγῇ τῆς ὁμολογίας ὑμῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας, καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν, ἐπιποθούντων ὑμᾶς διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐφ᾿ ὑμῖν(:Διότι η διακονία αυτής της φιλάνθρωπης, ευεργετικής και ιερής αυτής υπηρεσίας όχι μόνο φτάνει με το παραπάνω για τις ανάγκες των Χριστιανών, αλλά και δημιουργεί πληθώρα ευχαριστιών προς τον Θεό). Κι αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί που ευεργετούνται από σας, με τη διακονία αυτή της ελεημοσύνης σας αποκτούν πείρα για το ποιοι είστε και δοξάζουν τον Θεό για την υποταγή σας στην ομολογία της πίστεως στο Ευαγγέλιο του Χριστού και για τη γενναιοδωρία που δείχνετε με τη συμμετοχή σας στις ανάγκες τόσο τις δικές τους όσο και γενικότερα όλων των Χριστιανών. Κι αυτοί προσεύχονται και δέονται για σας στον Θεό, καθώς ποθούν πολύ να σας δουν, εξαιτίας της υπέρμετρης χάρης που σας έδωσε ο Θεός)»[ Β΄Κορ. 9,12-14].Και ιδού τι εννοεί: «Πρώτα πρώτα όχι μόνο ικανοποιείτε τις ανάγκες των αγίων[:των Χριστιανών], αλλά τις ικανοποιείτε πλουσιοπάροχα, τους προσφέρετε δηλαδή περισσότερα από όσα χρειάζονται. Έπειτα προσφέρετε ύμνο στο Θεό, αφού Τον υμνούν για την υποταγή σας στην ομολογία του Ευαγγελίου».

    Και για να μην τους παρουσιάσει ότι ευχαριστούν μόνο γι’ αυτό, επειδή δηλαδή έλαβαν την ελεημοσύνη, κοίταξε πώς τους εξυψώνει. Εκείνο που είπε ο ίδιος στους Φιλιππησίους «δεν επιδιώκω να μου δώσετε», το ίδιο υποστηρίζει ότι ισχύει και γι΄αυτούς. «Χαίρονται βέβαια που ικανοποιείτε τις ανάγκες τους και ανακουφίζετε τη φτώχεια τους, πολύ περισσότερο όμως χαίρονται γιατί πιστέψατε και εκτελείτε τις εντολές του Ευαγγελίου. Απόδειξη είναι ότι προσφέρετε με τόση απλοχεριά. Έτσι προστάζει το Ευαγγέλιο». «Καὶ ἁπλότητι τῆς κοινωνίας εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας(:Και για την γενναιοδωρία που δείχνετε με τη συμμετοχή σας στις ανάγκες τόσο τις δικές τους όσο και γενικότερα όλων των Χριστιανών)». «Δοξάζουν», λέει, «τον Θεό, γιατί είστε τόσο γενναιόδωροι όχι μόνο σε εκείνους, αλλά σε όλους». Και είναι επαινετικό γι΄αυτούς, το ότι ευχαριστούν και για την ελεημοσύνη προς άλλους. «Δεν ευχαριστούν», λέει, «μόνο για όσα πήραν οι ίδιοι, αλλά και για όσα πήραν οι άλλοι». Αν και βρίσκονται σε μεγάλη φτώχεια, πράγμα που δείχνει ότι είναι πολύ ενάρετοι· γιατί δεν υπάρχει οι φτωχοί ζηλεύουν όσο κανένας άλλος. Εκείνους όμως δεν τους έπιασε αυτό το πάθος, και τόσο απέχουν να θλίβονται για όσα δίνετε σε άλλους, ώστε χαίρουν όχι λιγότερο από όσο χαίρονται για όσα παίρνουν οι ίδιοι. «Καὶ αὐτῶν δεήσει ὑπὲρ ὑμῶν(:Και αυτοί προσεύχονται και δέονται για εσάς στον Θεό)»· «για την ελεημοσύνη ευχαριστούν», λέγει ο Παύλος, «τον Θεό. Για την δική σας αγάπη και την δική σας συμβολή Τον παρακαλούν να αξιωθούν να σας δουν. Αυτό το ποθούν πολύ όχι για τα χρήματα, αλλά για να δουν με  τα μάτια τους τη χάρη που σας έδωσε ο Θεός».

    Είδες τη σύνεση του Παύλου, πώς τους εξύψωσε και έπειτα απέδωσε την εξύψωση στο Θεό και τη χαρακτήρισε «χάρη από τον Θεό»;  Επειδή δηλαδή είπε μεγάλους επαίνους γι΄αυτούς, και τους είπε λειτουργούς και τους ανέβασε ψηλά-σαν να τελούσαν εκείνοι ιεροτελεστία και εκείνος να τους υπηρετούσε- και τους αποκάλεσε εκλεκτούς, δείχνει ότι αίτιος όλων αυτών είναι ο Θεός, και απευθύνει πάλι μαζί τους ευχαριστίες στο Θεό λέγοντας: «Χάρις δὲ τῷ Θεῷ ἐπὶ τῇ ἀνεκδιηγήτῳ αὐτοῦ δωρεᾷ(:Ας ευχαριστούμε λοιπόν τον Θεό για τη δωρεά Του, το μέγεθος της οποίας δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια)». Λέγοντας «δωρεά» εννοεί εδώ και τα πολλά αγαθά που αποκτούν με την ελεημοσύνη και όσοι την δίνουν και όσοι την παίρνουν. Ή εννοεί τα μυστηριακά αγαθά, που πρόσφερε με πολλή προθυμία σε όλη την οικουμένη με την ενσάρκωσή Του, πράγμα που είναι και το πιο πιθανό· γιατί, για να τους συγκρατήσει και για να τους κάνει πιο πρόθυμους, τους θυμίζει τι τους χάρισε ο Θεός· γιατί η υπενθύμιση αυτή προτρέπει άριστα σε κάθε αρετή.  Γι’ αυτό και ολοκλήρωσε στο σημείο αυτό το μέρος αυτό της επιστολής. Και αφού είναι απερίγραπτη η δωρεά, τι θα μπορούσε να αντισταθμίσει την ανοησία εκείνων που περιεργάζονται την ουσία του Θεού; Και δεν είναι απερίγραπτη μόνο η δωρεά Του, αλλά και η ειρήνη, με την οποία συμφιλίωσε τον ουρανό με τη γη και δε χωρεί σε ανθρώπινο νου.

     Αφού λοιπόν μας ευεργέτησε τόσο, ας φροντίσουμε να δείξουμε στη ζωή μας αντάξια αρετή και να δίνουμε μεγάλη σημασία στην ελεημοσύνη. Και θα δίνουμε σημασία, αν αποφεύγουμε τις καταχρήσεις, τη μέθη, τη λαιμαργία· γιατί ο Θεός μας έδωσε και τα φαγητά και τα πιοτά όχι για καταχρήσεις, αλλά για να τρεφόμαστε. Το μεθύσι δεν το φέρνει το κρασί. Αν το έφερνε, θα μεθούσαν όλοι. Θα έλεγε όμως κάποιος: «Δεν θα έπρεπε να προκαλεί μεθύσι το πολύ κρασί». Αυτές είναι προφάσεις των μέθυσων. Γιατί, αφού τώρα που βλάπτει το πολύ δεν αποφεύγεις την κατάχρηση , αφού είναι τόσο εξευτελιστική και επιζήμια και παρόλα αυτά δε νικάς αυτήν την άθλια επιθυμία, πώς θα σταματούσες την κατάχρηση αν ήταν δυνατό να πίνεις πολύ και να μην παθαίνεις τίποτα; Άραγε δεν θα επιθυμούσες να γίνουν και τα ποτάμια κρασί; Δεν θα κατέστρεφες και δε θα εξαφάνιζες τα πάντα; Αφού υπάρχει μέτρο τροφής που, αν το ξεπεράσουμε, βλαπτόμαστε, και παρόλα αυτά δεν ανέχεσαι το χαλινό, αλλά τον σπάζεις και τρως τα πάντα, για να υπηρετήσεις την άθλια εξουσία της λαιμαργίας, τι δεν θα έκανες, αν εξαφανιζόταν αυτό το μέτρο της φύσεως; Δεν θα θυσίαζες όλο σου τον καιρό γι’ αυτό; Έπρεπε λοιπόν να κάνεις τόσο δυνατή αυτή την παράλογη επιθυμία και να μην εξουδετερώσεις τις βλάβες της κατάχρησης;

     Και πόσες άλλες βλάβες δε γεννήθηκαν από αυτή; Πόσο ανόητοι είναι εκείνοι  που, ενώ κυλιούνται στο μεθύσι και στις άλλες ασωτίες σαν να κυλιούνται στη λάσπη, όταν συνέλθουν λίγο, δεν κάνουν τίποτα άλλο, αλλά, αντί να επικρίνουν τα σφάλματά τους, αναρωτιούνται γιατί το πιοτό οδηγεί σε αυτό το κατάντημα. Αντί να λες λοιπόν: «Γιατί έθεσε όρια ο Θεός, γιατί δεν γίνονται όλα χωρίς μέτρο;» πες: «Γιατί δεν σταματάμε να μεθάμε; Γιατί δεν σταματάμε τις καταχρήσεις; Γιατί είμαστε πιο ανόητοι και από τα άλογα ζώα;». Αυτά έπρεπε να συζητάμε μεταξύ μας και να ακούμε την αποστολική φωνή και να γνωρίζουμε πόσες ευεργεσίες της ελεημοσύνης δείχνουν αυτά τα κακά και να εκμεταλλευόμαστε αυτόν τον θησαυρό. Γιατί, όπως είπε ο Παύλος, αυτό μας κάνει ικανούς να περιφρονούμε τα χρήματα και συμβάλλει στη δόξα του Θεού και θερμαίνει την αγάπη και μας κάνει μεγαλόψυχους και μας οδηγεί στο λειτούργημα του ιερέα, που προσφέρει μεγάλη ανταμοιβή. Γιατί ο ελεήμονας δεν φοράει μακρύ ένδυμα, δεν περιφέρεται φορτωμένος με στολίδια, δεν στολίζει το κεφάλι του με στεφάνι, αλλά φοράει τη στολή της φιλανθρωπίας, που είναι πιο αγνή από τη στολή του ιερέα, αλείφεται με λάδι που δεν αποτελείται από αισθητά υλικά, αλλά από αγαθοποιό Πνεύμα, και το στεφάνι του είναι δημιούργημα της φιλανθρωπίας του.

     «Σε στεφανώνει ο Θεός», λέει ο Ψαλμωδός, «με το πλήθος του ελέους και των οικτιρμών Του»[Ψαλμ.102,4: «Τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς»].Και αντί να φοράει στεφάνι με τη λέξη Θεός, γίνεται ο ελεήμονας ίσος με τον Θεό. Πώς όμως; «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους(:Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να εύχεστε στον Θεό το καλό γι’ αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεσθε για χάρη εκείνων που σας μεταχειρίζονται υβριστικά και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν άδικα, ακόμη κι όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται για τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις. Για να μοιάσετε έτσι και να γίνετε παιδιά του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς· διότι και Αυτός τον ήλιο, που είναι δικός Του, τον ανατέλλει χωρίς διακρίσεις σε πονηρούς και καλούς, και βρέχει τη βροχή Του σε δικαίους και αδίκους)» [Ματθ.5,45], λέγει.

    Θέλεις να δεις και το θυσιαστήριο του ελεήμονος ανθρώπου; Δεν το έκτισε ο Βεσελεήλ[: σύγχρονος του Μωυσή· ο Θεός τον επέλεξε για να κατευθύνει το έργο της κατασκευής της Σκηνής και των εξαρτημάτων της, της Κιβωτού και του χάλκινου θυσιαστηρίου, όπως επίσης και τα ενδύματα του Αρχιερέα και των ιερέων], ούτε κανένας άλλος, αλλά ο ίδιος ο Θεός, όχι με πέτρες, αλλά με ύλη λαμπρότερη από τον ουρανό, με ψυχές λογικές. Στα άγια των αγίων μπαίνει ο ιερέας. Μπορείς, κάνοντας τη θυσία αυτή, να μπεις στο ιερότερο χώρο όπου δεν υπάρχει κανένας παρά μόνο ο Πατέρας σου, εκείνος που σε βλέπει κρυφά, εκεί που δεν σε βλέπει κανένας άλλος. «Μα πώς είναι δυνατό», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «να μη σε βλέπει κανένας, αφού το θυσιαστήριο βρίσκεται σε δημόσιο χώρο;». Το αξιοθαύμαστο είναι αυτό, ότι τότε έκρυβαν τη θέα των ιερών σκευών οι θύρες και το παραπέτασμα, τώρα είναι δυνατό να θυσιάζεις δημόσια, όπως στα άγια των αγίων, και να είναι η θυσία αυτή πιο μυστηριακή. Γιατί, όταν δεν κάνεις κάτι για επίδειξη, και αν ακόμη σε βλέπει όλη η οικουμένη, δε σε βλέπει κανένας, επειδή εσύ δεν το έκανες για να σε δουν.  Γι’ αυτό δεν είπε απλώς «μην ελεείτε μπροστά στους ανθρώπους», αλλά πρόσθεσε «για να σας δουν και να σας θαυμάσουν και να σας επαινέσουν»[βλ. Ματθ.6,1: «Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς»]. Αυτό το θυσιαστήριο αποτελείται από τα ίδια τα μέλη του Χριστού και το σώμα του Κυρίου γίνεται θυσιαστήριό σου. Σεβάσου το. Στο ανθρώπινο σώμα θυσιάζεις το ιερό σώμα του Κυρίου. Αυτό το θυσιαστήριο είναι πιο φρικτό ακόμη και από το τωρινό, όχι μόνο από το προχριστιανικό.

    Αλλά μην ξαφνιαστείτε. Το τωρινό θυσιαστήριο είναι θαυμαστό εξαιτίας της Θυσίας που γίνεται επάνω του. Το θυσιαστήριο του ελεήμονα δεν είναι θαυμαστό γι’ αυτό μόνο, αλλά και γιατί αποτελείται από την ίδια τη θυσία αυτή. Είναι επίσης θαυμαστό το πρώτο, γιατί είναι κτισμένο με πέτρες, αλλά γίνεται άγιο, γιατί δέχεται το σώμα του Χριστού. Το δεύτερο όμως είναι το ίδιο το σώμα του Χριστού. Ώστε πιο μυστηριακό είναι αυτό, όπου είσαι παρών εσύ ο λαϊκός.

     Επομένως πώς σου φαίνεται ο Ααρών σε σύγκριση με αυτά; Πώς το στεφάνι; Πώς οι καμπάνες και τα άγια των αγίων; Τι χρειάζεται λοιπόν να κάνουμε σύγκριση με το παλιό θυσιαστήριο, αφού αποδείχθηκε τόσο λαμπρό και κατά τη σύγκρισή του με το τωρινό; Εσύ σέβεσαι το τωρινό θυσιαστήριο, γιατί δέχεται το σώμα του Χριστού, αλλά συμπεριφέρεσαι περιφρονητικά σε Αυτόν που είναι το ίδιο το σώμα του Χριστού και τον βλέπεις με αδιαφορία να χάνεται. Αυτό το θυσιαστήριο μπορείς να το δεις στημένο παντού, και σε στενούς δρόμους και σε αγορές, και να γίνονται θυσίες πάνω σε αυτό κάθε ώρα. Γιατί και σε αυτό γίνεται θυσία. Και όπως στέκεται ο ιερέας και επικαλείται το άγιο Πνεύμα, έτσι και εσύ επικαλείσαι το άγιο Πνεύμα, όχι όμως με τη φωνή σου, αλλά με τις πράξεις σου· γιατί τίποτα δεν διατηρεί και δεν ανάβει περισσότερο τη φωτιά του Πνεύματος, όσο αυτό το λάδι, αν χύνεται άφθονο.

    Και αν θέλεις να  δεις τι γίνονται οι προσφορές σου, έλα να σου το δείξω και αυτό. Πού είναι λοιπόν ο καπνός; Ποια είναι η μυρωδιά αυτού του θυσιαστηρίου; Η δόξα και η ευχαριστία. Και ως πού φθάνει; Άραγε ως τον ουρανό; Όχι. Ξεπερνά ακόμη και τον ουρανό και τον ουρανό του ουρανού και φθάνει μπροστά στον ίδιο το θρόνο του Θεού. «Αἱ προσευχαί σου καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου (:Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου)», λέγει, «ἀνέβησαν εἰς μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ (:ανέβηκαν στον ουρανό ως προσφορά ευπρόσδεκτη στον Θεό και ως μια ενθύμηση για να μην σε ξεχνά ποτέ)»[Πράξ.10,4].

     Η μυρωδιά των αισθήσεών μας δεν διασχίζει ούτε ένα μεγάλο μέρος του αέρα. Η μυρωδιά αυτή ανοίγει τις ίδιες τις πύλες των ουρανών. Εσύ δεν λες σε κανένα τίποτα. Η πράξη σου όμως φωνάζει και γίνεται θυσία δοξολογίας του Θεού, όχι θυσία σφαγμένου μοσχαριού ούτε καμένου δέρματος, αλλά πνευματικής ψυχής, που προσφέρει τα δικά της. Γιατί η θυσία αυτή είναι ανώτερη από κάθε φιλανθρωπία. Όταν δεις τέτοιο φτωχό, όχι μόνο δεν πρέπει να τον περιφρονήσεις, αλλά πρέπει και να τον σεβαστείς. Και αν δεις άλλον να τον περιφρονεί, εμπόδισέ τον, βοήθησε· γιατί έτσι θα μπορέσεις να έχεις και εσύ ο ίδιος τον Θεό βοηθό και να κερδίσεις τα αγαθά του άλλου κόσμου, τα οποία εύχομαι να τα κερδίσουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

        ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

       επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ii-ad-corinthios.pdf
  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Β΄Προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλίες ΙΘ΄και Κ΄[επιλεγμένα αποσπάσματα], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 19, σελίδες 503-531.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
  • Liddell & Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007),

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα

6 Και πρέπει να γνωρίζετε αυτό, ότι εκείνος που σπέρνει με τσιγκουνιά, με τσιγκουνιά και θα θερίσει. Κι εκείνος που σπέρνει άφθονα, άφθονα και θα θερίσει. 7 Ο καθένας ας δίνει ελεύθερα ό,τι έχει διάθεση η καρδιά του, χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται˙ διότι ο Θεός αγαπά εκείνον που δίνει με προθυμία και χαρούμενο πρόσωπο. 8 Και ο Θεός έχει τη δύναμη να σας δώσει υπεράφθονη κάθε χάρη: και τη χάρη δηλαδή της προθυμίας να εισφέρετε γενναία, και τη χάρη των υλικών αγαθών, ώστε να είστε πάντοτε σε όλα τελείως αυτάρκεις κι έτσι να κάνετε με το παραπάνω κάθε καλό έργο. 9 Κι έτσι να γίνει και με σας εκείνο που λέει η Αγία Γραφή: «Μοίρασε άφθονα, έδωσε στους φτωχούς˙ και η αρετή του από τις αγαθοεργίες του μένει για πάντα».
10 Και ο Θεός που χορηγεί άφθονο σπόρο σε εκείνον που σπέρνει, και άρτο για να τρώμε, ας χορηγήσει κι ας πληθύνει τα υλικά αγαθά σας κι ας αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας, 11 ώστε να γίνεστε πλούσιοι σε καθετί, σε κάθε είδος γενναιοδωρίας, για την οποία θα αναπέμπουν ευχαριστίες στον Θεό αυτοί που θα πάρουν από εμάς τους Αποστόλους τις συνεισφορές σας που θα τους μεταφέρουμε. 12Διότι η διακονία της φιλάνθρωπης, ευεργετικής και ιερής αυτής υπηρεσίας όχι μόνο φθάνει με το παραπάνω για τις ανάγκες των Χριστιανών, αλλά και δημιουργεί πληθώρα ευχαριστιών προς τον Θεό. 13 Κι αυτό συμβαίνει, επειδή αυτοί που ευεργετούνται από σας, με τη διακονία αυτή της ελεημοσύνης σας, αποκτούν πείρα για το ποιοι είστε, και δοξάζουν τον Θεό για την υποταγή στην ομολογία της πίστεώς σας στο Ευαγγέλιο του Χριστού και για τη γενναιοδωρία που δείχνετε με τη συμμετοχή σας στις ανάγκες, τόσο τις δικές τους, όσο και γενικότερα όλων των Χριστιανών. 14 Και αυτοί με προσευχή και δέηση προς τον Θεό σας ποθούν πολύ, εξαιτίας της υπερβολικής χάρης που σας έδωσε ο Θεός. 15 Ας ευχαριστούμε λοιπόν τον Θεό για τη δωρεά Του, το μέγεθος της οποίας δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια.

https://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=128338