Νηστεία
9 δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. 10 ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 11 ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 12 καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 13 βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 14 Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ’ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· 15 ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 16 παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.
Ερμηνευτική απόδοσις Π. Ν. Τρεμπέλα
9 Κάθε ἄλλο ὅμως παρὰ βασιλείαν ἀπολαμβάνομεν ἡμείς οἱ Ἀπόστολοι. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ Θεὸς ἠμᾶς τοὺς Ἀποστόλους ἔδειξε δημοσίᾳ καὶ εἰς τὰ μάτια ὅλων τελευταίους, σὰν καταδίκους, ποὺ πρόκειται νὰ θανατωθοῦν. Διότι ἐγίναμεν θέαμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς τοὺς ἀγγέλους, καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θαυμαζόμενοι μὲν ἀπὸ τοὺς ἀγαθούς, περιφρονούμενοι δὲ καὶ χλευαζόμενοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. 10 Ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμεθα ἀπὸ τοὺς ἀπίστους βλάκες καὶ ἀνόητοι διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Σεῖς ὅμως εἶσθε φρόνιμοι κατὰ Χριστόν. Ἠμεῖς εἴμεθα ἀσθενεῖς καὶ καταδιωκόμεθα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους σεῖς ὅμως εἶσθε ἰσχυροί, διότι δὲν σᾶς εὗρε κανένας πειρασμός. Σεῖς εἶσθε ἔνδοξοι, ἠμεῖς δὲ εἴμεθα ἄτιμοι καὶ περιφρονημένοι. 11 Μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς, ποὺ σᾶς γράφω, καὶ πεινῶμεν καὶ ὑποφέρομεν ἀπὸ δίψαν εἰς τὰς περιοδείας μας καὶ δὲν ἔχομεν ἀρκετὰ ρούχα, ὅταν εἰς τὸ μέσον τῶν ταξιδίων μας καταλαμβανώμεθα ἔξαφνα ἀπὸ χειμῶνα, καὶ δεχόμεθα κτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις καὶ δὲν καταστεκόμεθα πουθενά, ἀλλὰ διαρκῶς φεύγομεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. 12 Καὶ κοπιάζομεν ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Τὴν ὥραν ποὺ οἱ ἀπιστοῦντες εἰς τὸ εὐαγγέλιον μᾶς ὑβρίζουν καὶ μᾶς περιγελοῦν, ἠμεῖς εὐχόμεθα ἀγαθὰ ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐνῶ μᾶς καταδιώκουν, δεικνύομεν ἀνοχὴν πρὸς τοὺς διώκτας μας. 13 Ἐνῶ μᾶς δυσφημοῦν καὶ μᾶς συκοφαντοῦν, ἀπαντῶμεν μὲ λόγους γλυκεῖς καὶ παρακλητικούς. Σὰν καθάρματα καὶ ἀποσαρώματα τοῦ κόσμου ἐγίναμεν, ἀποσπόγγισμα ἀκάθαρτον εἰς τὰ μάτια ὅλων ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν. 14 Δὲν θέλωμε αὐτὰ ποὺ γράφω νὰ σᾶς ντροπιάσω, ἀλλὰ σὰν παιδιά μου ἀγαπητὰ σᾶς συμβουλεύω. 15 Ναί· σᾶς συμβουλεύω μὲ πατρικὴν λαχτάραν καὶ στοργήν. Διότι, ἐὰν ἔχετε πάρα πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους κατὰ Χριστόν, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρας. Ἕνα καὶ μόνον ἔχετε πνευματικὸν πατέρα, ἐμέ. Διότι μὲ τὴν χάριν, ποὺ μοῦ ἔδωκεν ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέσις μου μὲ τὸν Χριστόν, διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου ἐγὼ σᾶς ἐγέννησα πνευματικῶς. 16 Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι πατέρας σας, σᾶς παρακαλῶ γίνεσθε μιμητοί μου.
Στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος διηγεῖται τήν θεραπεία ἑνός δαιμονιζομένου νέου, ἐπισημαίνοντας δύο κυρίως σημεῖα· τήν ἐξουσία τοῦ Κυρίου κατά τῶν δαιμόνων καί ἀκολούθως τόν διάλογό Του μέ τούς Μαθητές περί τῆς ἀπιστίας, ὡς αἰτίας γιά τήν ἀδυναμία τους νά ἐπιτελέσουν τήν θεραπεία, καί περί τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως. Ὁ Χριστός εἶχε δώσει στούς Μαθητές Του τήν ἐξουσία νά κυριαρχοῦν ἐπάνω σέ ὅλη τήν δύναμη τοῦ ἐχθροῦ (Λουκ. 10,19), νά ἐπιτελοῦν θαυμαστές θεραπεῖες μέ τήν Χάρι τοῦ Ὀνόματός Του. Καί ὅμως, σέ αὐτή τήν περίπτωση δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τόν βασανισμένο νέο, πού ταλαιπωρεῖτο ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ. Στό ἐρώτημα πού ὑπέβαλαν οἱ Μαθητές στόν Κύριο, γιά ποιόν λόγο δέν μπόρεσαν νά βγάλουν τό δαιμόνιο αὐτό, ἔλαβαν τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν».
Ἡ πίστη ὡς δύναμη θεραπευτική
Ἑπομένως, τό ἔργο τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ διώξη τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων, ἡ ἀπαλλαγή τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό σκότος τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ διαβόλου ἑδράζεται ἐπάνω στήν ἀκλόνητη πέτρα τῆς πίστεως πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅσο περισσότερο ἀληθινή, φωτεινή, ἐκκλησιαστική, δηλαδή ἀποστολική, πατερική, ὀρθόδοξη εἶναι ἡ πίστη μας τόσο πιό πολύ ἀκτινοβολεῖ ἀγάπη καί δύναμη θεϊκή, πού κάνει τά ἀδύνατα δυνατά καί μετακινεῖ ἀκόμη καί τά ὄρη τῶν παθῶν, τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαυτίας καί ἰδιοτέλειας. Ἄρα οἱ Μαθητές τοῦ Χριστοῦ εἶχαν ἀνάγκη ἀπό περισσότερη πίστη· γι’ αὐτό κάποτε μέ αὐτογνωσία Τοῦ ζήτησαν νά αὐξήσει τήν πίστη τους· «πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17,5). Ὑπ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ πίστη δέν εἶναι κάτι δεδομένο, στατικό, παρελθοντικό, ἀλλά εἶναι τό διαρκῶς ἐπιζητούμενο πού ἔχει τήν δύναμη νά μεταποιεῖ, νά μεταβάλλει τά πάντα· τήν ἐσωτερική καί ἐξωτερική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, τόν κόσμο ὁλόκληρο, καί νά θεραπεύει ὁτιδήποτε ἔχει ἀνάγκη θεραπείας, ἰάσεως, ἀποκαταστάσεως.
Οἱ διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας
Οἱ λειτουργοί τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐλεήθηκαν νά διακονοῦν στό ἅγιο Θυσιαστήριο, νά κηρύσσουν τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστάντα Χριστό, νά συμβάλλουν στήν θεραπεία τῶν ἀνθρώπων, ὀφείλουν μέ καθαρή καί ἀκατάκριτη συνείδηση, μέ λευκό τόν χιτώνα τῆς ψυχῆς τους, μέ θυσιαστικό φρόνημα καί ἀγάπη Χριστοῦ νά γίνονται μάρτυρες τῆς Ἀληθείας πού παραδίδει ἡ Ἐκκλησία ὡς καινούργιο τρόπο ζωῆς καί νά συνεχίζουν μέ συνέπεια τό ἀποστολικό ἔργο. Ὁ πατέρας τῆς περικοπῆς μας, ἐάν ζοῦσε σήμερα, θά ἐξέφραζε καί πάλι αὐτό τό παράπονο πρός τόν Χριστό· οἱ Μαθητές σου δέν μπόρεσαν νά θεραπεύσουν τό παιδί μου. Ὅμως, ὁ Κύριος, σέ κάθε ἐποχή, ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητές Του νά καλλιεργοῦν μιά δυνατή καί ζωντανή πίστη, πού νά συνδυάζεται μέ προσευχή καί νηστεία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ διάκονος τοῦ Θεοῦ ὡριμάζει πνευματικά, βιώνει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του, γίνεται ἱκανός νά βοηθήσει καί τούς ἀδελφούς του να γνωρίσουν τόν Χριστό καί νά γίνουν συνειδητά μέλη τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, τῆς κιβωτοῦ τῆς σωτηρίας. Καί αὐτό εἶναι τό μεγαλύτερο θαῦμα, ἡ πηγή καί τῶν ἄλλων θαυμάτων.
Αὐτοπαράδοση στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ
Οἱ ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, βεβαίως, δέν ἔρχονται σέ αὐτή τήν γῆ ἀπό κάποιον ἄλλο πλανήτη. Μέσα ἀπό τίς συνθῆκες τῆς οἰκογενειακῆς, μαθητικῆς, κοινωνικῆς, ἐπαγγελματικῆς ζωῆς τους πρίν ἀπό τήν χειροτονία τους, διαμορφώνουν τό ἦθος τους καί θεμελιώνουν τήν προσωπικότητά τους. Καί ἐδῶ ἔχει καθοριστική σημασία ἡ ἀγωγή πού προσφέρεται σέ νέους μέ κλίση γιά τήν Ἱερωσύνη ἀπό τούς γονεῖς, τούς πνευματικούς πατέρες, τήν ἐνορία, τόν Ἐπίσκοπο, προκειμένου νά ἀγαπήσουν ἀληθινά τόν Χριστό καί νά θεωρήσουν τήν Ἱερωσύνη ὡς θυσία, γιά νά μπορέσουν ἀργότερα ὡς Ἱερεῖς καί ποιμένες νά διακονήσουν σωστά τόν συνάνθρωπο καί τό Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας.
Βεβαίως, ὁ ἄνθρωπος μέ τίς δικές του δυνάμεις εἶναι ἀδύνατον νά φανεῖ ἀντάξιος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί νά ὑπηρετήσει μέ ἀποστολική πιστότητα τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου, ὁ λειτουργός τοῦ Θεοῦ ὀφείλει μέ βαθειά ταπεινοφροσύνη νά καταθέτει ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ τήν ἀδυναμία, τίς παραλείψεις, τίς ἁμαρτίες, τήν ὀλιγοπιστία του καί νά ζητεῖ ἀπό Ἐκεῖνον τήν ἀναπλήρωση τῶν ἐλλείψεών του. Μέ τήν προσευχή νά γεμίζει τήν ὕπαρξή του μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα· μέ τήν νηστεία νά παραδίδεται χωρίς ὅρους καί ὅρια στήν θεία Ἀγάπη.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/32-2026(3819).pdf

Πηγή: kathimerini.gr | Συντάκτης: Γιώργος Βενιέρης
Τη Δευτέρα 11 Μαΐου 1998 περίπου 900 εργαζόμενοι της Δασικής Υπηρεσίας παίρνουν «φύλλο πορείας» για το Πυροσβεστικό Σώμα. Aνθρωποι που μέχρι τότε υπηρετούσαν στα δασαρχεία, οδηγούσαν πυροσβεστικά οχήματα, επάνδρωναν πυροφυλάκια και συμμετείχαν στη μάχη με τις φλόγες καλούνται να ενταχθούν σε έναν διαφορετικό, αυστηρά ιεραρχημένο μηχανισμό, με άλλη διοικητική δομή και επιχειρησιακή κουλτούρα. Μαζί τους αλλάζουν χέρια οχήματα, μηχανήματα, εξοπλισμός και εγκαταστάσεις. Κυρίως, όμως, αλλάζει χέρια η ευθύνη για την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών. Η «Καθημερινή» της 6ης Μαΐου καταγράφει τις έντονες αντιδράσεις των δασικών υπαλλήλων. Το καλοκαίρι πλησιάζει και ένα ολόκληρο σύστημα καλείται να αλλάξει τρόπο λειτουργίας μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Οι δασολόγοι προειδοποιούν ότι η μετάβαση γίνεται βιαστικά. Υποστηρίζουν ότι η προβλεπόμενη τετράμηνη εκπαίδευση του προσωπικού θα ολοκληρωθεί πιθανότατα τον Αύγουστο, όταν η πιο επικίνδυνη περίοδος για τις πυρκαγιές θα βρίσκεται προς το τέλος της. Επιμένουν ακόμη ότι η δασοπυρόσβεση απαιτεί κάτι περισσότερο από νερό, οχήματα και ταχύτητα. Απαιτεί γνώση της βλάστησης, του αναγλύφου, των δασικών δρόμων, των ανέμων και της συμπεριφοράς της φωτιάς σε κάθε οικοσύστημα.

Χαρακτηριστικός τίτλος δημοσιεύματος της «Καθημερινής» της 6ης Μαΐου 1998 για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων.
Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, από την άλλη πλευρά, θέλει έναν ενιαίο φορέα με σαφή διοίκηση. Θεωρεί ότι το Πυροσβεστικό Σώμα διαθέτει καλύτερη οργάνωση, πειθαρχία, δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης και παρουσία σε ολόκληρη τη χώρα. Στην πραγματικότητα, η αντιπαράθεση που ξεσπά εκείνες τις ημέρες αφορά δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το κράτος αντιλαμβάνεται το δάσος και τη φωτιά, με τη συζήτηση για την ορθότητα της απόφασης να συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Εως και τότε, η Δασική Υπηρεσία ήταν αυτή που είχε την κύρια ευθύνη για την πρόληψη και την καταστολή των πυρκαγιών στις δασικές εκτάσεις. Η Πυροσβεστική συνέδραμε όταν χρειαζόταν, διαθέτοντας κυρίως εμπειρία από την αντιμετώπιση φωτιών σε πόλεις, κτίρια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η μεταφορά του 1998 ανέτρεπε αυτή την κατανομή ρόλων. Το επίμαχο νομοσχέδιο πέρασε επί της αρχής από τη Βουλή με μόλις 136 ψήφους υπέρ έναντι 120 κατά. Σύσσωμη η αντιπολίτευση το καταψήφισε, συμπεριλαμβανομένου και του ανεξάρτητου βουλευτή Μόσχου Γικόνογλου που είχε διατελέσει υφυπουργός Γεωργίας, ενώ καταγράφηκαν αρκετές απουσίες από την πλευρά του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ που τότε διέθετε 159 βουλευτές. Η τελική ψήφιση έγινε στις 12 Μαΐου και ο Νόμος 2612/1998 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25 Μαΐου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανάθεση της δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα και άλλες διατάξεις».
Η βασική του διάταξη ήταν ξεκάθαρη: η ευθύνη και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής των δασικών πυρκαγιών περνούσαν στο Πυροσβεστικό Σώμα. Ολες οι υπόλοιπες υπηρεσίες που συμμετείχαν σε μια επιχείρηση θα ενεργούσαν πλέον υπό τις οδηγίες του επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων. Στη Δασική Υπηρεσία παρέμενε τυπικά η πρόληψη. Στην Πυροσβεστική μεταφέρονταν παράλληλα και πολλές από τις δραστηριότητες που βρίσκονταν στο όριο μεταξύ πρόληψης και καταστολής, όπως οι περιπολίες, η επιτήρηση των δασών, η ενημέρωση των πολιτών, η κατανομή των δυνάμεων και η φύλαξη των καμένων περιοχών για αναζωπυρώσεις. Μαζί μεταβιβάζονταν τα επίγεια και εναέρια μέσα, τα πυροφυλάκια και το σχετικό υλικό του τότε υπουργείου Γεωργίας.
Ο νόμος προέβλεπε ταυτόχρονα την ενίσχυση της Πυροσβεστικής με 2.500 νέες οργανικές θέσεις, με ορισμένες από αυτές να προορίζονται για πτυχιούχους Δασολογίας και Δασοπονίας, ώστε να μεταφερθεί στο Σώμα μέρος της επιστημονικής γνώσης που διέθεταν οι δασικές υπηρεσίες. Αυτές οι προσλήψεις, όμως, θα πραγματοποιούνταν σταδιακά. Σε βάθος δύο ετών για τους πυροσβέστες και έως πέντε ετών για τους αξιωματικούς. Η νέα αρμοδιότητα περνούσε αμέσως· η πλήρης στελέχωση θα ακολουθούσε αργότερα.
Οι δασολόγοι έβλεπαν τη φωτιά ως μέρος της ζωής και της διαχείρισης ενός δασικού οικοσυστήματος. Για εκείνους, η μάχη άρχιζε πολύ πριν εμφανιστεί ο πρώτος καπνός, με καθαρισμούς, συντήρηση δρόμων, αντιπυρικές ζώνες, υδροληψίες, έλεγχο της καύσιμης ύλης και συνεχή παρουσία μέσα στο δάσος. Η γνώση του χώρου ήταν άλλωστε κρίσιμη. Ενας δασικός υπάλληλος μπορούσε να γνωρίζει ποιος δρόμος καταλήγει σε αδιέξοδο, πού μπορεί να κινηθεί ένα βαρύ όχημα και ποια πλαγιά θα επιταχύνει την εξάπλωση της φωτιάς.
Η Πυροσβεστική διέθετε μια άλλη φιλοσοφία. Ηταν οργανωμένη για την άμεση αντιμετώπιση ενός επείγοντος περιστατικού, με ενιαία διοίκηση, ταχεία κινητοποίηση και σαφή ιεραρχία. Είχε επίσης ένα σοβαρό επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της σχετικής συζήτησης στη Βουλή. Πως οι δασικές πυρκαγιές δεν περιορίζονταν πλέον στα βουνά αφού ολοένα και συχνότερα έφθαναν πλέον στα όρια των πόλεων, απειλώντας σπίτια και ανθρώπινες ζωές. Οι φωτιές στη ζώνη όπου το δάσος συναντά την κατοικία αποτέλεσαν βασικό επιχείρημα υπέρ της μεταφοράς της αρμοδιότητας.
Η αλήθεια είναι πως καμία από τις δύο γνώσεις δεν ήταν περιττή. Το δύσκολο ήταν να υπάρξει συγκερασμός τους. Αντί γι’ αυτό, ο νόμος χάραξε μια διοικητική γραμμή που από τη μία πλευρά υπήρχε η διαχείριση του δάσους και η πρόληψη και από την άλλη η επιχειρησιακή κατάσβεση. Η γραμμή έμοιαζε καθαρή στα χαρτιά, αλλά γινόταν θολή την ώρα της κατάσβεσης. Ποιος θα αποφάσιζε πού θα έπρεπε να ανοίξει μια ζώνη; Ποιος θα έδινε πληροφορίες για τη βλάστηση και το έδαφος; Πότε θα ζητούνταν η συνδρομή του τοπικού δασάρχη και ποια βαρύτητα θα είχε η γνώμη του;
Αυτά τα ερωτήματα έπρεπε να λυθούν ταυτόχρονα με την εφαρμογή του νέου συστήματος. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο υπηρεσιών έγινε πολύ γρήγορα δημόσια. Οι δασικοί υπάλληλοι χαρακτήριζαν το νομοσχέδιο αντιεπιστημονικό και προειδοποιούσαν για αποδυνάμωση της πρόληψης, ενώ την ίδια ώρα η κυβέρνηση απαντούσε ότι η πολυδιάσπαση ευθυνών αποτελούσε βασική αιτία καθυστερήσεων και ότι η χώρα χρειαζόταν έναν φορέα που θα είχε τον τελικό λόγο.
Το πρώτο μεγάλο τεστ ως προς την εφαρμογή του νέου οργανογράμματος ήρθε σχεδόν αμέσως. Το καλοκαίρι του 1998 η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με χιλιάδες αγροτοδασικές πυρκαγιές και μεγάλες καταστροφές σε πολλές περιοχές. Σημαντικότερη εξ αυτών ήταν η φωτιά στον Υμηττό στις 22 Ιουλίου που άφησε πίσω της τέσσερις νεκρούς, τους αρχιπυροσβέστες Δημήτρη Μαλούκο και Θέμη Μαυροειδή, τον πυροσβέστη Αλέξανδρο Διαβολή και τον 20χρονο εθελοντή δασοπυροσβέστη Δημήτρη Καραμολέγκο από την Καισαριανή.
Σε μεταγενέστερη κοινοβουλευτική απάντηση που βρήκαμε στα Πρακτικά της Συνεδρίασης της Βουλής που πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαρτίου 1999, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Φίλιππος Πετσάλνικος, ανέφερε ότι «ο αριθμός των αγροτοδασικών πυρκαγιών κατά τη θερινή περίοδο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1998 είχαν καταγραφεί 8.451 τέτοιες πυρκαγιές». Και πρόσθετε: «Σε ό,τι αφορά την ανάληψη της δασοπυρόσβεσης από το Πυροσβεστικό Σώμα με τον ν. 2612/1998, σας πληροφορούμε ότι το κείμενο του νόμου ήταν αποτέλεσμα εργασιών και μελέτης επιτροπής που συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δέκα περίπου μήνες πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή. Πάντως, μετά τη λήξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου, το Αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος προβαίνει σε αποτίμηση, ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων και των νέων δεδομένων, για τη λήψη πρόσθετων μέτρων με στόχο την εντόπιση των αδυναμιών, τη βελτίωση και αποτελεσματικότερη απόδοση του μηχανισμού πυροπροστασίας». Ηταν εμφανές πως η νέα δομή είχε δοκιμαστεί στην πιο δύσκολη δυνατή στιγμή, πριν προλάβει να αποκτήσει πλήρες προσωπικό, κοινές διαδικασίες και εμπεδωμένη συνεργασία.
Δύο δεκαετίες αργότερα, η ανεξάρτητη Επιτροπή Goldammer που συγκροτήθηκε Σεπτέμβριο του 2018 μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι με επικεφαλής και συντονιστή τον Γερμανό καθηγητή Γιόχαν Γκέοργκ Γκόλνταμερ, διευθυντή του διεθνούς Global Fire Monitoring Center, στο πόρισμά της με τίτλο «Προοπτικές Διαχείρισης Πυρκαγιών Δασών και Υπαίθρου στην Ελλάδα» διατύπωνε αυστηρή κριτική για τη μεταρρύθμιση του 1998. Ανέφερε ότι η μεταφορά αποτέλεσε μια «άκομψη πολιτική παρέμβαση» που έγινε χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση και τέθηκε σε εφαρμογή με ΦΕΚ που δημοσιεύθηκε ενώ είχε ήδη αρχίσει η αντιπυρική περίοδος. Εκρινε επίσης ότι το Πυροσβεστικό Σώμα δεν ήταν τότε έτοιμο να αναλάβει αμέσως το νέο έργο και ότι η πολιτική απόφαση δημιούργησε κλίμα «αντιδικίας, καχυποψίας και αντιπαράθεσης» ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες. Η κεντρική ένσταση της Επιτροπής δεν ήταν ότι οι πυροσβέστες δεν μπορούσαν να κατασβέσουν δασικές πυρκαγιές. Ηταν ότι το σύστημα έδωσε πολύ μεγαλύτερο βάρος στην καταστολή και απομάκρυνε από αυτήν τους ανθρώπους που διαχειρίζονταν καθημερινά το δάσος. Η πρόληψη έμεινε κατακερματισμένη, με περιορισμένη χρηματοδότηση και πολλούς συναρμόδιους φορείς, ενώ η κατάσβεση συγκέντρωνε όλο και περισσότερους πόρους και μέσα.
Η μεταρρύθμιση του 1998 δεν ανακλήθηκε ποτέ. Το Πυροσβεστικό Σώμα παρέμεινε ο κεντρικός επιχειρησιακός φορέας της δασοπυρόσβεσης, ενισχύθηκε με προσωπικό και μέσα και απέκτησε μεγάλη εμπειρία στις δασικές πυρκαγιές. Η Δασική Υπηρεσία συνέχισε να έχει κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση των δασών, στα έργα πρόληψης και στην αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων. Η γραμμή που χαράχθηκε τότε, όμως, χώρισε δύο πλευρές του ίδιου προβλήματος και όταν ξεσπούσε μια μεγάλη φωτιά, οι δύο υπηρεσίες έπρεπε να ξανασυναντηθούν στο πεδίο, συχνά χωρίς έναν επαρκώς λεπτομερή και σταθερό μηχανισμό συνεργασίας.
Χρειάστηκαν περισσότερα από είκοσι χρόνια για να ρυθμιστεί θεσμικά αυτή η συνεργασία με μεγαλύτερη σαφήνεια. Στις 7 Μαΐου 2019 δημοσιεύθηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση 181752/2052/2.5.2019, στο ΦΕΚ Β΄ 1525, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων συνεργασίας μεταξύ Πυροσβεστικού Σώματος και Δασικής Υπηρεσίας σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο». Ηταν η πρώτη φορά μετά τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης το 1998 που η υποχρεωτική συνεργασία και ο συντονισμός των δύο υπηρεσιών περιγράφονταν λεπτομερώς σε Κοινή Υπουργική Απόφαση. Η απόφαση προέβλεπε κοινές συσκέψεις και σχεδιασμό, ανταλλαγή πληροφοριών, παρουσία στελεχών της Δασικής Υπηρεσίας στα συντονιστικά κέντρα και επιτόπια συνδρομή τους σε κρίσιμες πυρκαγιές.
Η λεγόμενη «μάχη δασολόγων και πυροσβεστών» παρουσιάστηκε συχνά στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο ως σύγκρουση δύο επαγγελματικών ομάδων. Στην πραγματικότητα όμως εξέφραζε μια βαθύτερη διαφωνία για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προστατεύεται το δάσος. Οι δασολόγοι έδιναν βάρος στη διαχείριση της βλάστησης, στους δρόμους, στις αντιπυρικές ζώνες και στη γνώση του εδάφους, ενώ οι πυροσβέστες στηρίζονταν στην ταχεία κινητοποίηση, στην ενιαία διοίκηση και στη συγκέντρωση των δυνάμεων στο μέτωπο της φωτιάς. Η εμπειρία έδειξε ότι η αποτελεσματική δασοπροστασία χρειάζεται και τις δύο αυτές γνώσεις.
Πηγή: kathimerini.gr
ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΑΣΟΠΥΡΟΣΒΕΣΗΣ ΤΩΡΑ!!!
ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟ ΜΑΣ ΚΑΘΗΚΟΝ;
![]() |
|
Ερωτήσεις και σχόλια για το σύστημα Δασοπυρόσβεσης της Ελλάδας
Ερώτηση 1: Μήπως πρέπει να αξιολογηθεί το πραγματικό δόγμα της Πυροσβεστικής;
Σε συνέντευξη ενός εκπροσώπου της Πυροσβεστικής και συνδικαλιστή και ανερχόμενου αξιωματικού της Πυροσβεστικής στην Τηλεόραση του OPEN, το πρωί της 2ας Αυγούστου του 2026, δήλωσε ότι ανάμεσα στα αίτια της πολύ μεγάλης καταστροφής στην Βοιωτία και Αττική που κατέκαυσε το μεγαλύτερο δασικό σύμπλεγμα που απέμεινε σε όλη την Αττική, ήταν και η απουσία να ενεργήσουν τα εναέρια μέσα, επομένως και η αδυναμία των επίγειων δυνάμεων να αντιμετωπίσουν την φωτιά στα δάση. Οπότε στόχος είναι να προστατεύσουμε ανθρώπινες ζωές και περιουσίες (η δήλωση αποδίδεται από όσα μπόρεσα να συγκρατήσω αλλά αποδίδω την ουσία).
Σε ερώτηση δημοσιογράφου (του κου Τσιγουρή): Δηλαδή στην περίπτωση αυτή δεν ενεργείτε στα δάση; Η απάντηση ήταν έμμεσα καταφατική.
Έχουμε διαπιστώσει βέβαια εδώ και χρόνια την παραίτηση της Πυροσβεστικής για την προστασία των δασών. Και είναι αυτονόητη μια και δεν μπορούν να ξέρουν από πού θα μπουν, από πού θα βγουν, που θα μπορούσαν να πάρουν αναπνοές, από πού θα μπορούσαν να ανεφοδιαστούν με νερό κ.λπ.
Και μπορεί το δόγμα φαινομενικά να είναι σωστό δηλαδή η ιεράρχηση:
Ανθρώπινες ζωές → Περιουσίες → Δάση
Όμως έτσι αφήνουν τα δάση απροστάτευτα, δεν έχουν ποτέ σχέδια κατάσβεσης αν χαθεί η πρώτη πλήξη, δεν έχουν γραμμές κύρια πλήξης ή γραμμές δευτερεύουσας τοπικής πλήξης.
Το αποτέλεσμα είναι οι φωτιές να φτάνουν θηριώδεις στα χωριά και στις πόλεις και επομένως χάνουμε τεράστιες εκτάσεις με δενδροκομικές καλλιέργειες, να οργανώνουμε τεράστιες και δύσκολες εκκενώσεις οικισμών και μοιραία να χάνουμε περιουσίες και ανθρώπους.
Είναι λοιπόν ανάγκη να κάνουμε τάχιστα αλλαγές στο σύστημα με την ανάθεση οριοθετημένων αρμοδιοτήτων στις Δασικές Υπηρεσίες αφού βέβαια τις ενισχύσουμε.
Ερώτηση 2: Σε ποια χώρα της Ευρώπης ή της Αμερικής, με παρόμοια προβλήματα λειτουργεί πρακτικά μόνο η Πυροσβεστική στην κατάσβεση Δασικών Πυρκαγιών;
Απάντηση; ΣΕ ΚΑΜΙΑ. Σε όλες τις χώρες περισσότερο ή λιγότερο αλλά αποφασιστικά και κύρια, για τις Δασικές Πυρκαγιές, ενεργεί και συντονίζει η Δασική Υπηρεσία.
Στις ΗΠΑ, Τουρκία και Κύπρο ενεργούν και συντονίζουν την κατάσβεση των Δασικών Πυρκαγιών αποκλειστικά οι Δασικές Υπηρεσίες με δικά τους μέσα.
Στις υπόλοιπες Χώρες της Ευρώπης λειτουργούν υβριδικά συστήματα. Για να τα καταλάβουμε παραθέτουμε σχηματικά τους βραχίονες της Πολιτικής προστασίας.
Ερώτηση 3: Τι λείπει από την δικιά μας Δασοπυρόσβεση;
Μας λείπει ο πρώτος βραχίονας του διαγράμματος. Αυτός της ΔΑΣΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ.
Για την συμπλήρωση του συστήματος Δασοπυρόσβεσης είναι ανάγκη να λειτουργήσουμε όπως και οι άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες με ανάλογα προβλήματα. Να δημιουργήσουμε ένα ευέλικτο σώμα ΣΤΗΝ ΔΑΣΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ που θα προετοιμάζει τα δάση τον χειμώνα έτσι ώστε να μην καίγονται. Δηλαδή να διαχειρίζεται τα δάση.
Η μελέτη διαχείρισης του δάσους
Στο πλαίσιο αυτό συντάσσει πλήρες σχέδιο Δασοπροστασίας με ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ.
Η μελέτη διαχείρισης περιλαμβάνει: Περιγραφή της περιοχής (θέση, έκταση, ιδιοκτησιακό καθεστώς), Φυσικά χαρακτηριστικά (ανάγλυφο, γεωλογία, εδάφη, κλίμα, υδρολογία). Δασοπονική απογραφή (είδη δέντρων, ηλικίες, πυκνότητα, ξυλαπόθεμα, αναγέννηση). Βιοποικιλότητα (χλωρίδα, πανίδα, προστατευόμενα είδη και οικοτόπους). Αξιολόγηση κινδύνων (πυρκαγιές, έντομα, ασθένειες, διάβρωση, πλημμύρες, κλιματική αλλαγή). Στόχους διαχείρισης (προστασία, παραγωγή ξυλείας, αναψυχή, διατήρηση οικοσυστημάτων).
Περιλαμβάνει ακόμα: Προγραμματισμό δασοτεχνικών έργων, όπως αραιώσεις και καλλιεργητικές υλοτομίες, αναδασώσεις και φυσική αναγέννηση, συντήρηση δασικού οδικού δικτύου, αντιδιαβρωτικά και υδρονομικά έργα. Μέτρα πρόληψης και προστασίας, όπως ο αντιπυρικός σχεδιασμός, ζώνες πυροπροστασίας, δίκτυο υδροληψιών, επιτήρηση και σχέδια επέμβασης και σχέδια πρόληψης και πρωτόκολλα κατάσβεσης στα δάση.
Καθορίζει τις Χρήσεις και λειτουργίες του δάσους (βόσκηση, δασική αναψυχή, θήρα, συλλογή δασικών προϊόντων). Καταλήγει στην Περιβαλλοντική αξιολόγηση και συμμόρφωση με τη δασική και περιβαλλοντική νομοθεσία και στο Χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της μελέτης, με προϋπολογισμό και σύστημα παρακολούθησης της διαχείρισης.
Στόχος της μελέτης είναι η αειφορική διαχείριση του δάσους, ώστε να διατηρούνται η οικολογική του αξία, η ανθεκτικότητα στις φυσικές καταστροφές και οι ωφέλειες που παρέχει στην κοινωνία.
Επομένως καταλήγει εύκολα στα σενάρια έναρξης και εξέλιξης μιας Δασικής Πυρκαγιάς και ΠΡΩΤΗΣ και ΚΥΡΙΑΣ πλήξης της Δασικής πυρκαγιάς.
Μόνο μέσω της διαχείρισης ενός Δασικού Συμπλέγματος ο διαχειριστής ξέρει που και πως θα πάει να πλήξει την Πυρκαγιά ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ και βέβαια γνωρίζει πως και από πού θα φύγει αν κάτι δεν πάει καλά, αλλά γνωρίζει και που θα πάει να σταθεί αντί να το βάλει στα πόδια, που θα ανεφοδιαστεί από τις πηγές του δάσους και που θα πάρει αναπνοές.
Γνωρίζει ακόμα ποιες συστάδες έχουν υλοτομηθεί και επομένως είναι λιγότερο εύφλεκτες, ποιες πρέπει να προστατευθούν με κάθε μέσο και τι θα μπορούσε να θυσιαστεί κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων κατάσβεσης.
Ο Διαχειριστής αξιοποιεί εύκολα τις αντιπυρικές λωρίδες με παρουσία σε αυτές και όχι με απουσία. Συντηρεί τους Δασικούς δρόμους, καταγράφει τα σημεία έναρξης των Δασικών πυρκαγιών, σενάρια εξέλιξης.
Φυσικά όλα τα παραπάνω είναι μέρος και στενά συνδεδεμένα με την διαχείριση των Δασών. (Σημειώνω ότι όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν από πολλά χρόνια στις Δασικές Υπηρεσίες αλλά δεν αξιοποιούνται ούτε και είναι κατανοητά από την Πυροσβεστική)
Τι θα κάνει το Δασικό Σώμα (ΔΑ.ΣΩ) κατά την διάρκεια του Χειμώνα:
Είναι αυτονόητο ότι παράλληλα η Πυροσβεστική αναπτύσσεται σε θέσεις προστασίας οικισμών, πόλεων και γεωργικών καλλιεργειών.
Επισημαίνουμε ότι το σώμα αυτό αναφέρεται στα πορίσματα τις Βουλής το 1993, το 2008 και της ανεξάρτητης Επιτροπής Goldammer του 2019. Ωστόσο οι Νομοθετικές ρυθμίσεις ήταν και είναι και σήμερα αντίθετες στην λογική αυτή.
Περιορίζεται να επενδύει σε πανάκριβες λύσεις, να αναθέσει όλο και περισσότερες αρμοδιότητες στην Πυροσβεστική με τα γνωστά αποτελέσματα. Φτάσαμε να κάνουμε ένα ολόκληρο Υπουργείο που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον Κόσμο και μοιραία ξοδεύουμε (με σχετική δήλωση του κου Πρωθυπουργού) 3,5 δις κάθε χρόνο !!!
Επομένως η λύση περιγράφεται με τα εξής βήματα:
1. Ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίες και ανάθεση σε αυτή ενός διακριτού ρόλου Δασο-πυροπροστασίας.

Εγκαταλελειμμένα πυροφυλάκια στην Αργιθέα και στον Κίσσαβο
2. Μελέτες διαχείρισης σε όλα τα Δάση μας
Εκπόνηση ολοκληρωμένων διαχειριστικών μέτρων σε κάθε συστάδα και στον χρόνο που πρέπει. Οι μελέτες προβλέπουν τις υλοτομίες, τις καλλιεργητικές παρεμβάσεις του δάσους, τα μέτρα προστασίας της πανίδας και Ορνιθοπανίδας, την συντήρηση των Δασικών δρόμων, τον στοχευμένο σχεδιασμό αντιπυρικών λωρίδων στο πλαίσιο της πυροπροστασίας σύμφωνα με το σχέδιο πυροπροστασίας που υπαγορεύεται από τις πλήρεις μελέτες διαχείρισης, την εγκατάσταση δεξαμενών δασοπροστασίας κ.λπ.
3. Ουσιαστική λειτουργία του Ειδικού Σώματος Δασοπροστασίας της ΔΑΣΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ που θα εκτελούν έργα πρόληψης τον χειμώνα και το καλοκαίρι θα ενεργούν για την Πρώτη πλήξη των Δασικών Πυρκαγιών.
Το ειδικό Σώμα ασφαλώς θα αναλάβει και το έργο της πολλαπλής επιτήρησης στα δάση που δεν περιορίζεται μόνο στην επιτήρηση για Δασικές Πυρκαγιές αλλά και σε άλλα αντικείμενα φύλαξης όπως οι λαθροϋλοτομίες, η λαθρομετανάστευση, το λαθραίο κυνήγι κλπ.
Φυσικά στο έργο του Δασικού σώματος (ΔΑ.ΣΩ) της Δασικής Υπηρεσίας συμπεριλαμβάνεται και αυτό της πρώτης πλήξης δασικής πυρκαγιάς ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ κατά την αντιπυρική περίοδο. (Όπως το καθορίστηκε το ομόφωνο πόρισμα της Βουλής το 1993). Λειτουργεί μέσα στην Δασική Υπηρεσία και είναι ένστολο και υπό προϋποθέσεις και ένοπλο Σώμα μια και θα εκτελεί παράλληλα και καθήκοντα Δασοφυλακής).
4. Ολοκλήρωση της Πρόσληψης των 500 Δασολόγων και Δασοπόνων στις Δασικές Υπηρεσίες που έτσι κι αλλιώς έχει προγραμματιστεί (αυτή η δράση είναι σε φάση ολοκλήρωσης).
5. Μεταφορά του προσωπικού επταετούς θητείας δηλαδή των μονάδων Δασικών επιχειρήσεων (ΕΜΟΔΕ) από την Πυροσβεστική στην Δασική Υπηρεσία και το ειδικό Σώμα με μετατροπή της σύμβασής τους σε αορίστου χρόνου.
Άλλωστε εκεί βρίσκεται και το πραγματικό αντικείμενό τους. Με την ταυτόχρονη μετατροπή της σύμβασής τους σε αορίστου χρόνου και διεύρυνσης της εκπαίδευσής τους με ταυτόχρονη συμπληρωματική εκπαίδευση σε θέματα Δασικής Νομοθεσίας, Δασοπροστασίας και Δασοφυλακής.
6. Μεταφορά μέρους των ευέλικτων Δασοπυροσβεστικών μέσων (περίπου 700-1.000 οχήματα) στην Δασική Υπηρεσία.
7. Άμεση κατάργηση των 81 αδηφάγων εποχιακών θερινών Κλιμακίων της Πυροσβεστικής με προφανή τεράστια Οικονομία (Κατ’ εκτίμηση περίπου 25-40 εκατ. ΕΥΡΩ).
Έτσι κι αλλιώς διαθέτουμε τα Δασονομία που τα περισσότερα έχουν πολλαπλές υποδομές και είναι εξασφαλισμένη η περιφερειακή Κρατική οργάνωση.
8. Μεταφορά στο Σώμα Δασοπροστασίας της Δασικής Υπηρεσίας, και του Δασοτεχνικού Προσωπικού (Δασολόγων, Τεχνολόγων, ειδικών Δασοπροστασίας) από την Πυροσβεστική στις Δασικές Υπηρεσίες όπου είναι και το αντικείμενό τους (προαιρετικά) και των εποχιακών Δασοπυροσβεστών.
Είναι κρίμα να εκπαιδεύουμε Δασολόγους-Περιβαλλοντολόγους και να τους απασχολούμε ως Πυροσβέστες και είναι πολύ λυπηρό τους εποχιακούς της Πυροσβεστικής να τους χειροκροτάμε το καλοκαίρι και τον χειμώνα να τους δέρνουμε με τα ΜΑΤ. Οι άνθρωποι αυτοί είναι πολύπειροι και θα μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ ουσιαστικά το ΔΑ.ΣΩ.
9. Πρόσληψη περίπου 1.000 Ειδικών Δασικής προστασίας που θα ενισχύσουν ταυτόχρονα και την Δασοφυλακή.
10. Συγχώνευση του Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας με το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και μεταφορά των αρμοδιοτήτων σε Γενική Γραμματεία, ενταγμένη στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη όπως με παραλλαγές λειτουργούν όλες οι υπόλοιπες Χώρες.
Καταλαβαίνω ότι αυτό θίγει τα συντεχνιακά κακώς εννοούμενα δικαιώματα των αξιωματικών της Πυροσβεστικής.
Με την ευκαιρία ο Ελληνικό Στρατός Ξηράς έχει περίπου 100.000 άτομα και διαθέτει 7 Αντιστράτηγους και 29 Υποστράτηγους. Δηλαδή στον Ελληνικό Στρατό αντιστοιχεί ένας Στρατηγός ανά 2.777 άτομα (στοιχεία 2024).
Η Πυροσβεστική διαθέτει 18.000 προσωπικό με 5 Αντιστράτηγους και 10 Υποστράτηγους. Δηλαδή αντιστοιχεί ένας Στρατηγός ανά 1.200 άτομα. Μήπως οι Στρατηγοί της Πυροσβεστικής είναι πολλοί; Μάλλον είναι διπλάσιοι αναλογικά από όσους χρειάζονται.
11. Αναθεώρηση κάθε προγραμματισμού Σπατάλης σε αχρείαστο ή αναποτελεσματικό χρυσοφόρο (για μερικούς) εξοπλισμό.
Τέλος παραθέτω την επικεφαλίδα του παλαιότερου άρθρου του Προέδρου της ΚΕΔΕ Λ.Κυρίζογλου (2023) και του Πρώην Υπαρχηγού της Πυροσβεστικής Αντιστράτηγου ε.α Ανδριανού Γκουρμπάτση (2023).
Ο Πρόεδρος της ΚΕΔΕ δήλωσε σε άρθρο του που αξίζει τον κόπο να διαβάσετε: (https://kede.gr/arthro-tou-proedrou-tis-kede-l-kyrizoglou-i-antimetopisi-ton-dasikon-pyrkagion/)
«Την τελευταία δεκαπενταετία έχουμε 200 νεκρούς συνανθρώπους μας, περίπου 3.000 σπίτια, αμέτρητα ζώα και χιλιάδες στρέμματα δασών και αγροτικών εκτάσεων καμένα. Νούμερα ασύλληπτα με τεράστιο οικονομικό κόστος και πολλά αμείλικτα γιατί. Εξ αυτού του αποτελέσματος είναι άμεση ανάγκη να αλλάξει η φιλοσοφία, η στρατηγική και ο σχεδιασμός της πρόληψης και της καταστολής των πυρκαγιών υπαίθρου, με άμεση επαναδιοργάνωση και επαναστελέχωση των αποδιοργανωμένων και υποστελεχωμένων Δασικών Υπηρεσιών και με ανάθεση σ’ αυτές της πρόληψης και κατάσβεσης των πυρκαγιών στα δάση και τις δασικές εκτάσεις. Η Πυροσβεστική θα έχει την ευθύνη των λεγόμενων αστικών πυρκαγιών και όταν απαιτείται θα συνεπικουρεί τη Δασική Υπηρεσία.»
Η δήλωση του πρώην Υπαρχηγού της Πυροσβεστικής Αντιστράτηγου ε.α Ανδριανού Γκουρμπάτση
«Το εγχείρημα που έγινε το 1998 από την Πολιτεία με τον Ν. 2612/1998, ένας εκ των δύο συντακτών του οποίου ήμουν κι εγώ, δυνάμει του οποίου η δασοπυρόσβεση, που ήταν έως τότε έργο της Δασικής Υπηρεσίας, ανατέθηκε στο Πυροσβεστικό Σώμα και η πρόληψη παρέμεινε στη Δασική Υπηρεσία, αποδεικνύεται τελικά εκ του αποτελέσματος ότι ήταν μέγα λάθος. Οι λόγοι για τους οποίους ανατέθηκε τότε η δασοπυρόσβεση στο Πυροσβεστικό Σώμα, ήταν δύο και συγκεκριμένοι: 1) Το Πυροσβεστικό Σώμα μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικό από την Δασική Υπηρεσία.
2) Το κόστος δασοπυρόσβεσης θα είναι κατά πολύ μειωμένο σε σχέση με την Δασική Υπηρεσία, σύμφωνα με τη σχετική Επιτροπή Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, η οποία συγκροτήθηκε για να πείσει την Πολιτεία για το προαναφερόμενο εγχείρημα.
Δυστυχώς και οι δύο αυτοί λόγοι αποδεικνύεται ότι δεν ισχύουν, αφού το υπάρχον μοντέλο αποδεικνύεται πιο δαπανηρό και κυρίως πιο αναποτελεσματικό.
Κατόπιν τούτου μετά και τα τραγικά έως σήμερα καταστρεπτικά και θανατηφόρα αποτελέσματα, η Πολιτεία επιβάλλεται να αναθεωρήσει τον αντιπυρικό σχεδιασμό και να εμπλέξει με κάθε τρόπο ήδη από την επόμενη αντιπυρική περίοδο την Δασική Υπηρεσία. Ο επιχειρησιακός σχεδιασμός για τις δασικές πυρκαγιές πρέπει να είναι ενιαίος και να καταρτιστεί από κοινού, κατά λόγο αρμοδιότητας. Επίσης επιβάλλεται να αλλάξει και η στρατηγική της διαχείρισης των δασικών πυρκαγιών, η οποία συγκροτείται τόσο με την πρόληψη, όσο και με την καταστολή. Το μεγάλο στοίχημα είναι η δημιουργία ενός αποτελεσματικού δασοπυροσβεστικού μηχανισμού, ικανού να μπορεί να αντιμετωπίσει παράλληλά τουλάχιστον δύο μεγάλες πυρκαγιές, στόχος που από το 1998 έως σήμερα έχει αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί.»
Ανδριανός Γκουρμπάτσης Αντιστράτηγος – Υπαρχηγός ΠΣ, ε.α., νομικός & Ειδικός Ερευνητής – Δικαστικός Πραγματογνώμονας
Posted on 9 Αυγούστου, 2026

Εν Θεσσαλονίκη τη 9η Αυγούστου 2026
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεκάτη Κυριακή του Ματθαίου και το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το 17ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, η δε αποστολική μια περικοπή από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου. Στην περικοπή αυτή ο απόστολος μας περιγράφει εν ολίγοις τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήγαγε το ιεραποστολικό του έργο. Ειδικότερα μας περιγράφει τους πειρασμούς, τις θλίψεις και τους κινδύνους που υπέφερε καθ’ όλη τη διάρκεια της 30ετούς ιεραποστολικής του δράσεως. Και το κάνει αυτό ο απόστολος όχι, βέβαια, από κενοδοξία, αλλά για λόγους ποιμαντικούς. Οι θλίψεις και οι διωγμοί που υπέφερε ο απόστολος για την αγάπη του Χριστού ήταν τα ισχυρότερα τεκμήρια της γνησιότητος του ιεραποστολικού του έργου. Ας δούμε στη συνέχεια μερικά σημεία από τις περιγραφές που μας δίδει, διότι έχουν μεγάλη σημασία και για μας τους σημερινούς χριστιανούς.
Γράφει: «δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους». Δηλαδή, νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους Αποστόλους μας έχει αναδείξει στα μάτια όλων των ανθρώπων σαν τους πιο τελευταίους, που είναι καταδικασμένοι σε θάνατο. Ο Παύλος, (όπως και οι άλλοι απόστολοι), δεν ζούσε μέσα σε ανέσεις και πολυτέλεια, με καλοπέραση και ασφάλεια. Ζούσε πάντα με την προσμονή του μαρτυρίου. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του και τους άλλους αποστόλους με μια λέξη, που το άκουσμά της μας τρομάζει. Μια λέξη, που μόνο αυτή φτάνει για να δείξει, πως ζούσαν οι απόστολοι. Ονομάζει τους αποστόλους «επιθανατίους». Ήταν δηλαδή μελλοθάνατοι. Είχαν πάρει την απόφαση της ολοκληρωτικής θυσίας. Όπως σημειώνει σε άλλη επιστολή του, την Β΄ προς Κορινθίους, είχαν το «απόκριμα του θανάτου», δηλαδή κάθε μέρα έβλεπαν μπροστά τους τον θάνατο.
Όμως δεν ήταν μόνο οι θανάσιμοι κίνδυνοι. Ολόκληρη η ζωή του Παύλου ήταν γεμάτη στερήσεις και κόπους. Διότι όπως αναφέρει παρά κάτω: «άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν». Δηλαδή από την ημέρα που ελάβαμε το αποστολικό αξίωμα και μέχρι αυτή την ώρα ζούμε με πολλές ταλαιπωρίες και περιπέτειες. Και πεινάμε και διψάμε και δεν έχουμε ρούχα για να προφυλαχθούμε από τις κακοκαιρίες και δεχόμεθα ραπίσματα και γρονθοκοπήματα και συνεχώς μετακινούμεθα από τόπο σε τόπο, χωρίς να έχουμε πουθενά σταθερή παραμονή. Πολλές φορές ο απόστολος εστερείτο και την πιο αναγκαία τροφή. Εστερείτο ακόμη και τα αναγκαία ρούχα, για να προφυλαχθεί από τις κακοκαιρίες. Τις νύχτες δούλευε με τα ίδια του τα χέρια κατασκευάζοντας σκηνές, για να βγάλει το ψωμί του και να μη γίνεται βάρος στους χριστιανούς, που τον φιλοξενούσαν. Τις ημέρες περιόδευε από πόλη σε πόλη κηρύττοντας το ευαγγέλιο.
Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, έπρεπε να υπομένει και το άσπονδο μίσος και την κακουργία των φανατικών Ιουδαίων, οι οποίοι εξεδήλωναν το μίσος των ακόμη και με ραπίσματα και με ξυλοδαρμούς. Η ράχη του τρείς φορές ραβδίσθηκε άγρια, ενώ μια φορά λιθοβολήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου. Και δεν του προκαλούσαν τόσους πόνους τα χτυπήματα αυτά, όσους του προκαλούσαν τα άλλα χτυπήματα, οι λοιδορίες, οι ύβρεις και οι βλασφημίες. Ο κόσμος τον περιφρονούσε, τον θεωρούσε σαν ένα τίποτε. Διότι όπως προσθέτει παρακάτω: «ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι». Δηλαδή έχομε γίνει στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή ωσάν τα πλέον ρυπαρά υποκείμενα του κόσμου και ωσάν τα σκουπίδια.
Και όλους αυτούς τους ξυλοδαρμούς, τις ύβρεις, τις συκοφαντίες και τις περιφρονήσεις, πώς τις αντιμετώπιζε; Το λέει παρακάτω: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν». Όχι μόνο δεν εξεδικείτο, όχι μόνο δεν εγόγγυζε, αλλά και συγχωρούσε αυτούς που τον καταδίωκαν και τον κακοποιούσαν. Είχε πάντοτε προ οφθαλμών τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και προσπαθούσε να μιμηθεί το παράδειγμα του, ο οποίος και Αυτός σε όλη τη διάρκεια της δημοσίας του δράσεως υπέφερε συνεχώς βλασφημίες, λοιδορίες και συκοφαντίες με αποκορύφωμα βέβαια, τα όσα υπέφερε κατά τη διάρκεια του πάθους του. Αυτή την υπομονή και την μακροθυμία του Κυρίου υπογραμμίζει και ο απόστολος Πέτρος στην πρώτη Καθολική του επιστολή, όπου γράφει, ότι ο Κύριος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δὲ τω κρίνοντι δικαίως». Δηλαδή ο Κύριος ενώ χλευαζόταν και υβριζόταν από τους βασανιστές του, δεν ανταπέδιδε τους χλευασμούς και τις ύβρεις. Ενώ έπασχε αδίκως, δεν απειλούσε με εκδικήσεις, αλλά παρέδιδε και εμπιστευόταν τον εαυτόν του στον Θεό, που κρίνει πάντοτε με δικαιοσύνη.
Αυτή με λίγα λόγια ήταν η ζωή του Παύλου, όπως ο ίδιος την περιγράφει. Αλλά ίσως να ρωτήσει κανείς. Γιατί τα γράφει όλα αυτά ο Παύλος; Γιατί αναγκάζεται να ξεδιπλώσει την ατομική του ζωή; Τα γράφει ωσάν μια απολογία, προκειμένου να προφυλάξει τους Κορινθίους, από τη φθοροποιό δράση των ψευδοδιδασκάλων, που πάσχιζαν με πολλές διαβολές και συκοφαντίες να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των Κορινθίων στον πνευματικό τους πατέρα και να τους καταστήσουν οπαδούς των. Οι Κορίνθιοι ήταν πνευματικά τέκνα του Παύλου. Αυτός με κόπο και μόχθο τους γέννησε πνευματικά, τους έσυρε από τον βυθό της αμαρτίας και τους οδήγησε στον αγιασμό. Επί ενάμυσι χρόνο παρέμεινε στην Κόρινθο, νουθετώντας τον καθένα από αυτούς με πολύ πόνο και δάκρυα, μέχρις ότου ωριμάσουν πνευματικά και μάθουν πάνω στην πράξη, πως πρέπει ζουν και να πολιτεύονται στην εν Χριστώ ζωή. Γι’ αυτό και σαν πατέρας αληθινός τους ανοίγει την καρδιά του και με ειλικρίνεια τους παρουσιάζει την ζωή του, ώστε να μην πέσουν θύματα των απατεώνων, που είχαν έρθει στην Κόρινθο σαν παρείσακτοι και προσπαθούσαν να τους παρασύρουν στην καταστροφή.
Αλλά και για ένα ακόμη λόγο γράφει αυτά ο Παύλος. Ποιος είναι αυτός; Τον αναφέρει στη συνέχεια: «Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε». Την ίδια προτροπή επαναλαμβάνει και παρά κάτω «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού». Δηλαδή σας παρακαλώ να γίνετε και σεις μιμητές μου, όπως και εγώ έγινα μιμητής του Χριστού. Όμως, αδελφοί μου, αυτή την προτροπή που απευθύνει ο απόστολος προς τους Κορινθίους, την απευθύνει και σε μας, τους σημερινούς χριστιανούς. Καλούμεθα λοιπόν και εμείς να ακούσωμε με πολλή προσοχή την προτροπή αυτή και να αγωνιστούμε κατά δύναμη, να την βάλουμε σε πράξη.
Υπάρχουν πολλοί σήμερα, που αν τους παρουσιάσεις το ύψος της ευαγγελικής ζωής, αν τους μιλήσεις, για το μεγαλείο της διδασκαλίας του Χριστού, αν τους πής για τις αρετές που διδάσκει το ευαγγέλιο, αμέσως σου απαντούν: Καλά είναι όλα αυτά, αλλά ποιος τα εφαρμόζει σήμερα; Αυτά είναι υψηλές θεωρίες, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στη σύγχρονη κοινωνική ζωή. Σ’ όλους αυτούς που προβάλουν αυτές τις αντιρρήσεις, έρχεται να απαντήσει ο απόστολος: «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού». Είναι δυνατόν ο Κύριος να παραδώσει στους ανθρώπους εντολές, που δεν εφαρμόζονται; Εάν το ευαγγέλιο είναι ανεφάρμοστο, τότε πως το εφάρμοσε ο απόστολος Παύλος και οι άλλοι απόστολοι; Πως το εφάρμοσαν τα εκατομμύρια των αγίων, των μαρτύρων και οσίων, που έζησαν μέχρι σήμερα; Όλοι αυτοί οι άγιοι ήταν πλασμένοι από την ίδια ύλη, όπως και εμείς. Έζησαν στις ίδιες κοινωνίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, που ζούμε και εμείς και πέρασαν πολύ μεγαλύτερους πειρασμούς απ’ ό,τι εμείς. Και όμως επειδή αγωνίστηκαν, κατόρθωσαν με τη Χάρη του Θεού, να εφαρμόσουν το ευαγγέλιο. Οι άγιοι δεν είναι μόνο για να έχουμε τις εικόνες τους στα σπίτια μας, ή για να τους ζωγραφίζουμε στους τοίχους των Εκκλησιών. Δεν είναι μόνο για να τους προσκυνάμε και να τους τιμάμε με τροπάρια και ύμνους. Η Εκκλησία μας προβάλλει τους αγίους, για να τους μιμηθούμε, για να μας εμπνέουν με τη ζωή και το παράδειγμά τους.
Βέβαια, από μόνοι μας, με τις ιδικές μόνο δυνάμεις, δεν μπορούμε να επιτύχουμε τίποτε. Μπορούμε όμως με τη δύναμη του Θεού, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίους μας: «Τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί» και σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», δηλαδή όλα μπορώ να τα επιτύχω με τη δύναμη του Χριστού. Ας μην προφασιζόμαστε προφάσεις εν αμαρτίαις, διότι αν οι εντολές του Χριστού μας φαίνονται δύσκολες και ανεφάρμοστες, αυτό οφείλεται στη ιδική μας ραθυμία και απροθυμία. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση, ότι χριστιανική ζωή σημαίνει θλίψεις και κόπους, σημαίνει αγώνα μέχρι θανάτου για τη νέκρωση του παλαιού ανθρώπου και των παθών, σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου ότι «διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» και σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίους μας: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». Ας αγωνιστούμε και εμείς, αδελφοί μου, να γίνουμε μιμητές των αγίων μας, έστω και στο ελάχιστο, πράγμα που το εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν.