«Χάριτι Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι» (Α ́ Κορ. 15,10)
Δὲν ζῇ, ἀγαπητοί μου, τὸ ψάρι ἔξω ἀπὸ τὴ θάλασσα, δὲν ζῇ τὸ πουλὶ ἔξω ἀπὸ τὸν ἀέρα· καὶ δὲν ζῇ ὁ ἄνθρωπος ἔξω ἀπὸ τὴ θρησκεία, ἔξω ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος πεινᾷ καὶ διψᾷ τὸ Θεό. Ἡ θρησκεία εἶνε μία ἀνάγκη, ἡ πιὸ ὑψηλὴ ἀνάγκη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.
Καὶ ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Θεό, θ ̓ ἀναγκαστῇ νὰ πιστέψῃ κάτι ἄλλο· θὰ καταντήσῃ νὰ πιστεύῃ στὸν διάβολο. Θὰ κάνῃ θεὸ τὰ καπρίτσια, τὰ πάθη του· θεὸς θὰ καταντήσῃ τὸ τσιγάρο, τὸ χαρτί, ἡ μπάλλα, τὸ κρασοπότηρο, ἡ αἰσχρὴ γυναίκα· θεὸς πρὸ παντὸς θὰ γίνουν τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα, ὁ μαμωνᾶς. Τέτοιους θεοὺς προσκυνάει σήμερα ὁ κόσμος.
Ἂν ὅμως ἐξαιρέσουμε αὐτὴ τὴ διαστροφὴ τῆς βαθειᾶς ψυχικῆς ἀνάγκης ποὺ λέγεται θρησκευτικὸ συναίσθημα, εἶνε γεγονὸς ὅτι ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια λαοὶ ἔχουν τὴ θρησκεία τους.
Οἱ θρησκεῖες εἶνε πολλές. Ἀλλ ̓ ἐὰν ὑπάρχῃ μία θρησκεία ποὺ εἶνε ἀνώτερη ἀπ ̓ ὅλες τὶς θρησκεῖες… Τί εἶπα; λάθος ἔκανα. Ἀνώτερη; Εἶνε σὰν νὰ λέω, ὅτι τὸ διαμάντι εἶνε ἀνώτερο ἀπὸ τὴ σκουριά. Μὰ δὲν συγκρίνεται τὸ διαμάντι μὲ τὴ σκουριά. Διορθώνω λοιπόν· Ἐὰν ὑπάρχῃ μιὰ θρησκεία ποὺ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, ἡ μόνη ἀληθινὴ πίστις, –δὲν εἶνε λόγια αὐτά– πού, ὅπως τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας, μᾶς παίρνει μὲ χρυσὲς φτεροῦγες ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων καὶ ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο μέχρι τὸν τρίτο οὐρανὸ κι ἀκούει τὰ Ἀλληλούϊα τῶν ἀγγέλων· ἐὰν ὑπάρχῃ μιὰ θρησκεία ποὺ καὶ μέσα στὶς πιὸ πικρὲς καὶ βασανισμένες στιγμὲς σταλάζει στὶς καρδιές μας τὸ βάλσαμο τῆς θεϊκῆς παρηγοριᾶς, μιὰ θρησκεία ποὺ μᾶς κάνει νὰ νιώθουμε, ὅτι πλαστήκαμε ὄχι γιὰ τὸ χῶμα ἀλλὰ γιὰ τὰ οὐράνια, γιὰ ἕναν ἀνώτερο κόσμο, ἡ θρησκεία αὐτή, ἀδελφοί μου, εἶνε ἐκείνη ποὺ δίδαξε καὶ ἵδρυσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἂς εἶνε εὐλογημένο τὸ ὄνομά του εἰς αἰῶνας αἰώνων, χίλιες κ ̓ ἑκατομμύρια, ἄπειρες φορὲς εὐλογημένο! διότι ἦλθε καὶ μᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ μᾶς ὡδήγησε στὸ φῶς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας.
Μὰ ἀκούω ἀντιρρήσεις. Θὰ ποῦν μερικοί· Αὐτὰ ποὺ λὲς εἶνε κάπως θεωρητικά, κάπως λυρικά, ποιητικά, φαντασιώδη. Ἐμεῖς εἴμαστε ῥεαλισταί, δύσπιστοι Θωμᾶδες· μάθαμε στὴν ἀριθμητικὴ καὶ στὴν ἄλγεβρα. Θέλουμε πράγματα χειροπιαστά· γιὰ νὰ πιστέψουμε αὐτὰ ποὺ λές, θέλουμε ντοκουμέντα, ἀποδείξεις.
Ἀποδείξεις θέλετε; Μὰ ὑπάρχει ἄλλη θρησκεία στὸν κόσμο ποὺ νά ̓χῃ τόσες ἀποδείξεις; Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Ἂν ὑπάρχῃ μιὰ θρησκεία ποὺ ἔχει τὶς περισσότερες ἀποδείξεις καὶ τὰ μεγαλύτερα θαύματα, αὐτὴ εἶνε ἡ δική μας, ἡ ἅγια Πίστι τοῦ Χριστοῦ. Ἀποδείξεις ζητᾶτε; Ἂν μπορῆτε νὰ μετρήσετε τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου, τότε θὰ μπορέσετε νὰ μετρήσετε καὶ τὶς ἀποδείξεις ποὺ ἔχει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἡ Ὀρθόδοξη πίστι μας.
Μία τρανὴ ἀπόδειξις, ποὺ φτάνει γιὰ νὰ πεισθῇ ὁ κάθε ἀπροκατάληπτος, ὅτι μέσα στὴ δική μας θρησκεία ὑπάρχει πράγματι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, εἶνε – ποιά; Εἶνε μία λέξι, ἕνα ὄνομα. Ποιό; Τὸ ὄνομα ἀπόστολος Παῦλος.
Τὸν ἀκούσατε σήμερα; Ἄ βέβαια! ὅταν ἀκοῦμε κανένα τραγούδι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ σαπρὰ ποὺ λένε στὰ θέατρα καὶ τοὺς κινηματογράφους, τεντώνουμε τὸ αὐτί μας, προσέχουμε. Στὴν ἐκκλησία ὅμως ποιός κατάλαβε τὸν σημερινὸ ἀπόστολο (βλ. Α ́ Κορ. 15,1-11), ποιός μπῆκε βαθειὰ στὸ πνεῦμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Στὴν περικοπὴ αὐτὴ νομίζεις, ὅτι σταλάζουν τὰ δάκρυά του καὶ πέφτουν στὴ γῆ· καὶ ὅπου πέφτουν τὰ δάκρυα τῶν ἁγίων, φυτρώνουν λουλούδια, τριαντάφυλλα. Σὲ ἄλλη ἐπιστολή του λέει· «Ἠκούσατε τὴν ἐμὴν ἀναστροφήν ποτε ἐν τῷ Ἰουδαϊσμῷ, ὅτι καθ ̓ ὑπερβολὴν ἐδίωκον τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπόρθουν αὐτήν» (Γαλ. 1,13). Ἐκεῖ ἀνακρίνει τὸν ἑαυτό του.
Καὶ στὴ σημερινὴ περικοπὴ πάλι γυρίζει πίσω στὸ παρελθόν. Τί μᾶς λέει; Ὁμιλεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κατηγορεῖ.
Ποιός ἀπὸ μᾶς τὸ κάνει αὐτό; Ὑπάρχει κανεὶς ποὺ κατηγορεῖ τὸ παρελθόν του; Κ ̓ ἐσεῖς ἀκόμη, ποὺ εἶστε παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας, χρόνια τώρα ἔχετε κάποιο κάρβουνο ἀναμμένο μέσ ̓ στὴν καρδιά· κάτι ἔχετε διαπράξει, κάποιο ἁμάρτημα, κάποιο μεγάλο κρίμα· καὶ ἐν τούτοις μέχρι τώρα, δέκα καὶ εἴκοσι καὶ τριάντα καὶ σαράντα χρόνια, καὶ τώρα ἀκόμα ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιὰ καὶ πλησιάζει ὁ τάφος, δὲν πήγατε ποτέ ὣς τώρα νὰ ἐξομολογηθῆτε τὰ μυστικά σας σὲ ἕνα πνευματικὸ πατέρα. Ἐλᾶτε λοιπὸν σεῖς νὰ δῆτε τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ποὺ ὄχι σὲ ἕνα πνευματικὸ πατέρα, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ ὅλη τὴν κοινωνία, στὸν κόσμο ὅλον, ἐξομολογεῖται, κάνει δημοσία ἐξομολόγησι· ἐλᾶτε νὰ θαυμάσετε τὴν εἰλικρίνειά του, ποὺ τὸ παρελθὸν τῆς ζωῆς του προτοῦ νὰ πιστέψῃ στὸ Χριστὸ ἦταν ἄλλο, ἦταν μαῦρο σὰν τὰ φτερὰ τοῦ κόρακα. Τὸν ἀκούσατε τί λέει; Λέει τὸ ἑξῆς.
Προτοῦ νὰ πιστέψῃ ὁ Παῦλος ἦταν ἄγριος, εἶχε φονικὲς διαθέσεις ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν. Ἦταν σὰν ἕνας λύκος. Ὅπως ὁ λύκος ἅμα μπῇ στὸ μαντρὶ δὲν χαϊδεύει τὰ πρόβατα, ἀλλὰ τὰ κατασπαράζει, ἐξοντώνει ὁλόκληρο κοπάδι, ἔτσι καὶ ὁ τότε Σαῦλος, φανατικὸς Ἰουδαῖος, νόμιζε ὅτι ὁ Χριστιανισμός, ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ, εἶνε ὁ χειρότερος ἐχθρός του, καὶ γι ̓ αὐτὸ κατεδίωκε μὲ μανία τοὺς Χριστιανούς. Ὅπως τὸ κυνηγετικὸ σκυλὶ ἔτσι κι αὐτός, ὅπου «μυριζόταν» ὅτι ὑπάρχουν Χριστιανοί, σὲ καλύβες, σπίτια, σπηλιές, «ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς» (Ἑβρ. 11,38) (ἔτσι ζοῦσαν οἱ Χριστιανοὶ τὰ πρῶτα χρόνια), ἐφωδιασμένος μὲ ἐπίσημα χαρτιά, ἔμπαινε μέσα μέρα ἢ νύχτα καὶ ἅρπαζε τοὺς πιστούς, ἄντρες γυναῖκες μικρὰ παιδιά, τοὺς ἔδενε, τοὺς τραβοῦσε βιαίως, τοὺς περνοῦσε μέσα ἀπὸ δρόμους καὶ πλατεῖες, τοὺς ἐξευτέλιζε, τοὺς ἔσερνε σὲ δικαστήρια σὰν ἐκεῖνα τοῦ Ἄννα καὶ Καϊάφα ποὺ δίκασαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστό, κ ̓ ἐκεῖ τοὺς καταδίκαζαν μὲ φοβερὲς ποινές, φυλακὲς καὶ θάνατο ἀκόμη. Διαβάστε. Μὴ διαβάζετε μόνο «ἐλαφρά» περιοδικά· διαβάστε τὰ ἅγια βιβλία, τοὺς βίους τῶν ἁγίων, τὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, νὰ δῆτε ἐκεῖ μέσα τὰ μαρτύρια.
Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων θὰ δῆτε τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Στεφάνου (βλ. Πράξ. 7,58-60). Ὅταν, λέει, οἱ Ἰουδαῖοι σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ ἅρπαξαν λιθάρια νὰ θανατώσουν τὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο, ποὺ γονατισμένος προσευχόταν στὸ Θεὸ νὰ συγχωρήσῃ τ ̓ ἁμαρτήματά τους, τότε ἦταν ἐκεῖ μαζί τους καὶ ὁ Σαῦλος, καὶ φώναζε κι αὐτός· Θάνατος, θάνατος στὸ Στέφανο! Νέος ἀκόμη τότε, φύλαγε τὰ ῥοῦχα ἐκείνων ποὺ εἶχαν βγάλει τὰ σακκάκια τους, γιὰ νά ̓νε πιὸ ἐλεύθεροι νὰ πετροβολοῦν.
Αὐτὸς ἦταν τότε ὁ Σαῦλος, ἄγριος λύκος γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Τώρα, ἐὰν σᾶς πῇ κάποιος ὅτι αὐτὸς ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί, θὰ τὸ πιστέψῃ κανείς; Καὶ ὅμως αὐτό, ποὺ δὲν γίνεται στὸν κόσμο τῆς φύσεως, αὐτὸ γίνεται στὸν κόσμο τῆς χάριτος, στὸ κλίμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε ἐδῶ αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ μεταβολή, βλέπουμε τὸν ἀπόστολο Παῦλο σὲ μιὰ στιγμὴ ν ̓ ἀφήνῃ τὰ σχοινιά, τὰ μαχαίρια, τὶς ἁλυσίδες, ν ̓ ἀφήνῃ τὴ μανία, καὶ ἀπὸ λύκος ποὺ ἦταν νὰ γίνεται ἀρνί.
Δὲν λησμονεῖ τὸ παρελθόν. Κρατάει στὴ μνήμη του τί ἦταν προτοῦ νὰ τὸν ἐπισκιάσῃ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἀκοῦμε στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ν ̓ ἀναπολῇ τὸ παρελθόν του καὶ νὰ λέῃ πῶς αἰσθάνεται τώρα, ἀφοῦ πλέον ἐγνώρισε τὸν Κύριο.
Εἶμαι τώρα κ ̓ ἐγώ, λέει, ἕνας κήρυκας τοῦ Χριστοῦ. Εἶμαι ὁ τελευταῖος μεταξὺ τῶν ἀποστόλων καὶ ἀνάξιος νὰ λέγωμαι ἀπόστολος, γιατὶ κάποτε ὑπῆρξα διώκτης τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς μὲ ἐλέησε. Θέλησε, τότε ποὺ πήγαινα στὴ Δαμασκὸ μὲ σκοπὸ νὰ συλλάβω Χριστιανούς, καὶ μοῦ ἀποκάλυψε τὸν Υἱόν του μὲ τρόπο συνταρακτικό. Τότε ἐγνώρισα τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, κι ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἡ ζωή μου ἄλλαξε ῥιζικῶς· ἀπὸ ἐχθρὸς καὶ διώκτης ἔγινα φίλος καὶ κήρυκας.
Ἡ ἀλλαγή μου ὀφείλεται στὴν εὐσπλαχνία καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὸ ἄξιζα. Ἦταν δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἡ θαυμαστὴ ἀλλαγὴ ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ στὴν χάρι τοῦ Θεοῦ.
Ἐὰν λοιπόν, ἀδελφοί μου, κάποιος ἀπὸ μᾶς ἄνοιξε κάποτε τὰ μάτια του στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, ἐὰν ἔχῃ κάνει ὡρισμένα βήματα στὴν ἐπίγνωσι τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ἔχῃ σημειώσει καμμιὰ μικρὴ πρόοδο στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἂς προσέξουμε πολὺ τὸν κίνδυνο τῆς ὑψηλοφροσύνης. Ἐὰν ὑπερηφανευθοῦμε νομίζοντας πὼς κάτι εἴμαστε, τότε χάνουμε ὅ,τι κερδίσαμε.
Ἕνας Παῦλος, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἁρπαγῇ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ (βλ. Β ́ Κορ. 12,2), ἀκοῦμε πῶς ὁμιλεῖ· «Χάριτι Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι», λέει· ὅ,τι δηλαδὴ εἶμαι, τὸ ὀφείλω στὴ χάρι τοῦ Θεοῦ· ἐκεῖ ἀνήκει ἡ δόξα, ὄχι σ ̓ ἐμένα. Ἔτσι, ταπεινοί, νὰ νιώθουμε καὶ ἔτσι νὰ ἐκφραζώμαστε κ ̓ ἐμεῖς.
Ἂς δοξάζουμε τὸν Κύριο. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος