Νηστεία - Επιτρέπεται το ψάρι
22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
Ερμηνευτική απόδοση Π. Τρεμπέλα
22 Δὲν εἶναι δὲ μικρὰ συμφορὰ ἡ καρδία σας καὶ ὁ νοῦς σας νὰ κολλήσουν εἰς τὰ γήϊνα καὶ τὰ μάταια.Διὰ νὰ τὸ καταλάβετε, σᾶς φέρω μίαν εἰκόνα.Ὁ λύχνος, ποὺ δίδει φῶς εἰς τὸ σῶμα, εἶναι τὸ μάτι· ὅπως καὶ ὁ λύχνος, ποὺ φωτίζει τὴν ψυχήν, εἶναι ὁ νοῦς· ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι εἶναι ὑγιές, ὅλον τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι γεμᾶτον φῶς, σὰν νὰ ἦτο ὁλόκληρον τὸ σῶμα σου μάτι· ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς σου καὶ ἡ καρδία σου δὲν ἔχουν τυφλωθῆ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν καὶ τὴν προσκόλλησιν εἰς τὰ μάταια. 23 Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι βλαμμένον καὶ τυφλωμένον, ὅλον τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένον εἰς τὸ σκότος.Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνο, ποὺ σοῦ ἐδόθη διὰ νὰ μεταδίδῃ φῶς εἰς σέ, γίνῃ σκότος, εἰς πόσον σκότος θὰ βυθισθῇς; Κάτι ἀνάλογον θὰ συμβῇ, ἐὰν καὶ ὁ νοῦς σου σκοτισθῇ ἀπὸ τὴν προσκόλλησιν εἰς τὸν πλοῦτον.Εἰς πόσον σκότος ἠθικὸν θὰ βυθισθῇ τότε ἡ ψυχή σου! 24 Μὴ ἀπατᾶτε δὲ τὸν ἑαυτόν σας μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ εἰς τὴν γῆν νὰ θησαυρίζῃ κανεὶς καὶ εἰς τὸν Θεὸν νὰ εἶναι προσκολλημένος.Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δοῦλος συγχρόνως εἰς δύο κυρίους.Διότι ἢ θὰ μισήσῃ τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσῃ τὸν ἄλλον· ἢ θὰ προσκολληθῇ εἰς τὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσῃ τὸν ἄλλον.Δὲν δύνασθε νὰ εἶσθε συγχρόνως δοῦλοι καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ μαμωνᾶ.Ἢ θὰ μισήσετε τὸν πλοῦτον, διὰ νὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεόν, ἢ θὰ προσκολληθῆτε εἰς τὸν πλοῦτον καὶ θὰ καταφρονήσετε τότε τὸν Θεόν. 25 Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ καρδία σας πρέπει νὰ ἀνήκῃ ἀποκλειστικὰ εἰς τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, κόψατε τὴν ρίζαν τῆς πλεονεξίας καὶ μὴ φροντίζετε μὲ ἀγωνίαν καὶ στενοχωρίαν διὰ τὴν ζωήν σας, τὶ θὰ φάγετε καὶ τί θὰ πίετε, οὔτε διὰ τὸ σῶμα σας, τὶ θὰ ἐνδυθῆτε.Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα πιὸ πολὺ ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεὸς λοιπόν, ποὺ σᾶς ἔδωκε τὰ ἀνώτερα ταῦτα, θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὰ κατώτερα, τὴν τροφὴν δηλαδὴ καὶ τὸ ἔνδυμα. 26 Κυττάξατε τὰ πετεινά, ποὺ πετοῦν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἴδετε, ὅτι αὐτὰ δὲν σπείρουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε μαζεύουν εἰς ἀποθήκας διὰ τὸν χειμῶνα ἢ τὸν καιρὸν τῆς στερήσεως.Καὶ ὅμως ὁ Πατήρ σας ὁ ἐπουράνιος τὰ τρέφει.Σεῖς δὲν ἀξίζετε πολὺ περισσότερον ἀπὸ αὐτά; 27 Διὰ νὰ καταλάβετε δέ, πόσον ἀνόητος καὶ ἀνίσχυρος εἶναι ἡ μέριμνά σας αὐτή, σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος ἀπὸ σᾶς, ὀσονδήποτε καὶ ἂν φροντίσῃ, ἠμπορεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; Κανείς.Τί κατορθώνετε λοιπὸν μὲ τὴν μέριμνάν σας; 28 Καὶ διὰ τὸ ἔνδυμα διατὶ κυριεύεσθε ἀπὸ ἀνήσυχον καὶ ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρήσατε τὰ ἄνθη, ποὺ φυτρώνουν μόνα των εἰς τὸν ἀγρόν, μὲ ποῖον τρόπον αὐξάνουν.Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν· 29 καὶ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς εἰς ἐπινοήσεις Σολομών, μὲ ὅλην τὴν ἑξακουσμένην βασιλικὴν μεγαλοπρέπειάν του καὶ τὴν λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον περιβολὴν καὶ παράστασίν του, δὲν περιεβλήθη ἔνδυμα τόσον ὠραῖον καὶ θαυμάσιον, ὅπως περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ἄνθη αὐτά. 30 Ἐὰν δὲ ὁ Θεὸς τόσον μεγαλοπρεπῶς ἐνδύῃ τὰ ἀγριόχορταρα, ποὺ φυτρώνουν μόνα των εἰς τὸν ἀγρόν, καὶ ποὺ δὲν ἔχουν προορισμὸν νὰ ζήσουν αἰώνια, ὅπως σεῖς, ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχουν καὶ αὔριον ρίπτονται εἰς τὸν φοῦρνον ὡς καύσιμον ὑλικόν, δὲν θὰ δώσῃ ἔνδυμα πολὺ περισσότερον εἰς σᾶς, ὦ ὀλιγόπιστοι; 31 Μὴ καταληφθῆτε λοιπὸν ποτὲ ἀπὸ ἀνήσυχον φροντίδα λέγοντες, τί θὰ φάγωμεν ἢ τί θὰ πίωμεν ἢ τί θὰ περιβληθῶμεν ὡς ἔνδυμα; 32 Διότι οἱ ἐθνικοὶ καὶ εἰδωλολάτραι, ποὺ ἁγνοοῦν ὁλοτελῶς τὰ ἀσυγκρίτου ἀξίας οὐράνια ἀγαθά, ζητοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ μάταια καὶ φθαρτά, ὡς τὰ μόνα σοβαρὰ καὶ ἀπαραίτητα.Σεῖς ὅμως μὴ ἀνησυχῆτε δι' αὐτά, διότι ὁ Πατήρ σας ὁ οὐράνιος γνωρίζει, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς τὰ δώσῃ αὐτός. 33 Ζητεῖτε δὲ πρωτίστως καὶ κυρίως τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτησιν τῶν ἀρετῶν, ποὺ ὁ Θεὸς ζητεῖ ἀπὸ σᾶς ὡς ὅρον, διὰ νὰ σᾶς χαρίσῃ τὰ ἀγαθὰ ταῦτα, καὶ τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια θὰ σᾶς δοθοῦν μαζὶ μὲ ἐκεῖνα.
1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 δι’ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. 3 οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, 4 ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, 5 ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. 6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. 8 συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. 9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. 10 εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
Ερμηνευτική απόδοση Π. Τρεμπέλα
1 Αφοῦ λοιπὸν ἐγίναμεν δίκαιοι διὰ τῆς πίστεως, ἔχομεν εἰρήνην μετὰ τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς μεσιτείας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πίστεώς μας εἰς αὐτὸν μᾶς ἔχει ἤδη φέρει εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς χάριτος, εἰς τὴν ὁποίαν στέκομεν στερεά. Καὶ δὲν τρέμομεν τώρα τὴν θείαν ὀργήν, ἀλλὰ καυχώμεθα ἐλπίζοντες, ὅτι θὰ ἀπολαύσωμεν τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. 3 Δὲν καυχώμεθα δὲ μόνον διὰ τὴν δόξαν, ποὺ ἐλπίζομεν, ἀλλὰ καυχώμεθα καὶ διὰ τὰς θλίψεις, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ θλῖψις παράγει σιγά - σιγὰ ὡς μόνιμον καὶ τέλειον ἔργον τὴν ὑπομονήν, 4 ἡ δὲ ὑπομονὴ παράγει ἀρετὴν δοκιμασμένην καὶ τελείαν, ἡ δοκιμασμένη δὲ ἀρετὴ παράγει τὴν ἐλπίδα εἰς τὸν Θεόν. 5 Ἡ ἐλπὶς δὲ αὐτὴ δὲν ἐντροπιάζει καὶ δὲν διαψεύδει αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ μᾶς ἐντροπιάσῃ ἡ ἐλπίς μας αὐτή, διότι ἡ πρὸς ἡμᾶς ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐλπίζομεν, ἐξεχύθη καὶ ἐπλημμύρισε μέσα εἰς τὰς καρδίας μας μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ μᾶς ἐδόθη ὡς ἀρραβὼν τῆς ἐλπίδος μας. 6 Εἶναι δὲ πράγματι ἀξιοθαύμαστος καὶ μοναδικὴ ἡ ἀγάπη, ποὺ μᾶς ἔδειξεν ὁ Θεός. Διότι, ὅταν ἀκόμη ἡμεῖς ἤμεθα ἀσθενεῖς πνευματικῶς καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν τὸ καλὸν καὶ νὰ ἀπαλλαγῶμεν μόνοι μας ἀπὸ τὴν ὀργήν, ὁ Χριστὸς εἰς κατάλληλον χρόνον, ποὺ εἶχεν ὁρίσει ὁ Θεός, ἀπέθανε διὰ νὰ σώσῃ ἀνθρώπους ἀσεβεῖς. 7 Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει πράγματι τὴν μεγάλην τοῦ Θεοῦ ἀγάπην, διότι μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος νὰ ἀποθάνῃ γιὰ κάποιον δίκαιον. Διότι διὰ τὸν ἀγαθὸν ἴσως λάβῃ κανεὶς τὴν τόλμην νὰ ἀποθάνῃ. 8 Ὁ Θεὸς ὅμως δεικνύει περιτράνως τὴν ἀπὸ τὰ βάθη του ἀγάπην πρὸς ἡμᾶς, διότι, ὅταν ἀκόμη ἤμεθα ἡμεῖς γεμᾶτοι ἁμαρτίας, ὁ Χριστὸς ἀπέθανε δι’ ἡμᾶς. 9 Πολὺ περισσότερον λοιπὸν τώρα, ποὺ ἐγίναμεν δίκαιοι μὲ τὸ αἷμα καὶ τὴν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, θὰ σωθῶμεν δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τὴν μέλλουσαν ὀργήν. 10 Διότι, ἐάν, ὅταν ἤμεθα ἐχθροί, ἐσυμφιλιώθημεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ θανάτου τοῦ Υἱοῦ του, πολὺ περισσότερον τώρα, ποὺ ἐσυμφιλιώθημεν, θὰ σωθῶμεν διὰ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ ἀποθάνῃ, ἀλλὰ ζῇ ἔνδοξος εἰς τοὺς οὐρανοὺς ὡς μεσίτης ὑπὲρ ἡμῶν.
Μέ τήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου, τίθεται ἕνα ἐρώτημα πού ἀγγίζει τά βάθη τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου· ἄραγε, ἔχουμε φωτεινή, ὑγιῆ πνευματική ὅραση γιά νά βλέπουμε σωστά τά πράγματα, τόν ἑαυτό μας, τούς ἄλλους, τήν ἴδια τήν ζωή, τόν κόσμο πού μᾶς περιβάλλει, τόν Θεό πού μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη; Λύχνος, φῶς γιά τό σῶμα, καθώς διδάσκει ὁ Κύριος, εἶναι ὁ ὀφθαλμός ὁ ὁποῖος ἄν εἶναι ὑγιής, ὅλος ὁ ἄνθρωπος εἶναι φωτεινός· σέ ἀντίθετη περίπτωση, ὅταν ἔχει βλαφθεῖ ὁ ὀφθαλμός, βρίσκεται ὅλος βυθισμένος στό σκοτάδι.
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, πού μέ μία φράση εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, πρέπει νά εἶναι φωτεινός, ὑγιής, καθαρός γιά νά μπορεῖ νά διακρίνει ὀρθά τά πράγματα. Ὁ λύχνος, τό φῶς πού ὑπαγορεύει στήν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου τί εἶναι καλό ἤ τί εἶναι κακό, τί εἶναι ἀληθές ἤ ψευδές, εἶναι μιά ἐσωτερική πνευματική αἴσθηση, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται καί καλλιεργεῖται μέ τοῦ Θεοῦ τήν χάρι καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πιστός μέ τήν φωτεινή πνευματική ὅραση στρέφεται ἀγαπητικά πρός τόν Θεό καί ἀναζητεῖ διαρκῶς τήν παρουσία Του. Ἐπιδιώκει ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του καί ἡ σχέση του μέ τόν συνάνθρωπο νά διαμορφώνονται ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καί τίς θεῖες ἐντολές Του. Ἡ βιοτή του χαρακτηρίζεται ἀπό τήν σπουδή καί τόν ἀγῶνα, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό αὐτόν, νά ζεῖ εἰρηνικά μέ ὅλους (Ρωμ. 12,18), ἔχοντας ἀγάπη καί εἰλικρίνεια, συγχωρητικότητα, κατανόηση, ἀλληλεγγύη.
Ὁ φωτεινός ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς
Βασικός παράγοντας γιά νά διατηρηθεῖ ἡ ὑγεία τοῦ ὀφθαλμοῦ τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ νήψη καί ἡ προσευχή, ὡς καρπός βαθειᾶς πίστεως καί συνεχοῦς πνευματικοῦ ἀγῶνα. Νήψη εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ ἐπαγρύπνηση ἐπί τῆς ἐσωτερικῆς μας καταστάσεως, ἡ τήρηση τοῦ νοῦ, γιά νά μένει ἄτρωτος ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη, καί ἡ προσπάθεια νά παραμένει ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ προσευχή πάλι εἶναι ἕνωση καί κοινωνία μέ τόν Θεό, ἔκφραση ἀγάπης πρός Αὐτόν, καθότι ἄν ἐπιζητοῦμε νά προσευχόμαστε ἀληθινά, σημαίνει ὅτι ὄντως Τόν ἀγαποῦμε. Τό μέτρο, ἡ ποιότητα τῆς προσευχῆς, φανερώνει καί τό μέτρο τῆς ἀγάπης μας γιά τόν Θεό. Ἔτσι, ὁ πιστός κατανοεῖ τήν σοφία τῶν ἀββάδων τῆς ἐρήμου πού λέγουν· «Προσοχή προσευχήν ζητοῦσα, προσευχήν εὑρήσει – ἡ προσοχή, πού ἀναζητεῖ προσευχή, θά βρεῖ προσευχή» (Ὅσ. Νεῖλος Ἀσκητής), γιά νά φυλαχθεῖ ὑγιής ὁ νοῦς, σῶος, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος.
Ἐμπιστοσύνη στόν Θεό
Ὁ πιστός μέ τόν φωτεινό πνευματικό ὀφθαλμό ἀποκτᾶ τήν δυνατότητα νά θέτει σέ σωστή σειρά τίς ἀξίες καί προτεραιότητες τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτό, σέ ἀντίθεση μέ τήν ἀγωνιώδη μέριμνα πού βασανίζει ἀνθρώπους χωρίς ζωντανή πίστη στόν Θεό, ὅσον ἀφορᾶ στήν ζωή καί τά ποικίλα προβλήματα τῆς καθημερινότητάς τους, ἐκεῖνος ἐμπιστεύεται τήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία· «πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Αὐτό, βεβαίως, δέν σημαίνει ὅτι ὁ πιστός εἶναι αἰθεροβάμων καί ὅτι θά παύσει νά ἐργάζεται ἀπό ἀδιαφορία καί ὀκνηρία. Τουναντίον! Ἐξάλλου, ὁ Κύριος γιά μεγάλο χρονικό διάστημα ἐργάσθηκε καί χειρωνακτικά. Μάλιστα, ἡ ἀναφορά πού ὁ ἴδιος κάνει στήν περικοπή μας γιά τήν ἀπουσία μέριμνας καί φροντίδας στά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ, μόνο προτροπή γιά ὀκνηρία καί ἀμέλεια δέν εἶναι. «Τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ –γράφει ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος– κάθε ἄλλο παρά τεμπελιάζουν. Ὁλημερίς πετοῦν, χρησιμοποιοῦν τήν παρατηρητικότητα, τό ράμφος, τίς φτεροῦγες τους. Τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ συνεχῶς ἀξιοποιοῦν τίς δυνατότητές τους· ρουφοῦν χυμούς καί ὀξυγόνο. Ὅλα ὅμως αὐτά τά κάνουν ἁπλά, ἤρεμα, φυσικά».
Εἰρήνη καί ἰσορροπία στήν ζωή
Κατά παρόμοιο τρόπο καί ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά μοχθεῖ, νά ἐργάζεται, νά φροντίζει, ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά καί γιά τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του, ὅμως χωρίς ἄγχος, καταπίεση, προσκόλληση στά ὑλικά πού γίνεται εἰδωλολατρία (Κολ. 3,5)· χωρίς νά φθείρεται ἀπό τήν ἀγωνιώδη μέριμνα καί νά ὁδηγεῖται ἔτσι συντομώτερα στόν θάνατο. Ὁ πιστός, γεμάτος ἀπό τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πρώτιστα συνίσταται στήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ζητεῖ τήν ἐπικράτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τοῦ θελήματός Του στόν κόσμο καί γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός θά μᾶς ἐμπλήσει καί μέ τά οὐράνια καί ἐπίγεια ἀγαθά Του.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/25-2026(3812).pdf
Posted on 21 Ιουνίου, 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-7-1989] (Β219)
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου μας. Στην ομιλία Του αυτή ο Κύριος, που είναι μία, θα λέγαμε, συναγωγή, ένα μάζεμα, πλουσιοτάτη συναγωγή διδαχών πνευματικού βίου και προσανατολισμού, μας τονίζει όπως είδαμε, ότι ο γήινος θησαυρός σκοτίζει τον νου και δεν τον αφήνει να δει τα αγαθά του ουρανού. Αυτό είναι το ένα θέμα από αυτό το απόσπασμα από την επί του Όρους ομιλία του Κυρίου. Γι΄αυτό, λέει, αν ξεκίνησες, άνθρωπε, με στόχο σου τα ουράνια αγαθά, αλλά προσβλέπεις με πάθος και εις την φιλαργυρίαν, δηλαδή εις την αγάπη του χρήματος –φιλαργυρία δεν θα πει τσιγκουνιά, θα πει αγάπη προς το χρήμα, φίλος του αργυρίου- πρέπει να μάθεις ότι δεν μπορείς, λέει ο Κύριος, να δουλεύεις σε δύο αφεντικά, στον Θεό και στο χρήμα.
Κατόπιν, ένα δεύτερο σημείο, αναφέρεται ο Κύριος με πολλές εικόνες και παραδείγματα από την Δημιουργία, όπως τα κρίνα του αγρού, όπως τα πουλάκια, όπως ο Σολομών πώς ντύθηκε κ.τ.λ. ότι η αγωνιώδης φροντίδα για την ζωή σου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ολιγοπιστία· διότι δεν σκέφτηκες ότι πάνω από σένα φροντίζει ο ουράνιος Πατήρ. Συνεπώς αν έχεις αυτήν την αγωνιώδη φροντίδα, αυτή θα σε βλάψει.
Και τελειώνει με ένα συμπέρασμα επάνω σε αυτές τις δύο θέσεις της αγάπης προς τα χρήματα και της αγωνιώδους φροντίδος. Τελειώνει με το εξής συμπέρασμα ο Κύριος: «Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». «Ζητάτε», λέει, «πρώτα την Βασιλεία του Θεού· ύστερα την δικαιοσύνη του Θεού· και όλα τα άλλα θα σας προστεθούν».
Βέβαια, ο Κύριος δεν εννοούσε ότι αρνείται την σημασία του χρήματος, όταν έλεγε «Τι φροντίζετε και τι μεριμνάτε;» ή ακόμη ότι… «Τι θέλεις να μαζεύεις χρήματα;», διότι το χρήμα αντιπροσωπεύει τον κόπον, τον μόχθον του ανθρώπου. Είναι καθ’ εαυτό το χρήμα άνευ σημασίας. Μάλιστα στην εποχή μας -γιατί παλιότερα είχε μία ανταπόκριση αξίας, μια αξία πραγματική- σήμερα που έχομε το χαρτονόμισμα επί παραδείγματι, το χρήμα δεν είναι παρά ένα αντιπροσωπευτικό, που έρχεται να μας πει ότι αυτό αντιπροσωπεύει κάποιον κόπον, μίαν αξίαν. Αντιπροσωπεύει. Δεν έχει καθ’ εαυτό το χρήμα μία αξία. Και συνεπώς είναι χρήσιμο διότι θα μπορούσε με τον τρόπον αυτόν κανείς να έχει μία συναλλαγή ή μία ανταλλαγή αγαθών. Κι αν λάβει κανείς υπόψιν του μάλιστα ότι το χρήμα το χρησιμοποίησε και η μικρή ομάδα του Κυρίου μας Ιησού, με ταμία μάλιστα τον Ιούδα. Καθ’ εαυτό λοιπόν το χρήμα, δεν είναι κακό. Σας είπα, είναι ένας τρόπος συναλλαγής. Θα μου δώσεις, να σου δώσω. Δηλαδή ανταλλάσσομε τους κόπους μας. Και είναι μία, θα λέγαμε, ευφυής επινόησις (επινόησις είναι ε;) του ανθρώπου.
Αλλά και το άλλο, θα λέγαμε, που είναι η φροντίδα για τα υλικά αγαθά, πώς θα ζήσομε, πώς θα ντυθούμε, όλα αυτά αποτελούν δευτερεύοντα στοιχεία. Αυτό θέλει να πει ο Κύριος. Δεν τα αρνείται. Όταν λέγει «ο Πατήρ σας ο ουράνιος γνωρίζει τι έχετε από ανάγκη». Διότι, αν το θέλετε, αγαπητοί μου, αυτά τα στοιχεία αποτελούν στοιχεία που ικανοποιούν την δομή μας. Αυτά είναι κατασκευαστικά δεδομένα. Δεν κατασκευαστήκαμε να τρώμε; Δεν κατασκευαστήκαμε να μην τρώμε. Εις την Βασιλείαν του Θεού, μετά την ανάσταση των νεκρών, δεν θα υπάρχει βεβαίως τροφή. Ούτε θα υπάρχει ανάγκη ενδύματος ή κατοικίας. Εφόσον είμεθα εις τον παρόντα κόσμο και ο τρόπος, η δομή της κατασκευής μας, η κατασκευή μας είναι τέτοια, έχομε ανάγκη από όλα αυτά. Δεν θέλει λοιπόν ο Κύριος να πει «Αυτά πετάξτε τα, δεν σας είναι χρήσιμα». Δεν μιλάει σαν τον Διογένη τον κυνικόν, που… «δεν σου χρειάζεται τίποτα, έξω από την φούχτα σου, για να πιεις νερό». Όχι. Χρειάζονται. Όλα χρειάζονται. Κι ο ίδιος ο Κύριος έκανε χρήση του πολιτισμού της εποχής Του, εν μέτρω φυσικά. Αλλά σας ξαναλέγω, ότι το θέμα Του δεν είναι εκεί, αλλά είναι ότι άλλα έχουν την προτεραιότητα· και άλλα έπονται.
Ας προσεγγίσουμε όμως αυτό το τελικό Του συμπέρασμα ότι «Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» κτλ. Ο Κύριος λοιπόν είπε: «Ζητεῖτε τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ζητείτε. Το ρήμα «ζητῶ» στην αρχαία ελληνική, είναι πιο ισχυρό από το ρήμα «αἰτῶ». Θυμηθείτε εκείνο που είπε ο Κύριος: «Αἰτεῖτε καί δοθήσεται, ζητεῖτε καί εὑρήσετε». Οπότε λοιπόν το «ζητῶ» είναι ισχυρότερον του «αἰτῶ». Τι σημαίνει αυτό; Θα το δούμε πάλι από την Αγία Γραφή, όταν θυμηθούμε ακόμη την παραβολή της απωλεσθείσης δραχμής, που εκείνη η γυναίκα, λέγει, έψαξε να βρει την δραχμή που έχασε και ζητεί, λέει ο Κύριος στην παραβολή, «ζητεῖ ἡ χήρα γυναῖκα ἐπιμελῶς ἕως ὅτου εὕρῃ». Ώστε λοιπόν επιμελώς ζητεί. Ή αν το θέλετε, εκείνη την άλλη παραβολή που αναφέρεται εις την Βασιλείαν του Θεού «ἐμπόρῳ ζητοῦντι καλούς μαργαρίτας». Με έμπορο που ζητεί καλά μαργαριτάρια. Ζητάει. Τι θα πει λοιπόν «ζητῶ»; Το ρήμα «ζητῶ» έρχεται να μας πει ότι «ψάχνω να βρω κάτι, κάτι που έχασα ή κάτι που είναι κρυμμένο ή κάτι που είναι μακρινό ή κάτι που είναι δύσκολο». Κρατήστε παρακαλώ αυτά τα σημεία, για να δείτε, ως προς την Βασιλείαν του Θεού, τι θέλει να πει ο Κύριος. Τι είπε ο Κύριος; «Ζητεῖτε τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή; Σαν κάτι να είναι χαμένο, σαν κάτι δύσκολο, σαν κάτι μακρινό· το οποίο τώρα πρέπει να ψάξομε να το βρούμε.
Πράγματι. Οι πρωτόπλαστοι ήσαν μέσα εις τον Παράδεισον και δεν είχαν ανάγκη να βρουν τον Παράδεισον, διότι ετοποθετήθηκαν μέσα εις τον Παράδεισον. Αλλά από την στιγμή όμως που έχασαν οι άνθρωποι τον Παράδεισον, τότε, για να δείξει ο Κύριος ότι για να ξαναποκτηθεί ο Παράδεισος χρειάζεται έρευνα, χρειάζεται κόπο, φροντίδα, δάκρυα, άσκηση· ότι δεν είναι εύκολο πράγμα, γιατί ο άνθρωπος μετά την πτώση του εχαλάρωσε τις δυνάμεις του, τις νοητικές, τις συναισθηματικές και τις βουλητικές, και συνεπώς είναι κάτι πολύ δύσκολο για να βρει την Βασιλεία του Θεού… Θυμηθείτε εκείνον τον πλούσιον νεανίσκον, ο οποίος επεθύμει μεν, δεν μπορούσε όμως να ξεκολλήσει από εκείνα τα πράγματα με τα οποία ήταν δεμένος και συγκεκριμένα με τον πλούτον. Ακόμη ο Κύριος μας είπε ότι η πύλη που οδηγεί στην Βασιλεία του Θεού είναι στενή. Στενός είναι και ο δρόμος. Και συνεπώς θέλει κόπο, δυσκολία, ιδρώτα.
Ακόμη, η αναζήτηση της Βασιλείας του Θεού πρέπει να είναι επίμονη. Να έχει διάθεση εκείνος που την ζητάει, αρπακτική! Η Βασιλεία του Θεού, είπε ο Κύριος, βιάζεται(δηλαδή υφίσταται βιασμόν· άλλο ισχυρότερο ρήμα του «ζητώ» το «βιάζω») «καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν». Άλλο ρήμα το «ἁρπάζω». Βλέπετε πόσο ισχυρά ρήματα. Για να δείξει ο Κύριος ότι η Βασιλεία του Θεού για να κατακτηθεί -είπα «κατακτηθεί»-πρέπει να γίνει κανείς ούτε λίγο ούτε πολύ, βιαστής και άρπαγας. Όχι χρημάτων. Αλλά της Βασιλείας του Θεού· που δείχνει ότι δεν σου παραδίδεται η Βασιλεία του Θεού εύκολα. Γι΄αυτό, έκτοτε, μετά την πτώσιν των πρωτοπλάστων, η Βασιλεία του Θεού, αγαπητοί μου, ψάχνεται, ερευνάται. Κι αν το θέλετε, για να βρει κανείς, γιατί τι είναι η Βασιλεία του Θεού, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτός ο Θεός. Αυτό είναι όλο η Βασιλεία του Θεού. «Καί αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή ἳνα γινώσκωσί σε, τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας, Ἰησοῦν Χριστόν». Είναι λοιπόν αυτή η γνώσις, αυτή η θεωρία του Θεού. Γι΄αυτό ο άνθρωπος μέσα εις τον Παράδεισον έβλεπε τον Θεό. Τώρα πια δεν τον βλέπει. Πρέπει να ψάξει για να Τον δει, να Τον βρει, να Τον δει. Εκεί μέσ’ τον Παράδεισον, υπήρχε άνεσις. Ήρχετο ο Θεός Λόγος και είχε μία κοινωνία με τους πρωτοπλάστους.
Τώρα δεν είναι πια τα πράγματα έτσι. Λέγει πολύ πολύ χαρακτηριστικά το βιβλίον της Σοφίας Σειράχ εις το 4ο κεφάλαιο τα εξής: «Διεστραμμένος πορεύεται μετ’ αὐτοῦ ἐν πρώτοις» –Ποιος πορεύεται; Η Σοφία. Ποια είναι η Σοφία; Η Ενυπόστατος Σοφία, ο Θεός Λόγος· που έγινε κατοπινά άνθρωπος. «Πορεύεται», λέγει, «μετ’ αυτού, μετά του ανθρώπου, κατ΄αρχάς διεστραμμένα». «Διεστραμμένα» όχι με την έννοια την ηθική. Αλλά με την έννοια την τεχνική. Δηλαδή κάτι που διαστρέφεται, κάτι που δεν είναι ευθεία γραμμή αλλά είναι στενωπή, δρομάκια από δω, ανηφορίτσες από κει, κατηφορίτσες από κει, κάτι δύσκολο. «Στην αρχή», λοιπόν, λέγει, «η Σοφία πηγαίνει… -εννοείται, εκείνος που την αναζητά την Σοφία– αναμφισβήτητα πηγαίνει μαζί του δύσκολα». Ακούστε· το υπογραμμίζω. Δύσκολα. «Φόβον δέ καί δειλίαν ἐπάξει ἐπ’ αὐτόν (:θα του δώσει, θα του φέρει φόβο και δειλία) καί βασανίσει αὐτόν ἐν παιδείᾳ αὐτῆς ( – το υπογραμμίζω ιδιαιτέρως αυτό το σημείο. Και θα τον βασανίσει τον άνθρωπο στην δική της βασανιστική παιδαγωγία. Τ’ ακούσατε; Θα τον βασανίσει) ἔως οὗ ἐμπιστεύσῃ τῇ ψυχῇ αὐτοῦ καί πειράσῃ αὐτόν ἐν τοῖς δικαιώμασιν αὐτῆς» –έως ότου, λέγει, του δημιουργήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Δηλαδή την πίστη. Έως ότου αναπτυχθεί η πίστις. Και θα τον υποβάλει, «πειράσῃ», θα τον δοκιμάσει διά των εντολών σε δοκιμασίες). «Καί πάλιν ἐπανήξει κατ’ εὐθεῖαν πρός αὐτόν (:και θα επανακάμψει η Σοφία. Αλλά αυτή τη φορά όχι για να βασανίσει) καί εὐφρανεῖ αὐτόν (:θα τον ευχαριστήσει, θα τον ευφράνει)καί ἀποκαλύψει αὐτῷ τά κρυπτά αὐτῆς(:και θα του αποκαλύψει τα μυστήρια του Ουρανού, τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού)». Αυτά είναι τα «κρυπτά» της Βασιλείας. Βλέπετε; Όλα αυτά εκφράζονται με το ρήμα «ζητῶ». «Ζητεῖτε πρῶτον», λέει, «τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ζητείτε.
Αλλά, να αναζητηθεί η Βασιλεία του Θεού, η οποία βρίσκεται με τόσο κόπο, τι είναι η Βασιλεία του Θεού; Είναι η καταξίωσις του νοήματος της ανθρωπίνης υπάρξεως. Υπάρχω για να καταξιωθώ να ζήσω μέσα σε μία κατάσταση, μέσα στην Βασιλεία του Θεού. Να πώς το είπε ο Κύριος: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου». «Ελάτε να κληρονομήσετε την ετοιμασμένη για σας βασιλεία»· που ετοιμάστηκε τότε που εθεμελιούτο η Δημιουργία. Ώστε λοιπόν η Βασιλεία είναι έτοιμη για μένα! Ναι. Με έκανε ο Θεός για την δική Του την Βασιλεία. Καταξιώνω λοιπόν την ύπαρξή μου, όταν βρεθώ τελικά εις την Βασιλείαν του Θεού. Οι ασεβείς δεν καταξιώνουν την ύπαρξή τους. Γιατί θα βρεθούν εις την αιωνία κόλαση. Και αυτό είναι το φοβερόν. Ότι δεν καταξιώνουν την ανθρωπίνη τους ύπαρξη. Την αφήνουν και πηγαίνει τσάμπα -ας μου επιτραπεί η λέξις. Την κατασπαταλούν. Την ξοδεύουν εκεί που δεν θα έπρεπε να την ξοδέψουν και συνεπώς δεν την καταξιώνουν.
Αλλά ακόμα, αν θέλετε, η Βασιλεία του Θεού είναι και η θεωρία του προσώπου του Θεού. Το εζήτησε ο Ίδιος ο Κύριος από τον Πατέρα Του τον Ουράνιον: «Πάτερ», λέγει, «οὕς δέδωκάς μοι (:εκείνους που μου έδωκες. Τους μαθητάς και διά των μαθητών όλους τους πιστούς) θέλω ἵνα ὅπου εἰμί Ἐγώ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ (όπου είμαι, να είναι κι εκείνοι μαζί μου -Καταπληκτικό, δηλαδή) ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν (:για να βλέπουν την δική μου την δόξα -Και κανείς δεν μπορεί να δει την δόξα του Θεού, εάν δεν έχει και ο ίδιος δόξα)ἥν δέδωκάς μοί ὅτι ἠγάπησάς με πρό καταβολῆς κόσμου».
Ακόμη, αν θέλετε, κατά έναν θριαμβευτικόν τρόπον, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στο βιβλίο της Αποκαλύψεως λέγει: «Καί ὄψονται τό πρόσωπον Αὐτοῦ (και θα δουν το πρόσωπο του Χριστούο-οι δίκαιοι ε;) καί τό ὄνομα Αὐτοῦ ἐπί τῶν μετώπων αὐτῶν (και το όνομά Του στα μέτωπά τους -που σημαίνει κτήμα του Θεού, ιδιοκτησία του Θεού, κλήρος του Θεού, λαός του Θεού). Καί κέκληται τό ὄνομα Αὐτοῦ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ» (: Και εκλήθη το όνομα… -Τι όνομα εγράφη; Ο Λόγος του Θεού, η Ενυπόστατος Σοφία, ο Ενανθρωπήσας Λόγος, ο Ιησούς Χριστός)».
Εξάλλου, πάλι λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή: «ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστί». «Θα Τον δούμε όπως είναι». Πώς είναι; Όπως έφυγε από την Γη. Αναλαμβανόμενος με πλησμονή, πλησμονή θείας δόξης. Αν το θέλετε, όπως Τον είδαν οι τρεις μαθηταί εις το Θαβώριον όρος.
Ακόμη, η Βασιλεία του Θεού είναι η μακαριότητα του Θεού στους πιστούς, η μεταφορά της μακαριότητος. Μακαριότης θα πει ευτυχία. Συνεπώς η ευτυχία που φεύγει από τον Θεό και έρχεται εις τους πιστούς, κι εκεί απολαμβάνουν αυτήν την μακαριότητα οι πιστοί, κι αυτή η μακαριότητα προσφέρεται με δύο τρόπους. Πρώτα πρώτα σαν απουσία των λυπηρών. Και ύστερα σαν παρουσία των ευφροσύνων. Σαν απουσία των λυπηρών, μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη: «Καί ἐξαλείψει ἀπ’αὐτῶν ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν καί ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι (:δεν υπάρχει πια θάνατος) οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος, οὐκ ἔσται ἔτι (:δεν υπάρχει πια). Ὅτι τά πρῶτα ἀπῆλθον (:οι πρώτες καταστάσεις, η πρώτη βαθμίδα, η επιγεία ζωή του ανθρώπου πέρασε. Πέρασε)».
Και η παρουσία των αγαθών: «Ἐγώ τῷ διψῶντι -λέγει ο Κύριος- δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος δωρεάν (:Σε εκείνον που διψά θα του δώσω Εγώ, λέγει ο Κύριος) ὁ νικῶν ἔσται αὐτῷ ταῦτα (:όλα αυτά ανήκουν σε εκείνον που θα έχει νικήσει) καί ἔσομαι αὐτῷ Θεόν καί αὐτός ἔσται μοι υἱός». Ιδού η μακαριότητα. «Ότι Εγώ θα είμαι για κείνον Θεός, κι εκείνος θα είναι για μένα υιός, παιδί». Κι όπως το παιδί απολαμβάνει τα αγαθά του Πατέρα Του, έτσι και ο άνθρωπος θα απολαμβάνει τα αγαθά του ουρανίου Πατρός.
Ακόμη είπε ο Κύριος, αγαπητοί: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». «Να ζητάτε πρώτα την Βασιλείαν του Θεού». Αυτό το «πρῶτον» βέβαια σε σχέση με ό,τι νομίζετε ότι έχετε ανάγκη από την ζωή. Δηλαδή θες να ντυθείς; Θες να φας; Ναι. Θες χρήματα; Ναι. Αλλά αυτά σε σχέση με την Βασιλεία του Θεού. Συνεπώς πρώτα η Βασιλεία του Θεού. Ύστερα αυτά. Αυτό το «πρῶτον» όπως λέγει ο Ζιγαβηνός «ἀντί τοῦ ἐξαιρέτως καί μάλιστα». Δηλαδή όλως εξαιρετικά, κατ’ εξοχήν, μάλλον μάλιστα. Κατά το μάλλον και μάλλον και μάλλον πρέπει να ζητάτε την Βασιλείαν του Θεού. Πρώτο πρώτο. Αυτό θα πει «ὅλως ἐξαιρέτως καί μάλιστα». Όπως δε, διασώζουν δύο εκκλησιαστικοί συγγραφείς, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και ο Ωριγένης, έχομε και μίαν άλλη γραφή από το Ευαγγέλιον είναι η εξής: «Αἰτεῖτε τά μεγάλα καί τά μικρά ὑμῖν προστεθήσεται ( :Ζητάτε τα μεγάλα και τα μικρά θα σας προστεθούν)· αἰτεῖτε τά ἐπουράνια καί τά ἐπίγεια προστεθήσεται ὑμῖν». «Ζητάτε», λέγει, «τα επουράνια και τα επίγεια θα σας προστεθούν». Είναι δηλαδή μία άλλη γραφή.
Έτσι βλέπομε εδώ ότι ο Κύριος δίδει, αυτό θέλω να προσέξομε, μία ιεράρχηση των θεμάτων. Ιεράρχηση των θεμάτων. Τι είναι πρώτο και τι είναι δεύτερο. Τι είναι τρίτο και τι είναι δέκατο. Όπως και οι εντολές όταν λέμε «Εντολή πρώτη: Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου.. Εντολή πέμπτη: το -το, εντολή δεκάτη: το- το…». Δεν σημαίνει ότι… πώς να τα κάναμε, έπρεπε να δώσομε μία αρίθμηση. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο. Δεν είναι τυχαία η αρίθμησις, αλλά είναι κατά μίαν ιεράρχησιν. Αν το θέλετε, οι τέσσερις πρώτες εντολές αφορούν στη σχέση μας με τον Θεό, και η παράβασή τους δεν είναι αμαρτία αλλά είναι ασέβεια, και οι άλλες έξι εντολές είναι σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους, και δεν είναι ασέβεια, αλλά είναι αμαρτία. Συνεπώς η αρίθμησις, ένα, δύο, τρία, είναι όχι τυχαία αλλά σκόπιμη. Όπως κι εδώ. Όταν λέει: «Πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» –θα πει πρώτο. Το δεύτερο είναι δεύτερο. Το τρίτο είναι τρίτον. Μην κάνομε, αναποδογυρίζομε τα πράγματα και έχομε πρώτα εκείνα που είναι τελευταία και τελευταία εκείνα τα οποία είναι πρώτα.
Δυστυχώς, από την στιγμή που οι πρωτόπλαστοι έχασαν από τον οπτικό των ορίζοντα τον Θεόν Λόγον, εχάλασε μέσα τους η δυνατότητα να προσδιορίζουν ιεραρχικά τα πράγματα. Κι έτσι αυτή η κλίμακα ιεραρχήσεως έχει ανατραπεί. Βάζομε το πάνω κάτω και το κάτω επάνω. Πάρτε παράδειγμα, σε όλες τις εποχές και στην εποχή μας, οι άνθρωποι δίνουν προτεραιότητα στα υλικά αγαθά, τι μισθό θα έχομε, τι αυτοκίνητο θα έχομε και εν παρόδω μιλάμε για την Βασιλεία του Θεού, εν περιθωρίω θέτομε την Βασιλείαν του Θεού. Βλέπετε; Ότι χάσαμε αυτήν την ικανότητα να μπορούμε τα πράγματα να τα ιεραρχούμε.
Ο Κύριος γιατί ήλθε; Ήλθε να μας διορθώσει αυτήν την αμαρτωλή αντιστροφή. Αυτό δηλαδή το αμαρτωλό αναποδογύρισμα. Και πρέπει να καταλάβομε ότι είναι πολύ δύσκολο, ακόμη θεωρητικά εάν το αντιληφθούμε, πρακτικά να το εφαρμόσομε. Να τα βάλομε τα πράγματα στη σειρά τους.
Ακόμη ο Κύριος μάς είπε μαζί με την Βασιλείαν του Θεού, να ζητάμε και την δικαιοσύνη Αυτού. Τι είναι η δικαιοσύνη; Μήπως είναι η δικαιοσύνη πού θα ζητούσαν οι άνθρωποι.. «Κύριε, δεν βλέπεις τι γίνεται πάνω στη Γη; Έλα να επιβάλεις την δικαιοσύνη Σου και να επιβάλεις μία τάξη;». Ή «να επιβάλεις την δικαιοσύνη στην κατανομή των υλικών αγαθών;». Όχι αγαπητοί μου, όχι. Λέγει ο Ζιγαβηνός ότι «ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ καθ΄όλου ἀρετή». Δηλαδή δικαίωσις και δικαιοσύνη στην Αγία Γραφή θα πει, εκτός από την στενή σημασία «δικαιοσύνη» θα πει και αγιότητα. Συνεπώς το θέμα είναι να ζητάτε την αγιότητα του Θεού. Ο Θεός βέβαια είναι το πρότυπον της αγιότητος. Το πρότυπον. Πρέπει να μάθομε δηλαδή ποια είναι αυτή η αγιότητα του Θεού. Ο Κύριος είπε: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος, τέλειος ἐστίν». «Να είσαστε τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας, το υπόδειγμα, το πρότυπον. Στον ουρανό είναι τέλειος».
Τι είναι λοιπόν το να ζητώ την αγιότητα του Θεού; Να καταξιώσω το «καθ’ ὁμοίωσιν». Έγινα κατ΄εικόνα, θέλω δεν θέλω. Είμαι άνθρωπος, θέλω δεν θέλω. Αλλά το «καθ’ ὁμοίωσιν», αν θέλω. Όχι «θέλω δεν θέλω». Αν θέλω. Συνεπώς τι είναι να ζητήσω την αγιότητα του Θεού αφού ο Θεός είναι Άγιος; Να καταξιώσω το «καθ’ ὁμοίωσιν». Ο Απόστολος Παύλος είπε: «Διώκετε τόν ἁγιασμόν οὗ χωρίς (:χωρίς τον Οποίον) οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον». Η αγιότητα, μην ξεχνάμε, ότι έρχεται από τον Θεόν. Από τον Θεόν στον άνθρωπο. Αν εκείνος φυσικά την ζητήσει την αγιότητα. Και πάλι η αγιότητα γίνεται οδός που οδηγεί τον άνθρωπο προς τον Θεό. Από τον Θεό η αγιότητα και ξαναγυρίζει πάλι πίσω. Και γίνεται δρόμος, για να φθάσει ο άνθρωπος στον Θεό. Δεν έχομε παρά να θυμηθούμε την κλίμακα του Ιακώβ. Στην κορυφή της κλίμακος προβάλλεται ο Θεός. Ο άνθρωπος είναι κάτω. Οφείλει να ανεβεί την κλίμακα. Αλλά ποτέ δεν θα μπορέσει να ανεβεί στον ουρανό, εάν δεν ριφθεί η κλίμακα από τον Ουρανό στη Γη, αν δεν στηθεί η Κλίμακα. Και τότε ανεβαίνει ο άνθρωπος προς τα εκεί. Αν θέλει.
Ο Κύριος ακόμα είπε: «Καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». «Όλα αυτά θα σας προστεθούν». Ποια; Όλα τα άλλα. Βλέπετε; Δεν αρνείται ο Κύριος τα αγαθά. Αλλά θέλει να μας πει ότι πρώτα είναι τα ουράνια και μετά τα επίγεια. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Οὐκ εἶπε δοθήσεται ἀλλά προστεθήσεται». Δεν είπε «θα σας δοθούν» αλλά «θα σας προστεθούν». Διότι δεν είναι κάτι το ξεχωριστό τα επίγεια αγαθά· αλλά θα ‘ρθουν να προστεθούν σε εκείνα τα οποία ήδη θα έχομε ζητήσει.
Αγαπητοί μου, ο Κύριος με την Ενανθρώπησή Του και με την διδασκαλία Του μας έβγαλε από το σκοτάδι και την σύγχυση των αξιών. Τι αξίζει και ακόμη τι είναι πρώτο και τι είναι δεύτερο απ’ ό,τι αξίζει. Κι έδωσε το μέτρο όλων των πραγμάτων. Μας είπε ότι στην κορυφή βρίσκεται η αναζήτησις της Βασιλείας του Θεού. Ακόμα και η μίμησις της αγιότητος του Θεού. Μας έδωσε λοιπόν δύο κριτήρια. Την Βασιλεία Του και την αγιότητά Του. Μ’ αυτά τα δύο κριτήρια πρέπει να κρίνομε και να ζυγίσουμε και να μετρήσουμε όλα τα πράγματα του κόσμου τούτου. Με αυτά πρέπει να μάθομε να βλέπομε τον κόσμον και την παρούσα ζωή. Αν υποτεθεί ότι ανατρέπουμε τα πράγματα, τότε κινδυνεύομε να χάσουμε την Βασιλεία του Θεού και να αστοχήσουμε βαριά και αμετάκλητα από τον προορισμό μας. Γι΄αυτό ας ξανακούσουμε άλλη μια φορά τα λόγια του Κυρίου: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ: