Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΚΗΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΣΚΗΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Η Ορθόδοξη άσκηση απέχει από τα αγαθά όχι επειδή τα απεχθάνεται αλλά επειδή αγωνίζεται πνευματικά.

...Η Ορθοδοξία έχει διαφορετικούς κανόνες για τα διαφορετικά πνευματικά επίπεδα των ανθρώπων, δηλαδή για τους μοναχούς, τους ιερείς και τον λαό των πιστών. Ο κανών 51 των Αγίων Αποστόλων κηρύττει: «Ει τις επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, ή όλως του καταλόγου του ιερατικού, γάμου και κρεών, και οίνου, ου δι’ άσκησιν, αλλά δια βδελυρίαν απέχηται…». δηλαδή «αν κάποιος επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος απέχει από την σύναψη γάμου, από την κατα­νάλωση κρέατος και οίνου, όχι για λόγους πνευματικής ασκήσεως, αλλά επειδή τα απεχθάνεται – ξεχνώντας ότι ο Θεός εποίησε τα πάντα ωραία και καλά, ότι εδημιούργησε τον άνθρωπο όχι μόνον υπό μορφήν ανδρός αλλά και γυναικός, και βλασφημώντας διαβάλλει την θεϊκή δημιουργία, είτε πρέπει να επανορθώση την στάση του ή να καθαιρεθή και να εκδιωχθή από την Εκκλησία»! Το ίδιο ισχύει και για τους λαϊκούς.
Αυτός ο κανών είναι βασικός για να εννοήση κανείς την Ορθοδοξία και να κάνη κάθε Ορθόδοξο υπερήφανο για την θρησκεία του: διότι α) κηρρύττει την σημασία της γυναικός όπως και του ανδρός, β) τα πάντα που εδημιούργησε ο Θεός είναι καλά και αγνά, συνεπώς και το κρέας. Εάν συγχαίνεσαι την σεξουαλική πράξη ή το κρέας, υβρίζεις την θεϊκή δημιουρ­γία. Αποφασίζεις να απέχης από αυτά τα αγαθά όχι επειδή τα θεωρείς βρώμικα, αλλά επειδή θέλεις να επιδοθής στην πνευματική άσκηση.
Να υπενθυμίσωμε ότι ο δυτικός χριστιανός εβάσιζε την πίστη του στην ηθικολογία, θεωρούσε βρώμικη την σεξουαλική πράξη και υπεβίβαζε την γυναίκα και όταν ήλλαξε γνώμη… έπαψε να πιστεύη!
Η ερμηνεία του άνω κανόνος από τον Άγιο Νικόδημο, επί λέξει, είναι: «ούτε ο γάμος, και η νόμιμος μετά γυναικός συνάφεια είναι βλαβερά, ούτε τα κρέατα, ούτε ο οίνος αλλ’ η κακή τούτων μεταχείρησις. Διότι αν ήτο κακά και βλαβερά, δεν ήθελαν να δημιουργηθούν από τον Θεόν, όστις είναι φύσει αγαθός».
Ο 14ος κανών της εν Άγκυρα Συνόδου που συνήλθε το 315 μ.Χ. λέγει ότι για να σιγουρευθή κανείς ότι ο ιερεύς – που δεν υπόκειται σε τόση σκλη­ρή άσκηση όσο ο μοναχός και που επιμένει να μην τρώγη ποτέ κρέας, σαν τον μοναχό, όχι διότι η γεύση του είναι δυσάρεστη, αλλά διότι θέλει πράγ­ματι να υποστή και αυτός την πνευματική άσκηση – πρέπει προηγουμένως να υποχρεωθή να δοκιμάση το κρέας, και μόνον μετά να απέχη απ’ αυτό!
Ο περίεργος αυτός κανών εξηγείται στην ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου ως εξής: «Όσοι δε τόσον πολλά απέχουσιν από το κρέας, ώστε όπου ουδέ χόρτα τρώγουσι τα εψημένα με κρέας, ούτοι να παύουσιν από την ιερωσύνην. Δίδουσι γαρ υποψίαν με τούτο οπού κάμνουσιν, ότι συγχαίνονται το κρέας, όπερ εστί των Μανιχαίων και άλλων αιρετικών φρό­νημα»!

Πράγματι στον αγώνα κατά των αιρετικών των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού, η απόλυτη χορτοφαγία και η πίστη στην μετεμψύχωση ήσαν δύο χαρακτηριστικά των χριστιανικών αιρέσεων, ειδικά των Μανιχαίων και αργότερα των Βογομίλων που ποτέ δεν έτρωγαν κρέας.
Δ. Κιτσίκης.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Παπα – Τύχων Αγιορείτης: Πώς θα διώξουμε τα σαρκικά πάθη και τους αμαρτωλούς λογισμούς

Παπα - Τύχων Αγιορείτης
Πολύ στενοχωριόταν, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο νέο, και περισσότερο, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, επειδή δεν ταιριάζουν τα παχιά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας λαϊκός πολύ χονδρός και του λέει:
- Γέροντα, έχω πόλεμο σαρκικό με βρώμικους λογισμούς, πού δεν μ’ αφήνουν καθόλου να ησυχάσω.
Ό Παπα – Τυχών του είπε:
- Εάν, παιδί μου, εσύ θα κάνης υπακοή, με την Χάρη του Χρίστου εγώ θα σε κάνω Άγγελο. Να λες, παιδί μου, συνέχεια την ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και να περνάς όλες τις ήμερες με ψωμί και νερό, και το Σάββατο και την Κυριακή να τρως φαγητό με λίγο λάδι. Να κάνης και από εκατόν πενήντα μετάνοιες την νύκτα και να διαβάζης μετά την Παράκληση της Παναγίας και ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο και το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας.
Μετά από έξιμήνες, πού τον ξαναεπισκέφτηκε, ο Γέροντας δεν μπόρεσε να τον γνωρίση, γιατί είχαν φύγει όλα τα περίσσια παχιά, και με ευκολία πια χωρούσε από την στενή πόρτα του Ναού του. Ό Γέροντας τον ρώτησε:
- Πώς περνάς τώρα, παιδί μου;
Κι εκείνος απήντησε:
- Τώρα νιώθω πραγματικά σαν Άγγελος, γιατί δεν έχω ούτε σαρκικές ενοχλήσεις ούτε και βρώμικους λογισμούς και αισθάνομαι πολύ ελαφρός, πού έφυγαν τα πάχη.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Γιὰ τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρίνουμε τὸν πλησίον μας

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἀββᾶ Δωροθέου» ἔργα ἀσκητικά, ἐκδόσεις «Ἑτοιμασία», Ι. Μονὴ
Τ. Προδρόμου Καρέας
69- Ἂν θυμάμασταν, ἀδελφοί μου, τὰ λόγια τῶν ἁγίων Γερόντων, ἂν τὰ μελετούσαμε, δύσκολα θὰ πέφταμε στὴν ἁμαρτία, δύσκολα θὰ παραμελούσαμε τοὺς ἑαυτούς μας. 
Γιατί, ἄν, ὅπως ἀκριβῶς μᾶς συμβούλευσαν ἐκεῖνοι, δὲν καταφρονούσαμε τὰ μικρὰ καὶ ὅσα θεωροῦμε ἀσήμαντα, δὲν θὰ φθάναμε νὰ πέσουμε στὰ μεγάλα καὶ βαριά. Πάντοτε σᾶς λέω, ὅτι ἀπὸ αὐτὰ τὰ μικρά, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ λέμε «τί σημασία ἔχει αὐτό, τί σημασία ἔχει ἐκεῖνο;», κακοσυνηθίζει ἡ ψυχὴ καὶ ἀρχίζει νὰ μὴ δίνει σημασία καὶ στὰ μεγάλα. Ξέρεις πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι νὰ κρίνεις τὸν πλησίον; Πραγματικά, τί μπορεῖ νὰ εἶναι βαρύτερο ἀπ΄ αὐτό; Τί ἄλλο μισεῖ τόσο πολὺ καὶ ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς σὰν τὴν κατάκριση; Ὅπως ἀκριβῶς εἶπαν καὶ οἱ Πατέρες, δὲν ὑπάρχει χειρότερο πράγμα ἀπ΄ αὐτή.
Καὶ ὅμως λένε ὅτι ἀπ΄ αὐτὰ τὰ μικροπράγματα φθάνει κανεὶς σ΄ αὐτὸ τὸ τόσο μεγάλο κακό. Ἀπὸ τὸ νὰ δεχθεῖ μία μικρὴ ὑποψία γιὰ τὸν πλησίον, ἀπὸ τὸ νὰ λέει «τί σημασία ἔχει ἂν ἀκούσω τί λέει αὐτὸς ὁ ἀδελφός, τί σημασία ἔχει ἂν πῶ καὶ ἐγὼ αὐτὸν τὸν ἕνα λόγο, τί σημασία ἔχει ἂν δῶ ποῦ πάει αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς ἢ τί πάει νὰ κάνει αὐτὸς ὁ ξένος;», ἀρχίζει ὁ νοῦς νὰ ἀφήνει τὶς δικές του ἁμαρτίες καὶ νὰ ἀπασχολεῖται μὲ τὴ ζωὴ τοῦ πλησίον. Ἀπὸ ἐκεῖ φθάνει κανεὶς στὴν κατάκριση, στὴν καταλαλιά, στὴν ἐξουδένωση. Ἀπὸ ἐκεῖ πέφτει σὲ ὅσα κατακρίνει. Ἐπειδὴ δὲν φροντίζει γιὰ τὶς δικές του κακίες, ἐπειδὴ δὲν κλαίει, ὅπως εἶπαν οἱ Πατέρες, τὸν πεθαμένο ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ σὲ τίποτε ἀπολύτως νὰ διορθώσει τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ πάντοτε ἀσχολεῖται μὲ τὸν πλησίον. Καὶ τίποτα δὲν παροργίζει τόσο τὸν Θεό, τίποτα δὲν ξεγυμνώμει τόσο τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἐγκατάλειψη, ὅσο ἡ καταλαλιά, ἡ κατάκριση καὶ ἡ ἐξουδένωση τοῦ πλησίον.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Μέγας Βασίλειος: «Επιστολή στον φίλο Γρηγόριο»



(Ἡ Ἐπιστολὴ γράφηκε τὸν πρῶτο χρόνο τῆς ἀσκήσεως τοῦ Βασιλείου στὰ Ἀννησα, τὸ 358/9. Ὅ,τι ἀκολουθεῖ, ἀποτελεῖ ἀξιοθαύμαστο διάγραμμα τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Περιγράφει καὶ δεοντολογεῖ τὴν προσευχή, τὴ φυλακὴ τοῦ νοῦ, τὶς πνευματικὲς ἀναβάσεις, τὸ ρόλο καὶ τὴν ἀξία τῆς ἡσυχίας, τὴ σημασία τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐμφανίσεως. 

Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κείμενο τοῦτο, ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα καὶ σημαντικότερα τῆς ἀσκητικῆς γραμματείας, γράφηκε ἀπὸ ἀσκητὴ ποὺ ἀκόμα δὲν ἦταν οὔτε 30 ἐτῶν καὶ δὲν εἶχε καλὰ - καλὰ ἀσκητέψει οὔτε 12 μῆνες.)

1. Σὲ ἀναγνώρισα στὴν ἐπιστολή σου, ὅπως ἀναγνωρίζει κανεὶς τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, μὲ τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν τὰ μὲν στοὺς δέ. Διάβασα τὴν ἀποψή σου, πὼς δὲν παίζει κάποιο σπουδαῖο ρόλο τὸ τοπίο (1), ὥστε νὰ προκαλέσει κάποια παρόρμηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὴ συμβίωση μ' ἐμᾶς, πρὶν μάθεις κάτι γιὰ τὸν τρόπο ζωῆς. Δικός σου πράγματι ἦταν αὐτὸς ὁ συλλογισμὸς καὶ τῆς δικῆς σου ψυχῆς, ποὺ ὅλα ἐδῶ κάτω τὰ θαρρεῖ μηδαμινὰ μπροστὰ στὴν ὑποσχεμένη σ' ἐμᾶς μακαριότητα. Ὅσο γιὰ μένα, ὅ,τι κάνω ὁ ἴδιος ἐδῶ πέρα νύχτα καὶ μέρα, ντρέπομαι νὰ τὸ γράψω. Παράτησα λοιπὸν τὴν παραμονή μου στὴν πόλη σὰν πηγὴ ἀφορμῶν γιὰ μύρια δεινὰ κι ἔτσι μπόρεσα ν' ἀφήσω κατὰ μέρος καὶ τὸν ἑαυτό μου. Ἀλλὰ μοιάζω μ' αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ πέλαγος καὶ χωρὶς πείρα ὄντας ἀπὸ ταξίδια, λιποψυχοῦν κι ὑποφέρουν ἀπὸ ναυτία.

Τοὺς στενοχωρεῖ τὸ μεγάλο σκάφος, γιατί κουνιέται πολύ. Μπαίνουν λοιπὸν στὴ φελούκα ἤ στὸ βαρκάκι. Ἀλλὰ πάλι τοὺς πιάνει ἡ θάλασσα καὶ δὲν ξέρουν πιὰ τί νὰ κάνουν, γιατί τοὺς ἔρχεται κι ἐδῶ ἡ ἀναγούλα κι ἡ πίκρα στὸ στόμα. Τὸ ἴδιο καὶ μ' ἐμᾶς συμβαίνει. Φέρνοντας μαζί μας παντοῦ τὰ πάθη ποὺ φωλιάζουν μέσα μας, στὶς ἴδιες ταραχὲς βρισκόμαστε. Κι ἡ κατάληξη εἶναι ὅτι τίποτα τὸ σπουδαῖο δὲν κερδίσαμε ἀπ' αὐτὴ τὴν ἐρημία. Τί ἔπρεπε νὰ κάνουμε; Νὰ βαδίσουμε στὰ ἴχνη ἐκείνου ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία λέγοντας: «Ὅποιος θέλει πίσω μου νὰ ἔλθει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του κι ἂς σηκώσει τὸ σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθήσει».

2. Χρέος μας εἶναι, νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μέσα σὲ ἡσυχία. Τὸ μάτι, ὅταν γυροφέρνει διαρκῶς καὶ τώρα στὰ πλάγια πάει κι ἔρχεται κι ὕστερα πρὸς τὰ ψηλὰ ἤ τὰ χαμηλὰ ὁλοένα ἀλλάζει κατεύθυνση, δὲν μπορεῖ νὰ κοιτάξει καθαρὰ ὅ,τι βρίσκεται ἀπέναντί του. Πρέπει τὸ βλέμμα νὰ στερεωθεῖ πάνω στὸ ὁρατό, ἂν εἶναι νὰ ἰδεῖς καθαρά. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν μύριες κοσμικὲς ἔγνιες τὸν τραβοῦν ἀπὸ παντοῦ, δὲν κατορθώνει ν' ἀτενίσει ξάστερα τὴν ἀλήθεια. Ἀλλ' αὐτὸν ποὺ δὲν ζεύθηκε ἀκόμα στὸ ζυγὸ τοῦ γάμου, τὸν ἀναστατώνουν μανιασμένες ἐπιθυμίες καὶ ὁρμὲς ἀβάσταχτες καὶ κάποιες ἐρωτικὲς ἕλξεις ποὺ εἶναι ὅλο ἀγκάθια. Ἐνῶ ὅποιον ἤδη εἶναι στὰ κάτεργα μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα ποὺ στεφανώθηκε, ἄλλος συρφετὸς Ἀπὸ ἔγνιες τὸν περιμένει. Ἂν εἶναι ἄτεκνος, ἡ λαχτάρα νὰ κάνει παιδιά. Ἂν ἀπόχτησε παιδιά, ἡ μέριμνα τῆς ἀνατροφῆς τους. Ἡ ἄγρυπνη παρακολούθηση τῆς γυναίκας του. Τὸ νοικοκυριό. Τῶν ὑπηρετῶν ἡ ἐπιτήρηση. Οἱ ζημιὲς ἀπὸ ὁμόλογα. Οἱ διαπληκτισμοὶ μὲ τοὺς γείτονες. Τὰ μπλεξίματα στὰ δικαστήρια. Οἱ κίνδυνοι στὸ ἐμπόριο. Τῆς γεωργίας ἡ πολλαπλὴ κούραση. Κάθε μέρα ἀνατέλλει φέρνοντας δική της σκοτούρα στὴν ψυχή. Κι οἱ νύχτες, ὅσες φροντίδες ἀφήνει ἡ μέρα, μέσα στὶς ἴδιες φαντασιοπληξίες ξεπλανεύουν τὸ νοῦ.

Ἀπ' ὅλα αὐτά, μιὰ εἶναι ἡ φυγή: Νὰ χωρισθεῖς ἀπ' ὅλο τὸν κόσμο. Κι ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο δὲν εἶναι τὸ νὰ βρεθεῖς σωματικὰ ἔξω ἀπ' αὐτόν, ἀλλὰ ν' ἀποσπάσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ συμπάθεια πρὸς τὸ σῶμα καὶ νὰ μείνεις χωρὶς πόλη, σπίτι, βίος, συντρόφους, χτήματα, μέσα γιὰ νὰ ζεῖς, κοσμικὰ ἐνδιαφέροντα, συναλλαγές, γνώση τῶν ἀνθρωπίνων διδαγμάτων, ἕτοιμος νὰ ἐγκολπωθεῖς τὰ ὅσα τυπώνει στὴν καρδιὰ ἡ θεία διδασκαλία.

Ἑτοιμασία δὲ τῆς καρδιᾶς εἶναι τὸ νὰ ξεμάθει ὅσα ἡ ἁμαρτωλὴ συνήθεια τῆς εἶχε ἐπιβάλει πρὶν διδάγματα. Δὲν εἶναι μπορετό, βλέπεις, νὰ γράψεις στὸ κερὶ πρὶν σβήσεις ὅσα ἦταν ἤδη χαραγμένα πάνω του. Ἔτσι, οὔτε στὴν ψυχὴ νὰ βάλεις θεῖες ἀλήθειες, πρὶν ἐξώσεις ἀπ' αὐτὴ τὶς προκαταλήψεις, ὅπου τὸ ἔθος τὴν εἶχε αἰχμαλωτίσει.

Λοιπόν, γι' αὐτὸ τὸ σκοπό, πολύ μᾶς ὠφελεῖ ἡ ἐρημία, κατευνάζοντας τὰ πάθη μας κι ἐπιτρέποντας στὸ λογικὸ νὰ τὰ ξερριζώσει ὁλότελα ἀπὸ τὴν ψυχή. Πότε εἶναι εὔκολο νὰ τιθασευθοῦν τὰ θηρία; Ὅταν προηγηθεῖ τὸ χάδι. Ἔτσι κι οἱ ἐπιθυμίες κι οἱ ὀργὲς κι οἱ φόβοι κι οἱ λύπες, αὐτὰ τὰ φαρμάκια τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ κατευνασθοῦν μέσα στὸν ἡσύχιο βίο καὶ πάψουν νὰ ἐξαγριώνονται μὲ τὸν ἀδιάκοπο ἐρεθισμό, καταβάλλονται πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ λογικοῦ.

Ἂς εἶναι λοιπὸν ὁ τόπος ὅμοιος μὲ τὸ δικό μας τόπο, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ συγχρωτισμὸ μὲ ἀνθρώπους, ἔτσι ποὺ τίποτα τὸ ἀπ' ἔξω νὰ μὴ διακόπτει στὴ συνέχειά της τὴν ἄσκηση. Ἡ δὲ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας τρέφει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ θεία διανοήματα- Τί λοιπὸν εἶναι πιὸ μακάριο ἀπὸ τὸ νὰ μιμεῖται κανεὶς στὴ γῆ τὸν ἀγγελικὸ κόσμο; Πῶς; Μόλις ἀρχίζει ἡ μέρα, νὰ ὁρμᾶ στὴν προσευχὴ καὶ νὰ γεραίρει μὲ ὕμνους κι ὠδὲς τὸ Δημιουργό. Κι ὕστερα, ἀφοῦ ξεμυτίσει ὁ ἥλιος, νὰ πηγαίνει νὰ ἐργασθεῖ, ἔχοντας συνοδὸ του παντοῦ τὴν προσευχὴ καὶ τοὺς ὕμνους, σὰν ἁλάτι νὰ τοῦ νοστιμίζουν τὴν ἐργασία. Γιατί τὴν ἱλαρὴ κι ἄλυπη κατάσταση τῆς ψυχῆς τὴ χαρίζουν οἱ παρηγοριὲς τῶν ὕμνων.

Ἡ ἡσυχία λοιπὸν εἶναι ἡ βάση γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς. Τότε, οὔτε ἡ γλώσσα μιλᾶ γιὰ κοσμικὰ πράγματα, οὔτε τὰ μάτια περιδιαβάζουν πάνω σὲ προφαντὰ καὶ καλοκαμωμένα σώματα, οὔτε ἡ ἀκοὴ λιγώνει τὴν ψυχὴ μὲ μουσικὰ ἀκροάματα συνθεμένα γιὰ νὰ προκαλοῦν ἡδονή, οὔτε λόγια εὐτράπελα καὶ γελωτοποιὰ γρικᾶμε, ποὺ καθὼς ἡ πείρα μαρτυρεῖ, ἀποδυναμώνουν στὸ ἔπακρο τὴν ψυχή.

Ὁ νοῦς ποὺ δὲν σκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω κι οὔτε ξεχύνεται στὸν κόσμο μὲς ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, γυρνᾶ στὸν ἑαυτό του. Καὶ μὲς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὑψώνεται στὴ θεογνωσία. Τότε, τριγυρισμένος καὶ ποτισμένος ἀπὸ τὴ λάμψη ἐκείνης τῆς ὀμορφιᾶς, ξεχνᾶ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του. Δὲν τὸν τραβοῦν πιὰ ἡ φροντίδα τῆς τροφῆς, οὔτε ἡ μέριμνα τῆς ἐνδυμασίας. Ἔχοντας ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς γήινες ἔγνιες, ὅλη του τὴ λαχτάρα τὴ στρέφει τώρα στὸ νά κερδίσει τὰ αἰώνια ἀγαθά. Δὲν τὸν μέλει ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ πετύχει τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀνδρεία, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ φρόνηση (2) καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές, ὅσες ὑπάγονται στὶς γενικὲς αὐτὲς ἀρετὲς κι ὑπαγορεύουν στὸ ζηλωτὴ σωστὰ νὰ ζεῖ σὲ κάθε λεπτομέρεια.


3. Σπουδαιότατος δρόμος γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὸ τί πρέπει νὰ κάνει, εἶναι ἡ μελέτη τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν. Γιατί ἐκεῖ μέσα θὰ δεῖ τὶς ἐντολὲς ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόζει καὶ τοὺς βίους τῶν μακαρίων ἀνδρῶν δοσμένους μὲς ἀπὸ τὰ γράμματα. Εἶναι σὰν ἔμψυχες εἰκόνες, ποὺ δείχνουν πῶς νὰ πολιτεύεσαι σύμφωνα μὲ το θεῖο θέλημα. Εἶναι πρότυπα ἀγαθῶν ἔργων, ποὺ καλεῖσαι νὰ μιμεῖσαι. Ἔτσι, ὅποια ἔλλειψη αἰσθάνεσαι στὸν ἑαυτό σου, σὰν σὲ κοινό ἰατρεῖο ἐκεῖ παραμένοντας, βρίσκεις τὸ κατάλληλο γιὰ τὴν πάθησή σου φάρμακο. 

Λόγου χάρη, ὅποιος λαχταρᾶ τὴ σωφροσύνη, διαρκῶς ξετυλίγει τὴν ἱστορία τοῦ Ἰωσὴφ κι ἀπ' αὐτὸν μαθαίνει καλὰ τὴ σώφρονα ζωή, βλέποντάς τον ὄχι μόνο νὰ εἶναι ἐγκρατὴς ἀπέναντι στὶς ἡδονές, ἀλλὰ καὶ στερεωμένον στὴν ἀρετή. 

Ἐξ ἄλλου, μορφώνεται στὴν ἀνδρεία ἀπὸ τὸν Ἰώβ. Τί θωρεῖ σ' αὐτόν; Ὅταν τοῦ ἦλθε ἀνάποδα ἡ ζωὴ κι ἀπόμεινε ὁλότελα ἄνεχος ἀπὸ πλούσιος κι ἄτεκνος ἀπὸ εὐτυχισμένος πατέρας μέσα σὲ λίγη ὥρα, δὲν ἄλλαξε σὲ τίποτα. Ἀπὸ παντοῦ, φύλαξε ὑψηλὸ τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς. Ἀκόμα κι ὅταν οἱ φίλοι του, ποὺ ἦλθαν νὰ τὸν παρηγορήσουν, τὸν μάλωναν καὶ τοῦ αὔξαιναν τὸν πόνο, δὲν ἔχασε τὴ γαλήνη του. 

Θέλει πάλι κανεὶς νὰ δεῖ πὼς ὁ πρᾶος μπορεῖ νὰ εἶναι συνάμα καὶ παλικάρι, ἔτσι ποὺ νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν παλικαριὰ ἀπέναντι στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πραότητα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους; Ἂς κοιτάξει τὸν Δαβίδ, θὰ τὸν βρεῖ γενναῖο καὶ τροπαιοφόρο στοὺς πολέμους καὶ πρᾶο κι ἀτάραχο στὰ ἄδικα χτυπήματα τῶν ἐχθρῶν του. 

Ἴδιος ἦταν κι ὁ Μωυσῆς. Ἀπέναντι σ' ὅσους ἁμάρταιναν βαριὰ στὸν Θεό, ξεσηκωνόταν. Ἐνῶ μὲ πραότητα στὴν ψυχή, ὑπέφερε τὶς ἀδικίες ποὺ τοῦ γίνονταν. 

Καὶ γενικά, ἂς ἔχουμε ὑπ' ὄψη τί κάνουν οἱ ζωγράφοι. Ὅταν ἀντιγράφουν κάποιο πρότυπο, δὲν ἀποσποῦν τὴν προσοχὴ τους ἀπ' αὐτό. Κι ἔτσι πασχίζουν νὰ μεταφέρουν στὸ δικό τους ἔργο τέχνης ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ βλέπουν ἐκεῖ. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ κάνει κι ὅποιος πασχίζει ν' ἀπεργασθεῖ τὸν ἑαυτὸ του τέλειο σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἀρετῆς, θὰ κοιτᾶ μὲ προσοχή, σὰν ἀγάλματα ποὺ κινοῦνται καὶ δροῦν, τοὺς βίους τῶν ἁγίων καὶ θὰ κάνει δικό του ὅ,τι καλὸ ἔχουν, ἀντιγράφοντάς τους.

Οἱ προσευχὲς πάλι, διαδεχόμενες τὰ ἀναγνώσματα, κάνουν μὲ τὴ σειρὰ τους τὴν ψυχὴ πιὸ νέα καὶ πιὸ σφριγηλὴ στὸν πόθο ποὺ τὴν κινοῦσε πρὸς τὸν Θεό. Καὶ προσευχὴ καλὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ κάνει τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καθαρὴ μέσα στὴν ψυχή. Αὐτό, ἄλλωστε, σημαίνει τὸ νὰ κατοικεῖ μέσα μας ὁ Θεός: Νὰ τὸν ἔχουμε μὲ τὴ μνήμη θρονιασμένο στὰ μύχιά μας. Ἔτσι γινόμαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν διασποῦν τὴ μνήμη οἱ γήινες φροντίδες. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν ἀναστατώνεται ἀπὸ τοὺς αἰφνιδιασμοὺς τῶν παθῶν. Ὅταν, ὅλα ἀποφεύγοντάς τα, ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ βγαίνει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεό. Ὅταν, ἀποδιώχνοντας ὅσα μᾶς δελεάζουν νὰ πᾶμε πρὸς τὴν κακία, ἀπασχολεῖται μὲ ὅ,τι μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀρετή.

Καὶ πρῶτα - πρῶτα, καλὸ εἶναι νὰ φροντίζουμε γιὰ τὸ πῶς θὰ μιλᾶμε. Νὰ μὴ μένουμε δηλαδὴ στὴν ἀμάθεια, ἀλλὰ νὰ ρωτᾶμε ὄχι μὲ διάθεση ἐριστικὴ καὶ ν' ἀποκρινόμαστε ὄχι φιλόδοξα, χωρὶς νὰ διακόπτουμε τὸ συνομιλητὴ μας ὅταν λέει κάτι ὠφέλιμο, οὔτε ἐπιθυμώντας νὰ παρεμβάλλουμε ἐπιδεικτικὰ τὸ λόγο μας, ἀλλὰ κρατώντας μέτρο κι ὅταν μιλᾶμε κι ὅταν ἀκοῦμε. Νὰ μαθαίνουμε χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε καὶ νὰ διδάσκουμε χωρὶς φθόνο. Ὅ,τι μάθαμε ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ μὴ τὸ κρύβουμε, ὅπως οἱ φαῦλες γυναῖκες τὸ ὅτι εἶναι νόθο τὸ παιδί τους, ἀλλὰ μ' εὐγνωμοσύνη νὰ προβάλλουμε τὸν πατέρα τοῦ λόγου. Ὁ τόνος δὲ τῆς φωνῆς μας ἂς εἶναι μᾶλλον ὁ μέσος. Ἔτσι καὶ δὲν θὰ ξεφεύγει τὴν ἀκοὴ σὰν ψίθυρος καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐνοχλητικὸς σὰν ξεφωνητό. Κι ἀφοῦ ἐξετάσουμε μέσα μας τί ἔχουμε νὰ ποῦμε, ἔτσι νὰ τὸ ξεστομίζουμε ὕστερα. 

Πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι εὐπροσήγορος στὶς συναντήσεις του καὶ γλυκομίλητος. Νὰ μὴ θηρεύει τὸ εὐχάριστο μὲς ἀπὸ τὰ εὐτράπελα, ἀλλὰ νὰ εἶναι κοντὰ στὴν καρδιὰ τοῦ συνομιλητῆ του μὲ τὸν καλόβολο, στηρικτικὸ καὶ παρηγορητικὸ λόγο. Πάντα τὴν τραχειὰ ἔκφραση ἀποφεύγοντας, ἀκόμα κι ἂν χρειάζεται νὰ ἐπιτιμήσει. Γιατί, μὲ προϋπόθεση τὴν ταπεινοφροσύνη σου, θὰ εἶσαι καλόδεχτος ἀπ' αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀνάγκη θεραπείας. 

Πολλὲς φορές, μᾶς εἶναι χρήσιμος κι ὁ τρόπος ποὺ βρῆκε ὁ προφήτης γιὰ νὰ ἐπιπλήξει. Ὅταν ἁμάρτησε ὁ Δαβίδ, δὲν τὸν καταδίκασε ἀπότομα ὁ ἴδιος. Χρησιμοποίησε ἕνα φανταστικὸ πρόσωπο ἐνόχου κι ἔτσι τὸν ἔκανε νὰ γίνει κριτὴς τοῦ ἁμαρτήματος ποὺ ὁ ἴδιος διέπραξε. Ὁ Δαβὶδ μόνος του ἀπὸ πρὶν καταδίκασε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μεμφθεῖ τὸν ἐλεγκτὴ του.
Ταιριάζει δὲ στὸ ταπεινὸ καὶ συντετριμμένο φρόνημα μάτι θλιμμένο, ποὺ νὰ βλέπει χάμω, παρουσιαστικὸ ἀμελημένο, κόμη ἀπεριποίητη, ροῦχο ρυπαρό. Δηλαδή, ὅσα κάνουν ἀπὸ ὑποχρέωση αὐτοὶ ποὺ πενθοῦν, σ' ἐμᾶς εἶναι αὐθόρμητο ἀπαύγασμα. 

Χιτώνας μὲ ζώνη συμμαζεμένος στὸ σῶμα. Καὶ τὸ ζώσιμο μήτε πάνω ἀπὸ τὶς λαγόνες, πράγμα θηλυπρεπές, μήτε χαλαρό, ποὺ ν' ἀφήνει τὸ χιτώνα νὰ γλιστρᾶ, πράγμα ποὺ δείχνει μαλθακότητα. Καὶ τὸ βάδισμα μήτε νωχελικό, ὁπότε θὰ ἔκανε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ψυχὴ ἔκλυτη, οὔτε πάλι ἀγέρωχο καὶ βιαστικό, ὑποδηλώνοντας σὰν ἀχαλίνωτες τὶς ὁρμές της. Σκοπὸς τοῦ ρούχου εἶναι ἕνας: Νὰ σκεπάζει τὴ σάρκα ὅσο τῆς χρειάζεται τὸ χειμώνα καὶ τὸ καλοκαίρι. Ὅσο γιὰ τὸ χρῶμα, νὰ μὴν ἐπιδιώκεται τὸ ζωηρό. Κι οὔτε ἡ ὕφανση νὰ εἶναι λεπτὴ καὶ μαλακή. Γιατί τὸ νὰ λογαριάζει κανεὶς στὴν ἐνδυμασία τὸ ἐντυπωσιακό, θυμίζει τὸ γυναικεῖο καλλωπισμό. Οἱ γυναῖκες, πράγματι, βάφουν ἀδίσταχτα μ' ἄλλο χρῶμα μάγουλα καὶ μαλλιά. Ἀλλὰ καὶ στὸ πάχος ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι ὁ χιτώνας, ὥστε μόλις νὰ θάλπει αὐτὸν ποὺ τὸν φορᾶ. 

Τὸ ὑπόδημα, φθηνὸ μέν, ἀλλὰ κι ὄχι ἐλαττωματικὰ ἐξυπηρετικό. Καὶ γενικά. Ὅπως στὴν ἐνδυμασία ἁρμόζει τὸ βασικὰ χρήσιμο, ἔτσι καὶ στὴ διατροφή. Τὸ ψωμὶ ποὺ ἀρκεῖ καὶ τὸ νερὸ ποὺ φθάνει γιὰ νὰ σβήνει τὴ δίψα σὲ γερὸ ὀργανισμὸ κι ὅσα φυτικὰ προϊόντα μαγειρευτά, ποὺ ἔχει τὸ σῶμα ἀνάγκη γιὰ νὰ διατηρεῖ τὴ δύναμή του. Καὶ νὰ τρῶμε χωρὶς βουλιμία ξέφρενη, ἀλλὰ πάντα νὰ φυλᾶμε συμπεριφορὰ στὸ φαγητὸ σταθερὴ κι ἥμερη κι ἐγκράτεια στὶς νοστιμιές. Κι οὔτε τότε νὰ μένει ὁ νοῦς ἀργὸς στὶς γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸ σκέψεις, ἀλλὰ νὰ παίρνουμε ἀφορμὴ δοξολογίας του κι ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἐδεσμάτων κι ἀπὸ τὴν κατασκευὴ τοῦ σώματος ποὺ τὰ ὑποδέχεται. 

Ἂς προσευχόμαστε πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό, νὰ γίνουμε ἄξιοι τῶν παροχῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτῶν ποὺ μᾶς δίνει κι αὐτῶν ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει στὸ μέλλον. Ἂς προσευχόμαστε κι ἀφοῦ ἀποφᾶμε, εὐχαριστώντας γιὰ ὅσα μᾶς δόθηκαν καὶ ζητώντας ὅσα μᾶς εἶναι ὑποσχεμένα. Μιὰ ὥρα, γιὰ τὴν τροφὴ ταγμένη κατὰ μέρος, ἡ ἴδια πάντα στὸν κύκλο τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν τοῦ μερονυχτίου, μιὰ καὶ μόνη νὰ ξοδεύεται γιὰ τὸ σῶμα. Κι οἱ ἄλλες, γιὰ ν' ἀπασχολοῦν τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ ἀσκητῆ. 

Ὕπνοι ἐλαφροί, ἀπ' ὅπου εὔκολα σηκώνεσαι, ὄντας φυσικὴ συνέπεια στὴ συγκρατημένη διατροφὴ καὶ ποὺ νὰ διακόπτονται ποὺ καὶ ποὺ ἀπὸ τὴ μέριμνα γύρω ἀπὸ τὰ σπουδαῖα. Γιατί τὸ νὰ κρατιέσαι σὲ βαθὺ ἀποκάρωμα καὶ νὰ παραλύουν τὰ μέλη σου, ἔτσι ποὺ νὰ δίνεις τόπο σὲ ἄπρεπες φαντασιοπληξίες, σὲ ρίχνει σὲ καθημερινὸ θάνατο ἂν ἔτσι κοιμᾶσαι. Ἀλλὰ ὅ,τι στοὺς ἄλλους εἶναι ὁ ὄρθρος, τὰ μεσάνυχτα εἶναι σὲ ὅσους ἀσκοῦνται στὴν εὐσέβεια. Γιατί ἡ νυχτερινὴ ἡσυχία χαρίζει στὴν ψυχὴ μεγάλη ἄνεση. Τότε, οὔτε τὰ μάτια, οὔτε τ' αὐτιὰ μεταφέρουν στὴν καρδιὰ βλαβερὰ ἀκούσματα ἤ θεάματα. Ὁ νοῦς εἶναι μόνος μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Διορθώνει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες του. Παίρνει ἀποφάσεις γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ κακό. Κι ἐπιδιώκει τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ φθάσει, ὡς τὸ ὠμέγα τους, ὅσα λαχταρᾶ. 


(1). Ὁ Βασίλειος, ἐπιθυμώντας νὰ προσελκύσει κοντὰ του τὸν Γρηγόριο γιὰ νὰ μονάσουν μαζὶ (σύμφωνα μὲ ὑπόσχεση ποὺ εἶχαν δώσει ἀμοιβαῖα ὅταν σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα), τοῦ ἔστειλε ἀπὸ τὰ Ἀννησα γράμμα, στὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ὡραιότητα τοῦ τοπίου μὲ περισσὴ τέχνη. Τότε ὁ Γρηγόριος ἀπάντησε ὅτι δὲν τὸν συγκινοῦν τὰ τοπία ὅσο ἡ πνευματικὴ ζωή.

(2). Ἐδῶ εἶναι ἄμεσα ἐπηρεασμένος ὁ Βασίλειος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, πού• ἀναφέρει καὶ τὶς τέσσερις ἀρετές. Τὸ γεγονὸς πάντως δὲν ἐμποδίζει τὸ Βασίλειο νὰ θεμελιώνει τὴν ἄσκηση σὲ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ καὶ βιβλικὸ ὑπόβαθρο.

Μέγας Βασίλειος - Απ' την 2η Επιστολή του «Προς τον Φίλον Γρηγόριο

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013

Ποιο είναι άραγε το πραγματικό νόημα της χριστιανικής ασκήσεως;



Ποιο είναι άραγε το πραγματικό νόημα της χριστιανικής ασκήσεως;

Διαβάστε ένα περισπούδαστο άρθρο του Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Σεβασμιότατου κ. Συμεών, ο οποίος έγραψε μεν το άρθρο του ευρισκόμενος «στο κατώφλι της Μ. Παρασκευής», όπως λέει, αλλά το άρθρο αυτό είναι πάντα διαχρονικό και επίκαιρο!...
Το νόημα της χριστιανικής ασκήσεως
Μητροπολίτου Νέας Σμύρνης Σεβ. κ. Συμεών
Στό κατώφλι τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς,
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2000, σ. 39-52.
Με τη χάρη του Θεού, αγαπητοί αδελφοί, εισερχόμαστε από αύριο στην ιερή περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ονομάζεται και είναι πράγματι στάδιο πνευματικό. Και οι πιστοί, που καλούμαστε να εισέλθουμε σ' αυτό για να αγωνιστούμε, είμαστε οι αγωνιστές «τοῦ καλοῦ ἀγῶνος τῆς πίστεως» (Α΄ Τιμ. 6,12). Οι αθλητές του πνεύματος. Οι στρατιώτες του Ιησού Χριστού ( Β΄Τιμ. 2,3,5).
Πάντοτε αγωνιζόμαστε οι χριστιανοί. Η χριστιανική ζωή είναι ένας συνεχής και αδιάκοπος αγώνας. Ωστόσο, η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως χρόνος προετοιμασίας μας για τον εορτασμό της κορυφαίας εορτής του Πάσχα, προϋποθέτει εντατικότερη προσπάθεια, θερμότερο ζήλο, μεθοδικότερον αγώνα.
Σε τι ακριβώς συνίσταται ο πνευματικός αγώνας αυτής της περιόδου, τον οποίο καλούμαστε να αναλάβουμε; Τον καθορίζει με σαφήνεια το 3 ο Προσόμοιο του Τριωδίου, που ακούσαμε να ψάλλεται πριν από λίγο -ποίημα, καθώς φαίνεται από την επιγραφή του, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.
«Τόν τῆς νηστείας καιρόν φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγῶνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες∙ ἁγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκαν καθάρωμεν∙ νηστεύσομεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος∙ ἐν αἷς διατελοῦντες πόθῳ, ἀξιωθείημεν πάντες κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί τό Ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι ».
Δηλαδή: «Ας ξεκινήσουμε χαρούμενα την περίοδο της νηστείας, υποβάλλοντας τον εαυτό μας σε πνευματικούς αγώνες. Να εξαγνίσουμε την ψυχή. Να καθαρίσουμε την σάρκα. Όπως νηστεύουμε με τις τροφές, να απέχουμε από κάθε πάθος, εντρυφώντας στις αρετές του Πνεύματος. Και παραμένοντας με πόθο στην ενάρετη ζωή, είθε ν' αξιωθούμε, γεμάτοι πνευματικοί χαρά, ν' αντικρίσουμε το πάνσεπτο Πάθος και το άγιο Πάσχα του Χριστού και Θεού μας».
1. Το πρώτο που μας συνιστά ο ι. υμνογράφος είναι να αγνίσουμε την ψυχή μας. Τι είναι η ψυχή; Ο έσω άνθρωπος. Η πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. «Ὁ κρυπτός τῆς καρδίας ἄνθρωπος », καθώς γράφει ο απόστολος Πέτρος (Α΄ Πετρ., 3,4).
«Ψυχή ἐστιν » γράφει ο Μ. Αθανάσιος, «οὐσία νοερά, ἀσώματος, ἀπαθής, ἀθάνατος » (1) . Και ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος διευκρινίζει αναλυτικότερα:
«Ὥσπερ τά μέλη τοῦ σώματος πολλά ὄντα εἷς ἄνθρωπος λέγεται, οὕτω καί τά μέλη ψυχῆς εἰσι πολλά, νοῦς, συνείδησις, θέλημα, λογισμοί κατηγοροῦντες καί ἀπολογούμενοι∙ ἀλλά ταῦτα πάντα εἰς ἕνα λογισμόν εἰσιν ἀποδεδεμένα καί μέλη ἐστι ψυχῆς∙ μία δε ἐστι ψυχή, ὁ ἔσω ἄνθρωπος » (2) .
Δηλαδή, «Όπως ακριβώς λογίζεται ένας άνθρωπος, αν και είναι πολλά τα μέλη του σώματός του, έτσι πολλά είναι και τα μέλη της ψυχής, ο νους, η συνείδηση, το θέλημα, οι λογισμοί που κατηγορούν και που απολογούνται. Αλλά όλα αυτά είναι καλά δεμένα σε ένα λογισμό και είναι μέλη της ψυχής. Και η ψυχή είναι μία, ο εσωτερικός άνθρωπος της καρδιάς».
Και η ψυχή μας, όταν παύσει να ενεργεί κατά φύσιν, όπως τη δημιούργησε ο Θεός, τότε ασθενεί. Η αμαρτία αποτελεί αρρώστια της ψυχής. Η αμαρτία αποτελεί αρρώστια της ψυχής. Τα πάθη είναι «ψυχῆς νόσοι» (3) . Τη μολύνουν και την καθιστούν ακάθαρτη.
Γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «
«Ψυχῆς ἐστιν ἀκαθαρσία τό μή ἐνεργεῖν κατά φύσιν. Ἐκ τούτου γάρ τίκτονται τῷ νῷ οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί. Τότε γάρ κατά φύσιν ἐνεργεῖ, ὅταν αἱ παθητικαί αὐτῆς δυνάμεις, ὁ θυμός, λέγω, καί ἡ ἐπιθυμία ἐν τῇ τῶν πραγμάτων καί τῶν ἐν αὐτοῖς νοημάτων προσβολῇ ἀπαθεῖς διαμένωσι » (4) .
Δηλαδή: «Αποτελεί ακαθαρσία της ψυχής το να μην ενεργεί κατά φύσιν. Διότι από αυτό γεννιούνται στον νου οι εμπαθείς λογισμοί. Τότε πράγματι η ψυχή ενεργεί κατά φύσιν, όταν οι παθητικές της δυνάμεις-εννοώ το θυμικό και η επιθυμία- στην προσβολή που δέχονται από τα πράγματα και από τους λογισμούς, που σχετίζονται μ' αυτά, παραμένουν απαθείς.
Πως, λοιπόν, μπορούμε να αγνίσουμε την ψυχή μας; Να την ελευθερώσουμε από την δυναστεία των παθών; Να την κρατήσουμε έτσι, ώστε να ενεργεί πάντοτε κατά φύσιν ;
Η απάντηση που δίνουν οι άγιοι Πατέρες μας σχετίζεται με την τριμερή διαίρεση της ψυχής που διδάσκουν ομόφωνα. Τα τρία μέρη της ψυχής είναι το λογιστικόν, το θυμικόν και το επιθυμητικόν.
«Ὥσπερ τό σῶμα » υπογραμμίζει και πάλι ο άγιος Μάξιμος, «διά τῶν πραγμάτων ἁμαρτάνει καί ἔχει πρός παιδαγωγίαν τάς σωματικάς ἀρετάς, ἵνα σωφρονῇ∙ οὕτω καί ὁ νοῦς διά τῶν ἐμπαθῶν νοημάτων ἁμαρτάνει καί ἔχει ὡσαύτως πρός παιδαγωγίαν τάς ψυχικάς ἀρετάς, ἵνα, καθαρῶς καί ἀπαθῶς ὁρῶν τά πράγματα, σωφρονῇ » (5) .
Δηλαδή: «Όπως το σώμα αμαρτάνει μέσω των πραγμάτων και για να σωφρονεί έχει για παιδαγωγία τις σωματικές αρετές, έτσι και ο νους που αμαρτάνει μέσω των εμπαθών νοημάτων, για να βλέπει καθαρά και απαθώς τα πράγματα και να σωφρονεί, έχει ομοίως για παιδαγωγία τις ψυχικές αρετές».
Με ποιες αρετές θα εξαγνίσουμε τις δυνάμεις της ψυχής; Το λογιστικό με την ανάγνωση, την πνευματική θεωρία και την προσευχή. Το θυμικό με την αγάπη που αντίκειται στο μίσος. Και το επιθυμητικό με τη σωφροσύνη και την εγκράτεια. «Τό θυμικόν τῆς ψυχῆς ἀγάπῃ χαλίνωσον∙ καί τό ἐπιθυμητικόν αὐτῆς ἐγκρατείᾳ καταμάρανον∙ καί τό λογιστικόν αὐτῆς προσευχῇ πτέρωσον ...» (6) .
Δηλαδή: «Με την αγάπη χαλιναγώγησε το θυμικό της ψυχής. Και με την εγκράτεια μάρανε ολότελα το επιθυμητικό της. Και με την προσευχή δώσε φτερά στο λογιστικό μέρος της».
Κάθαρση ψυχής σημαίνει απαλλαγή από τα πάθη (7) και ελευθερία από τους πονηρούς λογισμούς. Κι αυτό επιτυγχάνεται, προσθέτει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, με την τήρηση των εντολών του Θεού (8) .
Ας αναφέρουμε ακόμη την γνώμη και ενός άλλου πνευματικού διδασκάλου: «Ἀνάγνωσις καί προσευχή νοῦν καθαίρουσιν, ἀγάπη δέ καί ἐγκράτεια τό παθητικόν τῆς ψυχῆς » (9) .
Δηλαδή: «Η πνευματική μελέτη και η προσευχή καθαρίζουν τον νου. Και η αγάπη και η εγκράτεια το επιθυμητικό μέρος της ψυχής».
2. Ο άνθρωπος όμως δεν έχει μόνο ψυχή. Διαθέτει και σώμα. Ψυχή και σώμα απαρτίζουν την ενιαία και αδιαίρετη οντότητα του ανθρώπου. Και η σωτηρία δεν είναι μόνο υπόθεση της ψυχής αλλά και του σώματος. Ο άνθρωπος σώζεται ολόκληρος, η ψυχή και το σώμα του. Και επιτυγχάνει τη σωτηρία του μ' έναν ενιαίο αγώνα που διεξάγει με την ψυχή και το σώμα του μαζί. Η ψυχή αγωνίζεται. Και το σώμα συναγωνίζεται με την ψυχή.
Είναι απαραίτητο, λοιπόν, μαζί με τον εξαγνισμό της ψυχής να επιδιώξουμε την κάθαρση της σαρκός. «Την σάρκαν καθάρωμεν » προσθέτει ο υμνογράφος. Εξαγνισμός της ψυχής και κάθαρση του σώματος συνδέονται άρρηκτα. Συμπορεύονται. «Τό σῶμα » διδάσκει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «οὐχ ἁμαρτάνει καθ' ἑαυτό, ἀλλά διά τοῦ σώματος ἡ ψυχή» (10) . Δηλαδή: «Το σώμα δεν αμαρτάνει από μόνο του, αλλά η ψυχή διαμέσου του σώματος».
Επομένως, όπως οφείλουμε να επιδιώξουμε τον εξαγνισμό της ψυχής, έτσι θα πρέπει να καθάρουμε και το σώμα από την ακαθαρσία της αμαρτίας, διότι, καθώς διδάσκει ο άγιος Μάξιμος, «Ἡ κατ' ἐνέργειαν Ἁμαρτία τοῦ σώματός ἐστιν ἀκαθαρσία » (11) . Δηλαδή, «η αμαρτία με συγκεκριμένες ενέργειες και πράξεις καθιστά ακάθαρτο το σώμα του ανθρώπου».
Οι ψυχικές αρετές, όπως είδαμε, συντείνουν στον εξαγνισμό της ψυχής. Και οι σωματικές αρετές συντελούν στην κάθαρση του σώματος. Κορυφαία αρετή είναι και η νηστεία. Και μαζί με την νηστεία, οι Πατέρες μας συντάσσουν την αγρυπνία, την ψαλμωδία, την προσευχή και την φυλακή των αισθήσεων.
Το πνεύμα της εν Χριστώ ζωής είναι ασκητικό. Πνευματική ζωή χωρίς σωματική κακοπάθεια δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτή τη διαλεκτική σχέση μας επισημαίνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Ἀδύνατον καί τήν σάρκαν τῷ κόρῳ τῶν βρωμάτων κατεμπιπλᾶν και πνευματικῶς τῆς νοερᾶς καί θείας ἐπαπολαύειν χρηστότητος. Ὅσῳ γάρ τήν ἀστέρα τις θεραπεύσει, κατά τοσοῦτον ἐκείνης ἑαυτόν ἀποστερήσει∙ καθόσον δε τό σῶμα ὑπωπιάσει, ἀναλόγως καί τῆς πνευματικῆς τροφῆς τε καί παρακλήσεως ἐμπλησθήσεται » (12) .
Δηλαδή: «Είναι αδύνατον και τη σάρκα να παραγεμίζουμε με τον κόρο των βρωμάτων και ταυτόχρονα απολαμβάνουμε πνευματικά τη νοερή και θεία γλυκύτητα. Γιατί όσο κανείς περιποιείται την κοιλιά, τόσο και αποστερεί τον εαυτό του από τη θεία χάρη. Και όσο με την άσκηση ταλαιπωρεί το σώμα του, ανάλογα γεμίζει και από την πνευματική τροφή και παράκληση».
3. Νηστεία και άσκηση, ωστόσο, δεν σημαίνει αποχή μόνο από ορισμένες τροφές. Σημαίνει απαραιτήτως και αγώνα απαλλαγής από τα πάθη μας και προσπάθεια απόκτησης των χριστιανικών αρετών.
Προσθέτει ο ι. υμνογράφος: «Νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος».
Η αληθής νηστεία, όπως μας την περιγράφει ο Μ. Βασίλειος, δεν αρκείται μόνο στην αποχή από τις τροφές, προχωρεί και στην αποδέσμευση του πιστού από κάθε είδους πάθος.
«Οὐ μέντοι ἐξαρκεῖ καθ' ἑαυτήν ἡ ἀποχή τῶν βρωμάτων πρός τήν ἐπαινετήν νηστείαν, ἀλλά νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ. Ἀληθής νηστεία ἡ τοῦ κακοῦ ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, ἐπιορκίας. Ἡ τούτων ένδεια νηστεία ἐστίν ἀληθής. Ἐν τούτοις μέν οὖν ἡ νηστεία καλόν» (13) .
Δηλαδή: «Δεν φτάνει η αποχή και μόνο από τις τροφές για να είναι άξια επαίνου η νηστεία μας. Ας νηστέψουμε νηστεία ευπρόσδεκτη και ευάρεστη στον Θεό. Αληθινή νηστεία είναι η απομάκρυνση από οτιδήποτε το κακό και εφάμαρτο. Η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από τον θυμό, ο χωρισμός από τις αισχρές επιθυμίες, την καταλαλιά, το ψέμμα και την επιορκία. Η απουσία και η στέρηση από αυτά είναι αληθινή νηστεία. Όταν αγωνιζόμαστε για όλα αυτά τότε η νηστεία μας είναι καλή και ωφέλιμη».
Αλλά η κατά Χριστόν ζωή έχει και την θετική της όψη. Παράλληλα με τον αγώνα για την απαλλαγή μας από τα διάφορα πάθη, επιδιώκει και την απόκτηση των χριστιανικών αρετών. «Δεῖ δέ », παρατηρεί ένας από τους πνευματικούς διδασκάλους της Φιλοκαλίας, «πρός τῇ καθάρσει τῶν μοχθηρῶν ἕξεων, καί τῆς κτήσεως τῶν ἀρετῶν » (14) . Πέρα, δηλαδή, από την κάθαρσή μας από τις κακές συνήθειες-τα πάθη από τα οποία αιχμαλωτιζόμαστε-, οφείλουμε να αποκτήσουμε και τις αρετές που κοσμούν τον ευαγγελικό βίο. Είναι αυτό που διατυπώνει πολύ επιγραμματικά ο προφήτης Δαβίδ: «Ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν » ( Ψαλμ. 33, 14, 36, 27).
Κατά τον θεόσοφο Ιεράρχη της Καισαρείας αποτελεί «ἀρχήν »- θεμελιώδη δηλαδή προϋπόθεση- «πρός τήν ἀνάληψιν τῶν καλῶν » «ἡ ἀναχώρησις τῶν κακῶν ». Και συνεχίζει, σχολιάζοντας τον παραπάνω λόγο των Ψαλμών:
«Σοφῶς οὖν καί ἐντέχνως προσάγων ἡμᾶς εἰς τήν ἀρετήν, τήν ἀναχώρησιν τῆς κακίας ἀρχήν ἐποιήσατο τῶν καλῶν. Εἰ γάρ ἐυθύς προέβαλέ σοι τά τέλεια, ἀπώκνησας ἄν πρός τήν ἐγχείρησιν∙ νῦν δε τοῖς εὐληπτοτέροις σε προσεθίζει, ἵνα κατατολμήσῃς τῶν ἐφεξῆς. Κλίμακι γάρ προσεοικέναι φαίην ἄν ἐγωγε τῆς εὐσεβεάις τήν ἄσκησιν ...
Ὥστε δεῖ τούς εἰσαγομένους πρός τόν κατ' ἀρετήν βίον τοῖς πρώτοις βαθμοῖς ἐπιβάλλειν τό ἴχνος, κἀκεῖθεν ἀεί τῶν ἐφεξῆς ἐπιβαίνειν, ἕως ἄν πρός τό ἐφικτόν ὕψος τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει διά ταῆς κατ' ὀλίγον διακοπῆς ἀναβῶσιν.
Ὥσπερ οὖν ἐπί τῆς κλίμακος πρώτη ἀνάβασις ἡ τῆς γῆς ἀναχώρησις, οὕτως ἐπί τῆς κατά Θεόν πολιτείας, ἀρχή προκοπῆς ὁ χωρισμός τοῦ κακοῦ » (15) .
Δηλαδή: «Οδηγώντας μας (ο Ψαλμωδός) με σοφία και τέχνη στην αρετή, κατέστησε αρχή των καλών την απομάκρυνση από την κακία. Διότι, αν ευθύς αμέσως σου προέβαλε τα τέλεια, θα δίσταζες να επιχειρήσεις να τα επιτύχεις. Τώρα όμως σε εξοικειώνει με τα πιο ευκολοκατόρθωτα για να τολμήσεις να επιδιώξεις και τα επόμενα. Και θα έλεγα εγώ ότι η άσκηση ευσεβείας μοιάζει με κλίμακα...
Θα πρέπει, λοιπόν, οι αρχάριοι στον ενάρετο βίο να ξεκινούν από τα πρώτα σκαλοπάτια και από εκεί πάντοτε να προχωρούν και στα επόμενα, ίσαμε να μπορέσουν να ανεβούν προοδευτικά στο ύψος που είναι μπορετό για την ανθρώπινη φύση.
Όπως ακριβώς στην κλίμακα στο πρώτο σκαλοπάτι συνιστά την απομάκρυνση από το έδαφος, έτσι και στην κατά Θεόν πολιτεία αρχή της πνευματικής προκοπής είναι ο χωρισμός από το κακό».
Ο εν Χριστώ αγώνας του πιστού, όπως διδάσκει και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, συνίσταται αφ' ενός στο να εξαλείψει και να εξαφανίσει «τέλεον ἐκ τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς » τα πάθη και αφ' ετέρου να θησαυρίσει «ἐν ἑαυτῷ πάσῃ δυνάμει ψυχῆς τάς ἀρετάς ἀντ ' αὐτῶν ».
Και συνεχίζει ο θεοφόρος Πατέρας: «Εἰ γάρ μή οὔτω γένηται παρ' αὐτοῦ καί οὕτω τά τῶν ἀγώνων ἕξει καλῶς ἐν αὐτῷ, οὐδέν ἔσται ὄφελος αὐτῷ ἐκ μόνης τῆς τῶν παθῶν ἀλλοτριώσεως∙ οὐ γάρ ὁ μη πλεονεκτῶν ἀλλ ' ὁ ἐλεῶν ἐπαινεῖται, οὐδέ ὁ τό δοθέν τάλαντον σῶον φυλάξας ἀλλ ' ὁ διπλασιάσας ἐσώθη, οὐδέ ὁ ἐκκλίνας ἀπό κακοῦ ἀλλ ' ὁ ποιήσας τόν ἀγαθόν μακαρίζεται»(16) .
Δηλαδή: «Αν αυτός (ο χριστιανός) δεν αγωνιστεί με αυτόν τον τρόπο και ο αγώνας του δεν έχει την αγαθή κατάληξη, τίποτα δεν έχει να ωφεληθεί από την απομάκρυνσή του από τα πάθη και μόνο. Διότι δεν επαινείται αυτός που δεν είναι πλεονέκτης αλλά εκείνος που ελεεί ( Ματθ. 5, 7). Ούτε σώθηκε αυτός που φύλαξε ακέραιο το τάλαντο που του δόθηκε, αλλά εκείνος που το διπλασίασε ( Ματθ. 25, 15-28). Ούτε μακαρίζεται αυτός που απομακρύνθηκε από το κακό, αλλά εκείνος που έπραξε το αγαθό ( Ψαλμ. 36, 27).
Η χριστιανική ζωή δεν είναι χωρίς σκοπό και ο πνευματικός μας αγώνας χωρίς νόημα. Ύψιστος σκοπός της ζωής μας είναι η κοινωνία και η ένωσή μας με τον Θεό. Το νόημα του αγώνα που διεξάγουμε είναι να γίνουμε μέτοχοι της εν Χριστώ σωτηρίας.
Στα πλαίσια της εν Χριστώ ζωής μας ένα ξεχωριστό σκοπό υπηρετεί και ο ιδιαίτερος αγώνας της ιερής περιόδου της Τεσσαρακοστής που εγκαινιάζει ο αποψινός εσπερινός. Μας το επισημαίνει ο υμνογράφος του τροπαρίου που σχολιάζουμε: «ἀξιωθείημεν πάντες κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί τό ἅγιον Πάσχα...».
Ο σκοπός προς τον οποίο οδηγεί η πνευματική προετοιμασία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία μας προσκαλεί απόψε η Μητέρα μας Εκκλησία, είναι ν' αξιωθούμε όλοι μας να αντικρίσουμε το πάνσεπτο Πάθος του Κυρίου. Να γίνουμε κοινωνοί της πασχαλινής χαράς και της ελπίδας της Αναστάσεως.
Να δώσει ο Θεός αγαπητοί αδελφοί!
________________________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρός Ἀντίοχον 16: ΒΕΠΕΣ 35, 104.
2. Ὁμιλ. 7,8: PG 34, 528 b.
3. Κλήμεντος τοῦ Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός 11: ΒΕΠΕΣ 7, 74.
4. Κεφάλαια περί ἀγάπης 3, 35: Φιλοκαλία τομ. Β΄ σελ. 32.
5. Οπ. π. 2,64, σ. 22
6. Οπ. π. 4,42, 80, σς. 45, 49.
7. Θαλάσσιος 2, 79: Φιλοκαλία, τομ. Β. σ. 215
8. Επιστολή δ΄: Τά εὑρεθέντα ἀσκητικά ..., εκδ. Ιωακείμ Σπετσιέρη, Αθήνα 1895, σ. 381. Πρβλ. και τον όσιο Θαλάσσιο: «Τήρησις ἐντολῶν τίκτει μετάνοιαν∙ ἡ δε τῶν ἐντολῶν τήρησις ψυχῆς ποιεῖ κάθαρσιν » (2, 77: Φιλοκαλία, τομ. Β΄, σ. 215).
9. Θαλάσσιος 2, 84: Φιλοκαλία, τομ. Β΄, σ. 215.
10. Κατήχησις 4, 23: ΒΕΠΕΣ 39, 74.
11. Κεφάλαια περί ἀγάπης 3, 36: Φιλοκαλία, τομ. Β΄, σ. 32.
12. Κεφάλαια 1,42: ΛΛ 51,51.
13. Περί νηστείας λογ. 2, 7: ΒΕΠΕΣ 54, 26.
14.Θεοδώρου Εδέσσης, Θεωρητικόν : Φιλοκαλία, τομ. Α΄, σ. 325.
15. Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τούς Ψαλμούς 1, 3-4: ΒΕΠΕΣ 52, 14-15.
16. Ἠθικός 7: SC 129, 160-162.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

Χρήσιμες συμβουλές από αγίους της εκκλησίας σχετικά με τα πνευματικά δώρα του Θεού.




Ο Θεός ποτέ δεν έπαψε να δίνει χαρίσματα, πάντα όμως για συγκεκριμένο σκοπό, σε ανθρώπους που έχουν πνευματικό υπόβαθρο την ταπείνωση, και πάνω από όλα ανθρώπους που έχουν διάκριση, καθώς και ο εχθρός της ψυχής μπορεί να παρουσιάσει το κίβδηλο για αληθινό και να πλανήσει ανθρώπους που δεν έχουν πείρα και διάκριση και να τους οδηγήσει στην αιώνια απώλεια. Ο Θεός προνόησε ώστε να γραφτεί η εμπειρία των αγίων πάνω στα πνευματικά θέματα, ώστε να είμαστε σε θέση όχι απλά να μην δεχόμαστε τις ψευτοεμπειρίες των πεντηκοστιανών, αλλά να τις ελέγχουμε κιόλας υπό το φως της ασκητικής παράδοσης. 

Η ασκητική παράδοση είναι η καλύτερη επεξήγηση και ερμηνεία των κεφαλαίων ιβ', ιγ', και ιδ' από την Α' Κορινθίους του απ Παύλου, στα οποία ο απόστολος αναπτύσσει την διδαχή περί των πνευματικών χαρισμάτων. Παρακάτω παρουσιάζουμε ένα μικρό σταχυολόγημα αναφορικά με όσα γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας και ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος για τα ενύπνια, τις ιδιωτικές ερμηνείες της Αγίας Γραφής και τα χαρίσματα.



ΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΙΜΑΞ
Λόγος Τρίτος, Περί των ονείρων των αρχαρίων.


«Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν σαν πανούργοι που είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένουμε έκθαμβοι, και υπερηφανεύεται ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα. Σε όσους τον πιστεύουν, ο δαίμων αυτός φάνηκε πολλές φορές αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχτηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξις που είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα, και μόλις αντιληφθεί ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σ’ εκείνους που είναι ελαφρόμυαλοι και τους το προλέγει με τα όνειρα. 

Στον ύπνο μας πολλές φορές οι δαίμονες «μετασχηματίζονται εις αγγέλους φωτός» και σε μορφές αγίων Μαρτύρων, τους οποίους παρουσιάζουν να έρχονται προς το μέρος μας. Έτσι, αφού ξυπνήσωμεν μας βυθίζουν σε υπερηφάνεια και χαρά. Το σημείο από το οποίο θα διακρίνεις την πλάνη είναι τούτο· Οι άγγελοι μας δείχνουν την κόλαση, την Κρίση και τον χωρισμό, και έτσι μας κάνουν να ξυπνούμε έντρομοι και περίλυποι. Εάν αρχίσωμεν να πιστεύωμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπαιζόμεθα από αυτούς και ξύπνιοι. 

Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός που δεν πιστεύει τίποτε είναι πραγματικά συνετός και σοφός. Πίστευε μόνο σε εκείνα που σου αναγγέλλουν για την Κόλαση και την Κρίση. Εάν όμως δημιουργείται μέσα σου απόγνωσις, τότε και αυτά τα όνειρα προέρχονται από τους δαίμονες».


ΛΟΓΟΣ ΑΣΚΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΛΙΜΑΞ
Λόγος Εικοστός Έκτος. Περί Διακρίσεως του ευδιάκριτου.

«Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες που μόλις αρχίσει κάποιος την μελέτη της Αγίας Γραφής του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων με την κατά κόσμον παιδείαν. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις και βλάσφημες ιδέες απατώντας τους σιγά-σιγά. Θα αντιληφθούμε δε καλώς την δαιμονική αυτή θεολογία ή καλύτερα βαττολογία από την ταραχή και την ακατάστατη και άτακτη ευχαρίστηση που δημιουργείτε στην ψυχή την ώρα της εξηγήσεως. Μόνον τέλειοι είναι σε θέση να γνωρίζουν πάντοτε ποια σκέψις μέσα στην ψυχή προέρχεται από τον εαυτό τους, ποια από τον Θεόν, και ποια από τους δαίμονας. Οι δαίμονες δεν προτρέπουν ευθύς εξ αρχής σε όλα τα αντίθετα. Για αυτό και είναι σκοτεινό πραγματικά και δυσεπίλυτο το πρόβλημα αυτό».


Ισαάκ ο Σύρος 
Ασκητικά

«Όποιος, χωρίς να είναι ανάγκη, έχει την τόλμη και παρακαλεί το Θεό επιθυμώντας να γίνουν μέσω αυτού θαυμάσια πράγματα, που να δείχνουν τη δύναμη του Θεού, αυτόν τον πειράζει και τον περιγελά ο δαίμονας μέσα στο χώρο του νου του, γιατί δείχνει να καυχιέται, ενώ έχει αδύνατη συνείδηση. Τη βοήθεια του Θεού πρέπει να τη ζητούμε στις θλίψεις και στις στεναχώριες. Χωρίς ανάγκη να εκπειράζουμε το Θεό είναι κίνδυνος για μας. Όποιος επιθυμεί κάτι τέτοιο δεν είναι πραγματικά δίκαιος και άνθρωπος του Θεού. Βέβαια, ο Κύριος έκαμε θαύματα και σημεία με πολλούς αγίους, αλλά όταν το θέληση ο ίδιος. 


Ενώ, αν εσύ το επιθυμείς και είναι δικό σου θέλημα, χωρίς δηλαδή να το επιβάλλει κάποια ανάγκη, πέφτεις από κει που είσαι προφυλαγμένος με την ταπείνωση και γλιστράς από τη γνώση της αλήθειας του Θεού. Διότι, εάν –κατ’ οικονομίαν– εισακουσθεί ένα τέτοιο, παράλογο, αίτημα από το Θεό, βρίσκει αφορμή ο πονηρός απ’ αυτό και βάζει τον αιτούντα σε μεγάλους μπελάδες...Οι δίκαιοι και αληθινοί άνθρωποι τούτο πάντα έχουν στο νου τους: ότι δεν είναι άξιοι του Θεού. Και με τούτο δοκιμάζονται και αποδεικνύονται αληθινά παιδιά του Θεού, με το ότι δηλαδή θεωρούν τον εαυτό τους ταλαίπωρο αμαρτωλό και ανάξιο της φροντίδας και της πρόνοιας του Θεού. Και αυτό το αίσθημά τους το εξομολογούνται και μέσα στην καρδιά τους, αλλά και μπροστά σε άλλους, με ταπείνωση βέβαια. 

Και αυτό γίνεται από τη σοφία που τους χαρίζει το άγιο Πνεύμα, για να μην παύσουν να φροντίζουν για την πνευματική τους πρόοδο, και για να εργάζονται την αρετή ενόσω ζούνε. Την ανάπαυσή τους από τους κόπους και από τις θλίψεις, ο Θεός τη φύλαξε για το μέλλοντα αιώνα. Και όσοι έγιναν ναός του Κυρίου, δεν επιθυμούν να ζουν τώρα εν αναπαύσει, και να απαλλαγούν από τις θλίψεις, αν και κατά καιρούς τους δίνεται κάποια παρηγοριά, με τρόπο μυστικό, για τους πνευματικούς κόπους τους. Εμείς, άγιε αδελφέ, ας εργασθούμε με την καρδιά μας τα έργα της μετάνοιας και της καθαρής πολιτείας, που ευαρεστεί το Θεό, και τότε, τα χαρίσματα του Κυρίου, όπως η υγεία, η απάθεια, η θεωρία, έρχονται από μόνα τους, χωρίς να τα ζητούμε, εάν φυσικά η καρδιά μας γίνει καθαρή και αμόλυντη. 

Όμως τα υψηλά χαρίσματα του Θεού να μην τα ζητούμε και περιμένουμε πότε θα μας έρθουν, γιατί κάτι τέτοιο δεν το εγκρίνει η Εκκλησία του Θεού. Και όσοι έλαβαν χαρίσματα με τέτοιο τρόπο, απέκτησαν υπερηφάνεια και εξέπεσαν από τη χάρη του Θεού. Να φέρεται κανείς με τέτοιο τρόπο δεν είναι σημείο ότι αγαπά το Θεό, αλλά αρρώστια ψυχής. Και πως μπορούμε εμείς να ζητήσουμε τα υψηλά χαρίσματα του Θεού, τη στιγμή που ο θείος απόστολος Παύλος καυχιέται για τις θλίψεις του, και θεωρεί την κοινωνία του στα παθήματα του Χριστού ότι είναι τα μεγάλα δώρα του Θεού; 

Τα φυσικά ελαττώματα, όπως η αδυναμία, η μικροψυχία, η αφυΐα, η αμορφία, σε κείνους που φυλάγουν τον εαυτό τους από τους πειρασμούς, γίνονται φύλακες της αρετής. Αν δεχθείς ένα χάρισμα χωρίς πειρασμό, θα σε οδηγήσει στην απώλεια. Αν εργάζεσαι το καλό ενώπιον του Θεού και σου δώσει ένα χάρισμα, παρακάλεσέ τον με την καρδιά σου, να σου δώσει φωτισμό τι να κάνεις για να ταπεινωθείς, ή να σου δώσει φύλακα να σε προστατεύει από την έπαρση…».
http://exprotestant.blogspot.gr/2012/11/blog-post_5750.html