Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Το κουνέλι το παιδί και ο φλόμος

 ο φλόμος

Ένα βοτανικό παραμύθι με τον φλόμο για παιδιά

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο δάσος, υπήρχε ένα νεαρό κουνελάκι με μαλακή άσπρη γούνα, μεγάλα αυτιά, πολύ-πολύ περίεργο, που το έλεγαν Φλάφι. Κάθε μέρα ο Φλάφι, μαζί με τους κουνελοφίλους του, τριγύριζε και έπαιζε σ’ ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια.

Μια μέρα, ο Φλάφι αποφάσισε να δει πού τελείωνε αυτό το λιβάδι. Είχε βαρεθεί να χοροπηδά κάθε μέρα γύρω από τις ψηλές χαμογελαστές κίτρινες μαργαρίτες, τις μουτρωμένες κόκκινες παπαρούνες και τα πράσινα χορταράκια που χασμουριούνταν, ακόμα κι αυτά, βαριεστημένα...
Ω, ναι! Ο Φλάφι το είχε αποφασίσει! Θα έφτανε ως το τέλος του λιβαδιού και μετά... μετά θα έβλεπε τι υπήρχε μετά από το λιβάδι!!!.

Σήκωσε τη μουσουδίτσα του, μύρισε τον αέρα, χτύπησε τα ποδαράκια του στο χώμα, τρομάζοντας μια μικρή μελισσούλα, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να διαλέξει σε ποιο λουλούδι θα καθίσει και άρχισε να τρέχει προς τη μεριά που ο ήλιος έβγαινε γελαστός.
Η αλήθεια είναι πως έτρεξε πάρα πολύ και για πολλή ώρα... αλλά δεν το έβαλε κάτω! Συνέχισε να τρέχει και δεν σταμάτησε παρά μόνο όταν βρέθηκε μπροστά σε κάτι που δεν είχε ξαναδεί. Εμπρός του βρισκόταν ένα σπίτι με κόκκινη στέγη, κόκκινη πόρτα, κόκκινα παράθυρα και κάτασπρους τοίχους. Το λιβάδι είχε τελειώσει!

Άρχισε αργά-αργά να παρατηρεί το σπιτάκι... με μικρά χοροπηδητά βήματα πέρασε τον φράχτη και όταν έφτασε στο πίσω μέρος του σπιτιού κρύφτηκε πίσω από τον κορμό ενός μεγάλου δέντρου. Εκεί, στο πίσω μέρος του σπιτιού, υπήρχε μια μεγάλη αυλή... αλλά το παράξενο δεν ήταν αυτό. Το παράξενο ήταν ένα κοκκινομάλλικο αγόρι, που βρισκόταν στη μέση της αυλής. Του φάνηκε τόσο παράξενο αυτό το αγόρι που τα μαλλιά του είχαν το ίδιο χρώμα με την πόρτα, τα παράθυρα και τη στέγη του σπιτιού που έμεινε εκεί παρατηρώντας το μέχρι που ο ήλιος κουρασμένος έγειρε πίσω από τα μακρινά βουνά για να πάει στο σπίτι του. Τότε μόνο ο Φλάφι αποφάσισε να γυρίσει στην κουνελοφωλιά του και να ξαπλώσει στο κρεβάτι του αποκαμωμένος.

Σύντομα έπαψε να παίζει. Το μόνο που έκανε κάθε πρωί ήταν να τρέχει όλο και πιο γρήγορα μέχρι το τέλος του λιβαδιού, να περνάει κάτω από το φράχτη του σπιτιού με την κόκκινη στέγη, την κόκκινη πόρτα, τα κόκκινα παράθυρα και τους κάτασπρους τοίχους, να πλησιάζει αργά-αργά στην αυλή που βρισκόταν το κοκκινομάλλικο αγόρι και να το κοιτάζει μέχρι που ο ήλιος έγερνε πίσω από τα βουνά.
Ήθελε πάρα πολύ να πλησιάσει το αγόρι αλλά φοβόταν.
Τελικά, μια μέρα, πήρε μερικές βαθιές ανάσες, κούνησε τη μουσούδα του και πήρε αρκετό θάρρος ώστε να το πλησιάσει και να το μυρίσει. Και τότε το γεμάτο φακίδες χέρι του αγοριού απλώθηκε και άρχισε να του χαϊδεύει το απαλό λευκό τρίχωμα. Αυτό ήταν! Ο Φλάφι, το γεμάτο περιέργεια κουνελάκι και το κοκκινομάλλικο αγοράκι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι και έπαιζαν μαζί κάθε μέρα!

Ο Φλάφι σπάνια πια πήγαινε να δει την οικογένειά του και τους φίλους του. Έσκαψε μια τρύπα δίπλα στο δέντρο και όταν νύχτωνε και ο καινούργιος του φίλος έμπαινε στο σπίτι του, τρύπωνε κι εκείνος στην τρύπα όπου είχε φτιάξει το δικό του μικρό σπιτάκι.

Μια μέρα, όμως, το αγόρι δεν βγήκε στην αυλή. Μάταια τον περίμενε ο Φλάφι ως το βράδυ. Χοροπηδούσε για τελευταία φορά γύρω από το σπίτι στεναχωρημένος και ανήσυχος όταν η κόκκινη πόρτα άνοιξε. Δυο τεράστιοι άνθρωποι βγήκαν και περπατούσαν ανήσυχοι και στεναχωρημένοι πάνω στο γρασίδι μιλώντας σιγανά. Το μόνο που κατάφερε να ακούσει το μικρό κουνελάκι ήταν : «... τόσο πολύ άρρωστος... τρομερός βήχας... κι ο πόνος στο αυτί επίσης.» Ωωω, ο Φλάφι τρεμούλιασε από τη στεναχώρια. Ο φίλος του ήταν άρρωστος! Ήθελε τόσο πολύ να είναι κοντά στο φίλο του και να τον βοηθήσει να νιώσει καλύτερα! Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει κάτι! «Θα έδινα οτιδήποτε για να βοηθήσω το φίλο μου!» σκέφτηκε ο Φλάφι.

Ξαφνικά, ένας παράξενος νάνος με ένα χαζό πράσινο καπέλο και κόκκινα παπούτσια έφτασε. περπατούσε αργά προς τον Φλάφι και τα ροζιασμένα χέρια του ακουμπούσαν σ’ ένα σκαλισμένο ξύλινη μαγκούρα. «Οτιδήποτε;» τον ρώτησε ο παράξενος ψηλός άνθρωπος.

Ξαφνιασμένο το κουνελάκι τον ρώτησε: «Ποιος είσαι;»

Ο άγνωστος άντρας κοίταξε τον Φλάφι. «Το όνομά μου είναι κύριος Πρασινόφυλλος. Είμαι ο μάγος των βοτάνων σ’ αυτά τα μέρη. Ευχήθηκες να βοηθήσεις το φίλο σου και σε ξαναρωτάω, θα έκανες οτιδήποτε για να τον βοηθήσεις;»

Ο Νέλο βιάστηκε να του απαντήσει: «Ναι, ω ναι, οτιδήποτε!».

«Ακόμη και τη ζωή σου σαν κουνέλι;» ρώτησε ο κύριος Πρασινόφυλλος.

Το κουνελάκι κόμπιασε συλλογισμένο αλλά τελικά απάντησε : «Αγαπάω το φίλο μου και θα έδινα και τη ζωή μου για να τον σώσω».

Ο κύριος Πρασινόφυλλος κοίταξε το κουνελάκι παράξενα για αρκετή ώρα. Μετά έψαξε στον καφέ σάκο που είχε κρεμασμένο στον έναν του ώμο, έβγαλε έξω μία ρίζα και την άφησε μπροστά στον Φλάφι. «Αυτή η ρίζα είναι μαγική», του είπε ψιθυριστά. «Εάν θέλεις να σώσεις το φίλο σου, πρέπει να την φας πριν το φεγγάρι φτάσει στη μέση του ουρανού. Αν ξεπεράσει τη μέση του θα χάσει τη μαγική της δύναμη. Ωστόσο, όταν τρως τη ρίζα, δε θα είσαι πια κουνέλι». Μετά ο κύριος Πρασινόφυλλος εξαφανίστηκε.

Το μικρό κουνελάκι δεν βιάστηκε. Σκεφτόταν για πολύ όσα ο παράξενος νάνος του είχε πει. Όταν το φεγγάρι άρχισε να ταξιδεύει στον νυχτερινό ουρανό, αυτός σκεφτόταν την οικογένειά του και τους φίλους του. Θυμόταν τα παιχνίδια που έκανε στους υπόγειους διάδρομους, που είχε φτιάξει με τους φίλους του, το πράσινο γρασίδι που έτρωγε, τον υπνάκο που έπαιρνε κάτω από τον απογευματινό ήλιο. Θυμόταν την υπέροχη αίσθηση του στοργικού αγκαλιάσματος της φωλιάς του, την ελκυστική ζεστασιά της. Είχε πολύ καιρό να δει τους γονείς και τ’ αδέλφια του και του έλειπαν τόσο πολύ...

«Όχι, δε θέλω να φάω τη ρίζα», αποφάσισε. «Αγαπάω την οικογένειά μου και τους φίλους μου τόσο πολύ!». Έσπρωξε με δύναμη τη ρίζα ξύνοντας το χώμα με τα πόδια του.

Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά όταν το κουνελάκι κοίταξε για τελευταία φορά το σπίτι του φίλου του. Ξαφνικά το αγόρι φάνηκε στο παράθυρο. Αγαπημένες αναμνήσεις των όσων μοιράστηκε μαζί του τον κατέκλυσαν: τροφή από τον κήπο, παιχνίδια στην αυλή, το απαλό χάδι του αγοριού. Η αγάπη που ένιωθε για το κοκκινομάλλικο αγόρι ήταν πολύ πιο μεγάλη στην καρδιά του από την αγάπη για την αναπαυτική φωλιά του.

Χωρίς να καθυστερήσει ο Φλάφι άρπαξε τη ρίζα και την έφαγε. Πριν καν προλάβει κάποιος να συλλαβίσει «φλόμος», το καλό μας κουνελάκι είχε μεταμορφωθεί σε φυτό. Η άσπρη ρίζα απλώθηκε βαθιά στο χώμα και έβγαλε ένα δασύ κοτσάνι με απαλά μεγάλα φύλλα όπως τα αυτιά του Φλάφι. Η ρίζα και τα φύλλα ήταν τα μόνα που θύμιζαν ότι το φυτό ήταν ένα άσπρο χνουδωτό κουνελάκι με μεγάλα χαρωπά αυτιά.

φλόμος

Όταν ο ήλιος βγήκε και πάλι να φωτίσει το σπίτι με την κόκκινη στέγη, τα κόκκινα παράθυρα και την κόκκινη πόρτα και τους κάτασπρους τοίχους, ο κύριος Πρασινόφυλλος εμφανίστηκε. «Πραγματοποίησες μια από τις μεγαλύτερες ευχές, φίλε μου, είπε, «και ευλογήθηκες». Μουρμούρισε μερικές μαγικές λέξεις και ξαφνικά ψήλωσε. έγινε ένας κανονικός άνθρωπος. Μετά έκοψε απαλά αρκετά φύλλα και κίτρινα άνθη από το κουνελόφυτο. Τα πήγε στη μητέρα του κοκκινομάλλικου αγοριού και της έδειξε πώς να φτιάχνει τσάι και λάδι από το φυτό. Αυτά μπορούσαν να γιατρέψουν το βήχα και τον πόνο στα αυτιά του αγοριού.

Κάποιοι λένε ότι τα φυτά δεν έχουν αισθήματα. Αυτοί που ξέρουν τη μυστική ζωή των φυτών, ωστόσο, βλέπουν την ευτυχία και την χαρά των φυτών όταν βοηθάνε τους ανθρώπους και τα ζώα να μην πονάνε και να γίνονται καλά όταν αρρωσταίνουν (όπως το μικρό μας κουνελάκι, ο Φλάφι, που έδωσε τη ζωή του για να βοηθήσει τον φίλο του).

Ο κύριος Πρασινόφυλλος πήγε στην Κουνελόπολη και σε άλλα μαγικά λιβάδια μόνο και μόνο για να πει σε όλους τι συνέβη. «Αυτό το φυτό, που ήταν ο Φλάφι και τώρα λέγεται φλόμος φύτρωσε και πολλαπλασιάζεται και αυξάνεται σε όλο τον κόσμο. Βοηθάει τους ανθρώπους και πιο πολύ τα παιδιά, έτσι όπως ο Φλάφι ήθελε να βοηθήσει το φίλο του». Και όλα τα κουνελάκια στην Κουνελόπολη και στα μαγικά λιβάδια αισθάνθηκαν περήφανα για την απόφαση που πήρε ο Φλάφι. Και κάθονταν πάντα για ώρες κοντά σε οποιοδήποτε φυτό φλόμο έβρισκαν ψιθυρίζοντάς του τα νέα της παρέας τους αφού τα κουνελάκια ξέρουν ότι τα φυτά νιώθουν και ακούνε...

Μετάφραση: Ekath

https://www.ftiaxno.gr/2015/07/to-kouneli-to-paidi-kai-o-flomos.html

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

O ΜΥΘΟΣ AH TAMARA

ΜΥΘΟΣΑπό τον Θωμά Χριστιά
Σύμφωνα με την παράδοση,  στο νησί Akdamar, το οποίο βρίσκεται στη λίμνη Van, ζούσε από παλιά ένας μπαμπάς με την κόρη του.  Όπως λέγεται, το κορίτσι, του οποίου το όνομα ήτανTamara, ήταν πανέμορφο, όμως ο μπαμπάς της την κρατούσε μακριά απ’ όλους τους κατοίκους του νησιού.  Μια μέρα, κάποιος νέος από τους χωρικούς που ζούσαν στην απέναντι ακτή, κολύμπησε προς το νησί. Βγήκε στην ακτή και μετά από λίγο συνάντησε την Tamara. Οι δύο νέοι ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο και αμέσως ερωτεύτηκαν.
                Μετά από εκείνη τη μέρα, το κορίτσι κάθε βράδυ άναβε φωτιά στην ακτή και ο νέος κολυμπούσε αμέσως προς το φως της φωτιάς, έβγαινε στη στεριά και στα κλεφτά συναντούσε τηνTamara. Όμως, ο πατέρας της Tamaraκατάλαβε τι γίνονταν. Γεμάτος θυμό, σκέφτηκε τρόπους να εμποδίσει αυτή τη συνάντηση.
                Μια νύχτα, το κορίτσι έφτασε στην ακτή για να ανάψει τη φωτιά, όμως ξαφνικά ο καιρός χάλασε και η θάλασσα φουρτούνιασε. Αυτός ο καιρός ήταν επικίνδυνος για κολύμπι και έτσι ηTamaraπαραιτήθηκε από την ιδέα να ανάψει φωτιά και είπε: «Ας μη βρεθούμε σήμερα…».
                Αλλά ο πατέρας της, εν αγνοία της,  με πανουργία έφτασε στην ακτή και άναψε τη φωτιά. Ο νέος από την απέναντι ακτή είδε τη φωτιά και αψηφώντας τα κύματα  ρίχτηκε στο νερό. Μόνο που ο πατέρας της Τamara, μετά από λίγο, έσβησε τη φωτιά.
                Ο νέος, πλέον, κολυμπούσε με φουρτουνιασμένο καιρό στα σκοτεινά και έτσι έχασε το δρόμο του και δεν μπορούσε να βγει στη στεριά. Στο τέλος εξαντλήθηκε και μόνο « Αχ Tamara, αχTamara!» μπόρεσε να πει. Η Tamaraάκουσε αυτή του τη φράση και  αμέσως έτρεξε στη στεριά, αλλά ήταν πλέον αργά. Δεν μπορούσε να ακούσει τη φωνή του αγαπημένου της. Το κορίτσι κατάλαβε τι είχε γίνει και έπεσε μέσα στα οργισμένα κύματα.             
Μετά από εκείνη τη μέρα, το νησί ονoμάστηκε AhTamara. Με τον καιρό, άλλαξε το όνομα του και πλέον λέγεται Akdamar.
http://youarethestar.gr/

(σ.αντ. ak damar=σημείο υψηλής ροής)

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Πάρε το χέρι μου

νασρεντιν Χότζας
Ο Νασρεντίν αποφάσισε ένα ηλιόλουστο πρωινό να κάνει έναν όμορφο περίπατο κατά την θάλασσα. Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω. Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό. Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.
Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:
- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!
Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται. Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:
- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!
Τίποτα αυτός.

Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Νασρεντίν που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.
Να ο Χότζας, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.
Αμέσως τότε όλοι έκαναν χώρο και ο Νασρεντίν έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. Αμέσως τότε εκείνος έδωσε το χέρι του και ο Νασρεντίν το έπιασε και τον έσυρε έξω.

Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.
- Βρε, είπαν! Βρε Χότζα μας, καλέ μας Χότζα, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου; Εδώ τόση ώρα εμείς του φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε. Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;
- Εγώ δε του είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Χότζας.
- Τι του είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.
- Εγώ του είπα «πάρε το χέρι μου», είπε ο Νασρεντίν.
 
http://youarethestar.gr
 

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΡΝΕΙΟΥ

πορνειο
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας κοινός άνθρωπος, ο οποίος εργάζονταν ως θυρωρός σε ένα πορνείο. Δεν υπήρχε σε όλο το χωριό πιο κακόφημη και πιο κακοπληρωμένη δουλειά απ΄αυτή του θυρωρού σε πορνείο. Όμως, τι άλλο να έκανε ο άνθρωπος;
Πράγματι, ποτέ δεν έμαθε να γράφει και να διαβάζει, ούτε ήξερε άλλη δουλειά ή τέχνη. Στην πραγματικότητα, ήταν σε εκείνη τη θέση, επειδή ο πατέρας του ήταν θυρωρός του πορνείου πριν απ’ αυτόν, και πιο πριν ο πατέρας του πατέρα του. Για δεκαετίες το πορνείο περνούσε από γονείς σε παιδιά και το ίδιο γίνονταν και με το θυρωρείο.
Μια μέρα, πέθανε ο γέρο ιδιοκτήτης και ένας νέος με επιχειρηματικό πνεύμα ανέλαβε το πορνείο. Ο νεαρός αποφάσισε να εκσυγχρονίσει την επιχείρηση. Ανακαίνισε τα δωμάτια και κάλεσε το προσωπικό για να δώσει νέες οδηγίες. Στο θυρωρό είπε:
«Από σήμερα, πέρα από τη φύλαξη, θέλω και εβδομαδιαία αναφορά. Θα καταγράφεις το σύνολο των ανθρώπων που μπαίνουν καθημερινά, όσο και τις ηλικίες και το επάγγελμά τους. Θα ρωτάς, επίσης, πως εξυπηρετήθηκαν και τι θα ήθελαν να διορθωθεί στην επιχείρηση».
Ο άνθρωπος άρχισε να τρέμει. «Θα χαιρόμουν να ικανοποιήσω την επιθυμία σας, όμως…εγώ… δε ξέρω να γράφω και να διαβάζω».
« Α, πόσο λυπάμαι! Όπως καταλαβαίνεις, δε μπορώ να πληρώνω άλλο άτομο να κάνει αυτή τη δουλειά, ούτε και μπορώ να περιμένω πότε θα μάθεις να γράφεις. Γι’ αυτό…»
« Μα κύριε, δε μπορείτε να με απολύσετε! Δουλεύω εδώ όλη μου τη ζωή, όπως και ο πατέρας μου και ο παππούς μου…..»
Δεν τον άφησε να ολοκληρώσει. «Λυπάμαι. Σου εύχομαι καλή τύχη».
Ο άνθρωπος ένιωσε να γκρεμίζεται ο κόσμος. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να βρεθεί σε αυτή τη θέση.
Θυμήθηκε ότι στο πορνείο, όταν έσπαζε ένα κρεβάτι, τα κατάφερνε και έκανε μια πρόχειρη επιδιόρθωση μ’ ένα σφυρί και λίγα καρφιά. Σκέφτηκε ότι αυτό θα μπορούσε να είναι μια προσωρινή δουλεία. Μόνο που στο σπίτι του δεν είχε κανένα εργαλείο. Έπρεπε να αγοράσει μια πλήρη συλλογή εργαλείων και γι’ αυτό θα χρησιμοποιούσε ένα μέρος της αποζημίωσης που είχε πάρει. Γυρίζοντας σπίτι, αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε σιδηροπωλείο και θα έπρεπε να ταξιδέψει δύο μέρες με το μουλάρι για να πάει στο πιο κοντινό χωριό και να αγοράσει τα εργαλεία. Και έτσι ξεκίνησε το ταξίδι…
Όταν γύρισε, με το που μπήκε στο σπίτι, δέχτηκε μια επίσκεψη. Ήταν ο  γείτονας του. «Μήπως έχεις να μου δανείσεις ένα σφυρί»; « Έχω! Μόλις το αγόρασα, μα το χρειάζομαι για να δουλέψω. Ξέρεις… έμεινα  χωρίς δουλεία και….»
«Εντάξει, θα στο επιστρέψω αύριο το πρωί.»
 «Εντάξει». Την επόμενη μέρα ο γείτονας ξανακτύπησε την πόρτα του και του είπε: «Χρειάζομαι ακόμα το σφυρί! Μου το πουλάς;» 
« Όχι! Το χρειάζομαι για να δουλέψω. Εξάλλου, το σιδηροπωλείο απέχει δύο μέρες με το μουλάρι».
«Σου πληρώνω τις δύο μέρες πήγαινε- έλα συν το κόστος του σφυριού. Εξάλλου, άνεργος είσαι…» 
Πράγματι, αυτό του έδινε δουλειά για τέσσερις μέρες και δέχτηκε.
Την επομένη, άλλος γείτονας τον περίμενε στην πόρτα. «Χρειάζομαι και εγώ κάποια εργαλεία. Σου πληρώνω τις τέσσερις μέρες ταξίδι και ένα μικρό κέρδος για το καθένα».
Ο πρώην θυρωρός άνοιξε το κουτί με τα εργαλεία του και ο γείτονας διάλεξε μια πένσα, ένα κατσαβίδι, ένα σφυρί και ένα καλέμι. Τα πλήρωσε και έφυγε.
«Δεν είναι εύκολο να βρεις χρόνο για να κάνεις τις αγορές σου», θυμήθηκε.  Αν αυτό ήταν σωστό, τότε πολύς κόσμος θα χρειάζονταν κάποιον άλλο να ταξιδεύει για να φέρνει εργαλεία.
Στο επόμενο ταξίδι αποφάσισε να ρισκάρει λίγο κεφάλαιο από την αποζημίωση, αγοράζοντας περισσότερα εργαλεία. Έτσι, θα εξοικονομούσε χρόνο σε ταξίδια. Τα νέα κυκλοφόρησαν στο χωριό και πολλοί αποφάσισαν να σταματήσουν να ταξιδεύουν για τις αγορές τους. Μια φορά την εβδομάδα, ο πρώην θυρωρός πήγαινε στο γειτονικό χωριό και αγόραζε ό,τι  χρειάζονταν οι πελάτες του.
Γρήγορα κατάλαβε ότι, αν έβρισκε ένα μέρος να αποθηκεύει τα εργαλεία, θα έκανε λιγότερα ταξίδια και θα είχε μεγαλύτερο κέρδος. Και αγόρασε μια αποθήκη. Και έτσι έγινε το πρώτο σιδηροπωλείο του χωριού.
Πλέον, δεν ήταν ανάγκη να ταξιδεύει, γιατί το σιδηροπωλείο του γειτονικού χωριού του έστελνε τις παραγγελίες. Με τον καιρό, πολλοί αγοραστές από μικρότερα χωριά πιο απομακρυσμένα προτιμούσαν το σιδηροπωλείο του και γλίτωναν τις δύο μέρες ταξίδι.
Μια μέρα σκέφτηκε ότι ο φίλος του ο τορναδόρος θα μπορούσε να κατασκευάζει για αυτόν τα σφυριά και …γιατί όχι; Και τις τανάλιες και τις πένσες και τα καλέμια.
Μέσα σε δέκα χρόνια, είχε γίνει εκατομμυριούχος με σκληρή και τίμια εργασία και έγινε ο μεγαλύτερος επιχειρηματίας της περιοχής. Έγινε τόσο ισχυρός, που αποφάσισε να δωρίσει στο χωριό του ένα σχολείο. Ο δήμαρχος και ο διευθυντής οργάνωσαν μια γιορτή για τα εγκαίνια του σχολείου και ένα σπουδαίο δείπνο προς τιμήν του ιδρυτή του.
Στο τέλος του δείπνου, ο δήμαρχος του παρέδωσε το κλειδί της πόλης. Ο διευθυντής τον αγκάλιασε και του είπε: «Σας ζητούμε να μας κάνετε την τιμή να υπογράψετε την πρώτη σελίδα του βιβλίου των πεπραγμένων του νέου σχολείου».
« Δική μου η τιμή, όμως δε ξέρω ούτε να διαβάζω ούτε και να γράφω. Είμαι αναλφάβητος».
«Μα, εσείς;;; Δημιουργήσατε μια βιομηχανική αυτοκρατορία, χωρίς να ξέρετε να διαβάζετε και  να γράφετε»; Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσατε να κάνετε αν ξέρατε ανάγνωση και γραφή!».
« Αν ήξερα να γράφω και να διαβάζω θα ήμουν θυρωρός σε πορνείο».
Ιστορία του Ταλμούδ που αναφέρει ο M. Buber.
http://youarethestar.gr/

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ

σαλιγκαρι
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό δάσος, ζούσε ένα σαλιγκάρι. Εξωτερικά ήταν ένα συνηθισμένο σαλιγκάρι όπως τόσα και τόσα άλλα. Όμως μέσα του συνέβαινε κάτι διαφορετικό, τον έκαιγε μια φλόγα. Να ταξιδέψει! Ο προορισμός, που είχε θέσει στον εαυτό του ήταν η πόλη. Μια πόλη που είχε δει μόνο τα φώτα της, ένα βράδυ που κατάφερε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο δέντρο του δάσους. Τόσο τον είχε μαγέψει το θέαμα, που αμέσως είπε μέσα του “εκεί θέλω να πάω”, και άρχισε να οργανώνει το ταξίδι του..
Ύστερα από λίγες μέρες κι αφού τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια, ξεκίνησε. Βρήκε το μονοπάτι που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στην πόλη και άρχισε να σέρνεται πάνω του, αργά αργά …σαλιγκαρίσια!
Οι μέρες περνούσαν. κι εκείνο εκεί, στον αγώνα του να φτάσει στην πόλη. Όταν κουραζόταν, σταματούσε λίγο να ξαποστάσει κι ύστερα πάλι ριχνόταν με καινούρια ορμή στον δρόμο. Όμως, πόση «ορμή» μπορεί να έχει ένα σαλιγκάρι; Η ταχύτητά του ήταν τόσο αργή, που μερικές φορές σκεφτόταν πως δεν θα φτάσει ποτέ στον προορισμό του.. Ήταν κι αυτά τα μυρμήγκια που τον προσπερνούσαν με γρηγοράδα! Μια μέρα σταμάτησε ένα από αυτά και του είπε
“Σε ζηλεύω φίλε μου, που περπατάς τόσο γρήγορα! Αν είχα εγώ την ταχύτητά σου, θα πήγαινα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα και δεν θα αργούσα τόσο.”
Το μυρμήγκι απόρησε. Σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του.
“Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;” είπε και συνέχισε την πορεία του.
Πέρασαν κι άλλες μέρες και το σαλιγκάρι είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με την αργοπορία του. Περνούσαν πάνω από το κεφάλι του κι αυτές οι πλουμιστές πεταλούδες με τα φτερά τους και του θύμιζαν πως εκείνο ήταν αναγκασμένο να σέρνεται στο χώμα. Κάποια στιγμή, μία από αυτές προσγειώθηκε μπροστά του.
“Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις φτερά και πετάς! Αν είχα εγώ τα φτερά σου θα έφτανα στην πόλη μια ώρα αρχύτερα” της είπε.
“Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη;” απόρησε η πεταλούδα και πέταξε προς το κοντινότερο λουλούδι.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την αργή του πορεία με επιμονή και θέληση. Κι άλλες μέρες πέρασαν μα η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα.
Λίγο η ζέστη, λίγο οι πέτρες που του έκοβαν τον δρόμο κι έπρεπε να τις προσπεράσει σκαρφαλώνοντας πάνω τους, λίγο το ένα λίγο το άλλο, οι δυνάμεις άρχισαν να τον εγκαταλείπουν.
Ήταν κι αυτές οι ακρίδες που περνούσαν από δίπλα του πηδώντας γρήγορα! Πόσο τις ζήλευε.
Μια ακριδούλα στάθηκε για μερικά λεπτά δίπλα του για να μασουλήσει ένα φυλλαράκι.
“Σε ζηλεύω φίλη μου που έχεις μακριά πόδια και μπορείς να πηδάς τόσο μεγάλες αποστάσεις! Αν είχα εγώ τα πόδια σου θα βρισκόμουν στην πόλη με ένα και μόνο άλμα” είπε το σαλιγκάρι με παράπονο.
Η ακρίδα συνοφρυώθηκε.
“Μα γιατί να θέλω να πάω στην πόλη!” είπε ενοχλημένη και πήδηξε μακριά του.
Το σαλιγκάρι συνέχισε την πορεία του αλλά είχε αρχίσει πια να απογοητεύεται. Μέρες περνούσαν, νύχτες περνούσαν, και η πόλη ήταν πολύ μακριά ακόμα..
Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα να ξαποστάσει και να σκεφτεί έναν τρόπο για να πάει πιο γρήγορα στην πόλη. Όμως όσο σκεφτόταν τόσο κατέληγε σε αδιέξοδο. Ίσως να μην ήταν καλή ιδέα τελικά, ίσως έπρεπε να μείνει πίσω, στο δάσος. Ίσως τα σαλιγκάρια να μην πρέπει να κάνουν όνειρα! Όλα αυτά σκεφτόταν το σαλιγκάρι μας και τα ματάκια του γέμισαν δάκρυα.
Μια κουκουβάγια που πετούσε εκεί γύρω, άκουσε τους λυγμούς του και πλησίασε.
Το σαλιγκάρι, βλέποντας την κουκουβάγια, τρόμαξε τόσο πολύ που έβγαλε μια κραυγή
“Σε παρακαλώ, μην με φας!” της είπε.
Η κουκουβάγια γέλασε.
“Ηρέμησε, δεν θα σε φάω. Πες μου τι σε απασχολεί”
Το σαλιγκάρι άρχισε να της διηγείται όλη την ιστορία του και η κουκουβάγια τον άκουσε πολύ προσεκτικά. Μόλις τελείωσε την διήγηση, του είπε με την ήρεμη φωνή της.
“Σκούπισε τα μάτια σου κι ανέβα στην πλάτη μου. Θα σε πάω εγώ στην πόλη.. Αλλά πρώτα θα σου δείξω κάτι!”
Η χαρά του σαλιγκαριού ήταν μεγάλη. Επιτέλους θα τον βοηθούσε κάποιος… Ανέβηκε στην πλάτη της κουκουβάγιας, χωρίς δεύτερη σκέψη και η πτήση τους ξεκίνησε..
Όταν κόντευαν να φτάσουν, η κουκουβάγια έκανε μια στάση σε ένα ψηλό δέντρο που δέσποζε στην είσοδο της πόλης.
“Γιατί σταματήσαμε εδώ;” απόρησε ο μικρός ταξιδιώτης
“Κοίτα! Κοίτα κάτω! ” του είπε η κουκουβάγια και του έδειξε τον δρόμο “Τι βλέπεις;”
“Τίποτα!.. Μόνο χώμα και πέτρες” είπε το σαλιγκάρι.
“Και τώρα κοίτα εκεί! Τι βλέπεις;” είπε και του έδειξε λίγο πιο πέρα προς το σημείο από όπου είχαν έρθει.
“Είναι η πέτρα από όπου με πήρες.” είπε το σαλιγκάρι.
“Και τώρα κοίταξε πιο μακριά πίσω από την πέτρα αυτή. Κοίτα προς το δάσος. Τί βλέπεις;”
Το σαλιγκάρι έριξε το βλέμμα του πάνω στο μονοπάτι το οποίο ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι την πέτρα. Κι έτσι όπως έπεφτε επάνω του ο ήλιος…είδε…. Κάτι να γυαλίζει! Μια μακριά ασημένια κλωστή που ξεκινούσε από το δάσος κι έφτανε μέχρι το σημείο που είχε συναντηθεί με την κουκουβάγια.. Και μετά η γραμμή κοβόταν απότομα.
“Τί είναι αυτή η ασημένια γραμμή;” απόρησε το σαλιγκάρι.
“Είναι η πορεία σου! Κοίτα πόσο δρόμο έκανες μόνος σου, με την δική σου προσπάθεια. Κοίτα πως η διαδρομή σημαδεύτηκε από την γραμμή που άφησες πίσω σου.. Δεν είναι όμορφη αυτή η ασημένια γραμμή; Είναι δική σου. Εσύ την δημιούργησες. Και τώρα κοίτα την πορεία σου από την πέτρα ως εδώ.. Δεν φαίνεται να έχεις διανύσει αυτή την απόσταση. Δεν έχει τίποτα που να θυμίζει πως πέρασες αυτόν τον δρόμο. Γιατί τον διάνυσες άκοπα, επάνω στα φτερά μου. Αυτό ήθελα να σου δείξω. Και τώρα πάμε στην πόλη, σε έφερα στον προορισμό σου.” είπε η κουκουβάγια και ξεκίνησε.
“Σταμάτα! Δεν θέλω να με πας στην πόλη.” είπε το σαλιγκάρι.
“Άλλαξες γνώμη;”
“Όχι! Στην πόλη θα πάω, αλλά θα πάω μόνος μου! Θέλω να με πας πίσω στην πέτρα που συναντηθήκαμε.” είπε ο ταξιδιώτης και η κουκουβάγια ακολούθησε την επιθυμία του..
Τον πήγε πίσω στην πέτρα και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια.
“Καλό δρόμο φίλε μου! να προσέχεις!” του είπε.
“Σε ευχαριστώ για όλα!” απάντησε το σαλιγκάρι και συνέχισε την αργή του πορεία προς την πόλη.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν έφτασε στον προορισμό του. Κανείς δεν έμαθε ποτέ , γιατί ήταν τόσο σημαντικό για ένα σαλιγκάρι να φτάσει στην πόλη.. Αυτό που όλοι είδαν και συνεχίζουν να βλέπουν αιώνες τώρα… είναι αυτές οι λεπτές ασημένιες πολύτιμες κλωστές που δείχνουν πως από αυτόν τον κόσμο πέρασαν ονειροπόλα πεισματάρικα σαλιγκάρια!
Να έχετε μια όμορφη μέρα και να μην το βάζετε κάτω..
http://youarethestar.gr/