Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγελικόν ανάγνωσμα χριστουγέννων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγελικόν ανάγνωσμα χριστουγέννων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

Ευαγγελικόν ανάγνωσμα ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Β´ 1 - 12

 1 Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα 2 λέγοντες· Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. 3 ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ, 4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. 5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· 6 Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, 8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· 10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· 12 καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.

Ερμηνευτική απόδοσις Ν. Τρεμπέλα

1 Όταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθη εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βασιλέως Ἡρῴδου ἰδοὺ σοφοὶ ἀστρολόγοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα 2 2 καὶ εἶπαν· Ποῦ εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ποὺ τώρα τελευταίως ἐγεννήθη; Διότι εἴδαμεν τὸν ἀστέρα του τὴν ὥραν, ποὺ μὲ τὴν ἀνατολήν του ἔδιδεν εἴδησιν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ νέου βασιλέως καὶ ἤλθαμεν νὰ τὸν προσκυνήσωμεν. 3 3 Ὅταν ὅμως ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης ἤκουσε τὸν λόγον αὐτόν, ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ἐταράχθη, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, μήπως ὁ νέος βασιλεὺς γίνῃ ἀντίζηλός του.Συγχρόνως ὅμως ἐταράχθησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ οἰ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἐπειδὴ ἐφοβήθησαν, μήπως ἡ στενοχωρία τοῦ σκληροῦ Ἡρῴδου ξεσπάσῃ εἰς αὐτούς. 4 Καὶ ἀφοῦ ἐμάζευσεν ὁ Ἡρῴδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐθεωροῦντο γνῶσται καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, ἐζήτει νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτούς, εἰς ποῖον μέρος σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 5 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν· γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ προφήτου Μιχαίου· 6 Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, μολονότι φαίνεσαι χωρίον μικρόν, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πλέον ἀσήμαντος ἀπὸ τὰς πρωτευούσας πόλεις, ποὺ ἡγεμονεύουν εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα.Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πλέον,μικρά, διότι ἀπὸ σὲ θὰ βγῇ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνῃ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ κρυφίως ἐκάλεσε τοὺς μάγους, ἐξηκρίβωσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον, ἀφ’ ὅτου ἐφαίνετο τὸ ἄστρον. 8 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὡδήγησε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶπε· Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάσετε μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν διὰ τὸ παιδίον.Ὅταν δὲ εὕρετε, φέρετέ μου εἴδησιν, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἑγὼ εἰς Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. 9 9 Αὐτοὶ δέ, ἀφοῦ ἤκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ βασιλέως, ἔφυγον διὰ τὴν Βηθλεέμ.Καὶ ἰδοὺ ἄστρον ὑπερφυσικόν, ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέραν, ὅμοιον ὅμως πρὸς ἐκεῖνο, ποὺ εἶδαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀνατολῆς του, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἧτο τὸ παιδίον. 10 10 Ὅταν δὲ εἶδαν τὸν ἀστέρα οἱ μάγοι ἐχάρησαν πολὺ μεγάλην χαράν, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλῆ ὁδηγόν. 11 Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν εἰς τὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδίον μὲ τὴν μητέρα του Μαρίαν, καὶ ἀφοῦ ἔπεσαν κατὰ γῆς τὸ προσεκύνησαν, καὶ ἀνοίξαντες τὰ θησαυροφυλάκιά τους τοῦ προσέφεραν δῶρα, χρυσὸν καὶ ἀπὸ τὰ πολύτιμα ἀρωματικὰ τῆς Ἀραβίας, λίβανον καὶ σμύρναν. 12 Καὶ ἀφοῦ ἔλαβαν ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁδηγίαν εἰς ὄνειρόν τους νὰ μὴ ξαναγυρίσουν εἰς τὸν Ἡρῴδην, ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἄλλον δρόμον εἰς τὴν πατρίδα τους.

https://www.saint.gr/

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα Χριστουγέννων.

1 Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα 2 λέγοντες· πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. 
3 Ακούσας δε Ηρώδης ο βασιλεύς εταράχθη και πάσα Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού, 4 και συναγαγών πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού επυνθάνετο παρ’ αυτών πού ο Χριστός γεννάται. 5 Οι δε είπον αυτώ· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Ούτω γαρ γέγραπται δια του προφήτου· 
6 Και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα· εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ. 7 Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνον του φαινομένου αστέρος, 8 και πέμψας αυτοὺς εις Βηθλεὲμ είπε· πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περὶ του παιδίου, επὰν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, καγὼ ελθὼν προσκυνήσω αυτώ. 9 Οι δε ακούσαντες του βασιλέως επορεύθησαν· και ιδοὺ ο αστὴρ ον είδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθὼν έστη επάνω ου ην το παιδίον· 10 ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, 11 και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετὰ Μαρίας της μητρὸς αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες τους θησαυροὺς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσὸν και λίβανον και σμύρναν· 12 και χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανάκαμψαι προς Ηρώδην, δ’ άλλης οδού ανεχώρησαν εις την χώραν αυτών. 13 Αναχωρησάντων δε αυτών ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσὴφ λέγων· εγερθεὶς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι· μέλλει γὰρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό. 14 Ο δε εγερθεὶς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτὸς και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, 15 και ην εκεί έως της τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος· εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. 16 Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. 17 Τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· 
18 Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτοίς, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί. 19 Τελευτήσαντος δε του Ηρώδου ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ φαίνεται τω Ιωσήφ εν Αιγύπτω 20 λέγων· εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ· τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου.
Απόδοση
Όταν δε ο Ιησούς εγεννήθη εις την Βηθλεὲμ της Ιουδαίας κατὰ τὰς ημέρας του βασιλέως Ἡρῴδου ἰδοὺ σοφοὶ ἀστρολόγοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα 
2 καὶ εἶπαν· Ποῦ εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ποὺ τώρα τελευταίως ἐγεννήθη; Διότι εἴδαμεν τὸν ἀστέρα του τὴν ὥραν, ποὺ μὲ τὴν ἀνατολήν του ἔδιδεν εἴδησιν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ νέου βασιλέως καὶ ἤλθαμεν νὰ τὸν προσκυνήσωμεν. 3 Ὅταν ὅμως ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης ἤκουσε τὸν λόγον αὐτόν, ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ἐταράχθη, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, μήπως ὁ νέος βασιλεὺς γίνῃ ἀντίζηλός του. Συγχρόνως ὅμως ἐταράχθησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ οἰ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἐπειδὴ ἐφοβήθησαν, μήπως ἡ στενοχωρία τοῦ σκληροῦ Ἡρῴδης ξεσπάσῃ εἰς αὐτούς. 4 Καὶ ἀφοὺ ἐμάζευσεν ὁ Ἡρῴδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐθεωροῦντο γνῶσται καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, ἐζήτει νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτούς, εἰς ποῖον μέρος σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 5 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν• γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ προφήτου Μιχαίου· 6 Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, μολονότι φαίνεσαι χωρίον μικρόν, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πλέον ἀσήμαντος ἀπὸ τὰς πρωτευούσας πόλεις, ποὺ ἡγεμονεύουν εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πλέον,μικρά, διότι ἀπὸ σὲ θὰ βγῇ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνη τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ κρυφίως ἐκάλεσε τοὺς μάγους, ἐξηκρίβωσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον, ἂφ’ ὅτου ἐφαίνετο τὸ ἄστρον. 8 Καὶ άφοῦ τοὺς ὡδήγησε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶπε· Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάσετε μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν διὰ τὸ παιδίον. Ὅταν δὲ εὕρετε, φέρετέ μου εἴδησιν, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἑγὼ εἰς Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. 9 Αὐτοὶ δέ, άφοῦ ἤκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ βασιλέως, ἔφυγον διὰ τὴν Βηθλεέμ. Καὶ ἰδοὺ ἄστρον ὑπερφυσικόν, ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέραν, ὅμοιον ὅμως πρὸς ἐκεῖνο, ποὺ εἶδαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀνατολῆς του, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἧτο τὸ παιδίον. 10 Ὅταν δὲ εἶδαν τὸν ἀστέρα οἱ μάγοι ἐχάρησαν πολὺ μεγάλην χαράν, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλῆ ὁδηγόν. 11 Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν εἰς το σπίτι, είδαν το παιδίον με την μητέρα του Μαρίαν, και αφού έπεσαν κατά γης το προσεκύνησαν, και ανοίξαντες τα θησαυροφυλάκια τους του προσέφεραν δώρα, χρυσόν και από τα πολύτιμα αρωματικά της αραβίας, λίβανον και σμύρναν. 12 Και αφού έλαβαν από τον Θεόν οδηγίαν σε ονειρόν τους να μη ξαναγυρίσουν στον Ηρώδην, ανεχώρησαν από άλλον δρόμον στην πατρίδα τους. 13 όταν δε ανεχώρησαν οι μάγοι, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνη στο όνειρόν του στον Ιωσήφ και του είπε· Σήκω και παράλαβε το παιδίον και την μητέρα του και φεύγε στην Αίγυπτον και μένε εκεί, έως ότου σου πω. Φύγε, διότι πρόκειται ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδίον με τον σκοπό να το θανατώσει. 14 Ο Ιωσήφ σηκώθηκε και παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα του και ανεχώρησεν στην Αίγυπτο. 15 Και ήταν εκεί, μέχρις ότου πέθανε ο Ηρώδης, για να επαληθεύσει τελείως εκείνο, που ελέχθη από τον Κύριο δια μέσου του Προφήτου, ο οποίος είπεν· από την Αίγυπτο κάλεσα τον υιόν μου να επιστρέψει στον τόπο της γεννήσεώς του.
16 Τότε ο Ηρώδης, όταν είδεν ότι οι μάγοι τον εξαπάτησαν και τον γέλασαν, θύμωσε πολύ και έστειλε στρατιώτες, οι οποίοι θανάτωσαν όλα τα παιδιά, που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα περίχωρα και σύνορά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνο, τον οποίον εξακρίβωσε από τους μάγους. 17 Τότε έλαβε πλήρη πραγματοποίηση εκείνο, που ελέχθη από τον προφήτη Ιερεμία, ο οποίος προφήτευσε και είπε· 18 Φωνή σπαρακτική ακούσθηκε στο χωρίο της φυλής Βενιαμίν Ραμά, θρήνος και κλάματα και οδυρμός πολύς. Η σύζυγος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμμένη, δια των απογόνων της μητέρων, που στερήθηκαν τα μικρά τους, έκλαιε τα τέκνα της, και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή. 19 Όταν δε πέθανε ο Ηρώδης, ιδού φάνηκε στο όνειρο του Ιωσήφ άγγελος Κυρίου στην Αίγυπτο 20 και του είπε· Σήκω και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον πεθάνει εκείνοι, που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού.
Σχολιασμός

“Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»

Την έλευση του Λυτρωτού στον κόσμο, την ενσάρκωση του θείου Λόγου, την ένωση της ανθρώπινης και της Θείας φύσεως γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε. Στο ξεκίνημα της ιστορίας της ανθρωπότητας δόθηκε στον άνθρωπο από τον ίδιο το Δημιουργό η λαχτάρα να προσεγγίσει τον Θεό, να μοιάσει με Αυτόν, να ενωθεί μαζί Του. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο με τη λαχτάρα να προσεγγίσει το Θεό, να μοιάσει με Αυτόν και να ενωθεί μαζί Του. Και όπως διηγείται από τις πρώτες σελίδες η Αγία Γραφή, αυτό τον πόθο τον εκμεταλλεύθηκε ο διάβολος για να παραπλανήσει τους πρωτοπλάστους. Παρακούσετε τον Θεό, αναζητήστε την αυτοτέλειά σας και τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί» «και έσεσθε ως θεοί». Ακολουθώντας όμως οι πρωτόπλαστοι την πονηρή αυτή συμβουλή δεν έγιναν «ως θεοί» αλλά «διανοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο και έγνωσαν ότι ήσαν γυμνοί». Κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί, αδύνατοι και απροστάτευτοι. Και οι απόγονοι τους έζησαν σε μια περιπέτεια γεμάτη πόνο, συγκρούσεις, αποτυχίες και οδύνη.
«Ενανθρώπησε ίνα θεοποιηθώμεν»
Σε αυτήν την παρανοϊκή πορεία της ανθρωπότητος επεμβαίνει η αγάπη του Θεού. Ο Υπερούσιος με τη θέλησή του σαρκούται προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, για να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος στη θέωση.
Ο άνθρωπος έφερε μέσα του, βαλμένη από τον Θεό, την επιθυμία να γίνει πνευματικά ανώτερος. Αυτή η «έφεσις» θα μπορούσε να βρεί πλήρωμα στο «καθ’ ομοίωσιν», που τον προόριζε ο Θεός, να γίνει δηλαδή και αυτός θεός «κατά χάριν «. Και αυτό θα γινόταν «τη προς Θεόν νεύσει». Ο Θεός προσφέροντάς του τη Χάρη και την αγάπη Του, κατά κάποιο τρόπο του «ένευε» να πάει κοντά Του. Σ΄ αυτή τη «νεύση» ο άνθρωπος μπορούσε να ανταποκριθεί με μια ολοκληρωτική στροφή αγάπης, σχέσης και κοινωνίας με τον Θεό. Με πείνα και δίψα της ψυχής για τον Θεό, με άκρα ταπείνωση και υπακοή μόνο στο Θεό. Όλες οι ψυχικές δυνάμεις, ο νους, η θέληση, η σκέψη, οι επιθυμίες, πνευματικές και βιολογικές, και γενικά όλη η ζωή του, καθώς και ο υλικός κόσμος, που ο Θεός έδωσε για συντήρηση, έπρεπε να ενταχθούν σ΄ αυτή την πορεία, στην «προς Θεόν νεύσιν», με σκοπό να πάρει από τον Θεό το πλήρωμα της Χάριτος, τη θέωση, που θα ήταν η εκπλήρωση αυτής της «εφέσεως».
«’Εγεννήθη και εδόθη ημίν»
Μετά την αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήσει μόνος τον προορισμό του, θα μείνει ανεκπλήρωτη η βαθύτατη αυτή «έφεσις» που έβαλε ο Θεός μέσα του; Τη λύση τη δίνει ο ίδιος ο Θεός. Αφού αστόχησε ο άνθρωπος, θα πάρει τη θέση του ο Θεός, θα γίνει άνθρωπος και θα προσφερθεί στον Θεό με υπακοή και ταπείνωση, για να πραγματοποιήσει την «έφεσιν». «Παιδίον εγεννήθη ημιν, υιός και εδόθη ημίν», αναγγέλλει δια Πνεύματος Αγίου ο προφήτης Ησαΐας (κεφ. 9,6). Για μας γεννήθηκε και σ’ εμάς δόθηκε. Στο πρόσωπό του γίνεται πραγματικότητα η «έφεσις του κρείττονος» η θέωση, γιατί σ’ αυτό ενώνονται σε πραγματική και τέλεια ένωση ο Θεός και ο άνθρωπος και γίνεται το τέλειο, ο Θεάνθρωπος, αυτό που πεθύμησε ο πρώτος άνθρωπος και απέτυχε να πραγματοποιήσει.
Έγινε για μας, όχι μόνο η «οδός» προς το πλήρωμα της θεώσεως, αλλά και το ίδιο το πλήρωμα. Για δυο χιλιάδες χρόνια σ’ όλους εκείνους, που τους συνέχει ο ιδεώδες του «κρείττονος», προσφέρει τον εαυτό του «υπογραμμόν» ο Θεάνθρωπος, από τον οποίο δεν υπάρχει «κρείττων», ούτε και ίσος ή και άλλος κανένας, που να τον πλησιάζει. Με τη μέθεξή μας στη θεανδρική του υπόσταση, δια της Εκκλησίας και με την «κένωσή» μας από την «κατά σάρκα» ζωή, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μέσα στην ίδια την ύπαρξή μας την «έφεσιν του κρείττονος» και να αποφύγουμε τον κίνδυνο της αστοχίας του πρώτου Αδάμ.
Η «κένωση», οδός του Κυρίου
Την άρνηση του ανθρώπου να «κενωθεί» από τις επιδιώξεις της χοϊκής φύσεώς του, που ήταν αντίθετες προς το θέλημα του Θεού, τη διορθώνει ο Υιός και Λόγος του Θεού. «Εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. Β΄7). Από το ύψος της θεότητος κατέβηκε στην ανθρώπινη εσχατιά, καταδέχθηκε να γεννηθεί και να σπαργανωθεί σε μια σπηλιά και σε μια φάτνη, να απαρνηθεί και τα στοιχειωδέστερα αγαθά για τον άνθρωπο. Πείνασε, δίψασε, έμεινε άστεγος και πτωχός, χωρίς να έχει «που την κεφαλήν κλίνει», σταυρώθηκε και πέθανε υπέρ όλου του κόσμου, που είναι η «άκρα κένωσις». Γυμνώθηκε από όλα τα του κόσμου, για να ντύσει τον άνθρωπο με τη στολή της θεότητος. Και ενώ ο άνθρωπος αρνήθηκε το θέλημα του Θεού, για να μη υποστεί την ελάχιστη «θυσία», ο Κύριός μας υπέστη όλες τις θυσίες «μέχρι θανάτου σταυρού», ακολουθώντας το θέλημα του Πατρός Του.
Πορεία θεώσεως
Με όλα αυτά ήθελε να μας δείξει, την οδό για την πραγματοποίηση της θεώσεως. Είναι η ταπείνωση και η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού. Το παράδειγμά Του ακολούθησαν τα εκατομμύρια των Αγίων για να μας επιβεβαιώσουν ότι η οδός αυτή είναι βατή. Το δικό μας χρέος είναι να ετοιμάσουμε τον εαυτό μας για να γίνει «οίκος Θεού». Ποίαν απολογία θα έχουμε στη μέλλουσα κρίση όταν Αυτός για χάρη δική μας κατεβαίνει από τους ουρανούς, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι μας δεν βγαίνουμε να έρθουμε κοντά Του στη Θεία Λειτουργία; Αφού η Αγία τράπεζα τάξιν φάτνης πληροί. Και εδώ κείται το Σώμα το Δεσποτικό, όχι σπαργανωμένο όπως τότε, αλλά Πνεύματι Αγίου πανταχόθεν περιστελλόμενον. Οι Μάγοι μόνο προσκύνησαν. Συ όμως, αν έλθεις με καθαρή συνείδηση, όχι μόνο θα τον προσκυνήσεις, αλλά θα τον πάρεις και στο σπίτι σου. Έτσι ένιωθαν οι Άγιοι όταν κοινωνούσαν. Οι Μάγοι πρόσφεραν χρυσόν, λίβανον και σμύρναν. Συ πρόσφερε σωφροσύνη και αρετή, προσευχές καθαρές, θυμίαματα πνευματικά, ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη. Με τέτοια δώρα θα πλησιάσεις την ιερή αυτή τράπεζα.
Αποφάσισε λοιπόν να αφήσεις τα βιοτικά, τα συμβόλαια και τα συναλλάγματα και πες μέσα σου: θέλω να σώσω την ψυχή μου.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα Χριστουγέννων Ματθ. β' 1-20

1 Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα 2 λέγοντες· πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. 
3 Ακούσας δε Ηρώδης ο βασιλεύς εταράχθη και πάσα Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού, 4 και συναγαγών πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού επυνθάνετο παρ’ αυτών πού ο Χριστός γεννάται. 5 Οι δε είπον αυτώ· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Ούτω γαρ γέγραπται δια του προφήτου· 
6 Και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα· εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ. 7 Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνον του φαινομένου αστέρος, 8 και πέμψας αυτοὺς εις Βηθλεὲμ είπε· πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περὶ του παιδίου, επὰν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, καγὼ ελθὼν προσκυνήσω αυτώ. 9 Οι δε ακούσαντες του βασιλέως επορεύθησαν· και ιδοὺ ο αστὴρ ον είδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθὼν έστη επάνω ου ην το παιδίον· 10 ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, 11 και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετὰ Μαρίας της μητρὸς αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες τους θησαυροὺς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσὸν και λίβανον και σμύρναν· 12 και χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανάκαμψαι προς Ηρώδην, δ’ άλλης οδού ανεχώρησαν εις την χώραν αυτών. 13 Αναχωρησάντων δε αυτών ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσὴφ λέγων· εγερθεὶς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι· μέλλει γὰρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό. 14 Ο δε εγερθεὶς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτὸς και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, 15 και ην εκεί έως της τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος· εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. 16 Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. 17 Τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· 
18 Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτοίς, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί. 19 Τελευτήσαντος δε του Ηρώδου ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ φαίνεται τω Ιωσήφ εν Αιγύπτω 20 λέγων· εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ· τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου.
Απόδοση
Όταν δε ο Ιησούς εγεννήθη εις την Βηθλεὲμ της Ιουδαίας κατὰ τὰς ημέρας του βασιλέως Ἡρῴδου ἰδοὺ σοφοὶ ἀστρολόγοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα 
2 καὶ εἶπαν· Ποῦ εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ποὺ τώρα τελευταίως ἐγεννήθη; Διότι εἴδαμεν τὸν ἀστέρα του τὴν ὥραν, ποὺ μὲ τὴν ἀνατολήν του ἔδιδεν εἴδησιν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ νέου βασιλέως καὶ ἤλθαμεν νὰ τὸν προσκυνήσωμεν. 3 Ὅταν ὅμως ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης ἤκουσε τὸν λόγον αὐτόν, ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ἐταράχθη, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, μήπως ὁ νέος βασιλεὺς γίνῃ ἀντίζηλός του. Συγχρόνως ὅμως ἐταράχθησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ οἰ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἐπειδὴ ἐφοβήθησαν, μήπως ἡ στενοχωρία τοῦ σκληροῦ Ἡρῴδης ξεσπάσῃ εἰς αὐτούς. 4 Καὶ ἀφοὺ ἐμάζευσεν ὁ Ἡρῴδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐθεωροῦντο γνῶσται καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, ἐζήτει νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτούς, εἰς ποῖον μέρος σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 5 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν• γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ προφήτου Μιχαίου· 6 Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, μολονότι φαίνεσαι χωρίον μικρόν, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πλέον ἀσήμαντος ἀπὸ τὰς πρωτευούσας πόλεις, ποὺ ἡγεμονεύουν εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πλέον,μικρά, διότι ἀπὸ σὲ θὰ βγῇ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνη τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ κρυφίως ἐκάλεσε τοὺς μάγους, ἐξηκρίβωσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον, ἂφ’ ὅτου ἐφαίνετο τὸ ἄστρον. 8 Καὶ άφοῦ τοὺς ὡδήγησε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶπε· Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάσετε μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν διὰ τὸ παιδίον. Ὅταν δὲ εὕρετε, φέρετέ μου εἴδησιν, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἑγὼ εἰς Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. 9 Αὐτοὶ δέ, άφοῦ ἤκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ βασιλέως, ἔφυγον διὰ τὴν Βηθλεέμ. Καὶ ἰδοὺ ἄστρον ὑπερφυσικόν, ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέραν, ὅμοιον ὅμως πρὸς ἐκεῖνο, ποὺ εἶδαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀνατολῆς του, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἧτο τὸ παιδίον. 10 Ὅταν δὲ εἶδαν τὸν ἀστέρα οἱ μάγοι ἐχάρησαν πολὺ μεγάλην χαράν, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλῆ ὁδηγόν. 11 Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν εἰς το σπίτι, είδαν το παιδίον με την μητέρα του Μαρίαν, και αφού έπεσαν κατά γης το προσεκύνησαν, και ανοίξαντες τα θησαυροφυλάκια τους του προσέφεραν δώρα, χρυσόν και από τα πολύτιμα αρωματικά της αραβίας, λίβανον και σμύρναν. 12 Και αφού έλαβαν από τον Θεόν οδηγίαν σε ονειρόν τους να μη ξαναγυρίσουν στον Ηρώδην, ανεχώρησαν από άλλον δρόμον στην πατρίδα τους. 13 όταν δε ανεχώρησαν οι μάγοι, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνη στο όνειρόν του στον Ιωσήφ και του είπε· Σήκω και παράλαβε το παιδίον και την μητέρα του και φεύγε στην Αίγυπτον και μένε εκεί, έως ότου σου πω. Φύγε, διότι πρόκειται ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδίον με τον σκοπό να το θανατώσει. 14 Ο Ιωσήφ σηκώθηκε και παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα του και ανεχώρησεν στην Αίγυπτο. 15 Και ήταν εκεί, μέχρις ότου πέθανε ο Ηρώδης, για να επαληθεύσει τελείως εκείνο, που ελέχθη από τον Κύριο δια μέσου του Προφήτου, ο οποίος είπεν· από την Αίγυπτο κάλεσα τον υιόν μου να επιστρέψει στον τόπο της γεννήσεώς του.
16 Τότε ο Ηρώδης, όταν είδεν ότι οι μάγοι τον εξαπάτησαν και τον γέλασαν, θύμωσε πολύ και έστειλε στρατιώτες, οι οποίοι θανάτωσαν όλα τα παιδιά, που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα περίχωρα και σύνορά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνο, τον οποίον εξακρίβωσε από τους μάγους. 17 Τότε έλαβε πλήρη πραγματοποίηση εκείνο, που ελέχθη από τον προφήτη Ιερεμία, ο οποίος προφήτευσε και είπε· 18 Φωνή σπαρακτική ακούσθηκε στο χωρίο της φυλής Βενιαμίν Ραμά, θρήνος και κλάματα και οδυρμός πολύς. Η σύζυγος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμμένη, δια των απογόνων της μητέρων, που στερήθηκαν τα μικρά τους, έκλαιε τα τέκνα της, και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή. 19 Όταν δε πέθανε ο Ηρώδης, ιδού φάνηκε στο όνειρο του Ιωσήφ άγγελος Κυρίου στην Αίγυπτο 20 και του είπε· Σήκω και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον πεθάνει εκείνοι, που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού.
Σχολιασμός

“Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»

Την έλευση του Λυτρωτού στον κόσμο, την ενσάρκωση του θείου Λόγου, την ένωση της ανθρώπινης και της Θείας φύσεως γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε. Στο ξεκίνημα της ιστορίας της ανθρωπότητας δόθηκε στον άνθρωπο από τον ίδιο το Δημιουργό η λαχτάρα να προσεγγίσει τον Θεό, να μοιάσει με Αυτόν, να ενωθεί μαζί Του. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο με τη λαχτάρα να προσεγγίσει το Θεό, να μοιάσει με Αυτόν και να ενωθεί μαζί Του. Και όπως διηγείται από τις πρώτες σελίδες η Αγία Γραφή, αυτό τον πόθο τον εκμεταλλεύθηκε ο διάβολος για να παραπλανήσει τους πρωτοπλάστους. Παρακούσετε τον Θεό, αναζητήστε την αυτοτέλειά σας και τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί» «και έσεσθε ως θεοί». Ακολουθώντας όμως οι πρωτόπλαστοι την πονηρή αυτή συμβουλή δεν έγιναν «ως θεοί» αλλά «διανοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο και έγνωσαν ότι ήσαν γυμνοί». Κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί, αδύνατοι και απροστάτευτοι. Και οι απόγονοι τους έζησαν σε μια περιπέτεια γεμάτη πόνο, συγκρούσεις, αποτυχίες και οδύνη.
«Ενανθρώπησε ίνα θεοποιηθώμεν»
Σε αυτήν την παρανοϊκή πορεία της ανθρωπότητος επεμβαίνει η αγάπη του Θεού. Ο Υπερούσιος με τη θέλησή του σαρκούται προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, για να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος στη θέωση.
Ο άνθρωπος έφερε μέσα του, βαλμένη από τον Θεό, την επιθυμία να γίνει πνευματικά ανώτερος. Αυτή η «έφεσις» θα μπορούσε να βρεί πλήρωμα στο «καθ’ ομοίωσιν», που τον προόριζε ο Θεός, να γίνει δηλαδή και αυτός θεός «κατά χάριν «. Και αυτό θα γινόταν «τη προς Θεόν νεύσει». Ο Θεός προσφέροντάς του τη Χάρη και την αγάπη Του, κατά κάποιο τρόπο του «ένευε» να πάει κοντά Του. Σ΄ αυτή τη «νεύση» ο άνθρωπος μπορούσε να ανταποκριθεί με μια ολοκληρωτική στροφή αγάπης, σχέσης και κοινωνίας με τον Θεό. Με πείνα και δίψα της ψυχής για τον Θεό, με άκρα ταπείνωση και υπακοή μόνο στο Θεό. Όλες οι ψυχικές δυνάμεις, ο νους, η θέληση, η σκέψη, οι επιθυμίες, πνευματικές και βιολογικές, και γενικά όλη η ζωή του, καθώς και ο υλικός κόσμος, που ο Θεός έδωσε για συντήρηση, έπρεπε να ενταχθούν σ΄ αυτή την πορεία, στην «προς Θεόν νεύσιν», με σκοπό να πάρει από τον Θεό το πλήρωμα της Χάριτος, τη θέωση, που θα ήταν η εκπλήρωση αυτής της «εφέσεως».
«’Εγεννήθη και εδόθη ημίν»
Μετά την αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήσει μόνος τον προορισμό του, θα μείνει ανεκπλήρωτη η βαθύτατη αυτή «έφεσις» που έβαλε ο Θεός μέσα του; Τη λύση τη δίνει ο ίδιος ο Θεός. Αφού αστόχησε ο άνθρωπος, θα πάρει τη θέση του ο Θεός, θα γίνει άνθρωπος και θα προσφερθεί στον Θεό με υπακοή και ταπείνωση, για να πραγματοποιήσει την «έφεσιν». «Παιδίον εγεννήθη ημιν, υιός και εδόθη ημίν», αναγγέλλει δια Πνεύματος Αγίου ο προφήτης Ησαΐας (κεφ. 9,6). Για μας γεννήθηκε και σ’ εμάς δόθηκε. Στο πρόσωπό του γίνεται πραγματικότητα η «έφεσις του κρείττονος» η θέωση, γιατί σ’ αυτό ενώνονται σε πραγματική και τέλεια ένωση ο Θεός και ο άνθρωπος και γίνεται το τέλειο, ο Θεάνθρωπος, αυτό που πεθύμησε ο πρώτος άνθρωπος και απέτυχε να πραγματοποιήσει.
Έγινε για μας, όχι μόνο η «οδός» προς το πλήρωμα της θεώσεως, αλλά και το ίδιο το πλήρωμα. Για δυο χιλιάδες χρόνια σ’ όλους εκείνους, που τους συνέχει ο ιδεώδες του «κρείττονος», προσφέρει τον εαυτό του «υπογραμμόν» ο Θεάνθρωπος, από τον οποίο δεν υπάρχει «κρείττων», ούτε και ίσος ή και άλλος κανένας, που να τον πλησιάζει. Με τη μέθεξή μας στη θεανδρική του υπόσταση, δια της Εκκλησίας και με την «κένωσή» μας από την «κατά σάρκα» ζωή, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μέσα στην ίδια την ύπαρξή μας την «έφεσιν του κρείττονος» και να αποφύγουμε τον κίνδυνο της αστοχίας του πρώτου Αδάμ.
Η «κένωση», οδός του Κυρίου
Την άρνηση του ανθρώπου να «κενωθεί» από τις επιδιώξεις της χοϊκής φύσεώς του, που ήταν αντίθετες προς το θέλημα του Θεού, τη διορθώνει ο Υιός και Λόγος του Θεού. «Εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. Β΄7). Από το ύψος της θεότητος κατέβηκε στην ανθρώπινη εσχατιά, καταδέχθηκε να γεννηθεί και να σπαργανωθεί σε μια σπηλιά και σε μια φάτνη, να απαρνηθεί και τα στοιχειωδέστερα αγαθά για τον άνθρωπο. Πείνασε, δίψασε, έμεινε άστεγος και πτωχός, χωρίς να έχει «που την κεφαλήν κλίνει», σταυρώθηκε και πέθανε υπέρ όλου του κόσμου, που είναι η «άκρα κένωσις». Γυμνώθηκε από όλα τα του κόσμου, για να ντύσει τον άνθρωπο με τη στολή της θεότητος. Και ενώ ο άνθρωπος αρνήθηκε το θέλημα του Θεού, για να μη υποστεί την ελάχιστη «θυσία», ο Κύριός μας υπέστη όλες τις θυσίες «μέχρι θανάτου σταυρού», ακολουθώντας το θέλημα του Πατρός Του.
Πορεία θεώσεως
Με όλα αυτά ήθελε να μας δείξει, την οδό για την πραγματοποίηση της θεώσεως. Είναι η ταπείνωση και η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού. Το παράδειγμά Του ακολούθησαν τα εκατομμύρια των Αγίων για να μας επιβεβαιώσουν ότι η οδός αυτή είναι βατή. Το δικό μας χρέος είναι να ετοιμάσουμε τον εαυτό μας για να γίνει «οίκος Θεού». Ποίαν απολογία θα έχουμε στη μέλλουσα κρίση όταν Αυτός για χάρη δική μας κατεβαίνει από τους ουρανούς, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι μας δεν βγαίνουμε να έρθουμε κοντά Του στη Θεία Λειτουργία; Αφού η Αγία τράπεζα τάξιν φάτνης πληροί. Και εδώ κείται το Σώμα το Δεσποτικό, όχι σπαργανωμένο όπως τότε, αλλά Πνεύματι Αγίου πανταχόθεν περιστελλόμενον. Οι Μάγοι μόνο προσκύνησαν. Συ όμως, αν έλθεις με καθαρή συνείδηση, όχι μόνο θα τον προσκυνήσεις, αλλά θα τον πάρεις και στο σπίτι σου. Έτσι ένιωθαν οι Άγιοι όταν κοινωνούσαν. Οι Μάγοι πρόσφεραν χρυσόν, λίβανον και σμύρναν. Συ πρόσφερε σωφροσύνη και αρετή, προσευχές καθαρές, θυμίαματα πνευματικά, ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη. Με τέτοια δώρα θα πλησιάσεις την ιερή αυτή τράπεζα.
Αποφάσισε λοιπόν να αφήσεις τα βιοτικά, τα συμβόλαια και τα συναλλάγματα και πες μέσα σου: θέλω να σώσω την ψυχή μου.

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Κυριακή Προ των Φώτων, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μάρκ. α, 1-8

Ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· ὡς γέγραπται ἐν τοῖς Προφήταις· «᾿Ιδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν Ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Ἐγένετο ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ ᾿Ιουδαία χώρα καὶ οἱ ῾Ιεροσολυμῖται· καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. Ἦν δὲ ὁ ᾿Ιωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου, καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον. Καὶ ἐκήρυσσε λέγων· ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ. Ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι· αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. 
Νεοελληνική απόδοση
Αρχή του χαρμόσυνου μηνύματος για τον Ιησού Χριστό, τον Υιο του Θεού. Στα βιβλία των προφητών είναι γραμμένο: Στέλνω τον αγγελιαφόρο μου πριν από σένα, για να προετοιμάσει το δρόμο σου! Μια φωνή βροντοφωνάζει στην έρημο: ετοιμάστε το δρόμο για τον Κύριο, ισιώστε τα μονοπάτια να περάσει. Σύμφωνα μ’ αυτά, παρουσιάστηκε ο Ιωάννης, ο οποίος βάπτιζε στην έρη­μο και κήρυττε να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να βαπτιστούν, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες τους. Πήγαιναν σ’ αυτόν όλοι οι κάτοικοι της Ιουδαίας κι οι Ιεροσολυμίτες, κι όλους τους βάπτιζε στον ποταμό Ιορδάνη, καθώς ομολογούσαν τις αμαρτίες τους. Ο Ιωάννης φορούσε ρούχα από τρίχες καμήλας και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, έτρωγε ακρίδες, και μέλι από αγριομέλισσες. Στο κήρυγμά του τόνιζε: «Έρχεται ύστερα από μένα αυτός που είναι πιο ισχυρός και που εγώ δεν είμαι άξιος να σκύψω και να λύσω το λουρί από τα υποδήματά του. Εγώ σας βάπτισα με νερό, εκείνος όμως θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα».
Σχολιασμός
Κυριακή προ των Φώτων η σημερινή και το Ευαγγελικό ανάγνωσμα αποτελεί την αρχή του Ευαγγελίου του Ευαγγελιστή Μάρκου. Μέσα από αυτό γίνεται αναφορά στην αρχή του χαρμόσυνου μηνύματος για τον Ιησού Χριστό, το οποίο αναγγέλλει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Μας παρουσιάζει τον ερχομό του Ιωάννη ο οποίος έχει ως στόχο να προετοιμάσει το δρόμο από τον οποίο θα περάσει ο Ιησούς Χριστός. Γίνεται ακόμη αναφορά στον τρόπο που προετοιμάζει το δρόμο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ζούσε.
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν γιος του Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Ήταν ο τελευταίος από τους προφήτες και ο μεγαλύτερος των προφητών. Ζούσε στην έρημο με άσκηση και μεγάλη εγκράτεια. Φορούσε ένα ρούχο φτιαγμένο από τρίχες καμήλας και στη μέση του είχε μια δερμάτινη ζώνη. Τρεφόταν από ακρίδες και άγριο μέλι από αγριομέλισσες. Η ακρίδες είναι: είτε η ακρίδες διαφόρων άγριων χόρτων που βλαστούνε στην περιοχή, ή τα γνωστά έντομα τα οποία χρησιμοποιούν και οι Βεδουίνοι που ζουν στην περιοχή μέχρι σήμερα, τα οποία ξηραίνουν και μετά τα τρώνε. Σαν κύριο έργο του Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είχε την προετοιμασία των ανθρώπων έτσι ώστε να είναι έτοιμοι για να δεχθούν τον Μεσσία.
Η αναμονή του Μεσσία την εποχή εκείνη ήταν κάτι το αναμενόμενο. Η φθορά και η ανηθικότητα κυριαρχούσε στην ζωή των ανθρώπων. Η εμφάνιση του Ιωάννου και το κήρυγμα του, που ήταν κήρυγμα μετανοίας, αποτελούσε δείχτη προς τον οποίο θα στρέφονταν οι άνθρωποι ώστε να προετοιμαστούν για τον ερχομό του Μεσσία ο οποίος θα έφερνε μια πραγματικά νέα εποχή για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές όταν μας μιλούν για τον Ιωάννη μας υπενθυμίζουν το σχετικό χωρίο από τον προφήτη Μαλαχία «ούτος εστί περί ου γέγραπται˙ ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελον μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου εμπροσθέν σου» (Μαλαχ. γ΄, 1). Αυτό γίνεται έτσι ώστε να φανερωθεί η εκ Θεού αποστολή του Ιωάννη, για να ετοιμάσει την οδό του Κυρίου. Ο ίδιος ο Ιωάννης διακηρύσσει ότι έρχεται ύστερα από μένα αυτός που είναι πιο ισχυρός και εγώ δεν είμαι άξιος να σκύψω και να λύσω το λουρί από τα υποδήματα του. Εγώ σας βάφτισα με νερό, εκείνος όμως θα σας βαφτίσει με Άγιο Πνεύμα. Την μεγαλύτερη μαρτυρία για τον Ιωάννη μας την δίνει ο ίδιος ο Χριστός ο οποίος μας λέγει: «αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού », δηλαδή σας βεβαιώνω πως μάνα δε γέννησε ως τώρα άνθρωπο πιο μεγάλο από τον Ιωάννη το Βαπτιστή. (Ματ. 11,11).
Η εμφάνιση και το κήρυγμα του Προδρόμου ήταν μια πρόσκληση προς την ανθρωπότητα για μετάνοια. Καλούσε τους ανθρώπους να καθαρίσουν τις ψυχές τους από την κακία και την αμαρτία. Είχε γίνει οδοδείχτης που προετοίμαζε τους ανθρώπους, δείχνοντας τους το δρόμο προς τον Ιησού Χριστό. Δεν προσπαθούσε κηρύσσοντας με διάφορα καλά λόγια να ικανοποιήσει τις διάφορες τάξεις ανθρώπων που ερχόντουσαν να τον ακούσουν. Κήρυττε και έλεγχε με αυστηρά λόγια τους πάντες που παρέβαιναν το Νόμο του Θεού χωρίς να υπολογίζει τίποτα. Φτάνει στο σημείο να ελέγχει και τον ίδιο τον Ηρώδη ο οποίος είχε παράνομο δεσμό με τη γυναίκα του αδελφού του. Ελέγχει με τόση αυστηρότητα, μήπως και καταφέρει να τους ξυπνήσει μέσα από το λήθαργο της αμαρτίας που είχαν περιέλθει.
Η υπόδειξη αυτή του Προδρόμου προς τον αληθινό Μεσσία τον Ιησού Χριστό αποτελεί και για μας σήμερα ένα επίκαιρο μήνυμα. Η απομάκρυνση του στόχου της ζωής μας από τον Χριστό και ο προσανατολισμός του σε οικονομικές και κοινωνικές επιτυχίες μας έχουν οδηγήσει σε τραγικές απογοητεύσεις και αδιέξοδα που είναι σε όλους μας ορατά. Η αρχή του νέου έτους πριν δύο μέρες, ας αποτελέσει την αρχή την οποία θα βάλει ο καθένας μας στη ζωή του έτσι ώστε να στραφούμε προς τον Χριστό τον οποίο μας υπέδειξε ο Πρόδρομος και αποτελεί τον αληθινό Σωτήρα μας. Αμήν.
http://www.imconstantias.org.cy/30001/

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα 2016, Ευαγγελικό ανάγνωσμα: Ματθ. β’, 1- 20

1 Του δε Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως, ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο εις Ιεροσόλυμα 2 λέγοντες· πού εστιν ο τεχθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; Είδομεν γαρ αυτού τον αστέρα εν τη ανατολή και ήλθομεν προσκυνήσαι αυτώ. 
3 Ακούσας δε Ηρώδης ο βασιλεύς εταράχθη και πάσα Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού, 4 και συναγαγών πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού επυνθάνετο παρ’ αυτών πού ο Χριστός γεννάται. 5 Οι δε είπον αυτώ· εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Ούτω γαρ γέγραπται δια του προφήτου· 
6 Και συ Βηθλεέμ, γη Ιούδα, ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα· εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ. 7 Τότε Ηρώδης λάθρα καλέσας τους μάγους ηκρίβωσε παρ’ αυτών τον χρόνον του φαινομένου αστέρος, 8 και πέμψας αυτοὺς εις Βηθλεὲμ είπε· πορευθέντες ακριβώς εξετάσατε περὶ του παιδίου, επὰν δε εύρητε, απαγγείλατέ μοι, καγὼ ελθὼν προσκυνήσω αυτώ. 9 Οι δε ακούσαντες του βασιλέως επορεύθησαν· και ιδοὺ ο αστὴρ ον είδον εν τη ανατολή προήγεν αυτούς, έως ελθὼν έστη επάνω ου ην το παιδίον· 10 ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, 11 και ελθόντες εις την οικίαν είδον το παιδίον μετὰ Μαρίας της μητρὸς αυτού, και πεσόντες προσεκύνησαν αυτώ, και ανοίξαντες τους θησαυροὺς αυτών προσήνεγκαν αυτώ δώρα, χρυσὸν και λίβανον και σμύρναν· 12 και χρηματισθέντες κατ’ όναρ μη ανάκαμψαι προς Ηρώδην, δ’ άλλης οδού ανεχώρησαν εις την χώραν αυτών. 13 Αναχωρησάντων δε αυτών ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσὴφ λέγων· εγερθεὶς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι· μέλλει γὰρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό. 14 Ο δε εγερθεὶς παρέλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού νυκτὸς και ανεχώρησεν εις Αίγυπτον, 15 και ην εκεί έως της τελευτής Ηρώδου, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος· εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου. 16 Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτής από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. 17 Τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· 
18 Φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτοίς, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισί. 19 Τελευτήσαντος δε του Ηρώδου ιδού άγγελος Κυρίου κατ’ όναρ φαίνεται τω Ιωσήφ εν Αιγύπτω 20 λέγων· εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ· τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου.
Απόδοση
Όταν δε ο Ιησούς εγεννήθη εις την Βηθλεὲμ της Ιουδαίας κατὰ τὰς ημέρας του βασιλέως Ἡρῴδου ἰδοὺ σοφοὶ ἀστρολόγοι ἀπὸ τὰ μέρη τῆς ἀνατολῆς ἦλθαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα 
2 καὶ εἶπαν· Ποῦ εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ποὺ τώρα τελευταίως ἐγεννήθη; Διότι εἴδαμεν τὸν ἀστέρα του τὴν ὥραν, ποὺ μὲ τὴν ἀνατολήν του ἔδιδεν εἴδησιν διὰ τὴν γέννησιν τοῦ νέου βασιλέως καὶ ἤλθαμεν νὰ τὸν προσκυνήσωμεν. 3 Ὅταν ὅμως ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης ἤκουσε τὸν λόγον αὐτόν, ποὺ εἶπαν οἱ μάγοι, ἐταράχθη, ἐπειδὴ ἐφοβήθη, μήπως ὁ νέος βασιλεὺς γίνῃ ἀντίζηλός του. Συγχρόνως ὅμως ἐταράχθησαν μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ οἰ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἐπειδὴ ἐφοβήθησαν, μήπως ἡ στενοχωρία τοῦ σκληροῦ Ἡρῴδης ξεσπάσῃ εἰς αὐτούς. 4 Καὶ ἀφοὺ ἐμάζευσεν ὁ Ἡρῴδης ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ποὺ ἐθεωροῦντο γνῶσται καὶ διδάσκαλοι τοῦ νόμου, ἐζήτει νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτούς, εἰς ποῖον μέρος σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας δηλαδὴ καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 5 Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν• γεννᾶται εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι ἔτσι ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ μέσου τοῦ προφήτου Μιχαίου· 6 Καὶ σύ, Βηθλεέμ, ποὺ περιλαμβάνεσαι εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, μολονότι φαίνεσαι χωρίον μικρόν, δὲν εἶσαι ὅμως καθόλου ἡ πλέον ἀσήμαντος ἀπὸ τὰς πρωτευούσας πόλεις, ποὺ ἡγεμονεύουν εἰς τὴν χώραν τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα. Καὶ δὲν εἶσαι ἡ πλέον,μικρά, διότι ἀπὸ σὲ θὰ βγῇ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ ποιμάνη τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε ὁ Ἡρῴδης, ἀφοῦ κρυφίως ἐκάλεσε τοὺς μάγους, ἐξηκρίβωσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον, ἂφ’ ὅτου ἐφαίνετο τὸ ἄστρον. 8 Καὶ άφοῦ τοὺς ὡδήγησε νὰ μεταβοῦν εἰς τὴν Βηθλεέμ, εἶπε· Πηγαίνετε ἐκεῖ καὶ ἐξετάσετε μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν διὰ τὸ παιδίον. Ὅταν δὲ εὕρετε, φέρετέ μου εἴδησιν, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἑγὼ εἰς Βηθλεὲμ νὰ τὸ προσκυνήσω. 9 Αὐτοὶ δέ, άφοῦ ἤκουσαν τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ βασιλέως, ἔφυγον διὰ τὴν Βηθλεέμ. Καὶ ἰδοὺ ἄστρον ὑπερφυσικόν, ποὺ ἔλαμπε καὶ τὴν ἡμέραν, ὅμοιον ὅμως πρὸς ἐκεῖνο, ποὺ εἶδαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀνατολῆς του, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτούς, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἧτο τὸ παιδίον. 10 Ὅταν δὲ εἶδαν τὸν ἀστέρα οἱ μάγοι ἐχάρησαν πολὺ μεγάλην χαράν, διότι εἶχαν πλέον ἀσφαλῆ ὁδηγόν. 11 Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν εἰς το σπίτι, είδαν το παιδίον με την μητέρα του Μαρίαν, και αφού έπεσαν κατά γης το προσεκύνησαν, και ανοίξαντες τα θησαυροφυλάκια τους του προσέφεραν δώρα, χρυσόν και από τα πολύτιμα αρωματικά της αραβίας, λίβανον και σμύρναν. 12 Και αφού έλαβαν από τον Θεόν οδηγίαν σε ονειρόν τους να μη ξαναγυρίσουν στον Ηρώδην, ανεχώρησαν από άλλον δρόμον στην πατρίδα τους. 13 όταν δε ανεχώρησαν οι μάγοι, ιδού άγγελος Κυρίου εφάνη στο όνειρόν του στον Ιωσήφ και του είπε· Σήκω και παράλαβε το παιδίον και την μητέρα του και φεύγε στην Αίγυπτον και μένε εκεί, έως ότου σου πω. Φύγε, διότι πρόκειται ο Ηρώδης να ζητήσει το παιδίον με τον σκοπό να το θανατώσει. 14 Ο Ιωσήφ σηκώθηκε και παρέλαβε νύκτα το παιδίον και την μητέρα του και ανεχώρησεν στην Αίγυπτο. 15 Και ήταν εκεί, μέχρις ότου πέθανε ο Ηρώδης, για να επαληθεύσει τελείως εκείνο, που ελέχθη από τον Κύριο δια μέσου του Προφήτου, ο οποίος είπεν· από την Αίγυπτο κάλεσα τον υιόν μου να επιστρέψει στον τόπο της γεννήσεώς του.
16 Τότε ο Ηρώδης, όταν είδεν ότι οι μάγοι τον εξαπάτησαν και τον γέλασαν, θύμωσε πολύ και έστειλε στρατιώτες, οι οποίοι θανάτωσαν όλα τα παιδιά, που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα περίχωρα και σύνορά της, από ηλικίας δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με τον χρόνο, τον οποίον εξακρίβωσε από τους μάγους. 17 Τότε έλαβε πλήρη πραγματοποίηση εκείνο, που ελέχθη από τον προφήτη Ιερεμία, ο οποίος προφήτευσε και είπε· 18 Φωνή σπαρακτική ακούσθηκε στο χωρίο της φυλής Βενιαμίν Ραμά, θρήνος και κλάματα και οδυρμός πολύς. Η σύζυγος του Ιακώβ Ραχήλ, που ήταν εκεί θαμμένη, δια των απογόνων της μητέρων, που στερήθηκαν τα μικρά τους, έκλαιε τα τέκνα της, και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να παρηγορηθεί, διότι τα αθώα αυτά παιδιά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή. 19 Όταν δε πέθανε ο Ηρώδης, ιδού φάνηκε στο όνειρο του Ιωσήφ άγγελος Κυρίου στην Αίγυπτο 20 και του είπε· Σήκω και πάρε το παιδίον και την μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στην χώρα των Ισραηλιτών. Διότι έχουν πλέον πεθάνει εκείνοι, που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού.
Σχολιασμός

“Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»

Την έλευση του Λυτρωτού στον κόσμο, την ενσάρκωση του θείου Λόγου, την ένωση της ανθρώπινης και της Θείας φύσεως γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Ο Υιός του Θεού ενανθρώπησε για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο εκείνο για το οποίο δημιουργώντας τον, τον προόρισε. Στο ξεκίνημα της ιστορίας της ανθρωπότητας δόθηκε στον άνθρωπο από τον ίδιο το Δημιουργό η λαχτάρα να προσεγγίσει τον Θεό, να μοιάσει με Αυτόν, να ενωθεί μαζί Του. Τον δημιούργησε σύμφωνα με τη δική του εικόνα, διανοητή και ελεύθερο με τη λαχτάρα να προσεγγίσει το Θεό, να μοιάσει με Αυτόν και να ενωθεί μαζί Του. Και όπως διηγείται από τις πρώτες σελίδες η Αγία Γραφή, αυτό τον πόθο τον εκμεταλλεύθηκε ο διάβολος για να παραπλανήσει τους πρωτοπλάστους. Παρακούσετε τον Θεό, αναζητήστε την αυτοτέλειά σας και τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί» «και έσεσθε ως θεοί». Ακολουθώντας όμως οι πρωτόπλαστοι την πονηρή αυτή συμβουλή δεν έγιναν «ως θεοί» αλλά «διανοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο και έγνωσαν ότι ήσαν γυμνοί». Κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί, αδύνατοι και απροστάτευτοι. Και οι απόγονοι τους έζησαν σε μια περιπέτεια γεμάτη πόνο, συγκρούσεις, αποτυχίες και οδύνη.
«Ενανθρώπησε ίνα θεοποιηθώμεν»
Σε αυτήν την παρανοϊκή πορεία της ανθρωπότητος επεμβαίνει η αγάπη του Θεού. Ο Υπερούσιος με τη θέλησή του σαρκούται προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, για να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος στη θέωση.
Ο άνθρωπος έφερε μέσα του, βαλμένη από τον Θεό, την επιθυμία να γίνει πνευματικά ανώτερος. Αυτή η «έφεσις» θα μπορούσε να βρεί πλήρωμα στο «καθ’ ομοίωσιν», που τον προόριζε ο Θεός, να γίνει δηλαδή και αυτός θεός «κατά χάριν «. Και αυτό θα γινόταν «τη προς Θεόν νεύσει». Ο Θεός προσφέροντάς του τη Χάρη και την αγάπη Του, κατά κάποιο τρόπο του «ένευε» να πάει κοντά Του. Σ΄ αυτή τη «νεύση» ο άνθρωπος μπορούσε να ανταποκριθεί με μια ολοκληρωτική στροφή αγάπης, σχέσης και κοινωνίας με τον Θεό. Με πείνα και δίψα της ψυχής για τον Θεό, με άκρα ταπείνωση και υπακοή μόνο στο Θεό. Όλες οι ψυχικές δυνάμεις, ο νους, η θέληση, η σκέψη, οι επιθυμίες, πνευματικές και βιολογικές, και γενικά όλη η ζωή του, καθώς και ο υλικός κόσμος, που ο Θεός έδωσε για συντήρηση, έπρεπε να ενταχθούν σ΄ αυτή την πορεία, στην «προς Θεόν νεύσιν», με σκοπό να πάρει από τον Θεό το πλήρωμα της Χάριτος, τη θέωση, που θα ήταν η εκπλήρωση αυτής της «εφέσεως».
«’Εγεννήθη και εδόθη ημίν»
Μετά την αστοχία του ανθρώπου να πραγματοποιήσει μόνος τον προορισμό του, θα μείνει ανεκπλήρωτη η βαθύτατη αυτή «έφεσις» που έβαλε ο Θεός μέσα του; Τη λύση τη δίνει ο ίδιος ο Θεός. Αφού αστόχησε ο άνθρωπος, θα πάρει τη θέση του ο Θεός, θα γίνει άνθρωπος και θα προσφερθεί στον Θεό με υπακοή και ταπείνωση, για να πραγματοποιήσει την «έφεσιν». «Παιδίον εγεννήθη ημιν, υιός και εδόθη ημίν», αναγγέλλει δια Πνεύματος Αγίου ο προφήτης Ησαΐας (κεφ. 9,6). Για μας γεννήθηκε και σ’ εμάς δόθηκε. Στο πρόσωπό του γίνεται πραγματικότητα η «έφεσις του κρείττονος» η θέωση, γιατί σ’ αυτό ενώνονται σε πραγματική και τέλεια ένωση ο Θεός και ο άνθρωπος και γίνεται το τέλειο, ο Θεάνθρωπος, αυτό που πεθύμησε ο πρώτος άνθρωπος και απέτυχε να πραγματοποιήσει.
Έγινε για μας, όχι μόνο η «οδός» προς το πλήρωμα της θεώσεως, αλλά και το ίδιο το πλήρωμα. Για δυο χιλιάδες χρόνια σ’ όλους εκείνους, που τους συνέχει ο ιδεώδες του «κρείττονος», προσφέρει τον εαυτό του «υπογραμμόν» ο Θεάνθρωπος, από τον οποίο δεν υπάρχει «κρείττων», ούτε και ίσος ή και άλλος κανένας, που να τον πλησιάζει. Με τη μέθεξή μας στη θεανδρική του υπόσταση, δια της Εκκλησίας και με την «κένωσή» μας από την «κατά σάρκα» ζωή, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μέσα στην ίδια την ύπαρξή μας την «έφεσιν του κρείττονος» και να αποφύγουμε τον κίνδυνο της αστοχίας του πρώτου Αδάμ.
Η «κένωση», οδός του Κυρίου
Την άρνηση του ανθρώπου να «κενωθεί» από τις επιδιώξεις της χοϊκής φύσεώς του, που ήταν αντίθετες προς το θέλημα του Θεού, τη διορθώνει ο Υιός και Λόγος του Θεού. «Εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών» (Φιλ. Β΄7). Από το ύψος της θεότητος κατέβηκε στην ανθρώπινη εσχατιά, καταδέχθηκε να γεννηθεί και να σπαργανωθεί σε μια σπηλιά και σε μια φάτνη, να απαρνηθεί και τα στοιχειωδέστερα αγαθά για τον άνθρωπο. Πείνασε, δίψασε, έμεινε άστεγος και πτωχός, χωρίς να έχει «που την κεφαλήν κλίνει», σταυρώθηκε και πέθανε υπέρ όλου του κόσμου, που είναι η «άκρα κένωσις». Γυμνώθηκε από όλα τα του κόσμου, για να ντύσει τον άνθρωπο με τη στολή της θεότητος. Και ενώ ο άνθρωπος αρνήθηκε το θέλημα του Θεού, για να μη υποστεί την ελάχιστη «θυσία», ο Κύριός μας υπέστη όλες τις θυσίες «μέχρι θανάτου σταυρού», ακολουθώντας το θέλημα του Πατρός Του.
Πορεία θεώσεως
Με όλα αυτά ήθελε να μας δείξει, την οδό για την πραγματοποίηση της θεώσεως. Είναι η ταπείνωση και η απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού. Το παράδειγμά Του ακολούθησαν τα εκατομμύρια των Αγίων για να μας επιβεβαιώσουν ότι η οδός αυτή είναι βατή. Το δικό μας χρέος είναι να ετοιμάσουμε τον εαυτό μας για να γίνει «οίκος Θεού». Ποίαν απολογία θα έχουμε στη μέλλουσα κρίση όταν Αυτός για χάρη δική μας κατεβαίνει από τους ουρανούς, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι μας δεν βγαίνουμε να έρθουμε κοντά Του στη Θεία Λειτουργία; Αφού η Αγία τράπεζα τάξιν φάτνης πληροί. Και εδώ κείται το Σώμα το Δεσποτικό, όχι σπαργανωμένο όπως τότε, αλλά Πνεύματι Αγίου πανταχόθεν περιστελλόμενον. Οι Μάγοι μόνο προσκύνησαν. Συ όμως, αν έλθεις με καθαρή συνείδηση, όχι μόνο θα τον προσκυνήσεις, αλλά θα τον πάρεις και στο σπίτι σου. Έτσι ένιωθαν οι Άγιοι όταν κοινωνούσαν. Οι Μάγοι πρόσφεραν χρυσόν, λίβανον και σμύρναν. Συ πρόσφερε σωφροσύνη και αρετή, προσευχές καθαρές, θυμίαματα πνευματικά, ταπεινοφροσύνη και ελεημοσύνη. Με τέτοια δώρα θα πλησιάσεις την ιερή αυτή τράπεζα.
Αποφάσισε λοιπόν να αφήσεις τα βιοτικά, τα συμβόλαια και τα συναλλάγματα και πες μέσα σου: θέλω να σώσω την ψυχή μου.
http://www.imconstantias.org.cy/4212-2/

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Ο Απόστολος καί τό Ευαγγέλιο της εορτής των Χριστουγέννων

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Γαλάτας (δ΄ 4-7)
Αδελφοί, ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ' υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Αδελφοί, όταν συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, τότε ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν Υἱόν του, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα καὶ διετέλεσε ὑπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ πάρωμεν τὴν υἱοθεσίαν.
Καὶ ἐπειδὴ εἶσθε υἱοί, ὁ Θεὸς ἔστειλε στὶς καρδιές σας τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ του, τὸ ὁποῖον κράζει Ἀββᾶ, Πατέρα. Ὥστε δὲν εἶσαι πλέον δοῦλος, ἀλλὰ υἱός, ἐὰν δὲ εἶσαι υἱός, εἶσαι τότε καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ  Κατά Ματθαίον (β΄ 1-12)
Τοῦ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.
Ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτω γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν ᾿Ισραήλ.
Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσε παρ᾿ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ εἶπε· πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου, ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ.
Οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν·καὶ χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐγεννήθηκε εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρώδη τοῦ βασιλέως, ἔφθασαν μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐρωτοῦσαν, «Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐγεννήθηκε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Διότι εἴδαμε τὸ ἄστρον του νὰ ἀνατέλλῃ καὶ ἤλθαμε νὰ τὸν προσκυνήσωμεν».
Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης, ἐταράχθηκε καὶ μαζί του ὅλη ἡ πόλις τῶν Ἱεροσολύμων καὶ, ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς τοῦ λαοῦ, ἐζητοῦσε νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ αὐτοὺς ποῦ θὰ γεννηθῇ ὁ Χριστὸς. Ἐκεῖνοι δὲ τοῦ εἶπαν, «Εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, διότι εἶναι γραμμένον διὰ τοῦ προφήτου, «Και σὺ, Βηθλεέμ, γῆ τοῦ Ἰούδα, δὲν εἶσαι μὲ κανένα τρόπον ἡ μικρότερη μεταξὺ τῶν ἡγεμόνων τοῦ Ἰούδα, διότι ἀπὸ σὲ θὰ προέλθῃ ἕνας ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος θὰ κυβερνήσῃ τὸν λαόν μου, τὸν Ἰσραήλ».
Τότε ὁ Ἡρώδης ἐκάλεσε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ ἐξακρίβωσε ἀπὸ αὐτοὺς τὸν χρόνον ποὺ ἐφάνηκε τὸ ἄστρον. Κατόπιν τοὺς ἔστειλε εἰς τὴν Βηθλεὲμ καὶ τοὺς εἶπε, «Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδιοῦ. Καὶ ὅταν τὸ βρῆτε, εἰδοποιήσατέ με, διὰ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω».
Αὐτοὶ, ἀφοῦ ἄκουσαν τὸν βασιλέα, ἔφυγαν. Καὶ νὰ, τὸ ἄστρον, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἰδῆ νὰ ἀνατέλλῃ, προηγεῖτο, ἕως ὅτου ἦλθε καὶ ἐστάθηκε ἐπάνω εὶς τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκετο τὸ παιδί. Μόλις εἶδαν τὸ ἄστρον, αἰσθάνθηκαν μεγάλην χαράν. Καὶ ὅταν ἐμπῆκαν εἰς τὸ σπίτι, εἶδαν τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴν Μαρίαν, τὴν μητέρα του, καὶ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν καὶ τὸ προσκύνησαν· κατόπιν ἄνοιξαν τοὺς θησαυρούς τως καὶ τοῦ προσέφεραν γιὰ δῶρα χρυσὸν καὶ λιβάνι καὶ σμύρναν. Καὶ ἐπειδὴ καθωδηγήθησαν μὲ ὄνειρον ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδην, ἀνεχώρησαν εἰς τὴν πατρίδα τους ἀπὸ ἄλλον δρόμον.

http://theomitoros.blogspot.gr/2014/12/blog-post_85.html