Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Σεπτέμβριος 1921: Η τραγική θυσία των βρεφών στη μαρτυρική Σάντα του Πόντου

 

Θεοφάνης Μαλκίδης


 Σεπτέμβριος 1921: Η τραγική θυσία των βρεφών στη μαρτυρική Σάντα του Πόντου

ΗΤΑΝ 105 χρόνια πριν, τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Σεπτεμβρίου 1921, όταν πάνω από 500 Ελληνίδες και Έλληνες της Σάντας του Πόντου, κυνηγημένοι από τους γενοκτόνους Τούρκους και για να μην προδοθούν, αποφάσισαν να θυσιάσουν τα παιδιά τους, επτά νήπια, των οποίων το κλάμα αποκάλυπτε τη θέση του!

Τα βρέφη της Σάντας έσωσαν τους γονείς τους, τα αδέλφια τους, τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους και αποτελούν την κορυφαία ίσως στιγμή του Ελληνικού Ολοκαυτώματος, τραγική και επώδυνη πράξη που σημάδεψε τις επτά μητέρες που αποχωρίστηκαν τον καρπό των ωραιότερων (συν)αισθημάτων που χάρισε ο Θεός στους ανθρώπους, παραδίδοντας προς «θυσία» τα σπλάχνα των σπλάχνων τους.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων που ζούσαν στο οθωμανικό κράτος, αποτέλεσε την τραγικότερη σελίδα της ζωής του Ελληνισμού και στοίχισε τη ζωή σε 1.000.000 Ελληνίδες και Έλληνες.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτήν την περίοδο κρατά η γυναίκα και το μικρό παιδί, τα οποία αποτέλεσαν αφενός συγκεκριμένο στόχο του προμελετημένου εγκλήματος, λόγω του ειδικού τους βάρους στην κοινωνία και την οικογένεια, αφετέρου ήταν αποδέκτες όλων των επιπτώσεων της γενοκτονίας (χηρεία, προσφυγιά, βιασμός, ορφάνια κ.ά).

Μετά τη δολοφονία των ανδρών, οι γυναίκες απετέλεσαν το μέρος εκείνο του πληθυσμού, πάνω στο οποίο κάθε χτύπημα θα επέφερε σημαντικό πλήγμα συνολικά στην εθνική ομάδα.

Η γυναίκα είναι η πηγή της ζωής, κάθε δολοφονία στερούσε από τον Ελληνισμό τη βιολογική του συνέχεια. Όπου δεν μπορούσε να γίνει αυτό, υπήρχε ο βιασμός και ο καρπός της αγάπης και του έρωτα και έτσι η μητρότητα, μετατρεπόταν σε ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, σε παντοτινή υπενθύμιση του εγκλήματος.

Παράλληλα υπήρχε ο βιασμός των εγκύων και μετέπειτα η δολοφονία μητέρας και εμβρύου, υπήρχε ο εγκλεισμός χιλιάδων γυναικών σε τουρκικά σπίτια. Άλλες γυναίκες αναγκάστηκαν να παραδώσουν τα βρέφη τους στους αντάρτες, ώστε το κλάμα τους να μη τους προδώσει στους διώκτες τους.

Παράλληλα υπήρξε μία ομάδα γυναικών και παιδιών η οποία κάτω από ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες, έχασε τη θρησκευτική και εθνική της ταυτότητα και οδηγήθηκε για πάντα στο σκοτάδι της άγνοιας της καταγωγής και της προέλευσης. Ενδεικτικές καταγραφές Ελληνόφωνων, μουσουλμάνων ή /και κρυπτοχριστιανών γυναικών και παιδιών υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Η αντίσταση της γυναίκας σε αυτές τις πολιτικές βίας έχει διάφορες μορφές. Από την ένοπλη αντίσταση με τη συμμετοχή στο αντάρτικο, έως την επιλογή του θανάτου, αντί να υποστεί τον εξευτελισμό και την ταπείνωση.

Μια ειδικότερη μορφή αντίστασης που συναντάται όχι μόνο στη Σάντα, αλλά και σε άλλες περιοχές είναι η εγκατάλειψη των βρεφών χάριν της σωτηρίας του συνόλου και της ομάδας.

Στη Σάντα υπήρχαν μαζί με τους αντάρτες, οι οποίοι ανέλαβαν δράση για να τους προστατέψουν, γυναίκες και παιδιά, όπως μας πληροφορούν οι Σανταίοι της ενορίας Πιστοφάντων. Το Σεπτέμβριο του 1921 οι αντάρτες μαζί με το δυσκίνητο αυτό το σώμα των γυναικόπαιδων, δέχτηκαν επίθεση. Η διαφυγή ήταν δύσκολη και η μόνη λύση ήταν να σταλούν μόνες οι γυναίκες και τα παιδιά σε ασφαλές σημείο.

Η απόφαση συνάντησε την άρνηση των γυναικών, και η κατάσταση έγινε τραγική ακόμη περισσότερο με τα κλάματα των μικρών παιδιών. Τότε, όπως αναφέρθηκε αργότερα από αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες «πολλά παιδιά, επειδή αι γυναίκες των δεν μπορούσαν να σταματήσουν τας φωνάς των παιδιών τους και μη θέλοντας να χωρισθούν εκ ημών, τα σκότωσαν και τα άφησαν επί τόπου».

Ο αρχηγός των ανταρτών της Σάντας καπετάν Ευκλείδης Κουρτίδης, στο ημερολόγιο του γράφει ότι «ο στρατός, όταν είδε ότι δεν είμαστε εκεί επροχώρησαν μέχρι το λημέρι και το βρήκαν άδειο και ανέβηκαν εις Μερτσιάν Λιθάρ, όπου βρήκαν τα μικρά σκοτωμένα και αμέσως ειδοποίησαν τον Μέραρχον και ήλθαν επί τόπου. Και όταν είδε τα μικρά σφαγμένα διέταξε αμέσως τον στρατόν να φύγουν πίσω και να μαζευθούν όλοι στη Σάντα και εκείθεν να πάνε πίσω λέγων ότι οι άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους είνε αδύνατον να παισθούν και ως εκ τούτο είνε περιττόν να μείνωμε…».

Στις περισσότερες από αυτές τις γυναίκες της Σάντας και άλλων περιοχών οι οποίες παρέδωσαν τα βρέφη τους στους αντάρτες, είχαν κλονισμό της ψυχικής τους υγείας, αφού επέζησαν των βιαιοτήτων και των σφαγών εκδηλώνονταν αργότερα το σύνδρομο και η ενοχή του διασωθέντα.

Μία από αυτές ήταν και η προγιαγιά μου Ελένη…

Η σκέψη τους και η μνήμη τους σταμάτησε στα γεγονότα των διωγμών και των σφαγών, εμφάνιζαν συμπτώματα διαρκούς άγχους και διαρκών καταπτώσεων, ανέπτυξαν ένα ιδιαίτερο ψυχισμό, ο οποίος αποτυπώθηκε σε όλες τις συλλογικές εκφράσεις των Ελλήνων, όπως είναι τα μνημεία στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, όπου υπάρχουν κεντρικές παραστάσεις γυναικών.

Ο επίλογος της μαζικής δολοφονίας, εξευτελισμού, εξανδραποδισμού, χειραγώγησης των γυναικών και των ορφανών γράφτηκε στην Ελλάδα και σε άλλα μέρη της προσφυγιάς.

Η γυναίκα και τα ορφανά παιδιά έψαχναν τους αγνοουμένους τους στην Ελλάδα (αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού), τους εναπομείναντες συγγενείς της στην πατρίδα (εξισλαμισμένοι) και θρηνούσαν τους νεκρούς της. Καταυλισμοί και ορφανοτροφεία ήταν τα σπίτια τους μετά τον ξεριζωμό, όπου άρχισε μία νέα ζωή με έντονες μνήμες από το παρελθόν.

Παρελθόν το οποίο για τις Ελληνίδες της Σάντας στιγματίστηκε για πάντα από τη θυσία των παιδιών τους.










Αποτέλεσμα εικόνας για Μαλκίδης παιδοκτονία



Τετάρτη 26 Ιουνίου 2024

Η μαζική δολοφονία της ηγεσίας του Ποντιακού Ελληνισμού (Αμάσεια Ιούνιος- Σεπτέμβριος 1921)



 Θεοφάνης Μαλκίδης.

 

Η μαζική δολοφονία της ηγεσίας του Ποντιακού Ελληνισμού (Αμάσεια Ιούνιος- Σεπτέμβριος 1921)


Η Γενοκτονία των Ελλήνων που ζούσαν σε χώρους με μακραίωνη και σημαντική παρουσία, στην Μικρά Ασία, στον Πόντο, στη Θράκη, φτάνοντας μέχρι τις ημέρες μας στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο, Τένεδο και στην Κύπρο, παρέμεινε στο περιθώριο της πολιτικής και επιστημονικής ανάλυσης στην Ελλάδα και το εξωτερικό για πολλά χρόνια, και ιδιαίτερα σε περιόδους που υλοποιούνταν ένα ακόμη έγκλημα εναντίον τους στην πρώην Σοβιετική Ένωση αλλά και εναντίον των ελληνόφωνων που παρέμειναν στον Πόντο.


Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Μικρασιατικά έθιμα των Χριστουγέννων

 

Μικρασιατικά έθιμα των Χριστουγέννων

Αλησμόνητες στιγμές γιορτής και ευλάβειας από τα Χριστούγεννα στη Μικρασία της καρδιάς μας, μεταφέρει στο pontos-news.gr η ιστορικός Αρχοντία Β. Παπαδοπούλου, πρόεδρος Ένωσης Μαγνησίας Μ. Ασίας.

Χριστούγεννα 1921. Τελευταία φορά που μοσχοβόλησε ο αέρας της Μικρασιατικής Γης (με τον ευρύτερο γεωγραφικό όρο) από τις παραδοσιακές μυρωδιές των χριστουγεννιάτικων γλυκισμάτων και φαγητών μας. Τελευταία φορά που ακούστηκαν τα Κάλαντα στην ευλογημένη πανάρχαιη γη μας.

Οι Έλληνες της Ανατολής σέβονταν τα πατροπαράδοτα έθιμα και τα μετέφεραν, το 1922, στην Μητέρα Ελλάδα. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν τα άφησαν να αναμιχθούν με αυτά άλλων λαών, κι έτσι έφτασαν ανέπαφα, όπως πέρασαν από την Αρχαιότητα στο Βυζάντιο και από κει στη νεότερη εποχή. Οι γιορτάδες διαρκούσαν όλο το Δωδεκαήμερο και οι νοικοκυρές από νωρίς ξεκινούσαν τις προετοιμασίες. Να καθαρίσουν το σπίτι, να προμηθευτούν την απαραίτητη ξυλεία για το τζάκι και τη μαγειρική. Το πολύ κρύο της εποχής βοηθούσε να γίνονται βεγγέρες στα σπίτια, να μαζεύεται όλη η οικογένεια στο σπίτι. Η κατάλληλη εποχή για τις διηγήσεις με τους καλικαντζάρους και άλλες χριστουγεννιάτικες ιστορίες πραγματικές ή φανταστικές.

Παραμονές άρχιζαν να φτιάχνουν τα παραδοσιακά γλυκά. Φοινίκια (εξέλιξη των αρχαιοελληνικών μελίπηκτων), κουραμπιέδες, πίτες, δίπλες, ήταν η χαρά των ημερών.
Τα ρομβοειδή αετουδάκια, όπου πατούσαν σφραγίδα σε σχήμα δικέφαλου αετού (φωτο δεξιά), είναι ο συμβολισμός του Βυζαντίου που πέρασε μέσα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στη Μικρασία.
 
Στα ζεστά σπιτικά τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα τόνιζαν μεγάλα κλαδιά οπωροφόρων δένδρων όπου κρεμούσαν καρπούς, πορτοκάλια. Γνωστά ήταν και τα στολισμένα έλατα ή μεγάλα κλαδιά πεύκου. Το βράδυ της Παραμονής έβγαιναν στους δρόμους να ψάλουν τα κάλαντα ομάδες παιδιών και μεγάλων. Κρατούσαν φαναράκια για να φέγγουν το δρόμο, ένα καράβι φτιαγμένο από τους ίδιους, εικόνισμα της Βρεφοκρατούσας Παναγιάς.


Η Παναγιά βρεφοκρατούσα (Ελ. Φουλίδης)

Συνηθιζόταν τα κάλαντα να συνοδεύονται και από παραδοσιακά όργανα. Στις ποντιακές περιοχές, όπου δονούσαν τη μυστηριακή ατμόσφαιρα η λύρα και το νταούλι, και σε άλλες μικρασιατικές περιοχές έλεγαν τα κάλαντα το πρωί της Παραμονής, επειδή το κρύο ήταν έντονο την νύχτα στα ορεινά, αλλά και για άλλους λόγους. Τα σπίτια άνοιγαν πρόθυμα στους καλαντιστές που καλοτύχιζαν και εύχονταν στους νοικοκυραίους. Ανταμοιβή τους ήταν καρποί, φρούτα, γλυκίσματα.

Η νηστεία του Σαρανταημέρου έφθανε στο τέλος της. Οι οικογένειες προετοιμάζονταν για να μεταλάβουν στη μεγάλη Χριστουγεννιάτικη Λειτουργία. Την παραμονή έπρεπε να λούσουν τα μαλλιά τους, να πάρουν το μπάνιο τους μικροί και μεγάλοι, να ζητήσουν συγγνώμη μεταξύ τους και τα παιδιά να ζητήσουν την ευχή των παππούδων, των γιαγιάδων και των νονών τους κάνοντας μετάνοια και φιλώντας τους το χέρι, επειδή όφειλαν να δεχθούν τη Θεία Κοινωνία καθαροί στο σώμα και στην ψυχή. Αξημέρωτα ετοιμάζονταν για την εκκλησιά.

Σε πολλές περιοχές περνούσε ο άνθρωπος που άναβε τα φανάρια του δρόμου και με τη μαγκούρα του κτυπούσε τις εξώθυρες καλώντας τους χριστιανούς να ξυπνήσουν γιατί πλησίαζε η ώρα της Λειτουργίας. Και τότε άνοιγαν οι πόρτες και οι χριστιανοί με φαναράκια στο χέρι πήγαιναν στην εκκλησιά. Επέστρεφαν στο σπίτι πριν φέξει, όπου όλη την νύχτα έκαιγε το τζάκι με κούτσουρα, που τα ονόμαζαν του Χριστού και έκαιγαν τρεις ημέρες.

Το μεσημέρι στρωνόταν το γιορταστικό τραπέζι της οικογένειας, όπου δέσποζε το χριστόψωμο με το καρύδι, το χοιρινό, η κότα ή ο πετεινός, η ζεστή σούπα και τα τοπικά εδέσματα κάθε περιοχής. Ποτέ δεν ξεχνούσαν τις φτωχές οικογένειες, τις οποίες ενίσχυαν όσο μπορούσαν για να έχουν τα απαραίτητα τις χρονιάρες μέρες.

Οι εθιμικές μας συνήθειες επειδή προέρχονται, ιδίως, από τις πανάρχαιες αγροτικές κοινωνίες, σχετίζονται με τη φύση και τα δώρα της στον Άνθρωπο, που τους έδωσε συμβολισμούς.

Τις εορταστικές αυτές ημέρες σκεφτόμαστε ποια υλικά χρησιμοποιούμε και γιατί στα γλυκά μας; Ποιους καρπούς βάζουμε στο τραπέζι μας και γιατί; Τα έθιμα δεν είναι απλές κινήσεις, συνήθειες, ευχές που από συνήθεια, μηχανικά, μιμούμαστε. Είναι τρόπος και σκέψη ζωής. Όσο δύσκολο κι αν είναι στην εποχή μας, αποτελούν νησίδες κοινωνικότητας και συνοχής. Ας κάνουμε τα παιδιά μας να τα βιώνουν, όσο και όπως μπορούμε.

Ευλογημένα Χριστούγεννα.

Αρχοντία Β. Παπαδοπούλου,
Ιστορικός, Πρόεδρος Ένωσης Μαγνησίας Μ. Ασίας

http://www.pontos-news.gr/article/128064/mikrasiatika-ethima-ton-hristoygennon?fbclid=IwAR19-z5y0naq5DGp8xuGkdvXQQFQkUlATBF4z29biSENX_qZdETwG-lxFnY

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ της Γενοκτονίας των Ποντίων! Η κόλαση στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα


genoktoniaΈχουμε διαβάσει σχεδόν όλα τα ντοκουμέντα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Το παρακάτω, αξίζει να διαβαστεί από όλους. Δείχνει μία ακόμα «εφεύρεση αφαίρεσης ανθρώπινων ζωών» από τους τούρκους. Το αίμα που χύθηκε στον Πόντο, ζητά μέχρι και σήμερα δικαίωση! Και η δικαίωση θα έρθει για όλη την ανθρωπότητα, όταν δε θα επιτρέψουμε να ξανασυμβούν τέτοιες φρικτές καταστάσεις… Η ιστορική μνήμη, δεν πρέπει να μεταβληθεί σε ανάμνηση!

Διαβάστε στις μόνιμες στήλες δεξιά, το μεγάλο αφιέρωμα του Olympia για τηνΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ!!!
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πάτλαμα, μία εικόνα κολάσεως
αντιγραφή από το βιβλίο του Γεωργίου Λαμψίδη Τοπάλ Οσμάν, antexoume
Ελάτε τώρα να παρακολουθήσουμε την ιστορία μιας μεγάλη εκκλησίας που το όνομά της έγινε συνώνυμο με την κόλαση.
Είναι μια πολίχνη το Πάτλαμα, που απέχει ένα τέταρτο της ώρας από την Κερασούντα. Δε θα είχε καμία αξία για την ιστορία μας αν εκεί δεν υπήρχε μία εκκλησία : Ο Άγιος Γεώργιος.
Όταν σήμερα αναφέρετε σε έναν ηλικιωμένο Πόντιο την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Πάτλαμα, σας κοιτάζει αρκετά δευτερόλεπτα, έκπληκτος, ύστερα ξαναρωτάει:
Toν Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα;

Ανοιγοκλείνει τα μάτια του, σκέφτεται λίγο και :
Που τον θυμήθηκες! Λέγαμε να τα ξεχάσομε όλα…

Όμως οι ιστορικοί που περιέγραψαν την τελευταία περίοδο του Ελληνικού Πόντου δεν μπορούν να το ξεχάσουν. Επανέρχονται συνεχώς στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα για να δείξουν την φρίκη, την κατάντια, τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. “Και αυτοί οι δαίμονες της κολάσεως θα έφριττον ενώπιον της τοιάτης σκηνής…” αναφέρει έντρομος ο Βαλαβάνης που τα γεγονότα τα έζησε από πολύ κοντά. “Ήνοιξεν η θύρα της κολάσεως, διότι επωνομμάσθη ο Ναός του Αγίου Γεωργίου Πάτλαμα”, γράφει ο αποδημήσας το 1965 εις Κύριον Μητροπολίτης Νευροκοπίου και Ζιχνών Αγαθάγγελος και αφιερώνει πλείστες λεπτομέρειες για την κόλαση αυτή στο βιβλίο του “ Η ιστορία του εν Πόντω χωρίου Χόψα και η καταστροφή αυτής”.
Αλλά ας επανέλθουμε στη σειρά της αφηγήσεώς μας. Όπως γράψαμε ήδη, οι εκτοπισμοί και οι απελάσεις Ελήνων με τις οικογένειές τους δήθεν “ λόγω πολεμικών αναγκών” βρίσκονταν στην έντασή τους.
Πολλοί δραπέτευον από τις συνοδείες και διασκορπίζονταν σε διάφορες πόλεις, ιδίως στην Κερασούντα.
Εκεί όμως η κατάσταση μεβλήθηκε επικίνδυνα, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος. Οοι συνεχείς επιτάξεις και εκβιασμοί του Τοπάλ Οσμάν έσβησαν το εμπόριο της πόλεως. Εργασίες πλέον δεν υπήρχαν. Οι τιμές των τροφίμων εικοσαπλασιάστηκαν και η ζωή για τους καταφυγόντας εκεί εξόριστους έγινε πολύ δύσκολη.
Για να ζήσουν οι “λάθρα βιούντες” πρόσφυγες αναγκάσθηκαν να μεταφέρουν πάνω στους ώμους τους, στρατιωτικά τρόφιμα και πολεμοφόδια από την Κερασούντα στο Κουλάκ-Καγιάν, απόσταση που κανονικά ένας πεζός χωρίς φορτίο την διένυε σε εννέα ώρες. Οι φορτωμένοι όμως τα ανθρώπινα αυτά υποζύγια, άνδρες και γυναίκες, που έφερναν στους ώμους τους 25 οκάδες φορτίου, διένυαν αυτήν την απόσταση σε δύο μέρες. Για τις 25 αυτές οκάδες επληρώνοντο 50 γρόσια ενώ η οκά του καλαμποκίσιου ήταν 70 γρόσια. Δηλαδή το ημερομίσθιο δύο ημερών εξαντλητικής εργασίας αντιπροσώπευε λιγότερο από οκά καλαμποκίσιο ψωμί.
Δεν ήταν όμως μόνο η δυσκολία της διατροφής. Κάθε μέρα οι τσετέδες του Τοπάλ Οσμάν διέτρεχαν στην πόλη και ξεκαθάριζαν πρόσφυγες που ήσαν εγκαταλειμμένοι στις αχυρώνες, στους σταύλους και στα καμπαναριά. Και ήδη αναφέραμε τις τραγικές νύχτες που μάζευαν οι ορδές του Τοπάλ Οσμάν παιδιά και τα έπνιγαν στο λιμάνι της Κερασούντος.
Όσες απ’ αυτές τις οικογένειες των προσφύγων κατόρθωνε να συλλάβει ο στρατός και η χωροφυλακή, τις μετέφερε αμέσως στον Άγιο Γεώργιο τον Πάτλαμα
Όμως ας αφήσωμε τον άλλοτε μητροπολίτη Νευροκοπίου και Ζιχνών Αγαθάγγελο να ανοίξει την αυλαία της τρομερής αυτής κολάσεως του Ποντιακού Ελληνισμού.
Δώδεκα οικογένειες από το χωριό Χόψα, που βρίσκονταν ανάμεσα στους χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Κερασούντα αποφάσισαν να φύγουν κρυφά για το Καράχισαρ κι από κει για τις ρώσικες γραμμές. Η απόφασή τους φυσικά ήταν εξαιρετικά παράτολμη γιατί και η απόσταση ήταν μεγάλη και οι κίνδυνοι στο δρόμο πολλοί.
Όμως ο άνθρωπος προτιμά το παράτολμο καμμία φορά όταν δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από το θάνατο. Μήπως προ δύο μηνών η Δέσποινα Παχατουρίδου και η αδελφή της, Σουμέλα Καλαιτζίδου δεν έκαμαν το ίδιο και κατόρθωσαν να διαφύγουν στο ρώσικο έδαφος; Μήπως και άλλες οικογένειες δεν έκαμα το ίδιο και σώθηκαν; Τι σημαίνει αν μερικοί συνελήφθηκαν και εκτελέστηκαν επί τόπου; Ο καθένας με την τύχη του.
Και ένα πρωινό βροχερό και παγωμένο του Απριλίου του 1917 ξεκίνησαν οι 12 οικογένειες για τη σωτηρία ή τον θάνατο, χωρίς κανένα εφόδιο. Μάζευαν στο δρόμο χόρτα και σαλιγκάρια και με αυτά συντηρούνταν. Όταν βράδιασε, φθάσανε στο Τας-Χαν, όπου κατέλυσαν. Εκεί άναψαν φωτιά και για να ζεσταθούν και για να στεγνώσουν τα ρούχα τους, που ήταν μουσκεμένα από την ολοήμερη βροχή.
Τη στιγμή που γύρω από τη φωτιά ζεσταίνονταν τα μέλη των δώδεκα αυτών οικογενειών, άνοιξε η πόρτα απότομα και μπήκε μέσα ένα νέο παιδί 16 χρονών καταβρεγμένο, παγωμένο και τρομαγμένο. Από την παγωνιά και τον φόβο δεν μπορύσε να μιλήσει, είχαν ακινητοποιηθεί τα σαγόνια του.
Επί ένα τέταρτο της ώρας τον έτριβαν και τον ζέσταιναν ώσπου συνήλθε κάπως. Του έδωσαν τότε λίγα χόρτα και μερικά σαλιγκάρια ψημένα στη φωτιά να φάει γιατί ήταν θεονήστικος. Ανυπόμονοι οι άλλοι να μάθουν ποιος είναι και από που ήρθε τον είχαν κυκλώσει και περίμεναν να μιλήσει.
-Είμαι από το Κεπεκκλήσε της Τριπόλεως… άρχισε ο νέος με δυσκολία. Αφήστε με, δεν μπορώ να πω τι είδαν τα μάτια μου… αφήστε με. Είμαι τόσο ζαλισμένος! Κι έπεσε ξανά ανάσκελα.
Οι γύρω του κατατρόμαξαν και περίμεναν τη συνέχιση της διηγήσεως. Τους κοίταξε όλους, έτριψε λίγο τα χέρια για να ζεσταθεί και σε λίγο πήρε θάρρος.
-Είχαμε σκοπό να φύγουμε για τη Ρωσία, συνέχισε ο νέος με δυσκολία, όμως ήρθαν και μας ειδοποίησαν ότι θα εκτοπισθούμε… Έτσι πολλοί από το Κεπεκκλησε και το Τζαλ, για να γλυτώσουν τον εκτοπισμό, βγήκαν στα βουνά με τις οικογένειές τους. Εκεί περίμεναν δέκα μέρες την προέλαση των Ρώσων. Όμως η προέλαση δεν έγινε ποτέ.
Τα μάτια όλωνς ήσαν στραμμένα προς το παλληκάρι εκείνο που ανάσαινε βαρειά και προσπαθούσε να ανασηκωθεί . Δύο – τρεις έτρεξαν κοντά του και τον ξανακάθισαν στη θέση του.
Πες μας, πες μας, παλληκάρι μου και μη μας βασανίζεις, παρακάλεσε ένας γέρος.

Ο νέος έκανε μια ακόμη προσπάθεια, και ξανακάθισε πιο καλά στη θέση του. Όλοι σώπασαν να ακούσουν….
Όταν είδαν κι απόειδαν οι φευγάτοι στα βουνά πατριώτες μου πως δε θα έλθουν οι Ρώσοι κατέβηκαν και παραδόθηκαν στους τούρκους. Οι τροφές τους είχαν τελειώσει και τα γυναικόπαιδα δεν άντεχαν πια… όμως τι να σας πω, τι είδαν τα μάτια μου… Ήταν τόσο φοβερό. Μερικούς σκότωσαν αμέσως ή τους σφάξανε μπροστά στα μάτια μας και τους άλλους τους άρχισαν με χοντρά ραβδιά στο ξύλο.

Εγύμνωσαν άνδρες και γυναίκες
Όταν πια τέλειωσαν αυτά, μας ανάγκασαν όλους να γδυθούμε, άνδρες και γυναίκες και να βαδίσουμε… Βαδίσαμε έτσι, σε αυτά τα χάλια, δυο μέρες μέσα στα βουνά. Ο ένας ντρεπόταν τον άλλον και οι κακόμοιρες οι γυναίκες μας… προσπαθούσαν να κσεπασθούν με τα κουρέλια και τα τσουβάλια που βρήκαν σε ένα έρημο ελληνικό χωριό.
Ο νέος σκούπισε με το χέρι του τα δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλά του. Εκλαιγε. Έκλαιγαν όλοι. Έκλαιγαν για αυτούς που τα υπέστησαν και έκλαιγαν για την ίδια τους την τύχη.
Μας πήγαιναν για το Καραχισάρ, συνέχισε το παλληκάρι αφού κάπως ησύχασαν όλοι. Για να πάμε στο Καράχισαρ, έπρεπε να περάσωμε το βουνό Είριπελ που ήταν χιονισμένο… Κρύος παγωμένος αέρας τρυπούσε τα γυμνά κορμιά μας… Εκεί ήταν το τέλος… Κάπου 450 ψυχές πάγωσαν εκεί στο Είριπελ… Το πρωί το χιόνι τους είχε σκεπάσει όλους….

Ο νέος έκλαιγε με αναφυλλητά, όπως έκλαιγαν κι όλοι…
Μάνα μου, μάνα μου, φώναζε ο νέος στα αναφυλλητά του. Την κρατούσα ως την τελευταία στιγμή. Και τον Ισακ, τον μικρό μου αδελφό, τον έσερνα από το χέρι, ώσπου τον άφησα κάτω… Δεν μπορούσε πια να περπατήσει… Νικόλα, μου είπε, κρύωνω… παγώνω… και έκλεισε το στόμα του. Επάγωσε… Τρεις σωθήκαμε… Εγώ έφυγα και πήγα στο Τζαλ, βρήκα ρούχα και έπεσα μέσα στα βουνά να βρω σωτηρία….

Το βράδυ εκείνο, στο χάνι του Τας-Χαν ήταν κλαυθός και οδυρμός. Έκλαιγαν και ολοφύρονταν. Τι τους περίμενε πλέον; ο θάνατος, ένας θάνατος βασανιστικός και αργός.
Φθάνει πια, φώναξε ένας ηλικιωμένος. Κλαίμε τους άλλους και δεν κοιτάμε τι θα κάνομε εμείς. Και εκεί θάνατος και εδώ θάνατος… Όπου κι άν είναι θα παλαίψωμε να σωθούμε…

Οι φωνές αυτές έφεραν κάποια ησυχία στο χάνι και πολλοί κούρνισαν να κοιμηθούν τον ανήσυχο ύπνο τους.
Το πρωί έβρεχε δυνατά και όμως έπρεπε να ξεκινήσουν. Δεν μπορούσαν να μείνουν στο χάνι αυτό. Θα τραβούσαν για το Καράχισαρ κι ότι βρέξει…
Τη στιγμή που ήσαν έτοιμοι να ξεκινήσουν, παρουσιάσθηκαν μπροστά τους δύο τζανταρμάδες (χωροφυλακες) και ζήτησαν την άδεια μετακινήσεώς τους. Όμως τέτοια άδεια δεν υπήρχε. Οι 12 αυτές οικογένειες έφευγαν κρυφά.
Οι χωροφύλακες εμπόδισαν τότε την αναχώρησή τους και ζήτησαν τληεφωνικώς οδηγίες απ’ την Κερασούντα. Και οι στρατιωτικές αρχές Κερασούντος έδωσαν εντολή να επιστρέψουν οι οικογένειες αυτές συνοδεία χωροφυλάκων.
Μέσα στη δυνατή βροχή και το κρύο η θλιβερή συνοδεία των 12 οικογενειών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και ο δυστυχής νέος, ο Νικόλας, που γλύτωσε από την παγωνιά του βουνού Είριπελ, πήγαινε πίσω προς την Κερασούντα. Βάδιζαν όλη τη μέρα και προς το βράδυ έφθασαν στα πρώτα σπίτια της μαρτυρικής πόλεως, όπου ωδηγήθησαν κατευθείαν στην αυλή των φυλακών και εκεί κούρνιασαν τρέμοντας για να ησυχάσουν λίγο.
Ύστερα από δύο ώρες παρουσιάστηκε μπροστά τους ένας αξιωματικός. Οι Έλληνες βρεγμένοι και νηστικοί, χάρηκαν όταν είδαν αξιωματικό. Έτρεξαν κοντά του για να τον παρακαλέσουν να τους βάλει στη φλυακή για να σωθούν!!! Όμως οι τεμενάδες και οι θερμές παρακλήσεις που του κάνανε δεν ωφέλησαν σε τίποτα.
Ο τούρκος αξιωματικός μόλις τους αντίκρυσε, χωρίς να περιμένει να τελειώσουν τα παρακάλια τους, τους ρώτησε από που είναι. Όταν πληροφορήθηκε ότι προέρχονται από τα χωριά της Αργυρουπόλεως έγινε έξω φρενών και άρχισε να τους βρίζει και να τους απειλεί με τουφεκισμούς και με σφαγές. “Την πατρίδα σας δε θα την ξαναδείτε”, τους είπε με οργή. “Θα σας πετσοκόψει όλους ο Τοπάλ Οσμάν…” Τους έβρισε χυδαία απώθησε τις γυναίκες που τον παρακαλούσαν και έδειρε δυο-τρεις άντρες που τόλμησαν να του ζητήσουν μια στέγη να στεγνώσουν και να ζεσταθούν.” Θα σας στείλω, τους είπε, σε μια καλή στέγη για να ησυχάσετε για καλά…”
Έγραψε ένα σημείωμα που το έδωσε στους χωροφύλακες και τους διέταξε να μεταφέρουν τους βρωμορωμηούς στο Πάτλαμα.
Οι χωροφύλακες με τους υποκοπάνους άρχισαν να τους χτυπούν και να τους σπρώχνουν να βγουν έξω από το προαύλιο των φυλακών. Παρά τη συνεχιζόμενη βροχή και το σκοτάδι, που τύλιξε τα πάντα, οι δυστυχισμένες οικογένειες, σε άθλια κατάσταση, ξεκίνησαν για το Πάτλαμα.
Κάπως τότε πήραν θάρρος. Πίστεψαν πως στο Πάτλαμα θα έβρισκαν στέγη, τροφή και λίγη φωτιά να ζεσταθούν. Και βιάζοταν στο σκοτάδι, σέρνοντας τα πόδια τους και τα παιδιά τους, να φτάσουν το γρηγορότερο.
Όμως, η διάψευση των ελπίδων τους ήρθε πολύ σύντομα. Μόλις φθάσανε στο Πάτλαμα οδηγήθηκαν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Η εκκλησία δεν ήταν πολύ μεγάλη, μόλις χωρούσε 200 ανθρώπους ορθίους και μάλιστα, κάπως ασφυκτικά. Αυτό όμως δεν τους πείραζε, θα βολεύονταν μέσα στην εκκλησία – ήταν δεν ήταν 60 άτομα – και θα ξάπλωναν τουλάχιστον να ζεσταθούν και να στεγνώσουν.
Όταν μπήκαν στον αυλόγυρο της εκκλησίας αντίκρυσαν έναν τζανταρμά να στέκεται φρουρός στην πόρτα και να κρατάει με ένα μαντήλι τη μύτη του.
Μερικοί κάτι υποσιάστηκαν, αλλά δεν έδωσαν μεγάλη σημασία. Μπορούσαν όλα να τα φναταστούν, όχι όμως και αυτό που αντίκρυσαν μόλις άνοιξε η πόρτα και τους έπρωξαν με τον υποκόπανο οι τζανταρμάδες να μπουν γρήγορα μέσα.
Μέσα στην κόλαση
Βρώμα, μπόχα, αλλαλαγμοί και θρήνοι ήταν τα πρώτα που τους υποδέχτηκαν, μόλις άνοιξε η πόρτα της εκκλησίας. Βρώμα ακαθαρσιών, βρώμα πεθαμένων, βρώμα καπνιάς, βρώμα ανυπόφορη, σκοτάδι. Πατούσαν, σπρωχνόμενοι από τους άλλους πίσω, πάνω σε ανθρώπινα σώματα που άλλοι τους έβριζαν κι άλλοι ήταν άφωνοι – ήταν πτώματα. Στμάτησαν σε ένα σημείο όρθιοι και περίμεναν να συνηθίσουν κάπως το σκοτάδι. Μερικοί έκαναν να φτάσουν στα παράθυρα, να πάρουν λίγο καθαρό αέρα. Ήταν όμως αδύνατο. Άνθρωποι ήταν κουλουριασμένοι παντού, δεν μπορούσαν να ξαπλώσουν, να ησυχάσουν κάπως. Ήταν παντού το αδιαχώρητο. Πάνω από 300 άτομα – ζωντανοί και πεθαμένοι – ήταν κλεισμένοι σ’αυτό το μικρό χώρο που χωρούσε, όπως είπαμε μόνο 200 και αυτούς όρθιους.
Παρ’ όλο ότι ήταν νύκτα όλοι σχεδόν ήταν ξυπνητοί. Φώναζαν, έκλαιγαν. Παρακαλούσαν τους τζανταρμάδες να τους βγάλουν και να τους ρίξουν στην θάλασσα, που ήταν παρέκει να ησυχάσουν. Άλλοι παρακαλούσαν τον Θεό να τους πάρει, να γλυτώσουν μέσα απ’ αυτή την κόλαση. Άλλοι πάλι έβριζαν. “Συνεχώς έβριζαν και βλασφημούσαν”…
Οι νεοεισελθόντες παρέμειναν έτσι όρθιοι και περίμεναν να συνηθίσει το μάτι τους στο σκοτάδι για να δουν τι θα κάνουν, που θα βολευτούν. Σε λίγο άρχισαν να ξεδιαλύνουν τα γύρω, να βλέπουν τους ανθρώπινους όγκους στοιβαγμένους. Κοντά τους ήταν μια γριά που πάλευε με το θάνατο από την πείνα. Προσπαθούσε κάτι να πει ζητούσε ολοένα κάτι να φάει…. Σε λίγο σώπασε. Απ’έξω άρχισε να ξημερώνει.
Παρέκει ήταν ένας γέρος που είχε δίπλα του μια νέα γυναίκα, τη θυγατέρα του, που ήταν αναίσθητη. Ο γέρος δεν ηξερε τι να κάνει, την κουνούσε, της μιλούσε. Αυτή τίποτα. Ύστερα, σα να φωτίσθηκε από μια ιδέα, έβγαλε από το ένα πόδι του το τσαρούχι, που το έκοψε σε μικρά κομμτάκια με ένα μικρό μαχαιράκι και έδωσε ένα στην κόρη του.
-Συμέλα, να τρως
Η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της κι άρχισε να μασάει αργά, αλλά με βουλιμία το κομμάτι του τσαρουχιού. Ζήτησε κι άλλο κι άλλο. Ο γέρος και η κοπέλα έφαγαν το ένα τσαρούχι κι άρχισαν και το δεύτερο.
Τον γέρο τον πήραν είδηση άλλοι, οι οποίοι άρχισαν το ίδιο. Όσοι δεν είχαν μαχαιράκια ζητούσαν από τους άλλους, οι οποίοι δεν τα έδιναν αν δεν έπαιρναν σαν αντάλλαγμα ένα κομμάτι. Οι άνθρωποι μεταβλήθηκαν σε πεινασμένα τσακάλια που κατεβρόχθιζαν τα τσαρούχια τους.
Η Κυριακή Τσαούση του Παύλου (συγγενής του Μητροπολίτου Νευροκοπίου και Ζιχνών , ο οποίος μας δίνει αυτές τις φρικτές εικόνες) βλέποντας όλα αυτά τα φοβερά είπε σιγανά:
-Καλά που κι τρώγνε και τ’αποθαμέντς (καλά που δεν τρώνε και τους πεθαμένους).
Η διπλανή της απάντησε πως δεν τουε τρώνε γιατί βρωμούν, αλλιώς δε θα άφηναν ούτε τα κόκκαλά τους. Μήπως όμως το τσαρούχι είναι καλύερο; πρόσθεσε μία άλλη. Μία άλλη γυναίκα επενέβει και είπε να μη φωνάζουν γιατί μπορεί να τ’ ακούσουν και να αρχίσουν να τρώνε και τους πεθαμένους.
Τη στιγμή εκείνη στο βάθος γινόταν καυγάς. Ακουγόταν μια γυναικεία φωνή που έλεγε:
-Δεν ντρέπεσαι να μου κλέψεις το τσαρούχι την ώρα που κοιμόμουνα; Δεν έλεγες ότι έχω κι εγώ ψυχή;
Η άλλη φώναζε, διαμαρτυρόταν ότι δεν της το πήρε. Αλλά ύστερα το έβγαλε από τον κόρφο της και της το έδωσε μισοφαγωμένο.
Την πείνα την έκανε χειρότερη η απερίγραπτη ακαθαρσία μέσα στο Ναό. Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να βγει για την φυσική του ανάγκη. Όσοι πέθαιναν τους έβαζαν μέσα στο Ιερό, άταφους. Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Σκοπίμως δεν επέτρεπαν την ταφή των νεκρών, μόνο και μόνο για να προκληθούν αρρώστειες και να πεθάνουν όλοι μέσα στο Ναό.
“Τούρκος γιατρός ο Απτούλ Βεχάπ, αναφέρει ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης στο βιβλίο του “Ο Πόντος ανά τους αιώνας” περιγράφοντας την κόλαση του Πάτλαμα, διαταχθείς, προς τήρησιν των προσχημάτων, να επισκεφτεί το Ναό δεν μπόρεσε να πλησιάσει λόγω της πυκνής δυσοσμίας και δήλωσε εγγράφως στις αρχές της Κερασούντας, ότι εκεί είναι μακελειό-μακτελχανέ.
Την επόμενη με την ανατολή, άνοιξε η πόρτα της κολάσεως. Αμέσως όλοι έστρεψαν τα βλέματά τους προς την πόρτα. Όλοι ανέμεναν βοήθεια εκ μέρους των Κερασουντίων. Αλλά που βοήθεια…! Οι Κερασούντιοι τρομοκρατημένοι, όχι μόον αδυνατούσαν να μεσολαβήσουν υπέρ των εγκλείστων, αλλά ούτε υλική βοήθεια δεν τολμούσαν να παρέχουν. Άνοιξε η πόρτα και νέα θύματα μπήκαν στην κόλαση. Οι εισελθόντες ήταν 12. Ο αριθμός 500 όμως δεν είχε συμπληρωθεί ακόμα. Είχε δοθεί διαταγή από τον στρατιωτικό διοικητή προς την χωροφυλακή ότι μόλις συμπληρωθούν 500 άτομα να απελαθούν προς Τοκάτ οι έγκλειστοι. Ο αριθμός αυτός εύκολα μπορούσε να συμπληρωθεί σε μία και μόν ημέρα, διότι οι πρόσφυγες ήταν πολλοί. Σκοπίμως όμως δεν τον συμπλήρωναν για να αποδεκατισθούν από τις αρρώστειες και την πείνα. Ήταν σατανικό το σχέδιο του διοικητή. Ο αριθμός 500 δεν γινόταν να συμπληρωθεί γιατί όσοι έμπαιναν άλλοι τόσοι πέθαιναν εντός του Ναού…
Για μια στιγμή ένας μικρός απ’έξω που ξέφυγε την προσοχή των χωροφυλάκων, παρουσιάστηκε σε ένα παράθυρο της εκκλησίας πουλώντας φουντούκια και ψωμί από φουντούκια. Όσοι είχαν χρήματα έτρεξαν στο παράθυρο, πατώντας πάνω σε άλλους για να αγοράσουν. Ο θόρυβος όμως που έγινε τους πρόδωσε. Οι χωροφύλακες έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει, συνέλαβαν τον μικρό και αφού τον ξυλοκόπησαν άγρια του πήραν τα λεφτά και τα είδη που είχε μαζί του.
Τότε οι έγκλειστοι της κολάσεως σαν από σύνθημα φώναξαν. “Θεέ μου που βρίσκεσαι; Υπάρχεις ή δεν υπάρχεις; Άγιε Γεώργις, πρόφθασε θα πεθάνουμε όλοι εδώ μέσα από την πείνα…”
Οι κραυγές αυτές συνεχίζονταν επί μερικά λεπτά. Ο χωροφύλακας που ήταν φρουρός – κέρβερος, άνοιξε την πόρτα και ούρλιαξε να κάνουν ησυχία αλλιώς θα πυροβολήσει όποιον τύχει.
Τότε μερικές γυναίκες παρεκάλεσαν να τους επιτρέψει να βγουν έξω για να σβήσουν τη δίψα τους και για τη φυσική τους ανάγκη.
Παραδόξως ο άγριος ως δια μαγείας, εξημερώθη. Ο άσπλαχνος, μαλάκωσε.΄Ετσι περί το μεσημέρι, τοποθέτησε στον τοίχο της αυλόγυρου χωροφύλακες μη τυχόν δραπετεύσει κανείς και έπειτα άνοιξε την πόρτα και διέταξε να βγουν έξω όλοι. Ταυτόχρονα, διέταξε μερικούς νέους να συγκεντρώσουν τους νεκρούς εντός του Ιερού Βήματος και να καθαρίσουν το Ναό. Δυστυχώς αν και αυτή η διαταγή ήταν για το καλό των εγκλείστων , δεν εκτελέστηκε και όλοι μαζί σαν ένας άνθρωπος ώρμηξαν προς τα έξω , άλλοι προς τον κοντινό ποταμό για να σβήσουν τη δίψα τους, κι άλλοι για να να μαζέψουν χόρτα, άλλοι ανέβηκαν σε δέντρα όπου έτρωγαν ακόμα και τα φύλλα με απληστία. Οι δεσμοφύλακες, παρατηρούσαν αυτό το φρικτό θέαμα και χαιρέκακα γελούσαν. Μετά από μία περίπου ώρα διετάχθησαν να επιστρέψουν στην κόλαση.
Την επόμενη μέρα, μάταια περίμεναν βοήθεια από τους Κερασούντιους. Νέα απελπισία. Άγριες φωνές. Ο ενωματάρχης εξαγριωμένος, μπήκε μέσα και ξυλοκόπησε πολλούς. Αλλά και οι πρόσφυγες, απείλησαν να τον ξυλοκοπήσουν. Αντιλήφθηκε την απελπισία τους και φοβούμενος μην τυχόν σπάσουν την πόρτα, τους υποσχέθηκε ότι θα βγουν. Και όντως το μεσημέρι, επέτρεψε να βγουν, κυρίως για να στεγνώσουν τα ρούχα τους που ήταν καταβρεγμένα από τα ούρα τους, μιας και δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατόν να τα κρατήσουν για 24 ώρες! Αμέσως μόλις βγήκαν άρχισαν να ψάχνουν για τροφή…Έπειτα ξάπλωναν όπως τα ζώα κατά γης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί πλέον είχαν αποκτηνωθεί!!!
Όσοι είχαν άλλα ρούχα, έβγαζαν τα ακάθαρτα, φορούσαν τα καθαρά και προσπαθούσαν να πλύνουν στο ποταμάκι τα βρώμικα. Οι υπόλοιποι που δεν είχαν δεύτερα ρούχα δεν μπορούσε να τους πλησιάσει κανένας. Αυτή τη μέρα έμειναν έξω για τρεις περίπου ώρες. Αφού μπήκαν μέσα, διεπίστωσαν ότι μία γυναίκα και δυο παιδιά, κρύφτηκαν σε ένα δέντρο και όση ώρα οι χωροφύλακες, ασχολούνταν με την είσοδο των υπολοίπων δραπέτευσαν.
Κατά τη δύση του ηλίου έφεραν έναν παπά. Τη στιγμή που μπήκε μια γυναίκα μπροστά του, πέθαινε από την πείνα. Ο παπάς κατάπληκτος φώναξε.
-Θεέ μου τι βλέπω!
Και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα. Δεν είχε τελειώσει το κλάμα όταν μία γυναίκα του φώναξε:
–Έλα πάτερ, να διαβάσεις μια ευχή, εδώ μια γυναίκα πεθαίνει….
-Όποιος μπαίνει μέσα σ’αυτή την κόλαση, απάντησε ο παπάς, οι αμαρτίες του συγχωρούνται… δεν έχει ανάγκη από ευχές…
Από τη στιγμή όμως εκείνη η όψη του ιερέως άλλαξε και σε λίγο, αδυνατώντας να υποφέρει την τρομερή δυσοσμία έπεσε αναίσθητος. Οι γύρω του τότε, άρχισαν να μαλώνουν για το ποιος θα του πάρει τα τσαρούχια.
Ο ιερέας μέσα στην παραζάλη του είπε σιγανά:
–Περιμένετε να πεθάνω πρώτα…
Δεν πέρασαν μερικά λεπτά και ακούσθηκε μέσα από το Άγιο Βήμα, όπου μετέφεραν τους νεκρούς μία φωνή.: “Πεινώ, πεινώωωωω…Θεέ μου, Παναγιά μου…”
Μερικοί νέοι σηκώθηκαν να δουν τι συμβαίνει. Ήταν μια γυναίκα που την μετέφεραν εκεί την προηγούμενη μέρα για νεκρή. Αλλά και αυτές οι λέξεις της ήταν οι τελευταίες της, οι επιθανάτιες. Είχε πλέον πεθάνει για τα καλά…
Ένα παιδί ζωντανό στον τάφο
Ο ιερέας την άλλη μέρα “εκοιμήθη εν Κυρίω”. Όλοι τον μακάρισαν γιατί πέθανε, χωρίς να υποφέρει πολύ. “ Αιωνία του η μνήμη” φώναξαν όλοι.
Ήταν πεσμένος εκεί με το πρόσωπο που έδειχνε τον τρόμο του. Τα πόδια του όμως ήταν γυμνά. Τα τσαρούχια τη νύχτα καταφαγώθηκαν. Ποιος τα πήρε; Δύο κοπέλες μάλλωναν κατηγορώντας η μία την άλλη…
Μπαίνει ένας χωροφύλακας, παίρνει 9 νέους και τους οδηγεί έξω. Εκεί τους διατάζει να σκάψουν τριες λάκκους. Αυτοί αν και εξαντλημένοι από την πείνα, τους ετοίμασαν.Έπειτα διατάζει όλους να βγουν έξω και έδωσε σε πέντε γυναίκες πέντε σάραθρα για να καθαρίσουν το Ναό. Αφού τελείωσε και αυτή η εργασία, μετέφεραν όλους τους νεκρούς στους λάκκους όπου και τους έθαψαν. Στον μεγαλύτερο λάκκο, έθαψαν 4 άνδρες και 2 γυναίκες. Στο δεύτερο λάκκο, 3 γυναίκες, 1 νέο και 1 νέα και στον τρίτο λάκκο τον ιερέα, μια γυναίκα και ένα παιδί περίπου δέκα ετών, συνολικά 14 άτομα. Το παίδι την ώρα που το έθαβαν άρχισε να κινείται!!! ίσως επειδή αναζοωγωνήθηκε από τον φρέσκο αέρα. Ο επικεφαλής, το ανθρωπόμορφο τέρας όμως, παρά τις ενδείξεις ότι το δεκάχρονο παιδί ήταν ζωντανό, διέταξε να το θάψουν και έτσι το δύσμοιρο, θάφτηκε ζωντανό…
Μια μέρα από την απελπισία τους μερικοί νέοι και γνυαίκες αποφάσισαν να δραπετεύσουν απ’αυτή την κόλαση. Προσπάθησαν να σπάσουν την πόρτα.
Μάταια όμως γιατί οι χωροφύλακες καμία στιγμή δεν απομακρύνονταν από τη θέση τους. Μετά το μεσημέρι, έπιασε δυνατή βροχή, που ανάγκασε τους χωροφύλακες, να καταφύγουν στο σπίτι ενός τούρκου. Οι νέοι τότε, ξαναπροσπάθησαν να ανοίξουν την πόρτα. Μαζί με τις γυναίκες έβαλαν όση δύναμη είχαν και τελικά η πόρτα υποχώρησε. Περίπου τριάντα άτομα νέοι,νέες και γυναίκες διέφυγαν και σώθηκαν. Οι χωροφύλακες επιδόρθωσαν την πόρτα και ορκίστηκαν να μην επιτρέψουν να ξαναβγεί κανένας. Έτσι όσοι περέμειναν στην κόλαση, υπέστησαν τις συνέπειες. Το απόγευμα, έβαλαν μέσα άλλα 70 άτομα, 50 γυναίκες, 7 άντρες και 13 παιδιά.
Πόσοι έζησαν από την κόλαση του Πάτλαμα; Πολλοί λίγοι. Γιατί ενώ καθημερινά έφερναν νέους, οι νεκροί αραίωναν τις τάξεις των ζωντανών. Ο Πανάρετος Τοπαλίδης, γράφει ότι “περίπου 3000 Έλληνες βρήκαν το θάνατο εντός του Ναού…”
olympia.gr

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

AYTOΣ είναι ο Έλληνας που μας έκανε να δακρύσουμε! Πήγε στην Παναγία Σουμελά στην Τραπεζούντα με το ποδήλατο και 40 κεριά! ΔΕΙΤΕ το ΒΙΝΤΕΟ!

podilatis
«Η Παναγία Σουμελά 16 αιώνες πριν πέταξε με θαυματουργό τρόπο από το σημείο αυτό της Αθήνας με τη βοήθεια αγγέλων κι εγώ 16 αιώνες μετά θα ποδηλατήσω στα χνάρια Της με την βοήθεια των ποδηλατών…»

Με αυτά τα απλά αλλά γεμάτα πίστη και θέληση λόγια, γνωστοποίησε ο Βασίλης Καρυοφυλλίδης το τολμηρό του εγχείρημα στις 10 Σεπτεμβρίου 2012.
Με μόνα εφόδια το ποδήλατο και τα λίγα του πράγματα ξεκίνησε από το Νέο Μουσείο Ακρόπολης αφού προσκύνησε στο εκκλησάκι της Παντάνασσας και πήρε μαζί του 40 κεριά. Με τη στήριξη της οικογένειας και των φίλων του αλλά κυρίως με τη φλόγα της αγάπης και της νοσταλγίας για την ιδιαίτερη πατρίδα του, πήρε το δρόμο για το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελάς. Μια ιδιωτική πρωτοβουλία, ένα προσωπικό προσκυνηματικό ταξίδι πήρε τελικά τεράστιες διαστάσεις και χαρακτήρα παμποντιακό αλλά και διεθνή.
podilato
Το ποντιακό πείσμα σε συνδυασμό όμως με την απλότητα και την ταπεινοφροσύνη που τον διακρίνουν έπεισαν τελικά και τους πιο δύσπιστους πως τελικά θα τα καταφέρει. Όπως ο ίδιος έγραφε μια μέρα πριν ξεκινήσει: «τι σε ένα μήνα, τι σε τρεις μήνες στην ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ στην Τραπεζούντα ΘΑ ΠΑΩ ο κόσμος να χαλάσει!». Το ίδιο δήλωνε και λίγες μέρες μετά στην ΕΤ- 3 και σε άλλα τοπικά κανάλια από την Κομοτηνή: «Φέτος είπα θα πάω, θα πάω μόνος μου, θα πάω με όση πίστη και δύναμη έχω…».
karuofullidis_podilato
Η μεγάλη μέρα έφτασε, από το Ολυμπιακό χωριό στον άγιο Διονύσιο Αχαρνών και από εκεί στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ο Βασίλης έφτασε κατενθουσιασμένος στο επίσημο σημείο έναρξης όπου τον περίμεναν εκτός από την οικογένεια και πολλοί φίλοι με λύρες και νταούλια.
ΔΕΙΤΕ την συνέχεια στο ΒΙΝΤΕΟ από την εκπομπή “ΜΑΚΕΛΕΛΕ”:


πηγη

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Πολεμώντας υπέρ της πατρίδας και του τουρκισμού, έμαθε ότι είναι Έλληνας

Πολεμώντας υπέρ της πατρίδας και του τουρκισμού, έμαθε ότι είναι Έλληνας

Του Μεχμέτ Γκιοτσεκλί
Ήταν ένας νέος από τον Πόντο που πίστευε ότι «πρέπει να υπερασπιστεί την πατρίδα απέναντι στην τρομοκρατία». Όμως η ζωή τα έφερε έτσι που πρώτα έγινε ακτιβιστής της ειρήνης και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο μαρτυρικό Ρομπόσκι.
Ο νέος που πήγε στο στρατό εθελοντής, που πήγε εθελοντής καταδρομέας, που αντί της Κύπρου όπου θα περνούσε μια καλή και ξεκούραστη θητεία, προτίμησε να πάει στο Κουρδιστάν όπου γίνεται πόλεμος, τώρα προσέφυγε στο αρμόδιο δικαστήριο για να αλλάξει το όνομά του από Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί σε Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.
Ο Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί τραυματίστηκε το 1994 σε μια μάχη με τους αντάρτες του ΡΚΚ και αιχμαλωτίστηκε. Έμεινε αιχμάλωτος στα χέρια των ανταρτών δύο χρόνια και τρεις μήνες. Από τον όγδοο μήνα της αιχμαλωσίας του άρχισε να μετατρέπεται σε αρνητή του πολέμου και ακτιβιστή της ειρήνης.
Μετά την απελευθέρωσή του από τους αντάρτες του ΡΚΚ πέρασε από δίκη και καταδικάστηκε, με αποτέλεσμα να παραμείνει στις τουρκικές φυλακές επί 3,5 μήνες. Όσο ήταν αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ, το τουρκικό κράτος πήγε στην οικογένειά του και είπε: «Μην μιλάτε πολύ γι’ αυτό το γεγονός, γιατί γνωρίζουμε ότι είστε Έλληνες»!
Πήγε στον πόλεμο για να υπερασπιστεί τον τουρκισμό και τραυματίστηκε. Αν πέθαινε, θα τον ανακήρυσσαν ιερομάρτυρα (σεχίτ). Μόλις έπεσε τραυματισμένος στα χέρια των ανταρτών, είπαν στην οικογένειά του ότι είναι Έλληνες και ότι δεν θα πρέπει να μιλούν δημοσίως για το γεγονός, για να μην διαπομπευθούν με τη δημοσιοποίηση της καταγωγής τους. Αυτή είναι η Τουρκία.
Βρήκαμε και μιλήσαμε με τον Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί, ο οποίος συμμετείχε στην πορεία ειρήνης που κράτησε 50 ημέρες, από το Ρομπόσκι (όπου έχει εγκατασταθεί μόνιμα) στην Άγκυρα, και τώρα θέλει να πάρει το όνομα Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλί.
Η οικογένειά σας ήξερε ότι είστε ελληνικής καταγωγής;
Η μητέρα μου χρησιμοποιούσε με τον πατέρα μου τη λέξη «ντονμέ», όμως εγώ δεν έψαξα ποτέ να μάθω τι σημαίνει αυτή η λέξη. Η μάνα μου έλεγε τον πατέρα μου «ντονμέ», όμως ποτέ δεν μας είπε τι είναι αυτό το πράγμα. Πιο μετά έμαθα ότι η αδελφή του πατέρα μου είχε πει στη μητέρα μου την ιστορία της οικογένειας. Στη συνέχεια όμως αυτή η ιστορία έμεινε κρυφή. Όταν τα αδέλφια δόθηκαν σε τουρκική οικογένεια, το θέμα τελείωσε. Εμείς δεν γνωρίζαμε τίποτα. Το γεγονός ίσως να έμεινε κρυφό από φόβο, ίσως από απόρριψη. Γιατί για μας εκεί το να μην είσαι μουσουλμάνος είναι ισοδύναμο με βρισιά. Γι’ αυτό δεν συζητήθηκε ποτέ τίποτα μέσα στην οικογένεια για το θέμα της καταγωγής μας.
Και πώς έμαθες εσύ ότι είσαι Έλληνας;
Όταν έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ, τον Σεπτέμβριο του 1994. Πήγα στο στρατό τον Απρίλιο. Παρουσιάστηκα στη Σπάρτη (της Πισιδίας) και μετατέθηκα στη Διοίκηση Στρατοχωροφυλακής του Μαρντίν. Μετά από 25 μέρες μας στείλανε στα όρη Γκαμπάρ. Ήταν μεγάλη ανάγκη, γι’ αυτό έστειλαν στρατιώτες με μόλις 25 ημέρες στη μονάδα. Όταν πήγαμε στην περιοχή Γκαμπάρ, τα περισσότερα χωριά είχαν εκκενωθεί. Τότε ήταν η περίοδος που ο στρατός εισέβαλλε στα χωριά και τα έκαιγε. Τότε το κράτος ασκούσε πίεση στους χωρικούς, για να αποδείξει και να επιβάλει τη δύναμή του. Όταν πήγα στην περιοχή, έγινα μάρτυρας τέτοιων καταστάσεων.
Μετά από 45 μέρες έγινε μια μάχη στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ. Υπήρχαν τριάντα νεκροί στρατιώτες. Ζήτησαν ενίσχυση και έστειλαν τη μονάδα μας, που ήταν πολύ φημισμένη, αφού ζούσαμε συνεχώς στα βουνά, όπως οι αντάρτες.
Πήγαμε στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ και κάναμε αναγνωρίσεις για δύο μέρες. Ήμουν στην ομάδα αναγνωρίσεως. Την τρίτη μέρα οι (Κούρδοι) πολιτοφύλακες μας είπαν «εντοπίσαμε αντάρτες». Τότε δεν εμπιστευόμασταν τους πολιτοφύλακες, γιατί κι αυτοί αναγκάζονταν να πάρουν όπλα και να βοηθήσουν το κράτος, αφού προηγουμένως τους καίγαμε τα σπαρτά και τους τρομοκρατούσαμε. Έτσι οι πολιτοφύλακες απέφευγαν και δεν ήθελαν να συμμετέχουν στις μάχες.
«Ήμουν εχθρός των Κούρδων»
Εσύ τι στάση τηρούσες; Οι πολιτοφύλακες δεν ήθελαν να συμμετέχουν στη μάχη κι εσύ ήσουν στην εμπροσθοφυλακή, στην πρώτη γραμμή;
Η δική μου στάση καθοριζόταν από την ιδεολογία μου, η οποία ήταν η υπεράσπιση της τουρκικής σημαίας και του τουρκισμού. Γι’ αυτό πήγα εθελοντής στο στρατολογικό γραφείο και έγινα καταδρομέας. Όταν ήμουν νεοσύλλεκτος μας είπαν να δηλώσουμε να πάμε στην Κύπρο. Εγώ δεν δήλωσα και μου είπαν: «Μα τι κάνεις, εκεί θα περάσουμε καλά». Τότε εγώ είπα ότι θέλω να πάω στον πόλεμο εναντίον του ΡΚΚ. Ήμουν εχθρός των Κούρδων και υπέρ του έθνους και της πατρίδας.
Την τρίτη μέρα κάναμε αναγνωρίσεις στην περιοχή Κέλα Μεχμέτ. Δεν βρήκαμε τίποτα και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε. Στο δρομολόγιο της επιστροφής, μόλις άρχισε να βραδιάζει, δεχτήκαμε ξαφνικά πυρά από τρεις κατευθύνσεις. Δεν πυροβολούσαν για να μας σκοτώσουν. Αυτό κατάλαβα. Οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν τα όπλα για αυτοάμυνα και όχι για να σκοτώνουν. Ήξεραν ότι τα φέρετρα με τους νεκρούς στρατιώτες τροφοδοτούσαν με επιχειρήματα το σύστημα που ήθελε τον πόλεμο.
Κάποια στιγμή ένιωσα μια σφαίρα να καρφώνεται στο δεξί μου πόδι. Στην αρχή δεν με ενοχλούσε, όμως κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορώ να περπατήσω. Πέσαμε σε ενέδρα και προσπαθούσαμε να ξεφύγουμε. Σε κάποιο σημείο γλίστρησα και έπεσα σε μια χαράδρα. Με προστάτεψε το σακίδιό μου.
Είμαι ο Ιμπραχίμ Γιαϊλαλί. Είμαι θύμα του πολέμου που συνεχίζεται [στο Κουρδιστάν]. Το 1994, ενώ υπηρετούσα σε μια μονάδα κομάντο του τουρκικού στρατού στο Σίρνακ, σε μια μάχη τραυματίστηκα και έπεσα αιχμάλωτος στα χέρια του ΡΚΚ. Ενημέρωσα την οικογένειά μου ότι είμαι αιχμάλωτος και οι δικοί μου πήγαν στο στρατολογικό γραφείο [της Παύρας του Πόντου]. Εκεί οι αρμόδιοι τους είπαν «δεν υπάρχει τέτοιος στρατιώτης καταγεγραμμένος στις τάξεις του τουρκικού στρατού». Όταν άρχισε η οικογένειά μου να αναζητεί λύση για την επιστροφή μου στο σπίτι, κι όταν άρχισα να δηλώνω αντίθετος με τον πόλεμο, οι Δυνάμεις Ασφαλείας τους προειδοποίησαν λέγοντας: «Έχουμε ερευνήσει την οικογένειά σας και ξέρουμε ότι είστε Έλληνες. Αν συνεχίσετε να αναζητείτε τρόπους για την επιστροφή του γιου σας, θα έχετε προβλήματα».
Αν πέθαινα, θα παρέμενα Τούρκος. Όταν όμως η οικογένειά μου αναζητούσε τρόπους επιστροφής μου και άρχισε να ενοχλεί το κράτος, τότε ανακάλυψαν ότι είμαι «Έλληνας». Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, μετά από αιχμαλωσία δύο ετών και τριών μηνών, και όταν άρχισα να κάνω δηλώσεις εναντίον του πολέμου, βασανίστηκα και καταδικάστηκα, μένοντας σε στρατιωτική φυλακή για 3,5 μήνες. Μετά τη φυλακή ξαναπήγα στο στρατό και υπηρέτησα και πάλι σε μονάδα καταδρομών.
Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου μετά το τέλος της θητείας μου, από όποια δουλειά κι αν δούλεψα εκδιώχτηκα κατόπιν εντολών των... αρμόδιων Αρχών, οι οποίες εισέβαλαν στο σπίτι μου αλλεπάλληλες φορές.
Όταν συνήλθα, δεν είδα κανέναν δίπλα μου. Το όπλο μου, ένα G3, ήταν δίπλα μου, αλλά δεν δούλευε. Έλεγξα τις χειροβομβίδες μου, εκείνες ήταν εντάξει. Τραβήχτηκα σε μια γωνιά και διαπίστωσα μέσα στο σκοτάδι ότι το δεξί μου πόδι είχε κομματιαστεί. Έβγαλα τη φανέλα μου και έδεσα όπως μπορούσα το πόδι μου. Ξεκουράστηκα και περίμενα τους στρατιώτες. Κάποια στιγμή, επειδή υπήρχε περίπτωση να αιχμαλωτιστώ, έσπασα το όπλο μου στα βράχια, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Ετοίμασα τις χειροβομβίδες, αν έρχονταν οι αντάρτες θα τις απελευθέρωνα και θα έπαιρνα όσους μπορούσα μαζί μου στον άλλο κόσμο.
Εμείς όταν πιάναμε αιχμαλώτους αντάρτες, αν δεν μας έδιναν χρήσιμες πληροφορίες, τους σκοτώναμε αμέσως. Είδα με τα μάτια μου στρατιώτες να σκοτώνουν αιχμαλώτους και να κομματιάζουν τα πτώματά τους. Κάποια στιγμή, όταν είδα μια τέτοια σκηνή, πήγα και έκανα εμετό. Τότε ήλθε ο λοχίας και μου είπε: «Εσύ είσαι άντρας, είσαι Τούρκος! Γιατί φοβάσαι, γιατί κάνεις εμετό;». Έκαναν βασανιστήρια ακόμα και στα πτώματα, για να μας κάνουν να χάσουμε κάθε αίσθηση και να σκεφτόμαστε μόνο τον πόλεμο. Με άλλα λόγια, όταν έπεφτε στα χέρια τους ένας αντάρτης, αν δεν γινόταν προδότης, τον σκότωναν στη στιγμή.
«Πήγαμε και κάψαμε ένα χωριό που μας έδινε ψωμί»
Έγινα μάρτυρας πυρπόλησης ενός χωριού στο Γκαμπάρ. Το ότι μας έδιναν ψωμί δεν ήταν αρκετό. Υπήρχαν ορισμένοι που δεν δέχονταν να γίνουν πολιτοφύλακες και παρέμεναν στο χωριό. Αυτά τα χωριά ήταν πάντα στόχος για το στρατό. Ο στόχος ήταν τα χωριά αυτά να εκκενωθούν.
Κάποια μέρα πήγαμε σε ένα τέτοιο χωριό με τη δική μου περίπολο και ζητήσαμε τρόφιμα. Ένα άτομο προχωρημένης ηλικίας μάς έδωσε μέλι, αμύγδαλα και μάλλινες κάλτσες, χωρίς να δεχτεί να πάρει λεφτά.
«Γιατί, τι σας κάναμε;»
Εκείνο το βράδυ έγινε σύσκεψη στη μονάδα μας. Το θέμα ήταν εκείνο το χωριό. Παρά τις συστάσεις και τις πιέσεις, οι άνθρωποι δεν εγκατέλειπαν το χωριό. Την άλλη μέρα πήγαμε στο χωριό και το κάψαμε. Οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια τους και μας παρακαλούσαν: «Γιατί, τι σας κάναμε;». Κανείς δεν τους άκουγε.
Εγώ έψαξα εκείνο τον γέρο που μας έδωσε τα τρόφιμα και τις κάλτσες, με σκοπό να τον προστατέψω. Δεν τον είδα. Είδα όμως το σπίτι του να καίγεται. Το χωριό όλο κάηκε και οι άνθρωποι αναγκαστικά το εγκατέλειψαν.
«Οι Γκρίζοι Λύκοι ήταν οι ήρωές μου»
Εγώ μεγάλωσα στην Παύρα της Αμισού. Εκεί εμείς θαυμάζαμε τους μεγάλους που χτυπούσαν και σκότωναν αριστερούς. Ήταν οι ήρωές μας. Ο Γιασάρ ήταν ο ήρωάς μας. Συγκρουόταν ακόμα και με την αστυνομία. Όταν ήμουν μικρός, βρέθηκα σε μια τέτοια συμπλοκή των Γκρίζων Λύκων με την αστυνομία. Ο Γιασάρ με έπιασε και με απομάκρυνε. Ήταν ο ήρωάς μου. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Από τη μια σκότωναν αριστερούς και από την άλλη συγκρούονταν με την αστυνομία. Έτσι τους ακολουθούσα παντού, στο σχολείο, το τζαμί. Στα τζαμιά πάντα έβριζαν τους Κούρδους κι εμείς υπερηφανευόμασταν γι’ αυτό.
Τελικά τι έγινε εκεί που ήσουν τραυματισμένος;
Ξεκουράστηκα λίγο και μετά προσπάθησα να βγω σε ένα μέρος για να με βρουν οι συνάδελφοί μου. Δεν μπορούσα να ανεβώ στη χαράδρα και σύρθηκα στο ρέμα. Εκεί στο ρέμα υπήρχε ένα σπίτι. Οι ένοικοί του το είχαν εγκαταλείψει, όπως είχαν εγκαταλείψει και το χωριό. Εκεί ξεκουράστηκα. Μετά έφυγα και βρήκα μια σπηλιά. Εκεί πέρασε η δεύτερη βραδιά. Έχανα αίμα, και κάποια στιγμή έχασα τις αισθήσεις μου. Κάποια γυναίκα από τους αντάρτες με βρήκε λιπόθυμο ενώ μάζευε ξύλα για το φαγητό. Φώναξε τους αντάρτες. Εγώ προσπάθησα να πάρω στα χέρια μου τις χειροβομβίδες, όμως δεν είχα δύναμη. Ήλθαν οι αντάρτες και μου τις πήραν.
«Δεν δέχτηκα να μου θεραπεύσουν το τραύμα μου»
Εκείνοι που με έπιασαν αιχμάλωτο ήταν τρεις ομάδες ανταρτών, περί τα 60 άτομα. Ήμασταν κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Με μετέφεραν κάπου και μου πρότειναν να θεραπεύσουν το τραύμα μου. Δεν το δέχτηκα. Μου πρόσφεραν και φαγητό και δεν το δέχτηκα. Ήρθε ο γιατρός της μονάδας των ανταρτών. Και πάλι δεν δέχτηκα θεραπεία και επίδεση του τραύματός μου. Αυτά, μέχρι να καταλάβω τι πραγματικά γίνεται και ποιους πραγματικά εξυπηρετεί ο πόλεμος.
Πηγή: devrimci karadeniz.com, 14 Δεκεμβρίου 2014. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφ. Ποντιακή Γνώμη, Δεκ. 2014.
http://www.pontos-news.gr/article/129997/polemontas-yper-tis-patridas-kai-toy-toyrkismoy-emathe-oti-einai-ellinas

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Λεηλατούν πυρπολούν και σφαγιάζουν δεκάδες χωριά αμάχων. Δημεύσεις περιουσιών, δολοφονίες, βιασμοί, εξορίες και εκτοπισμοί

»Τα Άουσβιτς της γενοκτονίας των Ποντίων» :τάγματα εργασίας/ τάγματα θανάτου, στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης.
Σε ότι αφορά σε Θέματα Ιστορίας και δη αυτά που σχετίζονται με τα δεινά που υπέστη ο λαός μας καθ΄ όλη την πορεία του, από τον τουρκικό εθνικισμό, είναι γνωστά αδρομερώς, στους περισσότερους και εκτενέστερα σε κάποιους άλλους.
Η περιοριστική γνώση που αφορά στο – κατά κοινή ομολογία – σημαντικότατο και τραγικότατο γεγονός της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το κεμαλικό εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα, οφείλεται σε ποικίλους λόγους. Θα μπορούσαμε να καταγράψουμε τη γενικότερη αλλοτριωτική συμπεριφορά της σύγχρονης πραγματικότητας που δεν «επιτρέπει» τη μελέτη και τη γνώση του παρελθόντος. Θα μπορούσαμε επίσης να αποδώσουμε το γεγονός στη δυσπραγία της δεύτερης γενιάς προσφύγων, η οποία – στη συντριπτική της πλειοψηφία – στον απόηχο του πολέμου πάλευε για την επιβίωση στις φάμπρικες της αλλοδαπής· συνεπώς εκ των πραγμάτων αδυνατούσε να δώσει την προσοχή και να προχωρήσει στη μελέτη και την επακόλουθη αναμενόμενη διεκδίκηση, την οποία απαιτούσε η σοβαρότητα των γεγονότων του πρόσφατου παρελθόντος. Αυτό όμως που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαμε να παραβλέψουμε, είναι η συστηματικά επαναλαμβανόμενη αποσιώπηση των τραγικών γεγονότων και η επιδίωξη εξωραϊσμού του τουρκικού εθνικισμού, που με ανείπωτο μένος προχώρησε, βάσει οργανωμένου σχεδίου, στην εξόντωση των αλλόθρησκων πληθυσμών που διαβιούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι η Ελληνική πολιτική ηγεσία, ξεκινώντας από την Ελλάδα του μεσοπολέμου και φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας, επέλεξε την πολιτική της αδύναμης μνήμης. Αν εξαιρέσουμε το σωτήριο έτος 1994, κατά το οποίο η ελληνική βουλή προχώρησε στην ψήφιση του νόμου, βάσει του οποίου ορίστηκε η 19η Μαϊου «Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου», καθ” όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα το μέγα αυτό κεφάλαιο της ελληνικής Ιστορίας πήρε το δρόμο της σιωπής. Ακόμα και σήμερα μετά από σχεδόν έναν αιώνα, η βαρβαρότητα του τουρκικού εθνικισμού και οι συνέπειες της στους ελληνικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτελούν θέματα ταμπού· δε θίγονται, δε συζητιούνται και πολύ περισσότερο δε διδάσκονται. Στα σχολικά μας εγχειρίδια – κατά κανόνα – καταγράφονται στοιχειωδώς και σχεδόν ανώδυνα κάποια στοιχεία που αφορούν απλώς στο αποκορύφωμα της τουρκικής Γενοκτονίας του Έθνους μας, την καταστροφή της Σμύρνης το 1922.
Καθώς λοιπόν η επίσημη Πολιτεία επέλεξε τη σιωπή δε μένει παρά εμείς που αποτελούμε την τρίτη και τέταρτη γενιά προσφύγων, να δώσουμε τον αγώνα μας, για το αυτονόητο, ξεκινώντας από την προσπάθεια ανακάλυψης και αποκάλυψης της ιστορικής αλήθειας, που τόσο συνετά επιδιώκεται να περάσει στο χρονοντούλαπο.
Γεγονότα & Μαρτυρίες
Τα γεγονότα ωστόσο από μόνα τους μαρτυρούν την αλήθεια. Πρόκειται για ένα σταθερό πρόγραμμα εξόντωσης της χριστιανοσύνης, που βασίζεται σε οργανωμένο σχέδιο και προβλέπει την εξολόθρευση του αρχαίου – ελληνικού – χριστιανικού πολιτισμού που σημείωνε θαυμαστή πνευματική και οικονομική άνθιση. Το σχέδιο εξόντωσης, το οποίο μορφοποιείται μετά την επανάσταση των Νεότουρκων (1908), εντείνεται από το 1911 και φτάνει σε έξαρση μέχρι τη συνθήκη του Μούδρου το 1918 και επανεμφανίζεται και πάλι μετά τα συνέδρια του Ερζερούμ και της Σεβάστειας το 1919, παίρνοντας μέχρι το 1922 την έκταση της Γενοκτονίας. Είναι σαφές το γεγονός ότι η ανείπωτη θηριωδία που έλαβε χώρα από το 1916 έως και το 1924 στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου συνιστά ξεκάθαρα γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών καθώς στην εν λόγω περιοχή δεν έγινε ποτέ πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και κατά την περίοδο αυτή και ενώ ήταν σε εξέλιξη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, βρίσκοντας Έλληνες και Τούρκους σε αντίπαλα στρατόπεδα, ωστόσο ελληνικά στρατεύματα δεν εμφανίστηκαν ποτέ στην περιοχή του Πόντου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί που κατά καιρούς προβάλλονται – ότι δηλαδή οι σφαγές επιτελέστηκαν στο πλαίσιο του πολέμου – επιδιώκοντας τη διαστρέβλωση της αλήθειας, κρίνονται απλώς ανυπόστατοι.
Η συστηματική επιδιωκόμενη εξόντωση των Ελλήνων εντάθηκε ωστόσο κατά τη διάρκεια του μεγάλου πολέμου· από το 1914 – 1918 η κυβέρνηση των Νεότουρκων υπό την ηγεσία της αιμοσταγούς τριανδρίας των Εμβέρ πασά, Ταλαάτ μπέη και Ντζεμάλ πασά, υπό την καθοδήγηση γερμανών στρατηγών, μ΄ επικεφαλής τον Λίμαν φον Σάντερς, συνέλαβε, σχεδίασε και εξετέλεσε συστηματική γενοκτονία των Αρμενίων και των Ελλήνων της Ανατολής ξεκινώντας από τις μαζικές εκτοπίσεις.
Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Γερμανού πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη Mέττερνιχ, οι Nεότουρκοι προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις εκτοπίσεις των Eλλήνων που ζούσαν στα παράλια της Mαύρης Θάλασσας με την πρόφαση ότι οι Pώσοι είχαν εξοπλίσει τον ελληνικό πληθυσμό και φοβούνταν για το λόγο αυτόν μια ελληνική εξέγερση . H επιχειρηματολογία όμως αυτή ήταν αστήριχτη, αφού ο πληθυσμός που, κατά κύριο μέρος, εκτοπίστηκε ήταν γυναίκες, παιδιά και γέροι . Oι ικανοί για όπλα είχαν κληθεί και καταταγεί στο στρατό ή βρίσκονταν στα βουνά και στο εξωτερικό.
Oρισμένοι Γερμανοί που δε συμφωνούσαν με την πολιτική της εθνοκάθαρσης, προσπάθησαν με αλλεπάλληλες εκθέσεις, που έστελναν στο υπουργείο Eξωτερικών, να διαχωρίσουν τη θέση και τις ευθύνες τους από τα γενοκτονικά μέτρα των Nεοτούρκων, ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια κατακραυγή του αρμενικού ολοκαυτώματος. Συγκεκριμένα, στις 16 Iουλίου 1916 ο Γερμανός πρόξενος της Aμισού Kuckhoff έγραφε στο υπουργείο Eσωτερικών, στο Bερολίνο: «Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Kαστανομής έχει εξοριστεί. Eξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια [1]έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει τις περισσότερες φορές από τις αρρώστιες και την πείνα». 1
Οι Τούρκοι, λαός βάρβαρος και ανεπίδεκτος πολιτισμού, απέδειξαν τη φυλετική τους κατωτερότητα απέναντι στο ζωντανό δυναμικό και αγωνιστικό στοιχείο του Ελληνισμού, προσπαθώντας να καταστρέψουν οτιδήποτε είχε σχέση μ” αυτό.
Τα θύματα της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου ξεπερνούν τις 350.000 και σ΄ όλη τη Μικρά Ασία και τη Θράκη φτάνουν το 1.500.000.
Το χρονικό της θηριωδίας
Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914), στην Τουρκία κηρύσσεται γενική επιστράτευση μουσουλμάνων και αλλόθρησκων. Οι Πόντιοι αρνούνται να καταταχτούν στον τουρκικό στρατό, λιποτακτούν και βγαίνουν στα βουνά.
Στο ρωσοτουρκικό πόλεμο αφοπλίζονται και στέλνονται στα περιβόητα τάγματα εργασίας (αμελέτ ταμπουρού) που όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά τάγματα εξόντωσης. Για να αποφύγουν το θάνατο οι Πόντιοι αγωνιστές άρχισαν να λιποτακτούν και να συσπειρώνονται στα πρώτα αντάρτικα σώματα. Οι Τούρκοι απαντούν με τα σκληρότερα και τα πλέον απάνθρωπα μέσα, ιδιαίτερα ενάντια στους συγγενείς των ανταρτών. Σχηματίζουν καταδιωκτικά τάγματα Τσετών και Οσμανλήδων που λεηλατούν πυρπολούν και σφαγιάζουν σε δεκάδες χωριά αμάχων. Δημεύσεις περιουσιών, δολοφονίες, βιασμοί, εξορίες και εκτοπισμοί συμβαίνουν πλέον σε καθημερινή κλίμακα.
Το Δεκέμβριο του 1916 εκπονείται σχέδιο εξόντωσης του άμαχου Ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που εφαρμόστηκε κλιμακωτά. Το σχέδιο προέβλεπε άμεση εξόντωση των ανδρών των πόλεων από 16 – 60 και εξορία του υπόλοιπου πληθυσμού στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής. Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει αρχικά από την τουρκική βαναυσότητα γιατί βρισκόταν στην κατοχή της Ρωσίας.
Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη το Φλεβάρη του 1918, τότε η εκδικητική μανία των Τούρκων ξέσπασε και στον ελληνισμό του Καυκάσου. Οι σοβιετικοί υπήρξαν βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού. Πιθανότατα οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία στην Οκτωβριανή Επανάσταση.
Νέοι διωγμοί εκτοπίσεις και εξορίες. Τις πενήντα χιλιάδες φτάνουν οι εκτοπισμένοι Έλληνες των περιοχών Τριπόλεως, Κερασούντος, Κοτυώρων και Αμισού, οι περισσότεροι από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες στο σκληρό δρόμο της εξορίας. Όσοι απ΄ αυτούς επέζησαν, γύρισαν ξανά στις εστίες τους μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου ( Οκτώβριος ’18) για να κυνηγηθούν και πάλι από την αρχή από το καθεστώς του Κεμάλ.
Στις 19 Μαίου του 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα. Ξεκινά η δεύτερη φάση της γενοκτονίας με αρχηγό τον αιμοσταγή Τοπάλ Οσμάν.
Oσμάν αγάς παρουσίασε μια λεπτομερή αναφορά για τις δραστηριότητες των Pωμιών και των Aρμένιων στην Kερασούντα και τα περίχωρά της. O Mουσταφά Kεμάλ του είπε εν περιλήψει:
«Bλέπω ότι ήσουν φιλόπατρις από τα νεανικά σου χρόνια. Aκολουθείς ακόμη και τώρα τα ιδανικά που έθεσες από τότε. Πρέπει να παλέψουμε μέχρι να απελευθερωθεί η χώρα και να μη μείνει ούτε ένας εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός. Θα υπερασπιστείς τα χωριά και τις πόλεις της Mαύρης Θάλασσας. H συμμορία σου από μια ανοργάνωτη και ανεκπαίδευτη δύναμη θα γίνει ένα τάγμα. Διοικητής του τάγματος αυτού θα είσαι εσύ. Θα σου δώσουμε νέους και θρασείς αξιωματικούς.
…Aφού έχεις την υποστήριξη του τουρκικού λαού, φτιάξε αμέσως την οργάνωσή σου, πάρε το αξίωμα του αρχηγού, ώστε η πόλη να βρίσκεται εμπράκτως υπό την κατοχή τη δική σου και των ανθρώπων σου. Aντί να φύγεις εσύ και να πάρεις τα βουνά, ας φύγουν οι Πόντιοι και οι Pωμιοί. Mε την πάροδο του χρόνου και μόλις θα έχουμε ενδείξεις ότι παρανομούν θα τους καθαρίσουμε όλους». [2]
Με πρωτοφανή αγριότητα επιδίδονταν στις αλλεπάλληλες σφαγές, Τεπέ-κϊοι, Σεϊτάν-τερέ, Χαβ, Μερτζιφούντα, Αδά της Σαμψούντας, και Τζόρουμ, σφαγές που στιγμάτισαν την ιστορία μας. Οι τρόποι, οι μέθοδοι και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι τουρκικές κυβερνήσεις για να εξοντώσουν τον ποντιακό ελληνισμό είναι απίστευτα: επιστράτευση και εξόντωση των νέων, τάγματα εργασίας/ τάγματα θανάτου, στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης. Δουλειά 18ωρη και αγγαρείες κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι στρατευμένοι και οι συλληφθέντες ήταν υποχρεωμένοι να σπάζουν πέτρες, να κόβουν ξύλα, να καθαρίζουν χιόνια, να πεζοπορούν χιλιάδες χιλιόμετρα. Τους έβγαζαν από θερμόλουτρό και τους υποχρέωναν να πεζοπορούν γυμνοί μέσα σε δριμύ χειμωνιάτικο ψύχος. Οι θάνατοι ήταν πλέον καθημερινό φαινόμενο. Βέβαια ας μην ξεχνάμε και τα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που χρησιμοποιήθηκαν από τα όργανα του Κεμάλ για να προσδώσουν μια επίφαση δικαιοσύνης στα γενοκτονικά τους σχέδια και στα βάρβαρα εγκλήματα που διαπράττονταν με τις ευλογίες της ανώτατης ηγεσίας.
Οι νεοτουρκικές και κεμαλικές Αρχές όχι απλώς παρότρυναν τις τουρκικές φανατικές μάζες, το στρατό και τους τσέτες αλλά προσχεδίασαν και συμμετείχαν στη Γενοκτονία. Οι διαταγές για τους εκτοπισμούς στο Κουρδιστάν και τη Συρία των ποντιακών πληθυσμών είτε με μορφή κυβερνητικών αποφάσεων είτε με μορφή νομοσχεδίων φέρουν την υπογραφή των αρμόδιων υπουργών αλλά και του ίδιου του Κεμάλ.
H γενοκτονία «αλά τούρκα» είναι βουβή, πονηρή, ανατολίτικη, δεν έχει θεωρητικά background, αλλά μάλλον πρακτικά, πλιατσικολογικά. Oι καλούμενες εκτοπίσεις, εξορίες των κατοίκων ολόκληρων χωριών οι εξοντωτικές εκείνες οδοιπορίες μέσα στο χιόνι των γυναικόπαιδων και των γερόντων – οι άνδρες βρίσκονται ήδη στα τάγματα εργασίας ή στον στρατό – δεν οδηγούν φυσικά σε κανένα Ausschwitz, με τους διαβολικά οργανωμένους μηχανισμούς της φυσικής εξόντωσης του ανθρώπου – όχι! ήταν όμως ένα Ausschwitz εν ροή, οι άνθρωποι πέθαναν καθ” οδόν, δεν περπατούσαν για να φτάσουν κάπου, όχι, περπατούσαν για να πεθάνουν από τις κακουχίες, την παγωνιά, την πείνα, τον εξευτελισμό του ανθρώπινου.Aυτό ήταν το διαβολικό σύστημα, πονηρά οργανωμένο. Δεν υπήρχε στο τέρμα κανένα Ausschwitz γιατί για τους περισσοτέρους δεν υπήρχε τέρμα. Tο ταξίδι προς τον θάνατο ήταν ο θάνατος, όχι το τέρμα του ταξιδιού .[3]
Οι αποδείξεις για τα γεγονότα των θηριωδιών και των σφαγών είναι πολυάριθμες και συγκλίνουσες. Προκύπτουν ακόμη και από τα ίδια τα τουρκικά αρχεία, εκδόσεις, κυβερνητικές αποφάσεις και νομοσχέδια, από αρχεία και αναφορές διπλωματικών υπαλλήλων ευρωπαϊκών χωρών και αρχεία των Η.Π.Α.
Ο Άγγλος ύπατος αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη σερ Ραμπολντ σ” ένα σημείο της αναφοράς του προς την κυβέρνηση του, με ημερομηνία 10 Μαΐου 1922 επισημαίνει: «Νέες αποτρόπαιες εξορίες άρχισαν σ” όλα τα μέρη της Μικρασίας……. τα 2/3 των εξόριστων είναι γυναίκες και παιδιά………Ένας συνεργάτης του είδε και μέτρησε 1500 πτώματα στο δρόμο προς Χαρπούτ. Στην Αμερικανική Επιτροπή Περίθαλψης Εγγύς Ανατολής δεν επέτρεψαν να περιμαζέψει τα παιδιά, των οποίων οι γονείς πέθαναν πάνω στο δρόμο…….»
Ο Κεμάλ ακόμη και μετά την ολοκληρωτική νίκη και με το ολοκαύτωμα της Σμύρνης εξακολουθούσε τις διώξεις όσων Ελλήνων απέμειναν κυρίως στον Πόντο. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Μουζέν, ο οποίος παρακολούθησε τις εργασίες της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης στις 13 Αυγούστου 1923, ανέφερε στο Γαλλικό Γενικό Επιτελείο ότι ο Κεμάλ έλαμπε από χαρά όταν ξεφώνησε την εξής φράση: «Επιτέλους τους ξεριζώσαμε τους Έλληνες από τον Πόντο».
Βέβαια τα δεδομένα στη σύγχρονη πραγματικότητα μιλούν για επαναπροσέγγιση Ελλήνων και Τούρκων, μιλούν για πράξεις καλής θέλησης και καλής γειτονίας, μιλούν για εκτόνωση στο Αιγαίο και για σύσφιξη των διακρατικών σχέσεων. Σ” αυτά – τα οποία αντιμετωπίζουμε καταρχήν με πνεύμα θετικό – διατηρούμε μια σαφή επιφύλαξη θεωρώντας ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη, η επιδιωκόμενη ελληνοτουρκική φιλία, όπως και η πολυσυζητημένη ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προϋποθέτει, την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από τη γείτονα χώρα. Οι γείτονες μας πρέπει να προχωρήσουν στην αναγνώριση της γενοκτονίας και να ζητήσουν συγνώμη από τους συγγενείς των χιλιάδων θυμάτων τους, όπως έπραξε η σύγχρονη Γερμανία για τα εγκλήματα του ναζισμού και η παπική εκκλησία για τα εγκλήματα κατά της Ορθοδοξίας.
Κατόπιν αυτού, ενδεχομένως να γίνει εφικτή η ελληνοτουρκική σύγκλιση και η επακόλουθη ένταξη της Τουρκίας σε οποιοδήποτε διακρατικό σχηματισμό. Όλα τα παραπάνω, επ” ουδενί λόγω, δε φέρουν αντιτουρκικό χαρακτήρα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι δεν είδαμε ποτέ την Τουρκία, ούτε καν να ζητάει συγνώμη για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, αλλά συνεχίζει να είναι αμετανόητη για τα εγκλήματα που διέπραξε και εξακολουθεί να προβαίνει σε αλλεπάλληλες προκλήσεις. Και όπως αναφέρει ο καταξιωμένος θεατρικός συγγραφές Δημήτριος Ψαθάς, ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της θηριωδίας που διαπράχθηκε στον Πόντο: «…….Αντιτουρκικό χαρακτήρα έχουν τα ίδια τα γεγονότα, που δείχνουν τους Τούρκους έτσι όπως ήσαν και όπως έδρασαν τα χρόνια εκείνα. Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την Ιστορική Αλήθεια σε καμία σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται από τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας, ήταν ίσως και ένας από τους λόγους που τόσο άσκημα πορεύτηκε η «φιλία» με τους Τούρκους. Να ρίξουμε το πέπλο της λήθης στο παρελθόν, αλλά να ξέρουμε όχι να κρύβουμε. Να ξέρουν και οι ίδιοι οι Τούρκοι το τι φτιάξαν οι πατεράδες τους, για να αποφύγουν τα όσα στιγμάτισαν εκείνους, εφόσον θέλουν να πάρουν τη θέση, που φιλοδοξούν, ανάμεσα στα πολιτισμένα έθνη. Μόνο έτσι, ξέροντας εμείς τους Τούρκους και ξέροντας εκείνοι εμάς και το στιγματισμένο παρελθόν τους, μπορεί κάποτε να χαράξουμε μια ελληνοτουρκική φιλία επάνω σε στέρεες βάσεις.»[4]
Επιμέλεια Υλικού: Αναστασιάδου Ελένη
http://www.pontioi.gr/index.php/2009-11-11-08-46-06/2009-11-11-11-12-56