Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ - ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Ὁ ἁγιασμὸς τῶν ὑδάτων καὶ τῶν ἀνθρώπων. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

 Posted on 5 Ιανουαρίου, 2026

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν - Περὶ των μάγων. (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

 

 


Περὶ τῶν μάγων

«Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων...» (Ματθ. 2,13)

+Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Θὰ προσπαθήσω, ἀδελφοί μου, νὰ πῶ ἁ­πλᾶ λόγια. Γιατὶ θέλω ὅλοι νὰ καταλαβαίνουν τὸ κήρυγμα.

Τὰ εὐαγγέλια, ποὺ ἀκοῦμε τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡ­μέρες, μιλᾶνε γιὰ ὅσα ἔγιναν κατὰ τὴ γέννη­σι τοῦ Χριστοῦ. Μιλᾶνε γιὰ τὴ Βηθλεέμ, γιὰ τὸ σπή­­λαιο, γιὰ τὸν ἀστέρα, γιὰ τοὺς ἀγγέλους, γιὰ τοὺς βοσκούς, γιὰ τὰ ζῷα. Μιλᾶνε ἀκόμα γιὰ τοὺς μάγους. Μ᾿ αὐτοὺς ἀρχίζει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο (βλ. Ματθ. 2,13-23)· «Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων…». Γιὰ τοὺς μάγους λοιπὸν ἂς μιλήσου­με κ᾿ ἐμεῖς. Οἱ μάγοι θὰ γίνουν διδάσκαλοί μας.

Τί μᾶς διδάσκουν; Πολλὰ πράγματα.

* * *

•  Πρῶτα – πρῶτα πρέπει νὰ ξέρουμε, ὅτι οἱ μά­γοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν καμμιά σχέσι μὲ τοὺς σημε­ρινοὺς μάγους. Δυστυχῶς σήμερα ὑπάρχουν μάγοι καὶ μάγισσες σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καὶ στὴν πατρίδα μας· ἡ μαγεία κάνει θραῦσι σὲ πόλεις καὶ χωριά. Λένε μερικὰ λόγια «θεοτικά»· ἀλλ᾿ ἐνῷ στὰ χείλη ἔχουν αὐτά, στὴν καρδιὰ ἔχουν τὸ διάβολο. Εἶνε ὄργανα τοῦ διαβόλου, σκοτεινὰ πρόσωπα, καὶ πλανοῦν τοὺς ἀνθρώπους. Ἔχουν μεγάλη πέρασι· θησαυρίζουν.

Ἡ μαγεία κάνει τὶς ψυχὲς νὰ φοβοῦνται. Πολλὲς φορὲς μᾶς ἔρχονται ἄνθρωποι τρέμον­τας. –Τί ἔχεις; λέω. –Φοβᾶμαι, ὅτι θὰ μᾶς συμ­βῇ κακὸ στὸ σπίτι. –Γιατί; –Νά, χθὲς τὸ πρωὶ σηκωθήκαμε καὶ βρήκαμε στὴν αὐλὴ κέρατα, κόκκαλα, μαλλιά, κουμπιά, βελόνες, χαρτιά. Μάγια μᾶς κάνανε. Λέω· –Πιστεύεις στὸ Χριστό; –Πιστεύω. –Ἔ, ἀφοῦ πιστεύεις, ποιός εἶ­νε πιὸ δυνατός, ὁ διάβολος ἢ ὁ Χριστός; Λέει· –Ὁ Χριστός. –Ἔ, ἅμα πιστεύῃς καὶ ἔχῃς τὸ Χριστὸ μαζί σου, μὴ φοβᾶσαι τίποτα. Ὅλοι οἱ διάβολοι, ὅλοι οἱ μάγοι νὰ πέσουνε, δὲν μποροῦν νὰ σοῦ κάνουν τίποτε ἀπολύτως.

• Ἀφοῦ οἱ μάγοι δὲν εἶχαν σχέσι μὲ τὴ σατανι­κὴ μαγεία, τί ἦταν λοιπόν; Ἦταν σοφοὶ ἐπιστή­μονες ἀστρονόμοι, ἄνθρωποι ποὺ ζοῦσαν μὲ φόβο Θεοῦ καὶ μελετοῦσαν βιβλία. Τὴ νύχτα ἀγρυπνοῦσαν κάνοντας παρατηρήσεις στὸν οὐρανό. Ὤ ὁ οὐρανός, τί μεγάλο θαῦμα! Ἑκα­τομμύρια ἀστέρια. Τὰ ἔβλεπαν καὶ θαύμαζαν τὸ Δημιουργό. Καὶ μιὰ βραδιά, παρατηρώντας, εἶδαν ἕνα ἐξαιρετικὰ λαμπρὸ ἀστέρι· διέφερε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἄλλα στὴ λάμψι, στὶς κινήσεις, στὴν ὅ­λη ἐμφάνισι. Συμφώνησαν ὅλοι· Αὐτὸ σημαί­νει, ὅτι γεννήθηκε ὁ ἀναμενόμενος βασιλεύς!

Δηλαδή, τὸ Χριστὸ δὲν τὸν πίστεψαν μόνο ψαρᾶδες καὶ βοσκοί· τὸν πίστεψαν καὶ σοφοὶ ἐπιστήμονες. Πράγματι καὶ τότε καὶ σήμερα, παντοῦ στὸν κόσμο, ἄνθρωποι ποὺ ξέρουν γράμματα καὶ καλλιεργοῦν τὶς ἐπιστῆμες, καθηγηταὶ σπουδαῖοι (ἀστρονόμοι, ἱστορικοί, για­τροί, φυσικοὶ κ.ἄ.) πιστεύουν στὸ Χριστό, ὅπως πίστευαν οἱ μάγοι. Στὴ Μύκονο, ἕνα νησὶ τουρι­στικό, μιὰ Κυριακὴ ὅταν χτύπησε ἡ καμπάνα, κανείς ἀπὸ τοὺς ἄλλους τουρίστες δὲν πῆγε· προτίμησαν τὸ μπάνιο. Ἕνας μόνο πῆγε. Ποιός ἦταν; Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους ἐπιστήμονες· ὁ Μπράουν, αὐτὸς ποὺ ἀνακάλυψε τὸν πύραυλο ποὺ πετοῦνε τώρα στὰ ἄστρα. Αὐ­τός, μολονότι ἑτερόδοξος, πῆγε ὣς τὴν ἐκκλη­σία. Κ᾿ ἐδῶ κάτι φοιτητάκια, ποὺ πῆγαν σὲ σχο­λὲς μὰ δὲν ἔμαθαν τίποτα –σὲ λίγο τὰ διπλώματα στὴν Ἑλλάδα δὲν θά ᾿χουν καμμιά ἀξία, κάτι δασκαλάκια, κάτι καθηγηταὶ ποὺ δὲν ξέρουν οὔτε τὸ ἄλφα τῆς ἐπιστήμης, σοῦ λένε· Δὲν πιστεύουμε. Ἐνῷ ἕνας ἐπιστήμονας διεθνοῦς φήμης, ὅπως αὐτός, ἔδειξε πίστι.

• Μᾶς διδάσκουν λοιπὸν οἱ μάγοι, πρῶτον ὅτι δὲν ἔχουν καμμιά σχέσι μὲ τὴ σημερινὴ μαγεία, δεύτερον ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πιστεύ­ουν καὶ ὁμολογοῦν τὸ Χριστό. Τί ἄλλο; Ἦταν μακρινὴ ἡ πατρίδα τους. Ἡ ἀπόστασι ἀπὸ τὴν Περσία μέχρι τὴ Βηθλεὲμ εἶνε 2.000 περίπου χιλιόμετρα. Χρειάζονταν μῆνες, χρόνια γιὰ νὰ φτάσουν. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶδαν τὸ λαμπρὸ ἀστέρι, φόρτωσαν τὶς καμῆλες τους μὲ πολύτιμα δῶρα, ἀνέβηκαν σ᾿ αὐτὲς καὶ ξεκίνησαν. Μακρινὸ τὸ ταξίδι. Πέρασαν βουνά, λαγκάδια, πο­τάμια, γεφύρια… Κινδύνεψαν ἀπὸ θεριά, ἀπὸ λῃστάς, ἀπὸ καιρικὲς συνθῆκες. Ἀλλὰ παρηγο­ριά τους ἦταν τὸ ἀστέρι, ποὺ σὰ νὰ τοὺς φώναζε· Συνεχίστε, βαδίστε, μὴν κουραστῆτε!… Καὶ νά, ὕστερα ἀπὸ τόσο δρόμο φτάνουν καὶ προσ­κυνοῦν στὸ σπίτι τὸ Χριστό. Δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς ἀξίωσε, καὶ κατόπιν ἔφυγαν γιὰ νὰ ἐπιστρέψουν στὴ χώρα τους.

Θὰ πῇ τώρα κάποιος· Ἄχ νά ᾿μουν κ᾿ ἐγὼ τότε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τοὺς μάγους, νὰ μπῶ στὸ σπή­λαιο νὰ προσκυνήσω τὸ Χριστό!… Δὲν εἶνε ὅ­μως ἀνάγκη. Γιατί; Διότι ἐδῶ εἶνε ἡ Βηθλεέμ (κάθε ἐκκλησία εἶνε σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ)· ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός! Τὸ πιστεύεις; Τότε ἔλα στὴν ἐκκλησία. Πόσα βήματα εἶνε; Οἱ μάγοι ξε­κίνησαν ἀπὸ τόσο μακριά· ἐδῶ ποιός πατάει; Κοιμοῦνται! Ἂν ἀρρωστήσουμε, τρέχουμε στὸ γιατρό, ὅσο μακριὰ κι ἂν εἶνε, καὶ ξοδεύουμε ὅλη τὴν περιουσία μας, γιὰ νὰ γίνουμε καλά. Δηλαδὴ τὸ σῶμα, τὸ τομάρι μας, ἔχει μεγαλύ­τερη ἀξία. Μὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο σῶμα· εἶνε καὶ ψυχή. Χτυπάει λοιπὸν ἡ καμπάνα; ἔ­λα στὴν ἐκκλησία νὰ λατρεύσῃς τὸ Θεό. Εἰ δ᾿ ἄλλως, οἱ μάγοι θὰ εἶνε κατήγοροί μας ἐν ἡμέ­ρᾳ κρίσεως· διότι ἐκεῖνοι βάδισαν χιλιόμετρα, κ᾿ ἐμεῖς οὔτε λίγα μέτρα γιὰ τὸ Χριστό.

• Οἱ μάγοι εἶνε τέλος ἀξιομίμητοι, γιατὶ δὲν πῆγαν στὸ Χριστὸ μὲ ἄδεια χέρια. Ἔφεραν μα­ζί τους δῶρα πολύτιμα, μεγάλης ἀξίας· χρυσό, λιβάνι, σμύρνα. Τὸ χρυσάφι (ποὺ εἶνε ὁ βασιλιᾶς τῶν μετάλλων), διότι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ βα­σιλεὺς τοῦ κόσμου. Τὸ λιβάνι (ἔνδειξι λατρεί­ας), διότι εἶνε Θεὸς καὶ τοῦ πρέπει λατρεία. Καὶ τὴ σμύρνα (ποὺ ἄλειφαν τοὺς νεκρούς), διότι καὶ ὁ Χριστὸς θὰ ὑπέμενε θάνατο, καὶ κατὰ τὴν ταφὴ τὸν ἄλειψαν μὲ σμύρνα. Κ᾿ ἐ­μεῖς λοιπὸν πρέπει νὰ προσφέρουμε δῶρα στὸ Χριστό. Τί δῶρα ἆραγε τοῦ ἀρέσουν;

Οἱ μάγοι, κατὰ τὴν παράδοσι, ἦταν τρεῖς. Λέ­ει ὅμως μιὰ ἱστορία, ὅτι ὑπῆρχε κ᾿ ἕνας τέταρτος μάγος. Αὐτὸς ἔχασε τὸ δρόμο, περιπλανήθηκε καὶ ἄργησε νὰ φτάσῃ στὰ Ἰεροσό­λυμα. Εἶχε πάρει μαζί του τρία πολύτιμα πετρά­δια γιὰ τὸ Χριστό. Ἀλλὰ καθὼς περπατοῦ­σε, βλέπει στὸ δρόμο κάποιον νὰ λυγίζῃ καὶ νὰ πέφτῃ κάτω· ἦταν ἐξαντλημένος ἀπὸ ἀρρώ­στια καὶ κινδύνευε νὰ πεθάνῃ. Τὸν σπλαχνίστη­κε, βγάζει καὶ τοῦ δίνει τὸ ἕνα πετράδι. Πάρ᾿ το, λέει, γιὰ τὸ γιατρό, νὰ γίνῃς καλά. Πα­ρακάτω βλέπει κάτι κακούργους, ποὺ εἶχαν πιάσει ἕνα παιδάκι κ᾿ ἦταν ἕτοιμοι νὰ τὸ σφάξουν. Τοὺς προλαβαίνει καὶ τοὺς δίνει τὸ ἄλ­λο πετράδι, καὶ γλύτωσε τὸ παιδί. Κάπου ἀλ­λοῦ τέλος εἶδε μιὰ δυστυχισμένη κοπέλλα, ποὺ τὴν εἶχαν ἁρπάξει καὶ τὴ ἔσερναν παλιάν­θρωποι νὰ τὴν ἀτιμάσουν. Ἐπεμβαίνει κ᾿ ἐδῶ, τοὺς δίνει τὸ τελευταῖο πετράδι, καὶ σῴζει τὴν κόρη ἀπὸ τὰ νύχια τους. Ἔτσι ἄργησε. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια περιπλάνησι ἐπὶ τέλους ἔ­φτασε. Πότε ἔφτασε; Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, τὴν ὥρα ποὺ σταύρωναν τὸ Χριστό. –Ὦ Χριστέ, λέει, δὲν πρόλαβα νὰ σὲ προσκυνήσω βρέ­φος. Τώρα πιὰ σὲ βλέπω πάνω στὸ σταυρό! Σοῦ ἔφερνα καὶ δῶρα, ἀλλὰ δυστυχῶς στὸ δρόμο ἀναγκάστηκα καὶ τὰ ἔδωσα, γιατὶ ἦταν μεγάλη ἀνάγκη. Χριστέ, συχώρεσέ με… Τότε ἀ­κούει τὸ Χριστὸ νὰ τοῦ λέῃ· –Παιδί μου, μὴ λυ­πᾶσαι. Τὸ πετράδι ποὺ ἔδωσες γιὰ νὰ γιατρευ­τῇ ὁ ἄρρωστος, τὸ πετράδι ποὺ ἔδωσες γιὰ νὰ σωθῇ τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴ σφαγή, καὶ τὸ πετρά­δι ποὺ ἔδωσες γιὰ νὰ γλυτώσῃ ἡ κοπέλλα τὴν ἀτίμωσι, εἶνε σὰ νὰ τὰ ἔδωσες σ᾿ ἐμένα. Νά ᾿σαι εὐλογημένος! Γιατὶ ὅ,τι κάνετε σ᾽ ἕνα φτω­χό, εἶνε σὰν τὸ κάνετε σ᾿ ἐμένα (πρβλ. Ματθ. 25,40).

* * *

Αὐτὰ εἶνε τὰ διδάγματα τῶν μάγων. Ἂς ἑ­τοιμάσουμε λοιπὸν κ᾿ ἐμεῖς τὰ δῶρα μας. Τί δῶρα; Δὲν ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός. Καὶ τὸ χρυσά­φι δικό του εἶνε, καὶ τὸ ἀσήμι καὶ τὰ δέντρα καὶ τὰ ζῷα καὶ τὰ ποτάμια καὶ τὰ ἀστέρια καὶ ὁ ἥ­λιος, ὅλα εἶνε δικά του. Ὅλο τὸ σύμπαν εἶνε δι­κό του. Κάποιο ἄλλο δῶρο θέλει. Τί ζητάει; Κάτι ἀνώτερο. Τὸν ἀκοῦτε τί λέει; Παιδί μου, «δῶσε μου τὴν καρδιά σου» (Παροιμ. 23,26).

Ἐσύ, ποῦ ἔχεις δώσει τὴν καρδιά σου; Δὲ λέω· ν᾿ ἀγαπᾷς τὸ παιδί σου, τὸν ἄντρα σου, τὴ γυναῖκα σου, τὸ φίλο σου…· ἀλλὰ παραπά­νω ἀπ᾿ ὅλους καὶ ἀπ᾿ ὅλα νὰ ἔχῃς τὸ Χριστό.
Σὲ μιὰ περιοδεία, ποὺ ἔκανα ὡς ἱεροκήρυκας, συνήντησα κάποτε ἕνα χαριτωμένο παιδά­κι. Τὸ ρώτησα· –Ἀγαπᾷς τὴ γιαγιά; –Ναί. –Πόσο τὴν ἀγαπᾷς; –Τόσο, κ᾿ ἔδειξε μὲ τὰ δάχτυλα. –Τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα; –Τόοσο, κ᾿ ἔ­δειξε μὲ τὰ χέρια. –Τὸ Χριστό; –Τόοοσο πολύ! κι ἄνοιξε διάπλατα τὴν ἀγκαλιά του…

Τὸ ἀθῷο παιδάκι! Ἐμεῖς τὸ Χριστό; Ψέματα λέμε ὅτι τὸν ἀγαποῦμε. Ὅποιος τὸν ἀγαπάει, ἐ­φαρμόζει τὶς ἐντολές του. Ἂς προσπαθήσου­με λοιπὸν νὰ τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας. Νὰ τὴν πλύνῃ, νὰ τὴν καθαρίσῃ, νὰ γίνουμε πραγματικοὶ Χριστιανοί. Καὶ μαζὶ μὲ τοὺς μάγους, μὲ τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς ἀγγέλους νὰ ὑμνοῦμε καὶ νὰ δοξάζουμε Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα εἰς αἰῶνα αἰῶνος· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Νικολάου Παπαγιάννη – Φλωρίνης τὴν 29-12-1985. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 29-12-2003, ἐπανέκδοσις 1-11-2025.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

Ὁ ὑψηλὸς Ἐπισκέπτης.

 

Ὁ ὑψηλὸς Ἐπισκέπτης. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΙΔΟΚΤΟΝΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ

010_NVI2554-300x200
Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν (Ματθ. 2,13-23)
Τοῦ Μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου


Περι παιδοκτονων, παλαιων και συγχρονων
«…Καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ…»(Ματθ. 2,16)
ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Εἶνε τὸ ἴδιο μὲ τὸ εὐαγγέλιο τῆς δευτέρας ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων. Γιὰ ποιό πρᾶγμα μιλάει; Γιὰ ἕνα ἔγκλημα, ποὺ ἔγινε στὴν ἐποχὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ ἔγκλημα αὐτό, δυστυχῶς, γίνεται καὶ στὶς μέρες μας.
Στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ζοῦσε ἕνα θηρίο. Θηρίο; δὲ᾿ λέμε τίποτα. Ζοῦσε κάποιος, ποὺ εἶχε μορφὴ ἀνθρώπου ἀλλὰ διάθεσι θηρίου. Γιατὶ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δὲν ἀξίζουν αὐτὴ τὴ μορφὴ ποὺ ἔχουμε· ἔπρεπε νὰ ἔχουν κάποια ἄλλη μορφή, μορφὴ ἀγρίων θηρίων – ζούγκλα ἔγινε ἡ σημερινὴ κοινωνία. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, τὸ ἀγριώτερο θηρίο ἀπὸ ὅλα, κι ἀπὸ τὴν τίγρι, κι ἀπὸ τὸ λιοντάρι, ἀπὸ ὅλα, εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Ποιός ἄνθρωπος; Αὐτὸς ποὺ εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό, αὐτὸς ποὺ καταπατεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἔχουν κυριεύσει τὰ πάθη. Ποιά εἶνε τὰ πάθη; Τρία εἶνε τὰ μεγαλύτερα. Τὸ ἕνα πάθος εἶνε ἡ φιληδονία καὶ κυρίως τὸ σέξ, ποὺ κατέκτησε τώρα τὸν κόσμο. Τὸ δεύτερο εἶνε ἡ φιλοδοξία· ὁ καθένας προσπαθεῖ ν᾿ ἀνατρέψῃ τὸν ἄλλο καὶ ν᾿ ἀνεβῇ πιὸ ψηλὰ στὶς διάφορες θέσεις καὶ ἀξιώματα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ χειρότερο, εἶνε – ποιό; τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῦ Ἰούδα, ἡ φιλαργυρία· δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἁμάρτημα φοβερώτερο ἀπὸ αὐτήν, ἀφοῦ τὰ τριάκοντα ἀργύρια πρόδωσαν τὸ Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ποὺ κατακτᾶται ετε ἀπὸ τὴ φιληδονία ετε ἀπὸ τὴν κενοδοξία ετε ἀπὸ τὴ φιλαργυρία, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ εἶνε πλέον θηρίο μὲ μορφὴ ἀνθρώπου.
Ἕνα τέτοιο θηρίο, αἱμοσταγές, ζοῦσε στὴν ἐποχὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ ὄνομά του; Ἡρῴδης. Τί ἤτανε;
Βασιλιᾶς. Κατεῖχε τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἐν συνεργασίᾳ μὲ τοὺς κατακτητάς, τοὺς Ῥωμαίους αὐτοκράτορας. Αὐτὸς εἶχε ἔνστικτα κακούργου. Σκότωσε τὴ γυναῖκα του, σκότωσε τὸν πεθερό του, σκότωσε τὰ τρία παιδιά του, σκότωσε πλῆθος ἀνθρώπους. Καὶ τώρα ἑτοιμάζεται νὰ κάνῃ τὸ πιὸ μεγάλο ἔγκλημα, ποὺ φρίττει ἡ ἀνθρωπότης. Ποιό εἶνε τὸ ἔγκλημα αὐτό;
Ἐπὶ τῶν ἡμέρῶν του κυκλοφόρησε στὰ Ἰεροσόλυμα μιὰ εδησις. Τότε δὲν ὑπῆρχαν ἐφημερίδες οὔτε ῥαδιόφωνα καὶ τηλεοράσεις. Ἀπὸ στόμα σὲ στόμα ἔφθαναν τὰ νέα· ἡ πρώτη ἐφημερίδα εἶνε τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκούστηκε λοιπόν, ὅτι γεννήθηκε ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου· ἕνα παιδὶ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου!
Ὅλοι χάρηκαν, αὐτὸς λυπήθηκε. Πίκρα, δηλητήριο, φαρμάκι μέσ᾿ στὴν καρδιά του. Μόλις τ᾿ ἄκουσε φοβήθηκε, ὅτι ὁ νεογέννητος θὰ τοῦ πάρῃ τὴ βασιλεία. Ἀλλὰ μάταιος ὁ φόβος του· ἀνόητος ἤτανε νὰ φοβηθῇ. Γιατί ἦταν ἀνόητος; Τὰ πάθη κάνουν τὸν ἄνθρωπο ἀνόητο. Διότι, πρῶτον μέν, αὐτὸς ἦταν γέρος πιά, καὶ ὥσπου νὰ μεγαλώσῃ τὸ νεογέννητο νήπιο, αὐτὸς θὰ εἶχε πεθάνει. Ἀνόητος, δεύτερον, διότι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶνε σὰν τὶς βασιλεῖες τοῦ κόσμου. Ὅλα τὰ κράτη τοῦ κόσμου στηρίζονται στὴ βία, στὰ ὅπλα· στοὺς στρατοὺς καὶ τοὺς στόλους, στὰ ἀεροπλάνα καὶ τὰ ὑποβρύχια καὶ τὶς ἀτομικὲς βόμβες. Ἀφαίρεσε τὰ ὅπλα, καὶ κανένα κράτος δὲν στέκει· οὔτε βασιλεία, οὔτε δημοκρατία, οὔτε σοσιαλισμός, οὔτε κομμουνισμός… Ἀλλὰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός, δὲν στηρίζεται σ᾿ αὐτά. Στηρίζεται – ποῦ; Στὴν ἀγάπη, στὴν ἐλευθερία, στὴ δικαιοσύνη. Καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶνε αἰωνία. Καὶ «τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος», δὲν ὑπάρχει τέλος τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. 1,33). Ἀνόητος λοιπόν, διότι ἦταν γέρος καὶ θὰ πέθαινε· ἀνόητος, διότι ἄλλη εἶνε ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Ἀνόητος ἀκόμα διότι, ἂν ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ βασιλεύσῃ ὁ Χριστός, ἦταν δυνατὸν αὐτὸς νὰ ματαιώσῃ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ; Ἤθελε νὰ γίνῃ θεομάχος;
Ταράχθηκε λοιπὸν ὁ Ἡρῴδης. Καὶ κάλεσε τοὺς μάγους, γιὰ νὰ μάθῃ ἀπὸ αὐτοὺς ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἦταν πονηρὸ τὸ σχέδιό του. Ἤθελε, λέει, νὰ πάῃ νὰ τὸν προσκυνήσῃ· στὴν πραγματικότητα ἤθελε νὰ τὸν ἐξοντώσῃ. Ἀλλὰ ἀνετράπησαν τὰ σχέδιά του. Οἱ μάγοι, εἰδοποιημένοι ἀπὸ τὸν οὐρανό, «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν» γιὰ τὴν πατρίδα τους (Ματθ. 2,12), καὶ δὲν τοῦ ἔδωσαν καμμία πληροφορία γιὰ τὸν γεννηθέντα βασιλέα.
Τότε αὐτὸς ὠργίστηκε πολύ. Καὶ πάνω στὸ θυμό του τί διατάζει; Νὰ πᾶνε οἱ στρατιῶτες του στὴν περιφέρεια τῆς Βηθλεὲμ καὶ νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀγόρια ποὺ εἶχαν ἡλικία κάτω τῶν δύο ἐτῶν. Καὶ πῆγαν. Μπῆκαν στὰ σπίτια. Καὶ ἅρπαζαν ἀπὸ τὶς ἀγκάλες τὰ μικρὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἔσφαζαν ὅπως ὁ χασάπης σφάζει τὰ ἀρνιά. Καὶ σφάξανε – πόσα παρακαλῶ; 14.000 ἀθῷα παιδάκια! Καὶ ἔγινε «κλαυθμὸς πολύς» (Ματθ. 2,18). Μανάδες ἔκλαιγαν κι ἀναστέναζαν μέσα στὸ μεγάλο θρῆνο γιὰ τὴ σφαγή.
14.000 δυστυχισμένα παιδάκια. Τί εἶπα, δυστυχισμένα; Δυστυχισμένα τὰ λέτε κ᾿ ἐσεῖς; Λάθος κάνουμε. Ὄχι δυστυχισμένα· εὐτυχισμένα παιδάκια. Ἕνας ἅγιος λέει· Μακάρι νὰ ἤμουν κ᾿ ἐγὼ ἀνάμεσα στὰ παιδάκια αὐτά. Γιατὶ ―ἂν πιστεύουμε― αὐτὰ εἶνε οἱ πρῶτοι μάρτυρες, ποὺ σὰν ἄγγελοι ψάλλουν τώρα στὸν οὐρανὸ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14). Εὐτυχισμένα λοιπόν.
Ὦ ἐσεῖς μανάδες, ποὺ κλαῖτε τὰ παιδάκια ὅταν πεθαίνουν μικρά· αὐτὰ εἶνε ἀγγελούδια. Μὴν κλαῖτε αὐτὰ τὰ παιδιά. Κλάψτε τοὺς μεγάλους, ποὺ ἔχουν φάει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν κουτάλα καὶ μέχρι σήμερα οὔτε μετανόησαν οὔτε πῆγαν νὰ ἐξομολογηθοῦν, οὔτε ἔχυσαν ἕνα δάκρυ συναισθήσεως. Ρεμαλοειδῶς, κτηνωδῶς ζοῦνε. Αὐτούς κλάψτε λοιπόν, ποὺ προχωροῦν τὰ χρόνια κι ἀσπρίζουν τὰ μαλλιὰ καὶ πλησιάζουν στὸν τάφο, κι ὅμως ἔχουν 20, 30, 40 χρόνια νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν τὰ ἄχραντα μυστήρια· αὐτούς νὰ κλαῖτε.
Ρωτᾶτε τώρα καὶ ποιό εἶνε τὸ τέλος τοῦ Ἡρῴδου; Τὸ τέλος του ἦταν οἰκτρό. Τὸ λέει ἡ ἱστορία. Ἀρρώστησε κ᾿ ἔπεσε στὸ κρεβάτι. Τὸ κορμί του γέμισε πληγές, ποὺ ἔτρεχαν αἷμα καὶ πύον. Βρώμισε, σκουλήκιασε, δὲ᾿ μποροῦσε νὰ τὸν πλησιάσῃ κανένας. Ἀλλὰ καὶ πεθαίνοντας τί ἔκανε· φυλάκισε χίλιους ἀνθρώπους, ἄρχοντες τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἄφησε διαταγή. Ὅταν, λέει, θὰ ξεψυχῶ, νὰ τοὺς σφάξετε ὅλους!… Τέτοιος κακοῦργος, τέτοια φοβερὰ φυσιογνωμία ἤτανε ὁ Ἡρῴδης, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖ σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.
Πέρασαν ἀπὸ τότε τόσοι αἰῶνες. Ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα τοῦ Ἡρῴδη ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται καὶ στὶς μέρες μας. Νέοι παιδοκτόνοι ὑπάρχουν τώρα. Ποιοί εἶνε; Ὅσοι συμμετέχουν στὸ ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων. Καὶ ἄλλοτε μιλήσαμε γι᾿ αὐτούς, ἀλλὰ τώρα πάλι τελειώνοντας δὲ᾿ μπορῶ νὰ μὴν τοὺς ὑπενθυμίσω. Εἶνε πρῶτον ὅσοι ἀσυνείδητοι γιατροὶ ἐκτελοῦν τὶς ἐκτρώσεις. Εἶνε ἔπειτα οἱ ἀναίσθητοι γονεῖς, ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα, ποὺ ζητοῦν τὶς ἐκτρώσεις. Καὶ τέλος νέοι παιδοκτόνοι εἶνε οἱ πολιτικοί, τὸ διο τὸ κράτος, ποὺ νομοθέτησαν τὶς ἐκτρώσεις. Ὅλοι τὰ δια μυαλὰ ἔχουν, στὸ διο καζάνι βράζουν. Ψηφίσανε νόμο, μὲ τὸν ὁποῖο πλέον ἡ ἄμβλωσις ὄχι μόνο δὲν θεωρεῖται ἔγκλημα ἀλλὰ καὶ χρηματοδοτεῖται!
Ὅλοι αὐτοὶ εἶνε φονιᾶδες, δολοφόνοι. Τὰ χέρια τους στάζουν αἷμα. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι μας, ὁ παπᾶς, ὁ δάσκαλος, ὁ δεσπότης…, ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, κατὰ κάποιο τρόπο φταῖμε, καὶ γι᾿ αὐτὸ μᾶς περιμένει τιμωρία ὅπως τὸν Ἡρῴδη. Καὶ τὸ δικό μας τέλος δὲ᾿ θά ᾿νε καλό. Ἔχουμε κ᾿ ἐμεῖς ἕνα ποσοστὸ εὐθύνης γιὰ τὸ σημεῖο ποὺ ἔφθασε τὸ ἔθνος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπογεννητικότητα. Εμαστε στὸ ναδίρ. Ποιά θὰ εἶνε ἡ τιμωρία; Τί ἄλλο πρέπει νὰ περιμένουμε; Τόσες θεομηνίες, σεισμοὶ καὶ ἄλλα φοβερὰ κακὰ ποὺ γίνονται, τὰ θεωρεῖτε τυχαῖα; Ἂς μὴν ἀκοῦμε λοιπὸν τοὺς κήρυκες, ἂς γελᾶμε καὶ ἂς ἐμπαίζουμε τὰ πάντα· ἂς ζοῦμε ἀμετανόητοι, ὅπως θέλει ὁ σατανᾶς· θά ᾿ρθῇ ἡ σκληρὴ τιμωρία…
Ἀλλ᾿ ἂς μὴν τελειώσουμε μὲ ἀπαισιοδοξία. Ὑπάρχουν καὶ φωτεινὰ σημεῖα, ὑπάρχουν καὶ ἐλπιδοφόρα παραδείγματα. Καὶ ὅσο ὑπάρχουν αὐτά, μποροῦμε νὰ αἰσιοδοξοῦμε. Ὅσο ὑπάρχει πιστὸς λαὸς ποὺ τηρεῖ τὸ νόμο τῆς τεκνογονίας, καὶ ὅσο ὑπάρχει κλῆρος πιστὸς στὸ Θεό, κλῆρος ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, ἀλλ᾿ ἀγαπᾷ, τηρεῖ καὶ διδάσκει τὶς θεῖες ἐντολές, ἡ ἐλπίδα δὲν σβήνει. Ἐὰν λοιπὸν ὅλοι, κλῆρος καὶ λαός, δείξουμε πίστι, ὑπομονή, καὶ ἀγωνιστοῦμε, τὸ φοβερὸ αὐτὸ ἔγκλημα τοῦ Ἡρῴδου θὰ σβήσῃ· καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ μείνῃ χώρα χριστιανική, ποὺ θὰ ὑμνῇ καὶ θὰ δοξάζῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Ἀμήν.
ἱ. ναὸς Ἁγίου Γεωργίου Φλωρίνης 30-12-1984

πηγή: 

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ («Δευτε ιδωμεν, πιστοι, που εγεννηθη ο Χριστος…»)

a031
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
«Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…» (κάθισμα)
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ἑορτὴ ἁγία, ἡ ἀρχὴ καὶ ῥίζα, ἡ «μητρόπολις τῶν ἑορτῶν» κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο. Ἡ ὑμνολογία της εἶνε ἀπὸ τὶς ὡραιότερες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ ἀπολυτίκιο, τὸ κοντάκιο, οἱ ἄλλοι ὕμνοι ποὺ ψάλλονται εἶνε ποιητικὰ ἀριστουργήματα. Ἀρκοῦν καὶ μόνο οἱ ὕμνοι αὐτοὶ ν᾿ ἀποδείξουν, ὅτι πράγματι ἡ πίστι μας εἶνε θεία καὶ ἐξ ἀποκαλύψεως. Ἰδίως δὲ οἱ κανόνες τῆς ἑορτῆς ἔχουν ὕψος θεολογίας. Τὰ νοήματά τους εἶνε πολὺ μεγάλα. Ἀλλὰ καὶ ἡ γλῶσσα τους εἶνε γλῶσσα ὁμηρικὴ καὶ πινδαρική. Οἱ διάνοιές μας, σὰν μικρὲς βαρκοῦλες, εἶνε ἀνίκανες νὰ διαπλεύσουν τὸν ἀπέραντο αὐτὸ ὠκεανὸ τοῦ πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ θὰ κατέλθουμε σὲ ἐπίπεδα πιὸ πρακτικά. Ἂς ἐξετάσουμε, ἀγαπητοί μου, πῶς καὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, τὶς συνθῆκες δηλαδὴ τῆς Γεννήσεως.
* * *
Καὶ πρῶτα τὸ πῶς. Οἱ συνθῆκες τῆς Γεννήσεως εἶνε πολὺ ταπεινές. «Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου, τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων;» (ὑπακ.), καὶ τί πιὸ πτωχὸ ἀπὸ μιὰ φάτνη; Καὶ ὅμως, ὡς Θεὸς ποὺ εἶνε ὁ Χριστός, θὰ μποροῦσε νὰ γεννηθῇ ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες.
Θὰ μποροῦσε, μὴ σᾶς φανῇ παράξενο, νὰ ἔλθῃ ὄχι ἀπὸ γυναῖκα. ―Μπᾶ, εἶνε δυνατόν;… Καὶ ὅμως συνέβη αὐτὸ κάποτε. Συνέβη μὲ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο, τὸν Ἀδάμ, ποὺ ἐμφανίσθηκε στὴ γῆ χωρὶς μητέρα. Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς μποροῦσε νὰ ἔλθῃ στὴ ζωὴ ὄχι ἀπὸ γυναῖκα. Τὰ πάντα μπορεῖ ὁ Θεός. ―Τότε γιατί γεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα;… Γεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα, ὅπως λέει ὁ σημερινὸς ἀπόστολος (βλ. Γαλ. 4,4), γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴ γυναῖκα. Στὸν ἀρχαῖο κόσμο, προτοῦ ἀκουστῇ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου, ἡ γυναίκα δὲν ἦτο ἱσότιμη μὲ τὸν ἄντρα. Ἐθεωρεῖτο ὡς ἕνα εἶδος κατώτερο, ὡς ἕνα ἀγγεῖο ἡδονῶν. Ὁ ἄντρας τὴν ἔδιωχνε ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ ὁποιαδήποτε αἰτία. Ἦταν περιφρονημένη. Ἀλλὰ διὰ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ γυναῖκα, στὸ πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου ἡ γυναίκα ἐτιμήθη. Ὁ χριστιανισμὸς τὴν πῆρε καί, ἀπὸ κουρέλι ποὺ ἦταν, τὴν ἔκανε ἀδελφή, σύζυγο, μητέρα· τὴν ὕψωσε μέχρι τὰ ἄστρα, ἀφοῦ μιὰ γυναίκα, ἡ Παναγία, ἔγινε ἡ βασίλισσα τῶν οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ οἱ γυναῖκες ἀγαποῦν τὸ Χριστὸ περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι οἱ ἄντρες.
Γεννήθηκε ἀκόμη ὁ Χριστὸς ἀπὸ παρθένο ―μέγα θαῦμα αὐτό―, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴν παρθενία. Παρθενία στὸν προχριστιανκὸ κόσμο ἦταν κάτι ἄγνωστο. Πορνεία, μοιχεία καὶ τὰ λοιπὰ αἰσχρὰ πάθη ὠργίαζαν· οἱ μόνες ποὺ εἶχαν τότε ἀξία ἦταν οἱ περιβόητες ἑταῖρες.
Θὰ μποροῦσε ἐπίσης ὁ Χριστὸς νὰ ἔλθῃ στὴ ζωὴ ἀπ᾿ εὐθείας σὲ ὥριμη ἡλικία, ὅπως ὁ Ἀδάμ, ὅλο κάλλος καὶ χάρι. Γεννήθηκε ὅμως ὡς βρέφος. Γιατί; Γιὰ νὰ τιμήσῃ τὰ βρέφη. Τὰ βρέφη στὸν ἀρχαῖο κόσμο ἐθεωροῦντο ὑπάρξεις περιφρονητέες, ἕνα εἶδος ἰδιοκτησίας τοῦ πατέρα. Βλέπεις λ.χ. στὴ Σπάρτη ὅτι βρέφη ποὺ δὲν ἄρεσαν στὸν πατέρα τὰ ἅρπαζε καὶ τὰ ἐκσφενδόνιζε στὸ βάραθρο τοῦ Καιάδα· στὴ Ῥώμη δὲ τὰ ἔρριχναν σὰν γατάκια καὶ σκυλάκια στοὺς δρόμους ἢ τὰ ἄφηναν στὸ ὕπαιθρο, καὶ τά ᾿τρωγαν πεινασμένοι λύκοι ποὺ κατέβαιναν ἀπὸ τὰ Ἀπέννινα ὄρη.
Γεννήθηκε, λοιπόν, ὁ Χριστὸς ἀπὸ γυναῖκα, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴ γυναῖκα· γεννήθηκε ἀπὸ παρθένο, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴν παρθενία· γεννήθηκε ὡς βρέφος, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴν βρεφικὴ ἡλικία.
* * *
Καὶ ποῦ γεννήθηκε; «Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…».
Εἶχε τὴ δύναμι νὰ ἐκλέξῃ τὸν τόπο τῆς γεννήσεώς του. Θὰ μποροῦσε νὰ γεννηθῇ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ σπουδαῖες πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου ὅπως ἡ Ἀθήνα, ἡ Ῥώμη, ἡ Ἀλεξάνδρεια, ἡ Ἀντιόχεια. Δὲν γεννήθηκε σὲ καμμία ἀπ᾿ αὐτές – καὶ ὅλα ἔχουν σημασία στὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν γεννήθηκε στὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, ποὺ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶνε ἔκφρασις τῆς Βαβυλῶνος, τῆς διαφθορᾶς, τῆς δαιμονικῆς δυνάμεως. Γεννήθηκε σ᾿ ἕνα μικρὸ καὶ ἄσημο χωριό, τὴ Βηθλεέμ, δέκα χιλιόμετρα ἔξω ἀπ᾿ τὰ Ἰεροσόλυμα. Καὶ κατόπιν τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του ἔζησε σ᾿ ἕνα πιὸ μικρὸ καὶ περιφρονημένο χωριὸ τῆς Γαλιλαίας, τὴ Ναζαρέτ. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ὀνομάζεται Βηθλεεμίτης, ἀλλὰ Ναζωραῖος, καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τίτλο ἀνυψώθηκε ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριό. Γιατί; Διότι οἱ χωρικοί, οἱ βοσκοί, οἱ ἄνθρωποι τῆς ὑπαίθρου, ἔχουν βεβαίως κι αὐτοὶ τὰ ἐλαττώματά τους· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ζοῦν μὲ τὸν ἱδρῶτα τους, εἶνε πιὸ τίμιοι· τὸ πιὸ εὐλογημένο ἐπάγγελμα εἶνε τοῦ γεωργοῦ. Καὶ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὲ χωριό, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὸ χωριό. Εἶνε κι αὐτὸ ἕνας ἔλεγχος τῆς ἀστυφιλίας, ποὺ μαστίζει τὴν ἀνθρωπότητα. Κ᾿ ἐμεῖς τὶς μέρες αὐτὲς δὲν ἐνθυμούμεθα τὶς μεγάλες πόλεις, ὅπου κάποτε ζήσαμε ἢ σπουδάσαμε ἢ ὑπηρετήσαμε· ἐνθυμούμεθα τὰ ταπεινά μας χωριά, τοὺς δρόμους καὶ τὶς καλύβες μας, ἐκεῖ ποὺ περπατήσαμε μικρὰ παιδιὰ κι ἀκούσαμε τὰ κάλαντα τέτοιες ἅγιες μέρες.
Ὦ χωριὰ ποὺ πεθαίνετε! Ἂν ὁ κόσμος σᾶς περιφρονῇ, ὁ Χριστὸς ὅμως σᾶς εὐλογεῖ. Καὶ πάλι πρὸς τὴ Βηθλεέμ, πρὸς τὴ Ναζαρέτ, πρὸς τὴν ὕπαιθρο πρέπει νὰ ἐπιστρέψουμε.
«Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…». Ὡς Θεὸς μποροῦσε γιὰ τὴ γέννησί του νὰ ἐκλέξῃ ἕνα ἔξοχο τοπίο ἀπὸ ᾿κεῖνα ποὺ διαθέτει ἡ σφαῖρα αὐτή· ἕνα ὡραῖο κῆπο, ἕνα πυκνὸ δάσος ὅπου ψάλλουν ἀηδόνια, ἢ πλάϊ σὲ θαυμάσιους καταρράκτες, ἢ ―κατὰ τὴ φαντασία τῶν ἀρχαίων― πάνω στὸν Ὄλυμπο… Ἀλλ᾿ ὄχι. Οὔτε στὴν κορυφὴ τοῦ Ὀλύμπου, οὔτε στὶς ὄχθες τοῦ Νιαγάρα, οὔτε στὶς χιονισμένες Ἄλπεις, οὔτε στὶς ἐπαύλεις τῶν μεγάλων. Γεννήθηκε – ποῦ; Τὸ σκεφτήκατε, ἀδελφοί μου; Σὲ ἕνα σπήλαιο! Γιατί; Γιὰ νὰ διδάξῃ μιὰ ἀρετὴ ποὺ λείπει· νὰ διδάξῃ τὴ λιτότητα καὶ ἁπλότητα τῆς ζωῆς. Αὐτὸ εἶνε τὸ μήνυμα τοῦ σπηλαίου τῆς Βηθλεέμ.
Ὦ καλύβες τοῦ πτωχοῦ λαοῦ μας! σεῖς ἀξίζετε περισσότερο ἀπὸ τοὺς οὐρανοξύστες τῆς Νέας Ὑόρκης. Μόνο ὅποιος γεννήθηκε καὶ ἔζησε κάτω ἀπὸ σκληρὲς συνθῆκες, ὅποιος μόχθησε, πόνεσε, ἔκλαυσε, αὐτὸς γνωρίζει τὴ ζωή. Ἡ σημερινὴ νεολαία εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ νόημά της. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἐν γένει ἔχουμε ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ αὐτό· ζοῦμε μὲ σύνθημα «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32).
«Δεῦτε ἴδωμεν, πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…». Ἐπαναλαμβάνω· γεννήθηκε σὲ χωριό, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὰ χωριά· γεννήθηκε σὲ σπήλαιο, γιὰ νὰ τιμήσῃ τὴ λιτότητα καὶ ἁπλότητα. Γεννήθηκε ὁ Χριστὸς ἀκόμη – ποῦ; Σὲ ἕνα σταῦλο! ναί, σὲ σταῦλο. Τὸ σπήλαιο ἐκεῖνο ἔξω ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ὅπου ἡ ἁγία Ἑλένη ἔκτισε ἔπειτα λαμπρὸ ναό, ἦταν μαντρί, σταῦλος βρωμερὸς καὶ ἀκάθαρτος. Ἐκεῖ ἦταν πρόβατα, γίδια, βόδια, γαϊδουράκια. Σύντροφοί του ἦταν τὰ ζῷα. Ἔχει σημασία αὐτό. Τί σημασία; Ὅτι ὁ σταῦλος, ναὶ ὁ σταῦλος, εἶνε σύμβολο τῆς καταστάσεως τοῦ κόσμου. Ἕνας σταῦλος εἶχε καταντήσει ἡ ἀνθρωπότης. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἐν μέσῳ ὄχι ἀνθρώπων ἀλλὰ ζῴων, ποὺ συμβόλιζαν τὴν κτηνώδη ζωὴ τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ τὰ ὑψηλά, μὰ κατήντησε κτῆνος, ἕνα δίποδο κτῆνος. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει· Πῶς νὰ σὲ ὀνομάσω ἄνθρωπο, ὅταν κλωτσᾷς σὰν τὸ γαϊδούρι, ἁρπάζῃς σὰν τὸ λύκο, εἶσαι πονηρὸς σὰν τὴν ἀλεποῦ, εἶσαι λαίμαργος σὰν τὴν ἀρκούδα, ἐπιτίθεσαι σὰν τὴν τίγρι, μνησικακεῖς σὰν τὴν καμήλα, χύνῃς φαρμάκι σὰν τὸ φίδι;…
Ζούγκλα ἡ καρδιά, ζούγκλα ἡ κοινωνία, σταῦλος – σῆμα κατατεθέν. Καὶ μέσ᾿ στὸ σταῦλο γεννήθηκε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ πάρῃ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὑψώσῃ ἕως τὸν οὐρανό.
Ὦ Χριστέ, «ὅσοι πιστοὶ» σ᾿ εὐχαριστοῦμε!
* * *
Ἀγαπητοί μου!
Ἀπὸ τότε πέρασαν τόσοι αἰῶνες. Καὶ θὰ ρωτήσετε· ―Πῶς εἶνε σήμερα ὁ κόσμος;
Ἀπαντοῦμε. Ἐπιστημονικῶς μὲν καὶ τεχνολογικῶς ἔφθασε στὸ ζενίθ, πνευματικῶς ὅμως καὶ ἠθικῶς εἶνε στὸ ναδίρ. Ὁ πολιτισμὸς αὐτὸς καταρρέει, δὲν ἔχει μέλλον.
Πρέπει λοιπὸν ν᾿ ἀπελπιστοῦμε; Ὄχι! Ὑπάρχουν πιστοί. Ναὶ ὑπάρχουν, καὶ πάντα θὰ ὑπάρχουν, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων. Καὶ ἄντρες καὶ γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ γέροντες καὶ νέοι, καὶ ἀγράμματοι καὶ ἐπιστήμονες. Αὐτοὶ πιστεύουν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Ναζωραῖον, τὸν γεννηθέντα ἐν σπηλαίῳ· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης Χριστούγεννα 25-12-1976)


πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2015/12/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b8%ce%b7%ce%ba%ce%b5%cf%83-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%83-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b4.html#ixzz3vBgGeV2b