Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Φώτης Κόντογλου: Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καημένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβει στο κεφάλι !

 

Φώτης Κόντογλου: Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καημένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβει στο κεφάλι !

Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας. Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου. Σ’ αυτό πρέπει να είμαστε περήφανοι για την προκομμένη τη φυλή μας. Γιατί, όπως γίνεται σε όλα, ξεπεράσαμε τους Ευρωπαίους. Επειδή σ’ αυτούς είναι διαφορετική η κοσμική μουσική από τη θρησκευτική, ενώ σ’ εμάς πάει να γίνει η μουσική της εκκλησίας πιο κοσμική κι από την όπερα και από την οπερέτα μάλιστα. Να μη βασκαθούμε! Αυτά τα σιχαμερά κι ανάλατα κατασκευάσματα που παρουσιάζουνε κάθε τόσο στην εκκλησία ο ένας κι ο άλλος νεραϊδοπαρμένος, έχουνε παραμορφώσει ολότελα τον σεμνό και βαθύν χαρακτήρα της εκκλησίας μας, τόσο που να απελπίζεται όποιος έχει μέσα του ακόμη γνήσια ελληνικά αισθήματα. Γιατί η εκκλησιαστική μουσική μας, καθώς και η εικονογραφία και η υμνωδία, δείχνουνε τις βαθιές ρίζες της φυλής μας. Εμείς όμως κάνουμε το παν για να τις καταστρέψουμε, κι η αναισθησία με την οποία το κάνουμε δείχνει μεγάλον πνευματικό ξεπεσμό. Κάθε φυλή είναι ένα φαινόμενο πνευματικό κι όχι ένα κοπάδι που συνεπαίρνεται από το κάθε ρεύμα, σαν καράβι χωρίς τιμόνι. Εμείς όμως τυρβάζουμε περί τα πολλά κι αφήνουμε τα τιμιώτατα στο κέφι του κάθε ανόητου. Και καυχιόμαστε θεατρικά για τη φυλή μας με λόγια που ‘ναι κούφια από κάθε αληθινή έννοια ενώ την αφήνουμε να γίνει ένας χαμαιλέοντας και μάλιστα τη βοηθούμε να τελειοποιηθεί στο φραγκολεβαντινισμό και σε κάθε πνευματικόν εκφυλισμό.

Έτσι λοιπόν και το τροπάρι της Κασσιανής, σε πολλές εκκλησιές ελληνικές ψέλνεται αγνώριστο, «μονδέρνο». Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καημένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβει στο κεφάλι· άλλος τη μασκαρεύει σα τραγουδίστρια της οπερέτας, άλλος σαν αισθηματολογική κυρία της πιο μπουνταλάδικης ρομαντικής αναλατοσύνης κι οι πιο πολλοί σαν μοντέρνα θεατρίνα : «Η καλλιτεχνία κύριε έχει πέραση σήμερις! Ο κόσμος ζητά κατιτίς το μονδέρνο στην εκκλησία. Περάσανε εκείνα τα κομπογιαννίτικα»!

Καμαρώσετε λοιπόν Έλληνες τον πνευματικόν εκπρόσωπό σας. Ό,τι εξαίσιο έργο έκανε η Ελλάδα στα περασμένα είναι «κομπογιαννίτικο». Όλος ο πόνος και τα δάκρυα που μεταλλαχτήκανε από τούτη τη βασανισμένη φυλή σε διαμάντια αθάνατα, τα σεβάσμια εικονίσματα, που κλαίγανε κείνοι που τα κάνανε και βάζανε μέσα πόνο και αίμα, που τους δίνει «πνεύμα ζωής», είναι για τον σαρακοστιανόν αυτόν ανθρωπάκο «κομπογιαννίτικα». Το ίδιο είναι για δαύτον τα τραγούδια του λαού κι η εξαίσια ψαλμωδία που έντυσε με το φυσικό τους ντύσιμο τα τροπάρια, που ‘ναι γραμμένα από ανθρώπους με μεγάλο πνευματικό κάλλος. Όλα αυτά για τούτον τον αρλεκίνο της σήμερον είναι «κομπογιαννίτικα». Κι όλα αυτά τα κάνει από φόβο, μην τον πούνε βλάχο κα καθυστερημένον. Τα πάντα γίνουνται ολοκαύτωμα στο βωμό της βλακείας και της ψωροπερηφάνειας. Αλλά ας σταθώ εδώ, επειδή μπορεί να πω κι άλλα, χειρότερα. Όποτε συλλογιστώ τούτη την ξεπεσούρα μας, πονώ, πολύ πονώ! Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγουνται οι Καταβασιές. Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι Θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας : «Έκστηθι φρίττων ουρανέ και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης· ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οικών και τάφω σμικρώ ξενοδοχείται· όν παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούται εις πάντας τους αιώνας»!

Fotis Kontoglou Original – Φώτη Κόντογλου Αρχείο


Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Φώτης Κόντογλου: Το ευαγγέλιο της απλότητας

 

Πολλές υπήρξαν οι αρετές του Φώτη Κόντογλου, που τον κατατάσσουν στα ωραία, φωτεινά πρότυπα του νεοελληνικού πολιτισμού. Το ζωγραφικό του ταλέντο, με το οποίο σχεδόν μοναχός αντιπάλεψε την έκλειψη της ζωντανής βυζαντινής μας τέχνης.

Μάριος Νοβακόπουλος από το Άρδην τ. 128 με αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου και τη γενιά του ’30.

Η λογοτεχνική του δεινότητα, που τον κατέστησε πρωτοπόρο του μοντερνισμού στον ελληνικό μεσοπόλεμο, όσο και μεγάλο μάστορα στην παράδοση του παραμυθιού, της αγιολογίας, ως και της περιφρονημένης λαϊκής χρονογραφίας. Ο αδαμάντινος χαρακτήρας, η υπομονή με την οποία αντιμετώπισε μύριες καταστροφές, τον αιματηρό ξεριζωμό από το αγαπημένο του Αϊβαλί, τις κακουχίες της Κατοχής, την περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό από τους κατεστημένους κύκλους. Τα γραπτά του, διηγήματα, άρθρα, βίοι αγίων και βιογραφίες πειρατών και κονκισταδόρων, διακρίνονται όλα από μία λεπτή ιδιότητα, η οποία είναι τόσο συνυφασμένη με την μορφή τους που μπορεί να μας διαφύγει. Τούτη η αρετή είναι η απλότητα.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, πολλές φορές στο έργο του, έχει ανυψώσει την απλότητα, σαν ειλικρινή, αυθεντική διάθεση του ανθρώπου, που τον ενώνει με τη φύση, τον Θεό και τον πλησίον του. Θα υμνήσει και το πιο κοινό πράγμα του κόσμου, τι πέτρες:

«Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης. Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του… Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά». [Ευλογημένο Καταφύγιο]

Απλή είναι και η μονοτονία της φύσης, που χαίρεται σαν τη συναντά στα βιβλικά κείμενα, την γραμματεία των αρχαίων Ελλήνων και τις βυζαντινές ψαλμωδίες. Απλά είναι τα βουνά με τους άχρονους, αρχαίους σχεδόν, βοσκούς κι ερημίτες που τα κατοικούν. Απλά είναι τα, αμόλυντα ακόμη από τον τουρισμό, νησάκια της πατρίδας μας, με τις βραχώδεις ακτές, τα ταπεινά καϊκάκια, τους ναυτικούς που είναι ψυχωμένοι και περιπετειώδεις, αλλά μέσα τους κρύβουν ακόμη μία ψυχή «αφελή», με την καλύτερη έννοια της λέξης, αγαθή, απονήρευτη. Τέτοια είναι η απλότητα και αγαθότητα του (εξιδανικευμένου το δίχως άλλο) αρχαίου ανθρώπου που επιβίωνε ως τον καιρό του στο άγιο Αϊβαλί και τα παρθένα μέρη της Ελλάδος, που ως κι όταν έφτανε στο έγκλημα, έμενε κατά κάποιον τρόπο αθώος, γιατί μπορεί να είχε πλημμύρα πάθους, αλλά δεν είχε πονηριά και μοχθηρία, που μολύνουν ανεπανόρθωτα την ψυχή. Εκεί ίσως ανιχνεύεται και η τόση γοητεία που ασκούσαν στον Κόντογλου και χαρακτήρες αμαρτωλοί, κοντραμπατζήδες, ληστές, πειρατές και κονκισταδόροι, εκείνου που αγαπούσε να γράφει για βοσκόπουλα, ανθρώπους μοναχικούς και πονεμένους, ιθαγενείς άκακους, καλογέρους και μάρτυρες.

Στα γραπτά του έρχεται και ξανάρχεται η επιθυμία της φυγής από έναν κόσμο πονηρό και περίπλοκο, στον οποίο ένιωθε ξένος. Βέβαια, ο άνθρωπος του Θεού νιώθει ξένος σε κάθε κοινωνία, σε κάθε κόσμο, ο οποίος από την Πτώση κι ύστερα κατατρύχεται από τον πειρασμό, τη σκληρότητα και τη διαφθορά. Ο σύγχρονος κόσμος, όμως, ο εκμηχανισμένος, αστικοποιημένος, ασεβής μέσα στην αλαζονεία του, κυνικός μέσα στο μόνιμο αίσθημα του ανικανοποίητου, με τους ρυθμούς και τα πλάσματα της φύσης εξόριστα από τα κατοικητήρια των ανθρώπων, φαίνεται να τον πονά παραπάνω. Ο άνθρωπος που πετάχτηκε σαν το πουλάκι από τη φωλιά του, από το Αϊβαλί και το νησάκι της Αγίας Παρασκευής –κόσμος που, αν πάρουμε τα λόγια του τοις μετρητοίς, πρέπει να μην είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου από τον καιρό του Ομήρου– στην αθηναϊκή Βαβυλώνα, ένιωθε ολότελα ξένος και χαμένος:

«Ὡστόσο, λίγο παραπέρα ἀπὸ τοῦτο τὸ μικρὸ περιβολάκι, ποὺ εἶνε τρυπωμένο ἀνάμεσα σὲ μικρὰ σπίτια καὶ σὲ μαντρότοιχους, οὐρλιάζει τὸ ἀνύσταχτο τέρας ποὺ λέγεται ζωή, κοινωνία καὶ πολιτισμός, ἡ σατανικὴ τούτη μηχανὴ ποὺ τὴν ἔκανε ἡ πονηρὴ διάνοια τ᾿ ἀνθρώπου… Κατεβαίνω στὴ Βαβυλῶνα [=Ἀθήνα] ὅσο μπορῶ πιὸ σπάνια, κι᾿ ὅποτε κατέβω στοὺς μεγάλους δρόμους, κιντυνεύω νὰ χάσω τὸν ἑαυτό μου. Συλλογίζομαι τὴ φωλιά μου, τὸ κηπάκι μου, τὰ πουλάκια, τὶς πεταλοῦδες, τὰ μερμήγκια, τὰ μυγάκια, ὅλα αὐτὰ τὰ ξεχασμένα πλάσματα ποὺ εἶνε σὰν ἐμένα, τιποτένια, καὶ βιάζουμαι νὰ γυρίσω πίσω».

Η απλότητα πηγαίνει χέρι με χέρι με την αγνότητα. Είτε αυτό λέγεται νοσταλγία ενός χαμένου παραδείσου, μίας κατάστασης σαν πριν να φάει ο Αδάμ τον καρπό, που φθάνουν οι μεγάλοι άγιοι μες την άμετρη αγάπη και γλυκύτητά τους, είτε λέγεται ευρωπαϊκή ιδέα του «ευγενούς αγρίου», το απλό το δοξάζει ο Κόντογλου γιατί είναι αγνό, καθαρό, αμόλυντο. Είναι το τελευταίο καταφύγιο, σε έναν κόσμο που, θες τα πάθη τα ανθρώπινα, θες οι δυσκολίες της ζωής και των φυσικών συνθηκών, θες οι δολοπλοκίες των βερζεβούληδων, είναι απ’ άκρη σ’ άκρη πονηρεμένος. Κι είναι αυτή η εξαφάνιση και προδοσία της απλότητας και της αγνότητας, που γεννά τον πόνο του Κόντογλου, που, από πόνος της Ρωμιοσύνης για τα ιστορικώς εντοπισμένα της δεινά, γίνεται βιβλικός θρήνος για την «ανθρώπινη κατάσταση». Μόνο από τέτοια πηγή μπορούν να βγουν διηγήματα τρόμου σαν τον Θεό Κόνανο, τα Δαιμόνια της Φρυγίας και τα Εξ Ανατολών Πνεύματα Οργισμένα, όπου μέσα από έναν ανεμοστρόβιλο δαιμονικών τερατουργιών και φρικαλεοτήτων, προβάλλει σαν απαλό αεράκι η κατακλείδα: «ἀδέρφια ἀπ’ ἀδέρφια ξοντωθήκανε δῶ μέσα».

Εδώ θα μπορούσε να γίνει η κριτική, πως η απλότητα και η αγνότητα δεν υπάρχουν. Είναι νοσταλγία για έναν χρόνο που ποτέ δεν κύλισε, και μια πατρίδα που δεν είδαμε ποτέ. Πιο καλά, ο Χρήστος Μαλεβίτσης ένιωσε, σαν λόγιος, τούτη την κραυγή του Κόντογλου για έξοδο από τον χρόνο και την ιστορία, καθώς και την τρωτότητα μιας θρησκευτικότητας που θέλει να οχυρωθεί αποκλειστικά πίσω από τις βεβαιότητες της λαϊκής πίστης (Ο Νεοελληνικός Λόγος. Δώδεκα Έλληνες συγγραφείς). Το αίτημα όμως για την απλότητα αποτελεί πρωτογενή αντίδραση της ανθρώπινης ψυχής, η οποία, προτού αναλύσει τα αισθήματά της θεωρητικά, προτού ζητήσει να συλλάβει λύσεις και εναλλακτικές, βαστά με τα δυο της χέρια το κεφάλι της μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο, και ζητά μία παύση, μία ανάσα, να μπορέσει σκεφτεί και να νιώσει πού βρίσκεται.

Σε μια εποχή πρωτοφανούς άγχους, αντιφάσεων, εναλλαγών γρήγορων που δεν φτάνει ο άνθρωπος να τις συλλάβει κι έχουν κιόλας χαθεί, τόσο δελεαστικών υποσχέσεων και τόσο τρομακτικών απειλών, η επιδίωξη της απλότητας συνδέεται με όλες τις χρηστές καταστάσεις του πνεύματος, τη γαλήνη, την ισορροπία, τους φυσιολογικούς ρυθμούς, τις αληθινές σχέσεις, τη σταδιακή πρόσληψη και επεξεργασία των αλλαγών. Το μεγάλο δράμα των καιρών μας είναι η ερήμωση της ανθρώπινης ψυχής, πιο ύπουλα από ό,τι τον περασμένο ή τον προηγούμενο αιώνα, που την συνέλαβαν τα πρώτα ευαίσθητα πνεύματα, και πιο βαθιά από όσο επιτάσσει διαχρονικά η τραγική φύση του ανθρώπου. Οι καταστροφές του σήμερα ωχριούν μπροστά στα σφαγεία του 20ού αιώνα ή την καθημερινή δυστυχία άλλων εποχών, κι όμως η «κρίση του νοήματος» γεννά πολυάριθμες, ατομικές ιστορίες συμφοράς, όπως τις βλέπουμε συνέχεια στις ειδήσεις, με την απειλή η συσσώρευσή τους να αποσταθεροποιήσει όλο το κοινό μας σπίτι.

Τούτη η «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ», που διαπερνά τις εφήμερες μορφές των προβλημάτων για να φτάσει μέχρι την καρδιά τους, είναι που καθιστά, πιστεύω, πολύ πιο επίκαιρο τον Φώτη Κόντογλου από συγκαιρινούς του, που, με ανυποψίαστη αισιοδοξία, έβλεπαν μόνο τις θετικές πλευρές της «προόδου» και του «συγχρονισμού». Ένα ξεφύλλισμα της αρθρογραφίας του Ευάγγελου Παπανούτσου ή του Νίκου Τσιφόρου, τον ίδιο καιρό (δεκαετίες ’50-’60) που ο Κόντογλου εξαπέλυε μύδρους από τη στήλη του στην εφημερίδα Ελευθερία, προσφέρεται για πολύ ενδιαφέρουσες συγκρίσεις καρδιών και νοοτροπιών.
Η πολυλογία και η θεωρητικολογία, όμως, μοιάζουν κι αυτές να προδίδουν την απλότητα, έστω κι αν ξεκίνησαν για να την επαινέσουν. Καλύτερα από όλους, ας τα πει ο ίδιος ο Φώτης Κόντογλου, από την Βίβλο Γενέσεως, μία συλλογή από «ἱστορίες ἁπλὲς σὰν τίποτα»:

Ἄνθρωπε ἄμυαλε, τί τρέχεις σὰν τρελὸς ξοπίσω ἀπὸ ἴσκιους; Ζῆσε μὲ ἁπλότητα. Γίνε σὰ μέρμηγκας μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ τότες θὰ νοιώσεις τὴ θερμὴ ἀγκαλιὰ ποὺ θὰ σὲ ζεστάνει.

«Ο ευτυχισμένος Κονέκ κονέκ, ο βασιλιάς της Ταπροβάνας συλλογίζεται το τί είν’ ο άνθρωπος», τοιχογραφία από το σπίτι του Κόντογλου (Εθνική Πινακοθήκη)

https://www.antibaro.gr/article/37507

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2024

Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΜΑΝΑΣ

“Η πόρτα στο καλύβι της κυρά-Γιάνναινας ήτανε χαμηλή, είχε και μια τρύπα, για παράθυρο. Αποπάνω το καλύβι ήτανε σκεπασμένο με κλαριά, με χορτάρια και με τενεκέδες. Μέσα μοναχά που κοιμόντανε. Όλα τ’ άλλα τα κάνανε απ’ έξω. Ζούσανε στον ανοιχτό αγέρα.


Η χήρα κυρά-Γιάνναινα ήτανε πάντα χαμογελαστή. Δεν την είδα ποτέ κατσουφιασμένη. Ήσυχη, λιγομίλητη, απροσποίητη, είχε μιαν ιεροπρέπεια που μου έκανε βαθιά εντύπωση, σαν να είχα μπροστά μου κάποιο εγιασμένο πρόσωπο. Συλλογιζόμουνα που τούτη η βουνίσια, ξυπόλητη, με τη ρόκα στο χέρι, με το μαντήλι ριγμένο στο κεφάλι της, με το υφαντό φουστάνι της, μ’ όλη την ταπείνωση που είχε απάνω της, ήταν σαν κάποιο επίσημο πρόσωπο.

…Μήτε απελπισία, μήτε αναστενάγματα, μήτε παράπονα. Γι’ αυτήν, όλα ήτανε καλά. Ω, βλογημένη γυναίκα, τι δύναμη που είχες μέσα σου! Όλο χαμογελαστή, καλόγνωμη, με τον καλό λόγο στο στόμα της, συμμαζεμένη, σεμνή, ταπεινή, αυστηρή. Ποιος της έμαθε τον καλό τρόπο μάσα στα βουνά; Από ποιν διδάχτηκε αυτή την αξιοπρέπεια; Μυστήριο! Να, τέτοιες ήτανε οι μανάδες που γεννήσανε παλληκάρια σαν τον Θανάση Διάκο, σαν τον Τζαβέλλα, τον Νικηταρά…
Μ’ όλη τη φτώχεια της, ήτανε κατακάθαρη. Ολοένα έπλενε ρούχα, ολοένα λουζότανε η ίδια, έλουζε τα παιδιά της. Μέσα το καλύβι έλαμπε. Κουβαλούσε νερό από μακριά, με το βαρέλι, γιατί το λιγοστό καλό νερό που έβγαινε κοντά τους το είχανε για να πίνουνε.
Η ομιλία της είχε πολλή χάρη και εξυπνάδα. Έλεγε πολλά ρητά. Είχε και μεγάλη ευλάβεια. Θυμιάτιζε κάθε βράδυ κι άναβε τα καντήλια ταχτικά στο ρημοκκλήσι της αγίας Βαρβάρας μαζί με τον Χρήστο, τον μικρό της γιό. Μ’ όλο που δεν έμαθε καθόλου γράμματα, ήξερε κάμποσες προσευχές κι ιστορίες γι’ αγίους και για θάματα. Δε θυμάμαι να μου έκενε κανένας γραμματιζούμενος την εντύπωση που μου ‘κανε η αγράμματη κυρά-Γιάνναινα”.
(Κείμενο του Φώτη Κόντογλου με τίτλο “Απλή και αληθινή ζωή. Αγαπημένο καταφύγιο”, δημοσιευμένο στην εφημερίδα “Ελευθερία”, στο φύλλο της 18ης-6-1961. Κάπου διάβασα ότι ο Κόντογλου είχε εμπνευστεί την ιστορία της κυρά-Γιάνναινας έχοντας κατά νου τη φωτογραφία τούτη της Βούλας Παπαϊωάννου, που απεικονίζει μια γυναίκα έξω από καλύβι της στα Κανάλια Μαγνησίας το 1946).

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2024

Η «προφητεία» του Φώτη Κόντογλου που πραγματοποιείται στις μέρες μας!

 

<<Η Ελλάδα είναι πλούτος της γης, και εσείς είσασθε οι πτωχοί, οι σαρακοστιανοί, οι άνθρωποι με τα στενά κολλάρα και με τις μπανέλλες,

και η δανεική αρχοντιά σας είναι κάποια αραχνιασμένα σκοτεινά σπίτια, με σκονισμένα σερβίτσια ή πολυκατοικίες «αρτιφισιέλ» στενές σαν ποντικόφακες, μούχλα, ανόητες κουβέντες, θεατρινίστικο ύφος, ανεκδοτάκια γιά την Πομπαντούρ, γιά τον Μέττερνιχ και γιά τους σκηνοθετημένους Βολταίρους ή γιά τους κρονόληρους Μπέρναρ Σω, που τους έχετε γιά μοντέλα της μικρολογίας σας…
Η Ελλάδα δεν βγάζει μανιτάρια και ζαμπόνια και τυριά βρώμικα…
Η Ελλάδα γεννά Ομήρους, Ησιόδους, Αισχύλους, Πινδάρους, Πολυκλείτους, Ικτίνους, Χρυσόστομους, Βασιλείους, Ανθεμίους, Πανσελήνους, Φερραίους, ποιητές των δροσερών βουνών, Παπαδιαμάντηδες, ανθρώπους που μοσκοβολάνε σαν το Τίμιο Ξύλο!!
Μικρολογίες, ανεκδοτάκια σαν αυτά που λένε στις παρέες τους οι μοντέρνοι και οι ευρωπαϊσμένοι, «σπιρτόζες» βλακοσυζητήσεις και τέτοια, αυτά είναι τα πλούτη που φέρνετε στην Ελλάδα…
(Επίσης φέρνετε), τις αξιομνημόνευτες ανοησίες του τάδε και τάδε έκφυλου μποέμ της Μονμάρτρης και της Σάντα Λουτσίας… Και τις όπερες με τίς αγριοφωνάρες που ξεταβανώνουνε το σπίτι, σκούζοντας σαν τρελλοί, «πεθαίνω απελπισμένος…»…
Μ’ αυτά, και μάλιστα με τα αποφάγια τους, θέλετε να θραφή η Χώρα, που θράφηκε και θρέφεται με την αμβροσία και με το πρόσφορο, και που ήπιε και πίνει το νέκταρ και το Αίμα του Χριστού από το Δισκοπότηρο της Ορθοδοξίας…
Αυτόν τον τιμημένον άρχοντα, τον Έλληνα, θέλετε να τον ξεγυμνώσετε από την βασιλικιά στολή του, και να τον ντύσετε με τα μουχλιασμένα αποφόρια των ξένων, όπως ντύνονται κάποιοι νέγροι της Αφρικής, με ξεθωριασμένες ρεντιγκότες, με μαδημένα μιραμπώ, και με επωλέττες του Νέλσον και με τρικαντά του Ναπολέοντα…
Αφήστε τον να πεθάνει άρχοντας, σαν τον Παλαιολόγο, κι όχι μασκαρεμένος. Να έχει τουλάχιστον απάνω του δυό-τρεις παλιές πατρογονικές διαμαντόπετρες, και όχι να ‘ναι στολισμένος με χάντρες που βάζουνε στ’ άλογα, φτάνει να είναι βγαλμένες από κάποια φάμπρικα της Ευρώπης. Αυτά είναι τα «υψηλά ιδεώδη…», γιά τα όποια αγωνίζονται όσοι δεν τους αρέσει ο Θανάσης Διάκος, αλλά ο Πάολο Μαλατέστα, που δεν τους αρέσει η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, αλλά το τέρας του Αγίου Πέτρου, που δεν τους αρέσει ο αγιασμένος και μοσχοβολημένος Παπαδιαμάντης, αλλά ο φανφαρόνος ο Ντ’ Αννούτσιο…>>!!!
Φώτη Κόντογλου (1895-1965)

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Ας μην περιμένουμε πια τίποτα καλύτερο, θα πηγαίνουμε ολοένα στα χειρότερα. Ανήφο­ρος πια δεν υπάρχει. Μοναχά κατήφορος.

 

O κόσμος στον δρόμο του. Δεν γίνεται πια μεταστροφή

+κυρ Φώτης Κόντογλου

Ναι, ο κόσμος δεν αλλάζει πορεία. Ας μην περιμένουμε πια τίποτα καλύτερο, θα πηγαίνουμε ολοένα στα χειρότερα. Ανήφο­ρος πια δεν υπάρχει. Μοναχά κατήφορος. Όσοι έχουνε μέσα τους τον φόβο του Θεού, αυτοί οι λίγοι θ’ απομείνουνε, «το μικρόν ποίμνιον» που είπε ο Χριστός. Κι αν γράφουμε, γι’ αυτούς γράφουμε και για τους ίδιους τους εαυτούς μας που κιντυνεύουμε να αρπα­χτούμε από τα δίχτυα πούναι μπλεγμένοι εκείνοι που θέλουμε να δασκαλέψουνε. Για να καθόμαστε ανύσταχτοι.
“Όσοι είναι αισιόδοξοι για το μέλλον της ανθρωπότητας, βλέπουνε με άλλα μάτια τον κόσμο, απ’ ό,τι τον βλέπομε εμείς. Εμείς είμαστε οι γκρινιάρηδες, οι Ιερεμίες, οι Κασσάντρες, και γι’ αυ­τό ο κόσμος μας οχτρεύεται. Κι έχει δίκιο. Ο καθένας νοιώθει διαφορετικά τη ζωή, τη χαρά, το καλό και το κακό. Για τους αν­θρώπους που λέμε πως δεν πάνε καλά, ο σημερινός κόσμος είναι ο πιο θαυμάσιος, η σημερινή ζωή είναι η πιο καλύτερη κι η πιο βλογημένη από όλες που πέρασε ο άνθρωπος. Η σημερινή νεολαία εί­ναι μεθυσμένη από εκείνο που λέμε εμείς «ανηθικότητα», και που αυτή το λέγει «ελευθερία». Τί κάθεσαι λοιπόν εσύ και τσαμπουρνίζεις με την ηθική σου; Γι’ αυτούς είναι το πιο μεγάλο χάρισμα η ανηθικότητα, και μπορούνε να σκοτώσουνε εκείνον που χτυπά την «ελευθερία» τους. Αιώνες αγωνιζότανε ο άνθρωπος, χωρίς να μπορέσει να την αποχτήσει. Και τώρα που την έκανε χτήμα του, να την αφήσει για την παλαιοντολογική ηθική μας;
Ποτέ δεν μίσησε άνθρωπος τον άνθρωπο τόσο πολύ, όσο στον καιρό μας. Και τον μίσησε στ’ όνομα αυτής της «ελευθερίας», που λέγει πως είναι το πολύτιμο απόχτημα της εποχής μας. Μισημέ­νες είναι οι ηθικές κουκουβάγιες κι οι χριστιανικές μοιρολογήστρες. Ποτέ ο χριστιανός δεν μισήθηκε όσο σήμερα, ούτε επί Νέ­ρωνα.
Πού ν’ ακούσουνε οι άνθρωποι του καιρού μας κουβέντα για Θεό, για ψυχή, για άλλη ζωή! Η ψυχή τους έχει παραμορφωθεί ολότελα από τις κάθε λογής ανοησίες που βλέπουμε στον κινημα­τογράφο. Η ταινία που δεν έχει μέσα της πολλή ανοησία, δεν γνω­ρίζει επιτυχία. Ανοησία, και ακαλαισθησία, αυτά τα δυο βασιλεύουνε σήμερα. Είναι απίστευτο το τι ακούγει κανένας για α­στεία στις συναναστροφές που κάνουνε οι νέοι. Κρυόμπλαστα, ασυναρτησίες, μωρολογίες. Χάθηκε απ’ αυτούς κι η πιο συνηθισμένη εξυπνάδα. Τα καημένα τα παιδιά, παίρνουνε αφορμή από ένα τί­ποτα, για να χαχανίσουνε. Τα δέρνει η αμηχανία κι η βαρυεστημάρα κι αυτή είναι η αιτία που τα κάνει να χοροπηδάνε σαν τρελλά, να τσακίζουνε ό,τι βρούνε μπροστά τους, να τα βάζουνε με α­νύποπτους ανθρώπους. Γι’ αυτά τα πλάσματα η ζωή του ανθρώπου είναι ένα ανιαρό πράγμα δίχως σκοπό, δίχως αληθινή χαρά, δί­χως αγνόν ενθουσιασμό.
Ποιός φταίγει γι’ αυτή την κατάσταση; Όλοι μας. Όλοι συνεργήσαμε για να καταντήσει η ζωή έτσι που κατήντησε. Όλοι δουλέψαμε για να χτισθεί τούτος ο τερατώδικος πύργος του Βαβέλ. Άλλοι κουβαλήσανε για πέτρες τις πετρωμένες και αναίσθη­τες καρδιές τους, άλλοι κουβαλήσανε λάσπη από τα κατάβαθά τους που φωλιάζουνε τα βρωμερά πάθη. Εκείνος ο παλιός πύργος του Βαβέλ ρήμαξε κι εξαφανίσθηκε. Μα τούτος θα στέκεται ασάλευ­τος, κι οι άνθρωποι ολοένα θα τον κάνουνε πιο ψηλόν, με σκοπό να χτυπήσουνε τον Θεό.
Εσείς που θλιβόσαστε και πονάτε γι’ αύτη την κατάσταση, καλά κάνετε να λυπόσαστε, μα μην ονειρευόσαστε πως θάρθουνε καλύτερες μέρες για τον κόσμο. Ο κόσμος τρέχει σαν τρελλός. Κατά μεν τη δική του γνώμη ανηφορίζει στον θρίαμβο, κατά δε τη δική σας γνώμη κατηφορίζει στα τάρταρα και στον χαμό. Ποιός από τους δυο έχει δίκιο, μοναχά ο Θεός το γνωρίζει. Αυτό το τρέ­ξιμο δεν θα πάψει ως την τελευταία μέρα, που θα λάμψει η αλή­θεια και θα δικαιωθούνε όσοι την πιστέψανε σωστά, και μαρτυρήσανε γι’ αυτή και εμπαιχτήκανε γι’ αυτή.
Ίσως νάρχεται κιόλας ο Αντίχριστος. Τα σημεία και τα τέ­ρατα που προφητεύτηκε πως θα κάνει αρχίσανε να φανερώνουνται. Η επιστήμη βασιλεύει κι η αθεΐα βασιλεύει μαζί της.
Μια βροντερή φωνή ακούγεται από πάνω, μα την ακούνε μόνο εκείνοι, που έχουνε αυτιά για να την ακούσουνε. Και λέγει: «Να, έρχομαι σαν τον κλέφτη. Καλότυχος εκείνος που ξαγρυπνά και βαστά καθαρά τα φορέματά του. Ο καιρός είναι κοντά. Ο ά­δικος ας αδικήσει ακόμα, κι ο βρωμερός ας βρωμισθεί ακόμα, κι ο δίκαιος ας κάνει δικαιοσύνη ακόμα, κι ο άγιος ας αγιάσει ακόμα. Να, έρχομαι γρήγορα!».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Μυστικά Ανθη», Εκδόσεις Παπαδημητρίου)

https://enromiosini.gr/arthrografia/o-kosmos-ston-dromo/

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Το Βυζάντιο, σημείον αντιλεγόμενον..( Φώτης Κόντογλου)

 

Το Βυζάντιο, σημείον αντιλεγόμενον..

Το Βυζάντιο πρωτάνοιξε την ”πύλην την κεκλεισμένην” και μπόρεσε και είδε ο άνθρωπος εκείνα τα θαυμάσια που είπε ο Χριστός που δεν μπόρεσαν να δούνε οι σοφοί (σσ στις στοές και στις παράγκες του πνεύματος) και οι συνετοί της αρχαιότητας………

Και οι λέξεις της ελληνικής γλώσσας καθαγιαστήκανε κι αυτές από τα άγια νοήματα που εκφράζανε και πήρανε κάποια σημασία που δεν είχανε σημασία μυστική, βαθειά, πνευματική.

Ο άνθρωπος έγινε πιο εσωτερικός κατέβηκε στον βυθόν του εαυτού του, ”έγνων εαυτόν” όχι όπως ήθελε η αρχαία φιλοσοφία με το ερευνητικό ψάξιμο ων εγκάτων του αλλά με το θείο έρωτα που του έλεγε: Yμείς ναός του πνεύματος εστέ..”Με την ταπείνωση έγινε πιο ευαίσθητος στο ψυχικό πόνο και στη συντριβή της καρδίας και βρήκε τη λύτρωση της συγγνώμης και της μετάνοιας. Δεν στέκεται πια σαν εγωιστής, ανδριάντας ασάλευτος και αυθάδης ( σσ πεφωτισμένος δυνάστης καθώς ”κάθείλε δυνάστας από θρόνων και ύψωσε ταπεινούς”) αλλά πέφτει και σηκώνεται ολοένα. Ο άρχοντας καλογερεύει και γίνεται υποταχτικός του δούλου του (σσ ο δεσπότης ως διάκονος) η πόρνη ξαναστολίζεται με τα άνθη της παρθενίας (σσ ”Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας τώ τόκω σου” και είναι αυτή η μητροπολιτική μήτρα που γεννοβολά αγίους ως και σήμερα η πνευματικά αμόλυντη μήτρα η μη έχουσα ανίερους δεσμούς με σκοτεινά παράκεντρα και εξαρτήσεις από μιασμένους χορηγούς, όπου δεν ισχύει η θεωρία των συγκοινωνούντων δοχείων) ο δήμιος γονατίζει και ασπάζεται τα πόδια εκείνου που βασάνιζε..

(Φώτης Κόντογλου Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ)

dimpenews.com

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Πρωτοχρονιά με τον Φώτη Κόντογλου. ..

Πρωτοχρονιά με τον Φώτη Κόντογλου. ..

Εχτές, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήμουνα ξαπλωμένος στο κουβούκλι μας περασμένα τα μεσάνυχτα, και συλλογιζόμουνα.

Είχα δουλέψει νυχτέρι γιά να τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλούσα, και δίπλα μου καθότανε η γυναίκα μου κ έπλεκε. Όποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σε μεγάλη κατάνυξη, και ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα λοιπόν εκεί πού ζωγράφιζα την Παναγία, κ η Μαρία έψελνε και κείνη μαζί μου με τη γλυκειά φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μού έδωσε ο Θεός, ας είναι δοξασμένο τ όνομά του γιά όλα τα μυστήρια της οικονομίας του. Τον ευχαριστώ γιά όσα μού έδωσε, και πρώτ απ όλα γιά την απλή τη Μαρία, πού μού τη δώρησε συντροφιά στη ζωή μου, ψυχή θρησκευτική, ένα δροσερό ποταμάκι πού γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ ένα παλιόν καστρότοιχο. Το κρουσταλένιο νερό του δεν θολώνει με τα χρόνια, αλλά γίνεται κι ολοένα πιό καθαρό και πιό γλυκόλαλο: «Καλότυχος ο άνδρας πού χει καλή γυναίκα. Η καλή γυναίκα ευφραίνει τον άνδρα της, και θα ζήσει ειρηνεμένα τα χρόνια της ζωής του. Καλή γυναίκα, κορώνα στο κεφάλι τού ανδρός της. Η εμορφιά της καλής γυναίκας φεγγοβολά μέσα στο σπίτι σαν τον ήλιο πού βγαίνει και λάμπει ο κόσμος». Τέτοια γυναίκα μού χάρισε κ εμένα ο Κύριος.

Η εμορφιά δεν την περηφάνεψε, ίσια-ίσια η ταπείνωση την πλήθυνε, κι ο φόβος τού Θεού την ευωδίασε. Ανάμεσα στις έμορφες ξεχώρισε, γιατί η ακαταδεξιά δεν θάμπωσε το κρούσταλλό της, κ η πονηρία δεν λέρωσε το σιντέφι της ψυχής της. Κοντά μου κάθεται και με συντροφεύει, ήμερος άνθρωπος, Μαρία η Απλή. Εκείνη πλέκει είτε ράβει, κι εγώ δουλεύω την αγιασμένη τέχνη μου και φιλοτεχνώ εικονίσματα που τα προσκυνά ο κόσμος. Τί χάρη μας έδωσε ο Παντοδύναμος, που την έχουνε λιγοστοί άνθρωποι: «Ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν των

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

«Φυλάξτε τα συνήθεια μας, γιορτάστε όπως οι πατεράδες σας, και μη ξεγελιώσαστε με τα ξένα κι άνοστα φράγκικα πυροτεχνήματα»

 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

Τά Χριστούγεννα, τά Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κ’ ἄλλες μεγάλες γιορτές, γιά πολλούς ἀνθρώπους δέν εἶναι καθόλου γιορτές καί χαρούμενες μέρες, ἀλλά μέρες πού φέρνουνε θλίψη καί δοκιμασία.

Δοκιμάζονται οἱ ψυχές ἐκεινῶν πού δέν εἶναι σέ θέση νά χαροῦνε, σέ καιρό πού οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους πού εἶναι πικραμένοι ἀπό τίς συμφορές τῆς ζωῆς, τούς χαροκαμένους, τούς ἄρρωστους, οἱ περισσότεροι πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τούς στενεύει ἡ ἀνάγκη νά γίνουνε τοῦτες τίς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί ἀπ’ αὐτούς μπορεῖ νά μή δίνουνε σημασία στή δική τους εὐτυχία, μά γίνουνται ζητιάνοι γιά νά δώσουνε λίγη χαρά στά παιδιά τους καί στ’ ἄλλα πρόσωπα πού κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπό τό παράπονό τους, κι’ αὐτοί εἶναι οἱ πιό μεγάλοι μάρτυρες, πού καταπίνουνε τήν πίκρα τους μέρα νύχτα, σάν τό πικροβότανο.

 

Ἴσα ἴσα αὐτές τίς ἁγιασμένες μέρες πού θἄπρεπε νά σμίξουνε πιό κοντά οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νά περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτές τίς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, χωρίζουνται σέ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τὄνα στἄλλο, σχεδόν ἐχθρικά. Ἀπό τή μιά μεριά εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι’ ἀπό τήν ἄλλη μεριά εἶναι οἱ….
δυστυχισμένοι κ’ οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατά τίς γιορτές.

Κανένα γεφύρι δέν ἑνώνει τίς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ τίς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σέ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι’ ὅσοι ἔχουνε τόν τρόπο τους κάνουνε, ἀλλοίμονο! τό πᾶν γιά νά ἐπιδείξουνε τά πλούτη καί τ’ ἀγαθά τους στούς λιμασμένους. Κι’ αὐτό γίνεται στὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στό παχνί!

Γιά τήν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δέν γιορτάζουνε οἱ φτωχοί σάν καί Κεῖνον, μά γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, πού παίρνουνε γιά ἀφορμή τήν πτωχεία του γιά νά δείξουνε τά πλούτη τους. Μά ἄραγε, ἀνάμεσα σέ δυστυχισμένους μπορεῖ νά νοιώσει κανένας εὐτυχισμένον τόν ἑαυτό του; Μοναχά ἕνας ἀναίσθητος μπορεῖ νά νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιά κεῖνον πού θέλει νά ἐπιδείξη στόν πεινασμένο καί στόν στερημένον τήν ἐλεεινή του αὐτή εὐτυχία, αὐτός εἶναι ἀληθινό κτῆνος. Καί μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στά χρόνια μας, ἐνῶ ἤτανε σπάνιοι στά παλαιότερα. Εἶναι κι’ αὐτό ἕνα ἀπό τά ὡραῖα πού μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμός ἀπό τά μεγάλα κέντρα! Στήν Ἀνατολή εἴχανε τά ζεμπίλια, πού ἤτανε πλεχτά ἀπό ψάθα, κι’ ὅ,τι ἔβαζε μέσα κανένας δέν φαινότανε. Γι’ αὐτό, παίζοντας οἱ τουρκομερίτες, λέγανε πώς ἡ λέξη «ζεμπίλι» βγῆκε ἀπό τά λόγια «σέν μπίλ», πού θά πεῖ «ἐσύ νά ξέρης», δηλαδή ἐσύ νά ξέρης μοναχά τί ἔχει μέσα τό ζεμπίλι, ὥστε νά μή λιμάζουνε καί σέ φθονοῦνε οἱ φτωχοί, κεῖνοι πού δέν μποροῦνε ν’ ἀγοράσουνε τά καλά πού ἀγόρασες ἐσύ. Σίγουρα, κι’ αὐτό δέν εἶναι καθόλου καλό καί χριστιανικό, μά τουλάχιστο ἔλειπε ἡ ἁμαρτωλή ἐπίδειξη πού εἶναι τό πιό σατανικό ἀπ’ ὅλα τά ἄλλα κακά πού φαρμακώνουνε τούς φτωχούς ἀδελφούς μας αὐτές τίς μέρες.

Ὅπως βλέπεις, μέ τήν κακομοιριά πού ἔχει σέ ὅλα ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, μπόρεσε καί γύρισε τίς μέρες τῆς πνευματικῆς χαρᾶς σέ μέρες σαρκικῆς καλοπέρασης γιά τόν ἑαυτό του, καί σέ μέρες πένθους καί δακρύων γιά πολλούς ἀπό τούς συντρόφους του στή ζωή.

Οἱ γιορτές οἱ δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, καί γι’ αὐτό εἴχανε κάποιον ἄλλο χαρακτῆρα ἀπό τίς γιορτές πού γιορτάζουνε ἄλλα ἔθνη, προπάντων σήμερα, πού εἶναι κάποιες αὐτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία γιά τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτές τίς ψευτογιορτές ξαμολιοῦνται ὅλα τά βάρβαρα καί ἐγωιστικά πάθη τοῦ ἀνθρώπου, πού κυττάζει μοναχά τήν εὐχαρίστηση τῆς σάρκας. Ἐνῶ οἱ δικές μας οἱ γιορτές, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, ἔχουνε τή ρίζα τους στή θρησκεία, ἤτανε σεμνές, πνευματικές, ὥστε νά μή σκανδαλίζουνε τούς φτωχούς, ὅσο εἶναι μπορετό σέ σαρκικούς ἀνθρώπους. Οἱ πλούσιοι κι’ οἱ νοικοκυραῖοι ἀποφεύγανε νά πληγώσουνε τούς φτωχότερους, καί νοιώθανε τήν ἀνάγκη νά τούς ζεστάνουνε καί κείνους, στέλνοντας κρυφά στά σπίτια τους διάφορα δῶρα, μέ τρόπο, ὥστε νά μή τούς ταπεινώσουνε, κ’ ἔτσι ἡ διαφορά νά φαίνεται ὅσο μποροῦσε λιγώτερη.

Ἔτσι μορφωθήκανε τά ἔμορφα καί ἁγνά ἔθιμά μας, μέ ψαλμωδίες πού τίς λένε ἀκόμα τά παιδιά στούς δρόμους καί στά σπίτια, μέ καμπάνες, μέ ἔμορφα αἰσθήματα, μέ σεμνές διασκεδάσεις, μέ εὐχάριστη συναναστροφή, πού δένουνε μεταξύ τους τούς ἀνθρώπους περισσότερο, παρά πού τούς χωρίζουνε. Μά ὁ ὑλισμός κι’ ὁ λύκος τῆς ἀναισθησίας μολεύει σιγά-σιγά αὐτές τίς καλές γιορτές μας, πού πολύ ἔμορφα τίς παρομοιάζανε οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας μέ σταθμούς γιά νά ξεκουραζόμαστε στόν μονότονο δρόμο τῆς ζωῆς μας, λέγοντας: «Βίος ἀνεόρταστος, μακρά ὁδός ἀπανδόκευτος», πού θά πῆ «Ζωή δίχως γιορτή, εἶναι σάν τόν μακρύ τόν δρόμο πού δέν ἔχει πανδοχεῖο νά ξεκουραστῆς».

Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τόν βαρύ καί τόν θετικό κύριο πού δέν ἔχει αἰσθηματολογίες, καί λένε πώς αὐτά εἶναι αναχρονισμοί κι’ ἀδιαφόρετα πράγματα. Αὐτοί γιά μένα εἶναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ἐρημιές, δίχως ἀγάπη, δίχως χαρά, μά καί δίχως πόνο. Γιατί χαρά καί πόνος εἶναι δεμένα. Οἱ τέτοιες ψυχές εἶναι πάντα νεκρά βουνά τοῦ φεγγαριοῦ. Ὡστόσο, κάτι τέτοιοι «ὀρθολογισταί» καί «θετικισταί», ξετρελλαίνουνται γιά κάποιες ἀνόητες ξενόφερτες φέστες καί γιά κάτι μοντέρνα γλέντια πού ρεζιλεύουνε τόν ἄνθρωπο, φτάνει πού γίνουνται κατά τό κοσμοπολιτικό μοντέλο πού βρίσκεται στά «μεγάλα κέντρα τοῦ ἐξωτερικοῦ». Αὐτοί δέν θέλουνε τίποτα ἀπό τά δικά μας, πού τά λένε ὅλα «βλάχικα, φτωχικά, ἀνάξια γιά ἀνθρώπους πού ξέρουνε τόν κόσμο». Τίποτα ἑλληνικό δέν βρίσκει ἔλεος στά μάτια αὐτῶν τῶν κουφιοκέφαλων, ἀκατάδεχτων κι’ ὅπως πρέπει κυρίων, πού χοροπηδᾶνε, ὡστόσο, σάν τρελλοί, μέ τά τσέρκια στό λαιμό, φτάνει πού ἤρθανε ἀπ’ ἔξω, ἀπό κεῖ «πού ξέρει ὁ κόσμος νά ἀπολαμβάνη τή ζωή»! Τί νά ποῦμε κ’ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, τά βλαχάκια, τά φτωχαδάκια, πού μᾶς νανούριζε ἡ μάνα μας μέ τά παραπονετικά τραγούδια της στήν κούνια μας, καί τώρα δακρύζουμε σάν ἀκοῦμε τά τροπάρια καί τά κάλαντα, πού μᾶς ἑνώνουνε μέ τούς ἀγαπημένους μας πού περάσανε ἀπό τόν τόπο μας πρίν ἀπό μᾶς;

Ἀδέλφια μου, φυλάξτε τά ἑλληνικά συνήθειά μας, γιορτάστε ὅπως γιορτάζανε οἱ πατεράδες σας, καί μή ξεγελιώσαστε μέ τά ξένα κι ἄνοστα πυροτεχνήματα. Οἱ δικές μας οἱ γιορτές ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους, τούς ἑνώνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Μήν κάνετε ἐπιδείξεις. «Εὐφράνθητε ἑορτάζοντες». Ἀκοῦστε τί λένε τά παιδάκια πού λένε τά κάλαντα: «Καί βάλετε τά ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθῆτε, στήν ἐκκλησίαν τρέξετε, μέ προθυμίαν μπῆτε, ν’ ἀκούσετε μέ προσοχήν ὅλην τήν ὑμνωδίαν, καί μέ πολλήν εὐλάβειαν τήν θείαν λειτουργίαν. Καί πάλιν σάν γυρίσετε εἰς τό ἀρχοντικόν σας, εὐθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τό φαγητόν σας. Καί τόν σταυρόν σας κάνετε, γευθῆτε, εὐφρανθῆτε. Δόστε καί κανενός φτωχοῦ ὅστις νά ὑστερῆται». Ἀθάνατη ἑλληνική φυλή! Φτωχή μά ἀρχοντομαθημένη, βασανισμένη, μά χαρούμενη καί καλόκαρδη περισσότερο ἀπό τούς εὐτυχισμένους τῆς γῆς, πού τούς μαράζωσε ἡ καλοπέραση.

Ναί, ἀδελφοί μου Ἕλληνες, χαίρετε μαζί μέ κείνους πού χαίρουνται καί κλεῖτε μαζί μέ κείνους πού κλαῖνε. Αὐτή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Χριστοῦ, καί σ’ αὐτή μονάχα θά βρῆτε ἀνακούφιση. Δίνετε στούς ἄλλους ἀπ’ ὅ,τι ἔχετε. Τό παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι ἔχει κανένας ἀνάγκη, τό κλέβει ἀπό τόν ἄλλον. «Μακάριον τό διδόναι μᾶλλον, ἤ λαμβάνειν».
Πολλοί ἀπό σᾶς θἄχουνε ἴσως περισσότερο ἀπό μένα τό δικαίωμα νά μοῦ ποῦνε αὐτά πού λέγω ἐγὼ σέ σᾶς. Δέν εἶμαι «ὁ ποιήσας καί διδάξας», ἀλλοίμονό μου! Μά γιά νά μή σκανδαλισθῆ κανένας πώς τά λόγια μου εἶναι ὁλότελα κούφια, στενεύομαι νά πῶ πώς προσπαθῶ νά μήν εἶμαι ὁλότελα «ὁ δάσκαλος πού δίδασκε καί νόμο δέν ἐκράτει».

28 Δεκεμβρίου 1958
(Φώτης Κόντογλου, Χριστοῦ Γέννησις: Τό φοβερόν Μυστήριον, Ἐκδ.Ἁρμός, 2001)

αντεχουμε

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Το Πάσχα μακριά από τις πολιτείες

 

Ταξιδιωτικός οδηγός για το Πάσχα στην Ελλάδα του Φώτη Κόντογλου

Την κατάνυξη την κάνει πιο βαθιά το ανείκαστον κάλλος της φύσεως, που θαρρείς πως είναι κι αυτή αγιασμένη, βουνά κατάφυτα από καστανιές, καρυδιές, μυρσίνες κι άλλα δέντρα του δρυμού κι από άνθη που γεμίζουνε την ατμόσφαιρα με την γλυκύτατη ευωδία τους. Νερά κρυσταλλένια τρέχουνε παντού, κάνοντας συντροφιά στους ερημίτες με το μυστικό βούϊσμά τους.

Καλλιόπη Σουφλή

 

Πηγή

αττικά νέα

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

" Ἀνέστη Χριστός, ἡ δοκιμασία τοῦ λογικοῦ " ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


Ἡ πίστη τοῦ χριστιανοῦ δοκιμάζεται μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν τὸ χρυσάφι στὸ χωνευτήρι. Ἀπ᾿ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πλέον ἀπίστευτο πράγμα, ὁλότελα ἀπαράδεκτο ἀπὸ τὸ λογικό μας, ἀληθινὸ μαρτύριο γιὰ δαῦτο. Μὰ ἴσια-ἴσια, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα πράγμα ὁλότελα ἀπίστευτο, γιὰ τοῦτο χρειάζεται ὁλόκληρη ἡ πίστη μας γιὰ νὰ τὸ πιστέψουμε. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι λέμε συχνὰ πὼς ἔχουμε πίστη, ἀλλὰ τὴν ἔχουμε μονάχα γιὰ ὅσα εἶναι πιστευτὰ ἀπ᾿ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ τότε, δὲν χρειάζεται ἡ πίστη, ἀφοῦ φτάνει ἡ λογική. Ἡ πίστη χρειάζεται γιὰ τὰ ἀπίστευτα.

Οἱ πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἄπιστοι. Οἱ ἴδιοι οἱ μαθητάδες τοῦ Χριστοῦ δὲν δίνανε πίστη στὰ λόγια τοῦ δασκάλου τους ὅποτε τοὺς ἔλεγε πὼς θ᾿ ἀναστηθῆ, μ᾿ ὅλο τὸ σεβασμὸ καὶ τὴν ἀφοσίωση ποὺ εἶχαν σ᾿ Αὐτὸν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια του. Καὶ σὰν πήγανε οἱ Μυροφόρες τὴν αὐγὴ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ εἴδανε τοὺς δυὸ ἀγγέλους ποὺ τὶς μιλήσανε, λέγοντας σ᾿ αὐτὲς πὼς ἀναστήθηκε, τρέξανε νὰ ποῦμε τὴ χαροποιὰ τὴν εἴδηση στοὺς μαθητές, ἐκεῖνοι δὲν πιστέψανε τὰ λόγια τους, ἔχοντας τὴν ἰδέα πὼς ἤτανε φαντασίες: «Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος (τρέλα) τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς»…
Βλέπεις καταπάνω σὲ πόση ἀπιστία ἀγωνίσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Καὶ στοὺς ἴδιους τοὺς μαθητάδες του. Εἶδες μὲ πόση μακροθυμία τὰ ὑπόμεινε ὅλα; …Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ, ἴσαμε σήμερα οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς εἴμαστε χωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστὸ μ᾿ ἕνα τοῖχο παγωμένον, τὸν τοῖχο τῆς ἀπιστίας. Ἐκεῖνος ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη του καὶ μᾶς καλεῖ κ᾿ ἐμεῖς τὸν ἀρνιόμαστε. Μᾶς δείχνει τὰ τρυπημένα χέρια του καὶ τὰ πόδια του, κ᾿ ἐμεῖς λέμε πὼς δὲν τὰ βλέπουμε.
Ἐμεῖς ψάχνουμε νὰ βροῦμε στηρίγματα στὴν ἀπιστία μας γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας, ποὺ τὸν λέμε Φιλοσοφία καὶ Ἐπιστήμη. Ἡ λέξη Ἀνάσταση δὲν χωρᾶ μέσα στὰ βιβλία τῆς γνώσης μας… Γιατὶ «ἡ γνώση τούτου τοῦ κόσμου, δὲ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἄλλο τίποτα, παρεκτὸς ἀπὸ ἕνα πλῆθος λογισμούς, ὄχι ὅμως ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζεται μὲ τὴν ἁπλότητα τῆς διάνοιας». Ναί, ἐκείνους ποὺ ἔχουνε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἁπλότητα τῆς διάνοιας, τοὺς μακάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται». Καὶ στὸν Θωμᾶ, ποὺ γύρευε νὰ τὸν ψηλαφήσῃ γιὰ νὰ πιστέψῃ, εἶπε: «Γιατὶ μὲ εἶδες Θωμᾶ, γιὰ τοῦτο πίστεψες; Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν εἴδανε καὶ πιστέψανε».
Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσει αὐτὴ τὴν πλούσια φτώχεια, καὶ τὴν καθαρὴ καρδιά, ὥστε νὰ τὸν δοῦμε ν᾿ ἀναστήνεται γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς μαζί του. Αὐτὴ ἡ ἀνηξεριὰ (ἡ ἄγνοια) εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἄγνοια ἡ ὑπερτέρα τῆς γνώσεως». Καλότυχοι καὶ τρισκαλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἔχουνε.
Χριστὸς ἀνέστη!