Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΔΑ - ΓΛΩΣΣΑ -ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΔΑ - ΓΛΩΣΣΑ -ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα εἶναι ἐθνικόν κεφάλαιον καί κριτήριον ἐθνικῆς ζωντάνιας. Πτωχή γλῶσσα, πτωχόν καί ρακένδυτον Ἔθνος.

Ἀρχιμανδρίτης Ἰωαννίκιος Κοτσώνης, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Σοχοῦ Λαγκαδᾶ. 


...Ἡ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν ἀπετέλεσε καί ἀποτελεῖ μέχρι σήμερον τήν Κιβωτόν τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, τῆς Ἱερᾶς Κληρονομίας τῆς Πίστεώς μας. Παραλλήλως, ὅμως, ἡ Ἐκκλησίας ὑπῆρξεν καί ἡ Κιβωτός τῆς γλωσσικῆς μας Παραδόσεως. 

...Εἶναι, ὄντως, ἔργον τῆς Θείας Προνοίας καί Θείας Οἰκονομίας τό πῶς συνεδυάσθη τό κάλλος τοῦ «φθέγματος» τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου μέ τά βάθη τοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

... Ἡ γλῶσσα μας ἔχει ὑποστεῖ μαρτύρια εἰς τήν ἐποχήν μας. Εἶναι ὄντως μία νεομάρτυς! Ὅσον ἀφορᾶ τά Ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἔχομεν ἀποκοπεῖ τόσον, ὥστε νά μᾶς φαίνονται ὡς ξένη γλῶσσα. 

Μεγάλην εὐθύνην διά τό κατάντημα τῆς καλλιεποῦς Ἑλληνικῆς γλώσσης φέρομεν περισσότερον πάντων ἡμεῖς οἱ ποιμένες, οἱ μοναχοί, οἱ θεολόγοι, οἱ ἐκπαιδευτικοί, οἱ ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι, οἱ λεγόμενοι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος.

...Ἡ Ἑλληνική Γλῶσσα εἶναι ἐθνικόν κεφάλαιον καί κριτήριον ἐθνικῆς ζωντάνιας. Πτωχή γλῶσσα, πτωχόν καί ρακένδυτον Ἔθνος. 


-------------------------------------- 

Ἀπό τό βιβλίο  ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, σελ. 55-56, τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωαννικίου Κοτσώνη, Προηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Σοχοῦ Λαγκαδᾶ.

Φώτιος Μιχαήλ



Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Πρέπει να σεβόμαστε τη γλώσσα που έχει η Εκκλησία μας

Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός, Πρέπει να σεβόμαστε τη γλώσσα που έχει η Εκκλησία μας

Του π.Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
Η Ορθοδοξία, ως η Εκκλησία του Χριστού, έχει σώσει την ελληνική μας γλώσσα σ' όλη την ιστορική διαχρονία της, από τον Ομηρο έως σήμερα, στη Θεολογία και τη λατρεία της. Αλλωστε ο αποστολικός και πατερικός λόγος διαχέεται συνεχώς στα λειτουργικά μας δρώμενα, ώστε να γίνεται «άκουσμα και λάλημα» του εκκλησιαστικού σώματος.

 Η διάκριση μεταξύ «αρχαίας» και «νέας» ελληνικής για την Ορθοδοξία δεν είναι πρόβλημα, διότι τον 16ο αιώνα, με την εξάπλωση στην «καθ' ημάς Ανατολή» των δυτικών προπαγανδών, παπικής και προτεσταντικής, που χρησιμοποιούσαν τη «δημοτική», το Εθναρχικό μας Κέντρο (Οικουμενικό Πατριαρχείο) έλαβε μια σημαντική απόφαση: η μεν λατρεία να διατηρήσει τη γλωσσική μορφή της, το κήρυγμα όμως να γίνεται στην καθημερινή γλώσσα του λαού. Αλλωστε και η γλώσσα της λατρείας, λόγω της συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, προσφέρει γλωσσικό πλούτο, που ηχεί στα ώτα του λαού όχι ως κάτι το ξένο και, συνεπώς, ακατανόητο.
Οι ελληνόφωνοι έχουμε την ευλογία να έχουμε τους μάρτυρες της πίστεώς μας στη γλώσσα μας. Και εδώ ακριβώς τίθεται το πρόβλημα της εισηγούμενης από πολλούς μετάφρασης των λειτουργικών κειμένων μας. Η γλώσσα μας, εξάλλου, είναι βασικός φορέας του πολιτισμού μας, στον οποίο ανήκει και ο εκκλησιαστικός χώρος μας. Κάποιος έλεγε όμως ότι σ' αυτό τον τόπο είμαστε όλοι γιατροί και θεολόγοι. Γιατί είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να αποφανθούμε για ιατρικά και θεολογικά - εκκλησιαστικά θέματα, δίνοντας συνταγές και απαντήσεις. Ολοι οι Ρωμηοί, δηλαδή οι ορθόδοξοι, νιώθουμε τόσο δεμένοι με την εκκλησιαστική ζωή μας, ώστε θεωρούμε τον εαυτό μας ικανό να χρησιμοποιεί «ευκαίρως ακαίρως» (Β΄ Τιμ. 4, 2) εκκλησιαστικές εκφράσεις, χωρίς όμως να γνωρίζει το ορθό νόημά τους, προδίδοντας την άγνοιά του. Γι' αυτό τέτοια γλωσσικά ολισθήματα δεν περιποιούν, ασφαλώς, τιμή κυρίως σε επιστήμονες, που οφείλουν να έχουν γνώση του στοιχειώδους επιστημονικού δόγματος, ότι κανείς δεν εισέρχεται σε χώρους έξω από την ειδικότητά του. 
Θα προσπαθήσω να γίνω σαφέστερος με συγκεκριμένα παραδείγματα:
α) Πανεπιστημιακός καθηγητής, μιλώντας για νεκρό, γνωστό για την άστατη ζωή του, απεφάνθη: «Νεκρός δεδικαίωται (δηλαδή συγχωρήθηκε), όπως λέγει και η Γραφή». Και η μεν Γραφή (συγκεκριμένα, ο Απόστολος Παύλος, Ρωμ. 6, 7) πράγματι το λέγει, αλλά όχι μόνο αυτό, συμπληρώνοντας: «Από της αμαρτίας». Ο «νεκρός δεδικαίωται από της αμαρτίας» σημαίνει ότι ο άνθρωπος μετά θάνατον παύει πια να αμαρτάνει και όχι «του συγχωρούνται όλες οι αμαρτίες»! Και θα έλεγε κανείς, μικρό το κακό, αφού ακόμη και θεολόγοι έτσι χρησιμοποιούμε συχνά το παύλειο αυτό χωρίο. Πιστεύω όμως ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο: πώς θα δώσω εμπιστοσύνη εγώ σε κάποιον που με τόση επιπολαιότητα αποφαίνεται περί παντός επιστητού; Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με κάποιον σεβασμό και τα θέματα της πίστεώς μας; Κάτι ανάλογο παρατηρείται σε συζητήσεις με επιστήμονες που διατείνονται σε εμάς τους κληρικούς ή θεολόγους ότι διάβασαν όλο το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή και, στο τέλος, διαπιστώνεται πως ούτε καν τα έχουν ποτέ ανοίξει.
β) Αλλος Συνέλληνας, μέλος της «υψηλής» λεγομένης κοινωνίας, σε συνέντευξή του είπε τα ακόλουθα: «Οπως ήθελε και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος έλεγε “πίστευε και μη ερεύνα”, κάτι που για μένα είναι αντιχριστιανικό». Και αν το έλεγε αυτό ο Απόστολος Παύλος δεν θα ήταν ούτε Παύλος ούτε Απόστολος της εν Χριστώ αληθείας. Κανείς Απόστολος ή Αγιος της Εκκλησίας μας δεν είπε ποτέ τέτοιο πράγμα. Είναι εύρημα πολύ μεταγενέστερο, και μάλιστα δυτικό. Θα ήθελα όμως να ερωτήσω: αν κάποιος κληρικός διατυπώσει απόψεις για κάποιον ειδικό επιστημονικό χώρο, δεν θα του υποδείξουν να περιορισθεί στα παπαδικά του; Το ίδιο, συνεπώς, ισχύει και για κείνον, όταν αποφαίνεται για ειδικά εκκλησιαστικά θέματα, αστοχώντας προκλητικότατα.
γ) Υπάρχει και μια άλλη πρόσφατη περίπτωση, μέσα στις πολλές φυσικά. Γνωστός δημοσιογράφος σχολίαζε σε άρθρο του καυστικά την Εκκλησία για τη συχνά χρησιμοποιούμενη φράση «Αγιος Αθηνών», «Αγιος Πειραιώς», προκειμένου να δηλωθεί κάποιος Επίσκοπος χωρίς το όνομα και τον τίτλο του. Και διερωτάτο αν μπορεί κανείς προ του θανάτου του να ονομάζει έτσι κάποιον, έστω και Επίσκοπο! Βέβαια, επειδή σέβομαι το πρόσωπο και διαβάζω συχνά τα κείμενά του, έσπευσα -για να τον βοηθήσω να σώσει το κύρος του, κυρίως ως επιστήμονος- να του υποδείξω με φιλικό σημείωμά μου ότι η παρατήρησή του αποδεικνύει ότι έχει πλήρη άγνοια της εκκλησιαστικής ζωής και γλώσσας. Του εξήγησα, λοιπόν, ότι, πέρα από την καθιερωμένη έννοια του όρου «Αγιος», που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που έφθασε στη θέωση και γι' αυτό τιμάται από το εκκλησιαστικό σώμα ως κατοικητήριο της Αγίας Τριάδος, υπάρχει και μια άλλη, καθημερινή. Είναι η έννοια του ανήκοντος στη διακονία του Θεού και του λαού του, του αφιερωμένου, δηλαδή, στον Θεό ανθρώπου. Και του υπενθύμισα προσφωνήσεις τόσο γνωστές αλλά τελείως άγνωστες σ' αυτόν: «Αγιε ιεροψάλτα», «Αγιε νεωκόρε», «Αγιε επίτροπε» κ.λπ., όπου το «Αγιε» αντικαθιστά το κοσμικό «κύριε» και η Εκκλησία αποφεύγει, έτσι, τη γλωσσική εκκοσμίκευσή της.
Δεν θα επικαλεσθώ άλλα παραδείγματα, μολονότι θα μπορούσε κανείς και πολλά άλλα να αναφέρει. Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι υπάρχει χώρος στον οποίο αισθάνονται ελεύθεροι να ασυδοτούν οι πάντες. Και αυτός είναι η Εκκλησία. Είναι και αυτό στοιχείο της αγάπης της, που δέχεται τους πάντες με την ίδια αγάπη. Από την άλλη, επιβεβαιώνουν και πόσο ο εκκλησιαστικός λόγος έχει διαποτίσει τον λαό μας σ' όλα τα επίπεδά του. Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι που αφελώς διαστρεβλώνουν τα εκκλησιαστικά λόγια και πράγματα όσο και εκείνοι που σκόπιμα το κάνουν λησμονούν ότι κάθε χώρος έχει τη γλώσσα του, ιερή και απαραβίαστη από κάθε αμύητο. Υπάρχει, λοιπόν, και εκκλησιαστική - θεολογική γλώσσα, που θα έπρεπε και οι μη έχοντες σχέση μαζί της να τη σέβονται. Είναι, το λιγότερο, ζήτημα αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας αλλά και αυτοπροστασίας.

Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια
http://aktines.blogspot.gr/2016/10/blog-post_796.html

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ



Συλλογή ἀναφορῶν 
τοῦ Γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
γιά τήν ἑλληνική γλῶσσα




«Μήν ξεχνᾶτε ὅτι ἐκεῖνο πού στηρίζει τήν ἑνότητα ἑνός λαοῦ εἶναι ἡ γλῶσσα. Δέν διστάζω νά σᾶς πῶ ὅτι δέν εἶναι ἡ θρησκεία, εἶναι ἡ γλῶσσα».
(Πράξεις, ὁμιλία 244η)


«Ὅσο πλουσιοτέρα εἶναι ἡ γλῶσσα, τόσο περισσότερο ἔχομε πολιτισμό ψυχῆς!».
(Πρός Ρωμαίους, ὁμιλία 15η)

«Πόσες φορές ἔχω πεῖ καί ὅσο ἔχω τό μυαλό μου, μέχρι πού νά πεθάνω θά τό λέγω αὐτό: Τό μεγαλύτερο ἔγκλημα στή φυλή μας, ἡ βεβήλωση τῆς γλώσσας μας. Δέν μέ ἐνδιαφέρει αὐτή τή στιγμή τίποτε ἄλλο. Ἡ γλῶσσα, γιατί ὅλα ἄν χαθοῦν, ἡ γλῶσσα ἅμα μείνει, διατηρεῖ τήν αἴσθηση τοῦ ἔθνους. Ὅταν ἡ γλῶσσα χαθεῖ, τότε δέν ἔχομε τήν αἴσθηση τοῦ ἔθνους, τότε τό ἔθνος χάνεται. Ἐπιμένω καί θά ἐπιμένω μέχρι νά μέ βαρεθεῖτε».
(Πράξεις, ὁμιλία 87η)

«Ἀγαπητοί μου, μάθετε τά παιδιά σας ἑλληνικά, νά καταλαβαίνουν, κάθε φορά σᾶς τό λέω, εἶναι τό πάθος μου».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 88η)

«Μήν ξεχνᾶτε ὅτι ἐκεῖνο πού στηρίζει τήν ἑνότητα ἑνός λαοῦ εἶναι ἡ γλῶσσα. Δέν διστάζω νά σᾶς πῶ ὅτι δέν εἶναι ἡ θρησκεία, εἶναι ἡ γλῶσσα. Λέμε: «Εἴμαστε Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι», ὅλα καλά καί ὡραῖα. Τό πρῶτο ὅμως εἶναι ἡ γλῶσσα, δεύτερο ἡ κοινή ἱστορία, τρίτο εἶναι ἡ θρησκεία καί ἐμεῖς εἴμαστε συμπαγής λαός. Ἔχομε κοινή γλῶσσα, κοινή ἱστορία καί κοινή θρησκεία. Εἶναι κάτι καταπληκτικό. Ἄν καταφέρουν οἱ ἐχθροί μας νά μᾶς κάνουν νά μιλᾶμε … φράγκικα, δέν ξέρω πῶς, ἀγαπητοί μου, θά χάσομε τήν ἐθνική μας ταυτότητα! Θέλω νά συνειδητοποιήσομε τήν ἀξία τῆς γλώσσας. Εἶναι πάρα πολύ σημαντικό τό θέμα αὐτό πού σᾶς λέγω».
(Πράξεις, ὁμιλία 244η)

«Εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα μεγίστη δύναμη. Αὐτό τό «μεγίστη», νά δεῖτε τή φτώχεια τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας. Ξέρετε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γλῶσσα εἶναι πολύ φτωχή. Ἀπό τίς ἀνθρώπινες γλῶσσες λένε ὅτι ἡ ἑλληνική γλῶσσα εἶναι πλούσια, γιατί ἐκφράζεται λεπτότερα καί ἀκριβέστερα. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια. Βέβαια σπεύσαμε νά τήν καταστρέψομε τή γλῶσσα μας, δέν ξέρω, ἐγώ τό θεωρῶ μέγιστο ἔγκλημα κατά τῆς φυλῆς, ἀλλά καί κατά τῆς ἀνθρωπότητας, γιατί αὐτός ὁ παγκόσμιος θησαυρός καταστρέφεται. Ἐμεῖς θά ἔπρεπε νά εἴμαστε οἱ φορεῖς του, ἀλλά καταφέραμε νά εἶναι φορεῖς ἄλλοι λαοί, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἀγαπητοί μου, τά ταμεῖα τοῦ κράτους μας νά ἀδειάσουν ὅλα, νά μποῦν ἐχθροί καί νά κατακτήσουν ὅλη τήν Ἑλλάδα, εἴμαστε σέ θέση πάλι νά τά ἐπανακτήσουμε, ἡ Ἱστορία τό ἀπέδειξε. Ἄν χάσουμε τή γλῶσσα μας, χαθήκαμε ὁριστικῶς καί διαπαντός. Πάρτε το εἴδηση. Λυπᾶμαι, θά τό πῶ γιά πρώτη φορά αὐτό, ὅταν μᾶς δίνετε τά χαρτάκια μέ τά ὀνόματα γιά νά τά μνημονεύσομε ἤ μᾶς δίνετε τίς ἀπορίες καί δῶ ὅτι δέν ὑπάρχει τονισμός, μέ πιάνει βαθιά λύπη. Τό καταλαβαίνετε ὅτι ἅμα βάζομε τούς τόνους δημιουργοῦμε μία ἀντίσταση; Νά μήν καταστραφεῖ αὐτός ὁ θησαυρός καί ἀπωλεσθεῖ ὁριστικῶς! Ἐγώ εἶμαι καλόγερος, γι’ αὐτό μιλάω ἔτσι … Ἄμ … γι’ αὐτό θέλουν νά καταστρέψουν τά μοναστήρια καί νά τά συρρικνώσουν, γιά νά μή μιλᾶνε, γιατί τά θέματα αὐτά δέν εἶναι θέματα τῆς πολιτικῆς, εἶναι θέματα ἐθνικά και σέ ἕναν θησαυρό ἐθνικό δέν ἔχει κανείς τό δικαίωμα νά βάλει βέβηλο χέρι. Αὐτός ὁ Στάλιν, ὅταν τοῦ εἰπώθηκε -αὐτό δημοσιεύτηκε πού σᾶς λέω- τοῦ εἰπώθηκε νά δημιουργήσουν μία ἐναλλαγή στή γλῶσσα, εἶπε: «Κάτω τά χέρια ἀπό τήν ἁγία μας γλῶσσα»! Μιά γλῶσσα, πού ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες τή δώσαμε … Εἶναι ἑλληνική γραφή. Ἐμεῖς τόν ἔχομε αὐτογενῆ τό θησαυρό, δέν μᾶς τόν ἔδωσε κανένας καί πᾶμε νά τόν ἐξαφανίσομε!».
(Κατηχήσεις Ἁγ. Κυρίλλου, ὁμιλία 123η)

«Ἕνας λαός ἐξαφανίζεται ὅταν χάσει τήν ταυτότητά του, δηλαδή ἱστορία, γλῶσσα καί γιά μᾶς τούς Ἕλληνες τήν Ὀρθοδοξία».
(Σειράχ, ὁμιλία 134η)

«Βλέπετε, λέω κείμενα, γιατί δέν θέλω νά σᾶς ἀποξενώσω ἀπό τά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ἀκόμα ἀπό τή γλῶσσα μας. Πρέπει νά ἔχετε μιά αἴσθηση τῆς γλώσσας μας σέ ὅλες τίς φάσεις τῆς ἱστορικῆς της πορείας. Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς Ἕλληνες καί πρίν ἀπό 2.000 ἤ 3.000 χρόνια δέν ἦσαν Ἕλληνες. Ἕλληνες πάντοτε εἴμαστε καί ἡ γλῶσσα μας πάντοτε εἶναι ἴδια. Γι’ αὐτό διαβάζω περικοπές. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος. Μποροῦσα νά διαβάζω τίς περικοπές μεταφρασμένες καί νά μήν μπαίνω στόν κόπο νά κάθομαι νά σᾶς τά μεταφράζω τώρα ἐπί τόπου καί νά δημιουργῶ ἴσως καί κάποια χασμωδία τήν ὥρα τοῦ μαθήματος. Ὄχι, θέλω νά ἔχετε αἴσθηση καί τῶν κειμένων τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας».
(Χριστιανική Ἀνθρωπολογία, ὁμιλία 59η)

«Ἐξάλλου, ὅλα τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐγράφησαν ἑλληνικά. Ξέρετε τί σημαίνει αὐτό πού λέω, ἔ; Ξέρετε τί σημαίνει. Σημαίνει, ἀγαπητοί μου, τή μεγάλη μας εὐθύνη, ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή ἐγράφη ἑλληνικά καί τή διαβάζουν ἀκόμα καί οἱ Ἑβραῖοι. Ἄν θέλουν νά διαβάσουν Ἁγία Γραφή, πρέπει νά μάθουν ἑλληνικά ἤ νά μεταφραστεῖ στή γλῶσσα τους, καί οἱ Ἑβραῖοι ἀκόμα! Κι ἐμεῖς τήν ἔχουμε ἑλληνικά καί δέν τή διαβάζουμε ... ».
(Ἐπιστολή Ἰακώβου, ὁμιλία 1η)


Ἐπιμέλεια
 
Παντελῆς Γκίνης
 
Λάρισα 2012

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Η Ιστορία και η Γλώσσα μας θεμέλια της Ελληνικής Συνείδησής μας


Η Ιστορία και η Γλώσσα μας θεμέλια της Ελληνικής Συνείδησής μας
Εἰρήνης Ἀρτέμη
Θεολόγου –Φιλολόγου
Mphil.  Θεολογίας –ὑπ. Διδάκτορος Θεολογίας
Στό λυκαυγές τοῦ 21ου αἰῶνα ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται ἐγκλωβισμένη μέσα σέ λάθη πολιτικῶν, πού τήν ἔχουν ὁδηγήσει σέ μία ἄγονη καί αὐστηρή δημοσιονομική πολιτική. Ὅλοι ἔχουν ἐπικεντρώσει τό ἐνδιαφέρον τους μόνο στήν τρέχουσα οἰκονομική κατάσταση καί παραβλέπουν ἀκούσια ἤ ἑκούσια τό γεγονός ὅτι ὑπάρχει ὀργανωμένο σχέδιο ἐντός ἤ ἐκτός Ἑλλάδας προκειμένου νά χαθεῖ ἡ ἑλληνική ταυτότητά μας. Ἔτσι θά μπορέσουν εὐκολότερα νά κάνουν τούς Ἕλληνες ὑποχείριά τους.
Οἱ Ἕλληνες ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια δημιούργησαν ἕναν σπουδαῖο πολιτισμό. Ἀσχολήθηκαν μέ διάφορες ἐπιστῆμες, ὅπως ἡ φιλοσοφία, τά μαθηματικά, ἡ ἀστρονομία, ἡ λογοτεχνία, ἡ ἀρχιτεκτονική καί μέ πολλά ἄλλα. Ὁ Λατῖνος ποιητής Ὀράτιος χαρακτηριστικά ἔγραφε μετά τήν κατάκτηση τῆς Ἑλλάδας ἀπό τούς Ρωμαίους ὅτι: «Ἡ κατακτημένη Ἑλλάδα κατέκτησε τόν ἄγριο νικητή καί ἔφερε τίς τέχνες στό ἀγροτικό Λάτιο».
Ἡ ἐνασχόληση τῶν Ἑλλήνων μέ τήν καλλιέργεια τοῦ πνεύματός τους δέν εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἀνάπτυξη μαλθακότητας στήν καθημερινή ζωή τους καί οὔτε βέβαια τήν ἐκδήλωση ἀνανδρίας σέ περίοδο πολέμου. Ἀπό νωρίς οἱ Ἕλληνες τόλμησαν καί ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον ἀνίκητων ἐχθρῶν. Τά ἔβαλαν μέ τούς ἀνίκητους Πέρσες καί τούς νίκησαν. Πολέμησαν τούς Ρωμαίους, ἀγωνίσθηκαν μέ ἐπιτυχία ἐναντίον  τῶν Ἀβάρων, τῶν Νορμανδῶν, τῶν Σλάβων, τῶν Ρώσσων, τῶν Τούρκων καί τόσο ἄλλων. Στά νεώτερα χρόνια σημαντική ἦταν ἡ προσφορά τους στόν Α΄ καί Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Ἐξαιτίας τῶν «φτωχῶν» ἀλλά γενναίων Ἑλλήνων ἡττήθηκαν οἱ Ἰταλοί τό 1940 στά Βορειο Ηπειρωτικά βουνά. Χάρη στόν ἑλληνικό λαό πού πάλεψε μέ αὐτοθυσία καθυστέρησε ἡ εἰσβολή τῶν Γερμανῶν στή Ρωσία. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά εἰσβάλει ὁ Γερμανικός στρατός στή Ρωσία τό χειμῶνα, κάνοντας ὁ Χίτλερ τό ἴδιο λάθος μέ τόν Ναπολέοντα. Ἡ συνέπεια ἦταν ἡ βαριά ἧττα πού ὑπέστη ὁ γερμανικός στρατός καί ἄλλαξε ἡ μέχρι τότε πορεία τοῦ πολέμου. Χαρακτηριστικά εἶναι τά λόγια του ἴδιου τοῦ Χίτλερ: «Χάριν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας ὀφείλω νά διαπιστώσω ὅτι μόνον οἱ Ἕλληνες, ἐξ' ὅλων τῶν ἀντιπάλων οἱ ὁποῖοι μέ ἀντιμετώπισαν, ἐπολέμησαν μέ παράτολμον θάρρος καί ὑψίστην περιφρόνησιν πρός τόν θάνατον….» (Ἀπό λόγο πού ἐκφώνησε στίς 4 Μαΐου 1941 στό Ράιχσταγκ.) Ὡς ἀδιάψευστη μαρτυρία τῆς γενναιότητας του Ἑλληνικοῦ λαοῦ παραθέτουμε τά λόγια καί τοῦ Σέρ Ἀντονυ Ἠντεν, (Sir Robert Antony Eden 1897-1977. Ὑπουργός Πολέμου καί Ἐξωτερικῶν τῆς Βρεττανίας 1940-1945, Πρωθυπουργός τῆς Βρεττανίας  1955-1957): «Ἀσχέτως πρός ὅ,τι θά ποῦν οἱ ἱστορικοί τοῦ μέλλοντος, ἐκεῖνο τό ὁποῖον μποροῦμε νά ποῦμε ἐμεῖς τώρα, εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλάς ἔδωσε ἀλησμόνητο μάθημα στόν Μουσολίνι, ὅτι αὐτή ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή τῆς ἐπανάστασης στήν Γιουγκοσλαβία, ὅτι αὐτή ἐκράτησε τούς Γερμανούς στό ἠπειρωτικό ἔδαφος καί στήν Κρήτη γιά ἔξι ἑβδομάδες, ὅτι αὐτή ἀνέτρεψε τήν χρονολογική σειρά ὅλων τῶν σχεδίων τοῦ Γερμανικοῦ Ἐπιτελείου καί ἔτσι ἔφερε γενική μεταβολή στήν ὅλη πορεία τοῦ πολέμου καί ἐνικήσαμε.» (Από λόγο του στό Βρεττανικό κοινοβούλιο στίς 24/09/1942.)
Τέλος κάνουμε ἀναφορά στά λόγια του Τσώρτσιλ (Winston Churchil 1874-1965 Πρωθυπουργός τῆς Μεγάλης Βρεττανίας κατά τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο): «Ἡ λέξη ἡρωισμός φοβᾶμαι ὅτι δέν ἀποδίδει τό ἐλάχιστο ἐκείνων τῶν πράξεων αὐτοθυσίας τῶν Ἑλλήνων, ποῦ ἦταν καθοριστικός παράγων τῆς νικηφόρου ἐκβάσεως τοῦ κοινοῦ ἀγῶνα τῶν ἐθνῶν, κατά τόν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, διά τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καί ἀξιοπρέπεια... Ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ ἀνδρεία τῶν Ἑλλήνων καί ἡ γενναιοψυχία τους, ἡ  ἔκβαση τοῦ Β' Παγκοσμίου Πολέμου θά ἦταν ἀκαθόριστη». (Ἀπό ὁμιλία του στό Ἀγγλικό κοινοβούλιο στίς 24 Ἀπριλίου 1941.) Χαρακτηριστική ἔχει μείνει καί ἡ φράση του: «Μέχρι τώρα λέγαμε ὅτι οἱ Ἕλληνες πολεμοῦν σάν ἥρωες. Τώρα θά λέμε: Οἱ ἥρωες πολεμοῦν σάν Ἕλληνες.» (Ἀπό λόγο πού ἐκφώνησε στό BBC τίς πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου).
Ὅλα τά παραπάνω μερικοί προσπαθοῦν νά μᾶς κάνουν νά τά ξεχάσουμε. Ἐναγωνίως μελετοῦν σχέδια πῶς θά μᾶς ἀποκόψουν ἀπό τή γλῶσσα μας, τήν ἱστορία μας, τή θρησκεία μας. Ἔτσι σιγά σιγά θέλουν νά μᾶς ὁδηγήσουν στόν ἀφανισμό τοῦ ἔθνους μας. Ἐάν χάσουμε στοιχεῖα τῆς ἑλληνικότητάς μας θά ἐξαφανισθοῦμε καί ἀπό τό προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Ὁ Θουκυδίδης ἐπισήμαινε ὅτι ὅταν ἕνας λαός ξεχάσει τήν ἱστορία του τότε ἐξαφανίζεται. Σήμερα, ἀρχές τοῦ 2011 πολεμεῖται ἡ ἑλληνική γλῶσσα καί εὐνοεῖται ἡ ἀγγλική. Γίνεται προσπάθεια κατάργησης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ὅταν σέ χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ διδάσκονται τά ἀρχαία μέ τή δέουσα σοβαρότητα.
Ὁ Χριστιανισμός βρίσκεται ἐπίσης στό στόχαστρο. Ἀντίθετα εὐνοοῦνται διάφορα ἄλλα θρησκεύματα, ὅπως ὁ ἰσλαμισμός, οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες καί διάφορες αἱρέσεις ὅπως οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά. Φτάσαμε στό σημεῖο νά θεωροῦμε φονταμενταλιστή κάποιον πού ὑπερασπίζεται τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ τόπου μας, ἐνῷ μοντέρνος καί ἀνοιχτόμυαλος εἶναι ὅποιος δέν ἀσχολεῖται μέ τίς ἐθνικές καί θρησκευτικές ἐπετείους μας. Γιατί δέ βλέπουμε τί γίνεται στήν Εὐρώπη; Γιατί δέν διαβάζουμε νά δοῦμε πῶς τιμοῦν ἐκεῖνοι τούς ἥρωές τους καί τήν ἱστορία τους, ἄν καί εἶναι πολύ λιγότερο ἀξιόλογη καί πολύ μικρότερη σέ ὄγκο ἀπό τή δική μας; Γιατί δέν μᾶς κάνει ἐντύπωση ὅτι οἱ ξένοι μένουν αὐστηρά προσηλωμένοι στή γλῶσσα τους καί στά ἐθνικά ἰδανικά τους καί σπάνια μιλοῦν ἄλλη γλῶσσα ἐκτός ἀπό τή δική τους, ἐάν καί ἔχουν διδαχθεῖ σέ ἄριστο βαθμό καί ἄλλες εὐρωπαϊκές ἤ μή γλῶσσες;
Ἡ συνειδητοποίηση ὅλων τῶν παραπάνω θά πρέπει νά μᾶς κάνει νά ἀντιδράσουμε. Ἐάν ἀφυπνιστοῦμε σάν λαός θά μπορέσουμε νά ἀγωνισθοῦμε ὥστε νά μή χάσουμε τήν ἐθνική μας ταυτότητα. Ἡ διατήρηση τῆς ἑλληνικότητάς μας δέν ἐλλοχεύει κινδύνους γιά τούς ξένους πού ζοῦν ἐδῶ. Πάντοτε οἱ Ἕλληνες σέβονταν τούς ξένους πού ἦταν στήν Ἑλλάδα. Αὐτό, ὅμως, δέν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά συμμορφωθοῦμε στίς ἀπόψεις καί ἀντιλήψεις ὅσων ἔχουν ἔρθει στήν Ἑλλάδα. Ὅταν οἱ Ἕλληνες μετανάστευσαν σέ διάφορες χῶρες, σεβάστηκαν τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῆς χώρας πού πῆγαν. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νά διατηρήσουμε ζωντανή τήν ἱστορική μας μνήμη, νά καλλιεργοῦμε συνεχῶς μέ τό διάβασμα τή γλῶσσα μας.
Ὀφείλουμε νά ἐπιδιώξουμε ἕνα πολιτικό σύστημα πού νά διαφυλάττει πραγματικά τήν ἰσονομία γιά ὅλους. Εἴμαστε ἐλεύθεροι καί ὄχι «σκλάβοι» ἀποφάσεων, πού μᾶς ζημιώνουν σάν χώρα, καταρρακώνουν τοῦ ἐθνικό μας φρόνημα καί μᾶς ἀναγκάζουν νά ὑποτασσόμαστε σέ  ἀποφάσεις πού μᾶς ἐξοντώνουν, ὄχι μόνο οἰκονομικά ἀλλά καί ἠθικά.
Ὁ ἀτομικισμός μας πρέπει νά δώσει τή θέση του στόν ἀγῶνα γιά τό κοινό καλό. Ἐάν χαθεῖ ἡ γλῶσσα μας, ἡ θρησκεία μας, ἡ ἱστορία μας, θά γίνουμε ραγιάδες. Ἦρθε ὁ καιρός τῆς ἀφύπνισης. «Ξύπνα, καημένε μου ραγιά» μᾶς φωνάζουν οἱ πρόγονοί μας. Ἐκεῖνοι παλέψαν μέ πενιχρά μέσα γιά τήν ἐλευθερία μας, ὅταν ὅλοι τους μᾶς εἶχαν ξεγράψει ἀπό τό προσκήνιο τῆς ἱστορίας. Ἀγωνίσθηκαν γιά τό ὅραμα καί ἔκαναν τό ἀδύνατο δυνατό. Ἀλλιῶς, ἐάν μετροῦσαν μονάχα τό τί μπορεῖ νά γίνει αὔριο, μεθαύριο ἤ ἄν ἁπλῶς ὑπολόγιζαν μόνο τά ὑλικά ὀφέλη καί τό τί θά πεῖ ὁ κάθε «δυνατός» κυβερνήτης μιᾶς χώρας, δέν θά εἶχαν τή δύναμη νά παλέψουν καί νά ἀγωνισθοῦν.
Χρέος μας ἀπέναντι σέ ὅλους αὐτούς τούς προγόνους μας πού πότισαν μέ τό αἷμα τους τό δέντρο τῆς ἱστορίας μας εἶναι νά ἀξιολογοῦμε τήν πραγματικότητα καί νά ἀγωνιζόμαστε βλέποντας τό ἀπώτερο παρόν. Τό ταξίδι μας δύσκολο ἀλλά  ἀξίζει. 
 
ΠΗΓΗ: ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΩΣΥΝΗ
http://www.enromiosini.gr/63B40FD1.print.el.aspx

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΔΙΕΣΩΣΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ;


ΠΟΙΟΣ ΔΙΕΣΩΣΕ ΤΗΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ;
Γράφει ο ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ ΜΑΚΕΔΩΝ

   Όταν οι Πέρσες κατέκτησαν και κράτησαν στην κατοχή τους για 50 μέχρι 170 χρόνια τα τρία τέταρτα της Ελλάδος, δηλαδή τη Μικρασιατική Ελλάδα, που ή­ταν η μισή, για 170 περίπου χρόνια, κι από τη μητροπολιτική Ελλάδα τη Βόρειο, που ήταν το ένα τέταρτό της, για 50 περίπου χρόνια, σεβάστηκαν την ελληνική γλώσσα των εκεί Ελλήνων και δεν την εμπόδισαν πο­τέ. Όταν πάλι οι Ρωμαίοι κατέκτησαν την Ιταλική και Σικελική Ελλάδα στα τέλη τού Γ’ π.Χ. αιώνος, τη Βόρειο μητροπολιτική το 168 π.Χ., και τη Νότιο το 146 π.Χ., όχι μόνο σεβάστηκαν, αλλά και θαύμασαν την ελληνική γλώσσα τόσο πολύ, που από την αρχή κιό­λας τη θεώρησαν ανώτερη από τη δική τους, κι αυτή και τη γραμματεία της.και όσοι απ’ αυτούς ήταν εγγενείς ή ευκατάστατοι, το θεωρούσαν απαράδεκτο να μην ξέρουν να μιλούν και να γράφουν ελληνικά. Ο Ι­ούλιος Καίσαρ, όταν υπέτασσε τη Γαλατία, για να μη μπορούν να διαβάζουν οι Γαλάτες τις διαταγές του, ό­ταν έπεφταν στα χέρια του, αλληλογραφούσε με τους αξιωματικούς του στην ελληνική. Και τη σεβάστηκαν οι Ρωμαίοι τη γλώσσα αυτή όχι μόνο στα παραπάνω ελληνικά εδάφη, αλλά και σε ξένα εδάφη, όπως λ.χ. στην Παλαιστίνη. Η Παλαιστίνη των χρόνων του Χρι­στού ήταν δίγλωσση. δηλαδή κι ο φτωχός και αγράμματος λαός της μιλούσε παιδιόθεν σα μητρικές δύο γλώσσες, και η μία απ' αυτές ήταν η ελληνική. Γι’ αυτό, και είχαν και πολλά ονόματα ελληνικά όχι μόνον οι πλούσιοι, όπως ο βασιλεύς Ηρώδης ή ο πατέρας του Αντίπατρος ή ο γιός του Αρχέλαος ή ο αδερφός του Φίλιππος, αλλά και οι φτωχοί του λαού, όπως οι μαθηταί του Χριστού Ανδρέας και Φίλιππος. Ο Ρωμαίος Πιλάτος με τον Εβραίο Χριστό συνωμίλησαν ελληνικά, διότι ούτε ο Πιλάτος ήξερε εβραϊκά ούτε ο Χριστός μι­λούσε λατινικά. Η κυρία γλώσσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η διαφυλετική, δεν ήταν, όπως θα νόμιζε κανείς, η λατινική, άλλ’ η ελληνική. Οι Ρωμαίοι σε κά­θε χώρα χρησιμοποιούσαν ως επίσημες κρατικές τρεις γλώσσες· πρώτη και κύρια την ελληνική, δεύτερη την εντόπια (λ.χ. συριακή, γαλατική, αιγυπτιακή, κλπ.), και τρίτη τη δική τους τη λατινική. Γι’ αυτό και στην πινα­κίδα του σταυρού του Χριστού το αιτιολογικό της θα­νατικής του καταδίκης γράφτηκε, όπως ιστορούν οι ευαγγελισταί, εβραϊστί ελληνιστί ρωμαϊστί. Αυτός ο τρίλεξος όρος ανευρίσκεται πολλές φορές σε πολλά αρχαία κείμενα, άσχετα με τη Χριστιανική πίστι ή τον Ιουδαϊσμό μόνο που στην πρώτη θέσι πολλές φορές αντί εβραϊστί έχεισυριστίι αιγυπτιαστί, αραβιστί, κλπ.. Η ελληνική γλώσσα ήταν η μόνη κοινή γλώσσα όλων των εθνών της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και ο Εβραίος απόστολος Παύλος, ο κατά τη νομική του ιθαγένεια Ρωμαίος πολίτης, όταν γράφη Επιστολές προς Ρωμαίους, προς Γαλάτας, προς Εβραίους, γρά­φει στην ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό και γενικώς η Κ. Διαθήκη γράφτηκε ολόκληρη στην ελληνική γλώσσα. Αυτός ο σεβασμός προς την ελληνική γλώσσα και την υπεροχή της εκ μέρους των Ρωμαίων και η επικράτησί της ως προς της γλώσσης της αυτοκρατορίας των, με δεύτερη τη λατινική, διήρκεσε μέχρι το 284 μ.Χ.. Και τη σεβάστηκαν τη γλώσσα αυτή όχι μόνο οι καθαρόαιμοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, οι μέχρι δηλαδή τον Αδριανό, αλλά και οι Γαλάτες, και οι Σύροι, και οι Άραβες, και οι Θράκες αυτοκράτορες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Το 284 μ.Χ. αναρριχήθηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο εξ υπαξιωματικών Ιλλυριός στρατηγός Διοκλητιανός. Ένα από τα πρώτα που έκανε ο βάρβαρος αυτός αυτοκράτορας, μόλις ενθρονίστηκε, ήταν ότι κατήργησε την ελληνική γλώσσα και απαγόρευσε την επίσημη χρήσι της. Και η απαγόρευσι αυτή διήρκεσε τρισήμισυ αιώνες, μέχρι το 610 που ανατράπηκε ο αυτοκράτωρ Φωκάς ο μέθυσος. Την επανέφερε ως γλώσσα της αυτοκρατορίας, επίσημη και μοναδική, ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος που ανέτρεψε το Φωκά. Ο Διοκλητιανός, επειδή φοβόταν τον πανίσχυρο Γερμανό συστράτηγό του και συναυτοκράτορα Κωνστάντιο, που βασίλευε στις επαρχίες Αυστρία Γερμανία Ελβετία Γαλλία και Αγγλία, κι επειδή δεν ένιωθε -ο Διοκλητιανός- καθόλου ασφαλής στην καρέκλα του, είχε κάνει συναυτοκράτορές του άλλους δύο Ιλλυριούς, το γαμπρό του Γαλέριο και τον ψυχοπαθή φίλο του Μαξιμιανό. ήταν και οι δύο του χεριού του. Ο Γερμανός Κωνστάντιος από την Ελληνίδα γυναίκα του Ελένη, την -πρώτη, είχε γιό το Μ. Κωνσταντίνο- κι από την Ιλλυρίδα, τη δεύτερη γυναίκα του, την κόρη του ψυχασθενούς Μαξιμιανού, απέκτησε έναν ψυχασθενή γιό, τον Κωνστάντιο, τον πατέρα του Ιουλιανού του λεγομένου παραβάτου. Μετά την απαγόρευσι της ελληνικής γλώσσης από το Διοκλητιανό, όλοι σχεδόν οι εγγράμματοι ειδωλολάτρες Έλληνες -που ήταν τότε περίπου το ένα τρίτο ή τέταρτο των Ελλήνων- απαρνήθηκαν την ελληνική γλώσσα, επειδή μ’ αυτή δεν είχαν καμμία πρόσβασι στα κρατικά αξιώματα και κανένα λαμπρό μέλλον, έμαθαν καλά τη λατινική, κι έγραφαν πλέον σ’ αυτήν, γιατί και σ' αυτή πλέον μιλούσαν. Έτσι λ.χ. οι σύγχρονοι του Ιωάννου Χρυσοστόμου Έλληνες Αμμιανός Μαρκελλίνος ο ιστορικός και Μακρόβιος ο γραμματικός και πάρα πολλοί άλλοι ως συγγραφείς είναι Λατίνοι και λατινόγλωσσοι. Στην ελληνική έμειναν για λίγα χρόνια λίγοι ειδωλολάτρες Έλληνες, οι οποίοι γρήγορα κι εγκατέλειψαν την ελληνική γλώσσα όλοι. Μ' αυτό τον τρόπο εξέλιπαν οι τελευταίοι Έλληνες ειδωλολάτρες, μηδενός διώκοντας. Ως τυχοδιώκτες εκλατινίστηκαν, για να μη χάσουν την υψηλή κοινωνική τάξι στην οποία πάσχιζαν να μπουν. Τα δύο όμως τρίτα ή τρία τέταρτα των Ελλήνων ήδη της εποχής του Διοκλητιανού ήταν, όπως είπα, Χριστιανοί. Κι αυτοί μόνοι κράτησαν με πείσμα ως γλώσσα τους, και λαλούμενη και γραφόμενη, από εγγραμάτους κι αγραμμάτους, την ελληνική γλώσσα- μόνο την ελληνική.
Όταν 80 χρόνια μετά το Διοκλητιανό, επί Ιουλιανού, επανήλθε η δίωξι των Χριστιανών, για 17 μόνο μήνες που βασίλευσε ο Ιουλιανός, ο Γερμανο-ιλλυριός αυτός αυτοκράτορας ο λεγό­μενος και παραβάτης (=πρώην Χριστιανός αποσκιρτήσας), επειδή από κατηχούμενος του αρειανισμού, που ήταν, σπάστηκε την περσική ειδωλολατρία, γιατί μέσα στην ψυχασθενική του φαντασίωσι πίστευε ότι είναι γιος του περσικού θεού Μίθρα, ο φρενοβλαβής αυτός, λαμβάνοντας εις βάρος της ελληνικής γλώσσης μέτρα πο­λύ σκληρότερα εκείνων του Διοκλητιανού, απα­γόρευσε στους Χριστιανούς, δηλαδή στα 90 ή 95% πλέον του Ελληνικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας, ακόμη και την εντελώς ιδιωτική δι­δασκαλία και εκμάθησι της ελληνικής γλώσσης. Αυτό το έκανε κυρίως, επειδή πίστευε ότι έτσι θα πλήξη την Καινή Διαθήκη. Αλλά βέβαια οι 17 μήνες της βασιλείας του για τους Χριστια­νούς ήταν κουνούπι στου βοδιού το κέρατο· ούτε που την κατάλαβαν διότι γι’ αυτούς σήμαινε μόνον ότι τα παιδιά τους στην εκμάθησι της μητρικής των γλώσσης στα σχολεία έχασαν μό­νο μια χρονιά. Την απαγόρευσι του Ιουλιανού και τον ίδιο τον Ιουλιανό οι Χριστιανοί ούτε που τα ένιωσαν. Γελούσαν με τα καμώματα της ανι­σορροπίας του. Ο Μ. Αθανάσιος μάλιστα, επίσκοπος της μεγαλείτερης πόλεως της αυτοκρατορίας, τηςΑλεξάνδρειας, τον οποίο ο Ιουλιανός «εξώρισε», ούτε καν ξεκίνησε για την εξο­ρία εκείνη, παρ’ όλο που ο παλαβός προσπα­θούσε με αλλεπάλληλες επιστολές να διεγείρη εναντίον του τους Αλεξανδρείς, λες και αυτός ήταν ο αντάρτης, ο δε αυτοκράτορας  ήταν ο Αθανάσιος. Τους έγραφε μάλιστα, για να τους φιλοτιμήση, ότι Είστε απόγονοι του Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, του πιο γενναίου και τρομερού Έλληνος, ο οποίος, αν ζούσε σήμερα, θα έφερ­νε σε κάποια αγωνία ακόμη κι εμάς τους Ρωμαί­ους! Ο Αθανάσιος εξακολουθούσε πολύ επίσημα να επισκοπεύη στη μεγαλούπολι και έλεγε ότι δεν βλέπει να διαρκέση για πολύ αυτή η παλαβομάρα. Μάλλον καταλάβαινε ότι ένα τέτοιο ψυχοπαθές άτομο δεν θα το ανεχτούν στο θρό­νο οι στρατηγοί παραπάνω από μια χρονιά πε­ρίπου. Και φυσικά δεν διαψεύστηκε. Ο πανίσχυ­ρος ειδωλολάτρης στρατηγός Βαλεντινιανός δο­λοφόνησε τον ψυχασθενή, διώρισε για ένα έτος αυτοκράτορα τον ειδωλολάτρη συστράτηγό του Ιοβιανό, ώσπου να δη αν θα επικρατήση το κίνημά του, κι όταν είδε ότι επικράτησε, δολο­φόνησε και τον Ιοβιανό, κι έγινε αυτοκράτορας  ο ίδιος για πολλά χρόνια. Όλοι οι τότε ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, Ιοβιανός, Βαλεντινιανός, Βάλης, και Γρατιανός, ευνόησαν τους Χριστια­νούς και τους άφησαν ήσυχους να διδάσκουν και να μαθαίνουν ό,τι θέλουν. Είναι οι 4 ειδωλολάτρες αυτοκράτορες της πραγματικής ανεξι- θρησκείας, οι προκάτοχοι του Θεοδοσίου Α'. Αλλά κι ο Θεοδόσιος, πέμπτος της σειράς, ήταν ειδωλολάτρης, όταν έγινε αυτοκράτορας. έπει­τα έγινε Χριστιανός, επειδή σχεδόν όλοι οι υπήκοοί του ήταν πλέον Χριστιανοί. Το πρώτο πρά­γμα που ακύρωσε ο Ιοβιανός, μόλις διαδέχτηκε τον Ιουλιανό, ήταν το διάταγμα του Ιουλιανού που απαγόρευε στους Χριστιανούς τη σπουδή της ελληνικής γλώσσης. Ήταν εξωφρενικό, δι­ότι, όπως είπα, το 95% των Ελλήνων ήταν τότε Χριστιανοί. Ήταν σα ν' απαγόρευε κανείς στους Έλληνες να μιλούν ελληνικά. Γι’ αυτό κι ο Ιοβιανός ακύρωσε το τρελλό διάταγμα του Ιουλιανού. Δεν επανέφεραν όμως οι αυτοκράτορες ε­κείνοι, ούτε κανείς άλλος μέχρι τον Ηράκλειο, ως επίσημη γλώσσα του κράτους την ελληνική- για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ήταν Έλληνες- δεν τους ένοιαζε. Ούτε την επανέφεραν, αλλ’ ούτε κι εμπόδιζαν την ιδιωτική μάθησι και χρήσι της· ακριβώς όπως γινόταν επί τουρκο­κρατίας. Οι δε ελάχιστοι πλέον ειδωλολάτρες Έλληνες, επειδή διακατέχονταν από τυχοδιω­κτική και ακόρεστη όρεξι για κρατικά αξιώματα, υιοθετούσαν τη λατινική γλώσσα και αρνούνταν την ελληνική. Αναφέρω το επιφανές παράδειγμα ενός τέτοιου αυτοκράτορος μη Έλληνος, που ήταν αδιάφορος για την τύχη της ελληνικής γλώσσης την οποία δεν μίλησε ποτέ του, κι ενός συγχρόνου του αξιωματούχου Έλληνος ειδωλολάτρου από κείνους που απαρνήθηκαν την ελληνική μητρική τους γλώσσα, για ν’ αναρριχηθούν στα υψηλά αξιώματα, προς το τέλος περίπου της μαύρης περιόδου 284-610. Ο Ιουστινιανός (527-565ι και ο επί της δικαιοσύνης υπουργός του Τριβωνιανός, που προτίμησε να κωδικοποιήση τα μέχρι τότε κείμενα του ρωμα­ϊκού δικαίου στη λατινική γλώσσα, και όχι όπως τα κωδικοποίησαν αργότερα οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής δυναστείας στην ελληνική γλώσσα. Ο Ιουστινιανός ήταν «Χριστιανός», αλλά δεν ήταν Έλληνας. ο Τριβωνιανός ήταν Έλληνας, αλλά δεν ήταν Χριστιανός- ήταν από τους τελευταίους ειδωλολάτρες. Και οι δυο, και ο πανίσχυρος αυτοκράτορας  κι ο εννοημένος του υπουργός, συμφωνούσαν ότι η ελληνική γλώσσα πρέπει να παραμείνη θαμμένη, μέχρι να σβήση τελείως, ότι οΐ νόμοι του κατά 80% ελληνικού κράτους πρέπει να είναι γραμμένοι στη λατινική, οι νομομαθείς οι δικασταί και οι δικηγόροι να μιλούν στα δικαστήρια μόνο λατινι­κά, και ο απλός λαός, ο Ελληνικός, τόσο στα δικαστήρια όσο και στο στρατό και σ’ όλες ανεξαιρέτως τις δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να εξ­αναγκάζεται να μιλάη λατινικά. Τότε μπήκαν στην ελληνική γλώσσα οι σημερινές άφθονες λατινικές λέξεις της, όπωςσπίτι πόρτο σκόλο κάγκελλο κολόνα κελλί φρούτο φρέσκος μα­ρούλι ραδίκι μανίκι μουλάρι σκρόφα πουλί κου­νέλι κότα παιδάκια φαμίλια μπάρμπας κάστρο ταβέρνα και χιλιάδες άλλες.
Και ποιος κατά τη μαύρη εκείνη εποχή των 3,5 αιώνων ήταν ο μοναδικός χρήστης της ελλη­νικής γλώσσης;Ποιος ήταν εκείνος που επέμενε με πείσμα να μιλάη την ελληνική και μόνο την ελληνική, που αν δεν τη μιλούσε κι αυτός ο τελευταίος φορέας, η ελληνική σ’ έναν αιώνα θα γινόταν μια πενιχρή γλώσσα των 3.000 λέ­ξεων σαν την τσιγγάνικη, και σ’ άλλον έναν αι­ώνα θα έσβηνε τελείως, όπως συνέβη με άλλες εθνικές γλώσσες σαν την προρρωμαϊκή γαλα­τική και την προρρωμαϊκή ισπανική και την προαραβική αιγυπτιακή; Ποιος είναι ο ένας και αποκλειστικός χρήστης και διατηρητής και σωτήρας της ελληνικής γλώσσης, που όχι μόνο τη διέσωσε, αλλά και την κράτησε στο πιο υψηλό της επίπεδο, επίπεδο που δεν δοκίμασε ποτέ άλλοτε καμμία γλώσσα της γης, και διατήρησε μαζί μ' αυτή και την αρχαία της προχριστιανική γραμματεία, δεύτερη σε έκτασι πάνω σ’ όλη τη γη, κι έγραψε σ’ αυτή άλλη μια τεράστια γραμματεία, πρώτη σε έκτασι πάνω σ’ όλη τη γη; Ποιος είναι αυτός ο μοναδικός χρήστης και σωτήρας της ελληνικής γλώσσης; Η Χριστια­νική Εκκλησία· οι Χριστιανοί Έλληνες. Όταν οι Έλληνες ειδωλολάτρες πρόδωσαν την ελληνική γλώσσα, για να μη χάσουν τ’ αξιώματα και την ένταξί τους στην τότε κοινωνική ελίτ και κρα­τική νομενκλατούρα. Δεν υπάρχει ιστορικός ή γνώστης της ιστορίας που θα τολμήση ν’ αμφισβητήση αυτή τη μεγάλη αλήθεια. Μόνο φρε­νοβλαβής θα τολμούσε κάτι τέτοιο.
Βέβαια εξ ίσου αλήθεια είναι ότι το κίνητρο των Χριστιανών γι' αυτή τη μεγάλη πράξι τους ήταν η Κ. Διαθήκη και η Π. Διαθήκη, το ότι δη­λαδή ήθελαν πάση θυσία να κρατήσουν ζωντανή τη γλώσσα στην οποία γράφτηκε πρωτοτύπως η Κ. Διαθήκη και η αυθεντική μετάφρασι της Π. Διαθήκης. Το κίνητρο όμως αυτό δεν μει­ώνει καθόλου την προσφορά τους στο Ελλη­νικό έθνος, ότι μόνοι αυτοί διέσωσαν τη γλώσσα του, τη γλώσσα τους.
Οι Χριστιανοί, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι πατέρες της Εκκλησίας, ο Αθανάσιος, ο Ιω­άννης Χρυσόστομος, και τόσοι άλλοι, επέμεναν να γράφουν, απαξάπαντες και μόνον αυτοί, στην ελληνική γλώσσα, να κηρύττουν την πίστι στην ελληνική, να χρησιμοποιούν στη λα­τρεία την ελληνική. Και για να τη γνωρίζουν εις βάθος και εκ περισσού, έκριναν ότι πρέπει να διαφυλάξουν και να σπουδάζουν και τα προχριστιανικά κείμενά της, 2.000 τόμους, τη δεύτε­ρη, όπως είπα, σε έκτασι γραμματεία της γης μετά τη χριστιανική. Οι ειδωλολάτρες Έλληνες εν τέλει προσήλθαν όλοι στην προσοδοφόρο λατινική κι αφωμοιώθηκαν από το λατινισμό. Γι’ αυτό και οι μεν Χριστιανοί λέγονταν τότε με την ελληνική λέξι πιστοί, οι δε ειδωλολάτρες με τη λατινική λέξι παγάνοι (paganι και σήμερα τους λέμε παγανιστάς. Διότι εκλατινίστηκαν πρόδωσαν την ελληνική γλώσσα. Ο τυχοδιώ­κτης και υλόφρων και άπληστος ειδωλολάτρης ποτέ δεν χαλάει τη ζαχαρένια του, αλλά το μό­νο που κυττάει είναι το τομαράκι του. και γι' αυτό θέλει πάντα κοινωνικώς και κρατικώς να έχη το πάνω χέρι. και για να το επιτύχη αυτό, πουλάει, όταν χρειαστή, και τη γλώσσα του και το έθνος του. Είναι τέτοιος λόγω της ηθικής που του υπαγορεύει η ακάθαρτη θρησκεία του, η θρησκεία του ψεύτη και κλέφτη Ερμού, των φο­νιάδων Απόλλωνος και Άρεως, του κτηνοθά- του Ποσειδώνος, της πόρνης Αφροδίτης, της μοιχαλίδος Δήμητρος, του μοιχού και αιμομίκτου και αρσενοκοίτου Διός, και του κιναίδου Διο­νύσου, του ψευδάνορος (=ψευτοάντρα), όπως τον έλεγαν με σιχασιά στη διάλεκτό τους οι αρχαίοι Μακεδόνες· τέτοια είναι η ηθική των φαντασιωτικών αυτών προσωποποιήσεων της κα­κίας της ακαθαρσίας και της διαστροφής. Ποια εθνική γλώσσα να διασώση ο παγανιστής, όταν θα χρειαστή να την προδώση και να τη θάψη, για να μη χάση το τομαράκι του την καλοπέρασι και την υστερική προβολή; Οι ελάχιστοι τε­λευταίοι ειδωλολάτρες της Ελλάδος χάθηκαν, όχι διότι κάποιος τους κυνήγησε. κανείς δεν τους πείραξε μέχρι τον Θ' μ.Χ. αιώνα που υ­πήρχαν λίγοι ακόμη. αφού ανέβαιναν και στα ύπατα αξιώματα, όπως ο Τριβωνιανός, για τον οποίο όλες οι πηγές μαρτυρούν ότι ήταν ο μεγαλείτερος μιζαδόρος και δωρολήπτης (δωρο­δοκιών) της αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες ειδωλολάτρες εξέλιπαν, επειδή εκλατινίστηκαν. τότε χάθηκαν για το Ελληνικό έθνος· όπως ακριβώς χάθηκαν γι’ αυτό και οι εξισλαμισθέντες Βυζαν­τινοί, όσοι έγιναν Άραβες και Τούρκοι, και τύ­ραννοι και βασανισταί των άλλων αδελφών τους Ελλήνων αυτό ήταν δική τους επιλογή.
Αλλά και λίγο πριν από την τουρκοκρατία, ο Γεώργιος Γεμιστός και περίπου άλλοι 10 της παρέας του, που από Χριστιανοί έγιναν ειδωλολάτρες, γιατί φαντάστηκαν ότι έτσι θα σώσουν το Ελληνικό έθνος από τους Τούρκους, όταν τους παρουσιάστηκε η ευκαιρία να παν στην Ιταλία δις διαπραγματευταί της ενώσεως ορ­θοδόξων και παπικών, ξανάγιναν «Χριστιανοί» ορθόδοξοι, πήγαν στην Ιταλία, υπέγραψαν την «ένωσι», κι εκεί, όταν ο φιλοτομαρισμός τους και η φιλαυτία τους γλυκάθηκαν και ζεστάθη­καν, για να παραμείνουν στην Ιταλία και να γί­νουν ιταλόγλωσσοι και Ιταλοί, έγιναν παπικοί· δεν ξαναγύρισαν στην Ελλάδα. Χάθηκαν για το Ελληνικό έθνος, μηδενός διώκοντος. Διότι δεν μπορούσε το τομαράκι τους να υπομείνη την τουρκοκρατία, όπως την υπέμειναν καρτερικά και ηρωϊκά οι πιστοί Χριστιανοί, αυτοί που δια­τήρησαν μέχρι την απελευθέρωσί του και το έθνος και τη γλώσσα του.
Δεύτερη λοιπόν φορά η ελληνική γλώσσα κινδύνευσε να σβήοη, μαζί και με τη γραμματεία της και με το έθνος, κατά τους 4 αιώνες της τουρκοκρατίας, που για το Βόρειο μισό της Ελ­λάδος ήταν 5. Τότε όλοι οι υλόφρονες και καιροσκόποι και τυχοδιώκτες Έλληνες  έγιναν Τούρκοι και μουσουλμάνοι. και λίγοι που μπο­ρούσαν να φύγουν στο εξωτερικό και να ρίξουν πίσω τους στην πατρίδα μαύρη πέτρα, έγιναν παπικοί και Ιταλοί. Οι δε πιστοί Χριστιανοί έμει­ναν Έλληνες . Πάλι ΒέΒαια το κίνητρό τους ήταν η πίστι τους η χριστιανική· επειδή δεν μπορού­σαν να γίνουν Τούρκοι ούτε Ιταλοί, αν δεν απαρνούνταν αυτή την πίστι. ούτε αυτό μειώνει όμως τη μεγάλη πράξι τους, τη μόνη πράξι που διέσωσε την ελληνική γλώσσα και φυσικά και το έθνος το Ελληνικό. Ούτε αυτό είναι σύμπτωσι, ούτε άσχετο με τη θεία πρόνοια. Όσοι δεν κρατήθηκαν πιστά μέλη της Χριστιανικής πίστεως και Εκκλησίας, έχασαν την ελληνική γλώσ­σα· και την εθνικότητά τους βέβαια. Για κείνους η ελληνική γλώσσα έσβησε· χάθηκε. Σήμερα μι­λούν τουρκικά και ιταλικά· κι έχουν και την αντί­στοιχη εθνική συνείδησι· κι επιβουλεύονται κιό­λας το Ελληνικό έθνος και τη γλώσσα του. Μό­νη η Εκκλησία διέσωσε, για δεύτερη φορά στην ιστορία, τη γλώσσα, αυτή την ελληνική. ΟΙ Έλληνες  για 4-5 αιώνες και στα δικαστήρια και στις κρατικές υπηρεσίες ήταν αναγκασμένοι να μι­λούν τουρκικά. Μόνο στην Εκκλησία μιλούσαν ελληνικά, και στο σπίτι τους βέβαια ως Χριστι­ανοί. Η Εκκλησία κράτησε και στη λατρεία της και στο κήρυγμά της και σε κάθε χρήσι της μόνο την ελληνική γλώσσα. μόνη η Εκκλησία. Δεν υπήρξε άλλος φορεύς της ελληνικής γλώσσης τότε. Κι αν χανόταν η γλώσσα βέβαια, θα χα­νόταν και η γραμματεία της και η ιστορία και το έθνος.
Και παρ’ όλες τις δυσμενείς, δυσμενέστατες κι επικίνδυνες, συνθήκες η Εκκλησία τη γλώσσα την ελληνική την κράτησε σ’ όλο το ύψος της και σ’ όλη την καθαρότητά της. ’φήνω τους λογίους εκκλησιαστικούς ηγέτες, σαν τους κλη­ρικούς Μελέτιο Πηγά, Ευγένιο Βούλγαρι, Νικη­φόρο Θεοτόκη, Άνθιμο Γαζή, Νεόφυτο Δούκα, Αθανάσιο Πάριο, Θεόφιλο Κομπανίας Θεσσα­λονίκης, και τόσους άλλους, που έγραφαν σε αρχαΐζουσα γλώσσα. Παίρνω τις απλές Διδα­χές τουΚοσμά του Αιτωλού! Τι δημοτική ελληνική! Τι καθαρότητα ελληνικής γλώσσης! Κάνε­τε ένα πείραμα. Πάρετε τρία δημοτικά κείμενα της τουρκοκρατίας, δύο Ιδιωτικά κι ένα εκκλησιαστικό. ένα του Ζ' αιώνος, ένα του ΙΗ', κι ένα του ΙΘ'· το Χρονικό του Παπασυναδινού του Σερραίου (ΙΖ'), τις Διδαχές του Κοσμά του Αιτωλού (ΙΓ), και το Στορικόν (=Ιστορικόν) του στρατηγού Μακρυγιάννη (ΙΘ'), δηλαδή αυτό που λέμε Απομνημονεύματά του. (διότι ο Μακρυγιάννης μπορεί νάγραψε το κείμενό του με­τά την τουρκοκρατία, αλλά τη γλώσσα του την έμαθε σα μητρική και τη μιλούσε σαν ώριμος πλέον άντρας ήδη επί τουρκοκρατίας). Πάρτε τα κείμενα αυτά και χτενίστε το λεξιλόγιό τους. Στα δύο, Παπασυναδινό και Μακρυγιάννη, θα βρήτε μια δημοτική ελληνική κατάφορτη από τουρκικές λέξεις- τι ομανάτι και τιτζιβαέρι και τι τητούνι και τι γιαταγάνι και τι κάλπικο και τι χοζίρι! Κατάφορτη. Διαβάστε και τις Διδαχές του Κοσμά του Αιτωλού, το χριστιανικό κήρυ­γμα της Εκκλησίας- το δημώδες, το άκρως λαϊ­κό- δεν θα βρήτε τέτοιες λέξεις- θα βρήτε όλοκάθαρα ελληνικά. Γιατί; Γιατί η ’Εκκλησία την ελληνική γλώσσα, και την αρχαΐζουοα στη λατρεία της και τη δημοτική στο κήρυγμά της, τη μιλούσε μόνο καθαρή. μ’ ένα αισθητήριο αλάθητο. Ξέ­νες λέξεις δεν δεχόταν στη λαλιά της. Δεν κακί­ζω τους άλλους δύο συγγραφείς- άνθρωποι απλοϊκοί ήταν. ήταν φυσικό να δεχτούν τουρ­κικές λέξεις- δεν ήξεραν καν ποιές ακριβώς είναι τουρκικές και ποιές καθαρόαιμες ελληνικές. Δεν ήταν φιλόλογοι οι άνθρωποι. Η Εκκλησία όμως ούτε αυτό το απλοϊκό και απολύτως δικαιολο­γημένο μειονέκτημα είχε στη γλώσσα της και τη δημοτική και την αρχαΐζουσα. Η Εκκλησία μιλούσε μόνο καθαρή ελληνική γλώσσα, πεντα­κάθαρη. μόνη αυτή. Αλλά και οι άλλοι, όση ελληνική γλώσσα ήξεραν, στην Εκκλησία τη μά­θαιναν εκεί τη φρεσκάριζαν, εκεί τη διατη­ρούσαν και τη συντηρούσαν, για χάρι της Χρι­στιανικής πίστεως την κράτησαν. Για κανέναν άλλο λόγο.
Λέμε συνήθως- Το Ελληνικό έθνος χάρισε στη Χριστιανική πίστι τη γλώσσα του για τη Βί­βλο της. Ναι. αλλά και η Χριστιανική πίστι, δύο φορές αυτή, χάρισε στο Ελληνικό έθνος τη γλώσσα του. Το Ελληνικό έθνος σε έναν μόνο οφείλει ευγνωμοσύνη, διότι δύο φορές διέσωσε μόνος αυτός τη γλώσσα, του και την επιβίωσί του ως έθνους. στη Χριστιανική πίστι, στη Χριστιανική Εκκλησία. Που ήταν τότε οι παγανισταί, αυτά τα αγράμματα κι απελέκητα σαχλοκούδουνα; Όλοι τους πρόδωσαν κι αυτομόλησαν τη μια φορά στο λατινισμό την άλλη στο Ισλάμκι έσβησαν την ελληνική γλώσσα τους. Αυτό τους υπαγορεύει πάντα το θεοποιη­μένο τομαράκι τους. Η Χριστιανική πίστι διέσω­σε, δις, την ελληνική γλώσσα και για πάντα την αρχαία ελληνική γραμματεία και την ελληνική Ιστορία. Το Ελληνικό έθνος οφείλει τη σημερινή ύπαρξί του μόνο στη Χριστιανική πίστι, στην ΕκκλησίαΣε κανένα άλλο.και κυρίως σε καν­ένα πατριδοκάπηλο, σε κανένα ψιλικατζή ολυμπιακής φανφάρας. Ξέρετε τώρα που θ’ αυτομολήσουν αυτοί σε περίπτωσι που η ελληνική γλώσσα θα κινδυνεύση. Για χάρι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης διέσωσαν δις oι Χρι­στιανοί την ελληνική γλώσσα, με συνέπεια να διασωθή και η ελληνική γραμματεία και η ελληνική ιστορία και το Ελληνικό έθνος. Γι’ αυτό άλ­λωστε και ο διαμορφωτής που διέπλασε τη νεώτερη ελληνική γλώσσα είνε μόνο ένας- η Βί­βλος- η Παλαιά Διαθήκη κατά την αρχαία ελληνική μετάφρασι των Εβδομήκοντα και η Καινή Διαθήκη όπως γράφτηκε από τους αποστόλους του Κυρίου Ιησού Χριστού. Η Βίβλος διέ­πλασε πρώτα τη γλώσσα της χριστιανικής λα­τρείας και του χριστιανικού κηρύγματος κι έπει­τα όλη την ελληνική γλώσσα.

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
Από το περιοδικό της Ι.Μ. Φλωρίνης «ΣΑΛΠΙΞ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» (Τεύχη 354-355-356)

http://www.egolpion.com