Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Δάσος Κουκουναριάς Σχινιά Μαραθώνα. Ιστορία, λειτουργία και απειλές

 

 on 30/03/2025

Δρ Γεώργιος Καρέτσος
τ. Διευθυντής Ερευνών ΙΜΔΟ

Βρισκόμαστε σε μια περιοχή που είναι συνδεδεμένη με την αρχαία μας ιστορία και φιλοξενούμαστε σε ένα χώρο όπου ακόμη και σήμερα η παγκόσμια κοινότητα μνημονεύει το λαμπρό γεγονός της νίκης των Αθηναίων απέναντι σε μια υπέρτερη σε αριθμό δύναμη των «χρυσοφόρων Μήδων» κατά τον Σιμωνίδη. Η περιοχή απαιτεί εξ αντικειμένου τον σεβασμό μας, αν και αυτός δεν θεωρείται δεδομένος, εφόσον οι σύγχρονοι Έλληνες δεν επέδειξαν αντίστοιχη ευαισθησία απέναντι στον ιερό αυτό χώρο. Εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς παρακολουθώντας τις αεροφωτογραφίες της περιοχής και να αντιληφθεί ότι οι αρχαιολογικοί χώροι του Τύμβου και του Ιερού των Αιγυπτίων Θεών έχουν συρρικνωθεί ασφυκτικά από τις καλλιέργειες και την ανοικοδόμηση. Δεν θα κρίνω την νομιμότητα αυτών των επεμβάσεων διότι ξεφεύγει από το περιεχόμενο της παρούσας εκδήλωσης. Η ευρύτερη περιοχή, ούτως ή άλλως, δέχτηκε πολλές επεμβάσεις ιδιαίτερα τα τελευταία πενήντα χρόνια, με αποτέλεσμα το φυσικό περιβάλλον της περιοχής να υποχωρήσει σημαντικά, όπως θα δούμε στη σνέχεια.

Για να έλθουμε όμως στο επίδικο, που αφορά στο ταλαιπωρημένο παραλιακό δάσος του Σχινιά, με το οποίο σχετίζεται και η σημερινή συζήτηση, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε την ιστορία του, ώστε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα για τους κινδύνους καταστροφής που διατρέχει και για τα μέτρα διατήρησής του και εξασφάλισης της ζωτικότητάς του.

Όπως ίσως γνωρίζετε, το εν λόγω δάσος υπήρχε και στην αρχαιότητα και αναφέρεται από τον Αισχύλο στην επιγραφή που ίδιος έγραψε για να τον συνοδεύει στον τάφο του.

«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας· ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἂν εἴποι καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.»

Τον Αθηναίο Αισχύλο του Ευφορίωνα, αυτός ο τάφος σκεπάζει στη σιτοπαραγωγό Γέλα. Για την ξακουστή του παλληκαριά αν μπορούσε να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα, και ο μακρομάλλης Μήδος, που καλά την ξέρει.

Κατά πόσον βέβαια είχε την ίδια σύνθεση με τη σημερινή δεν το γνωρίζουμε ακριβώς αλλά εικάζουμε ότι πρέπει να ήταν δάσος με κουκουναριές, στροβίλους όπως τις ονόμαζαν οι αρχαίοι. Οι φυσικοί βιότοποι της κουκουναριάς στην Ελλάδα έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Εμφανίζονται επάνω σε παραλιακά αμμώδη μέτωπα αλλά προς την χέρσο υπάρχει κάποιο λιμναίο σύστημα με γλυκό ή υφάλμυρο νερό. Τα ίδια συμβαίνουν στη δυτική Πελοπόννησο, όπου στην περιοχή των λουτρών του Καϊάφα έως την εκβολή του Αλφειού οι κουκουναριές αναπτύσσονται σε εκτεταμένες θίνες και προς την χέρσο υπάρχει η λίμνη του Καϊάφα και βορειότερα η μεγαλύτερη λίμνη της Αγουλινίτσας, που έχει αποξηρανθεί. Το ίδιο συμβαίνει στη Στροφιλιά Αχαΐας με το μέγα παραθαλάσσιο δάσος και τις λίμνες Λαμίας και Προσκόπου στα μετόπισθεν. Και τέλος με την Σκιάθο, όπου και πάλι οι κουκουναριές αναπτύσσονται στο παραλιακό μέτωπο και το λιμναίο σύστημα της Στροφιλιάς ενδότερα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που η κουκουναριά επιλέγει αντίστοιχες φυσικές γεωμορφές για να σχηματίσει δάση. Παρεμπιπτόντως η λέξη στροφιλιά προέρχεται από την λέξη στρόβιλος, εξού και οι κοινές ονομασίες των περιοχών με κουκουναριές. Κάποιες απόψεις, γενετιστών κυρίως, ότι η βιολογική ποικιλότητα των πληθυσμών της κουκουναριάς δεν παρουσιάζει διαφοροποιήσεις, κατέληγαν σε συμπεράσματα ότι τα δάση αυτά δεν είναι φυσικοί πληθυσμοί και ότι δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο με σκοπό την παραγωγή καρπών.  Ωστόσο, οι βιότοποι όπου το είδος αναπτύσσεται με ευχέρεια, ακολουθούν κοινά οικολογικά χαρακτηριστικά και δημιουργείται το εύλογο ερώτημα γιατί δεν καλλιεργήθηκαν και άλλες εκτάσεις, δεδομένου ότι το είδος αναπτύσσεται και σε άλλες περιοχές όπου δεν υπάρχουν αντίστοιχες φυσικές απαιτήσεις. Το ποιο ασφαλές συμπέρασμα για την ομοιόμορφη σχετικά γενετική ποικιλότητα, ίσως να οφείλεται σε καταστροφή αυτών των δασικών σχηματισμών του παρελθόντος και την αναγέννησή τους αργότερα από περιορισμένο αριθμό διασωθέντων ατόμων. Εξ άλλου οι φυσικοί τους βιότοποι δεν παρουσιάζουν κλιματικές διαφοροποιήσεις, τέτοιες που θα υποχρέωναν το είδος σε προσαρμογή, όπως παρουσιάζεται σε άλλα είδη με ευρύτερη εξάπλωση και κάτω από διαφορετικά κλιματικά καθεστώτα ενδιαιτήματος. Αυτό βέβαια αποδεικνύει την εξάρτηση του είδους από τον συγκεκριμένο βιότοπο. Ας έχουμε επιπλέον υπόψη, ότι είναι βαρύσπορο και η διασπορά του περιορίζεται σχεδόν κάτω από την κόμη του μητρικού δένδρου.

Τα δάση αυτά τα τελευταία εξήντα περίπου χρόνια δέχονται μια υπερβολική πίεση, αθώα στην αρχή, γνωστή από τις ανάλαφρες ελληνικές ταινίες των ξένοιαστων εκδρομών και αθρόα τα τελευταία χρόνια με τα ταβερνάκια και τις σχεδόν μόνιμες ξαπλώστρες και τα μπαρ της παραλίας, χωρίς να εξαιρούμε τις οικιστικές πιέσεις εντός και περισσότερο στην περιφέρειά τους. Η διέλευση γίνεται παντοιοτρόπως και αν είναι δυνατό με οχήματα μέχρι της παραλίας. Αποτέλεσμα αυτής της ανεξέλεγκτης κατάστασης είναι ο αφανισμός των παραλιακών θινών και όλων των φυτοκοινωνιών των αμμοσύρσεων. Η ανεξέλεγκτη εξάλλου διασπορά των ανθρώπων στο δασικό σχηματισμό, καταστρέφει επιπλέον κάθε προσπάθεια φυσικής αναγέννησης με την καταστροφή και νέκρωση των αρτιφύτρων.

Στον Σχινιά η κατάσταση είναι περισσότερο επιβαρυμένη γιατί συγκεντρώνει πολυάριθμους λουόμενους και λάτρεις των θαλάσσιων σπορ, λόγω και της εγγύτητας με την πρωτεύουσα. Στο ανατολικό τμήμα του δάσους λειτουργούσαν παράνομα και τρεις ή τέσσερις ταβέρνες οι οποίες μόλις πριν οκτώ χρόνια περίπου κατεδαφίστηκαν. Η αντίληψη της προστασίας τους άρχισε να εκδηλώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, παράλληλα με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ τότε και την υποχρέωση να ενσωματώσει στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκές προστατευτικές Οδηγίες, καθώς και το νέο πνεύμα περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος που άρχισε να κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο και να αντανακλάται και στη χώρα μας. Είχε βέβαια προηγηθεί η ανακήρυξη 10 περιοχών (Εθνικών Δρυμών) ως απολύτου προστασίας από τη Δασική Υπηρεσία. Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1980 το Δασαρχείο Καπανδριτίου σε συνεργασία με τη Διεύθυνση αναδασώσεων Αττικής, είχε προβεί στην περίφραξη του δάσους του Σχινιά και επέτρεπε την είσοδο μόνο από ελεγχόμενες εισόδους με μπάρες. Το εγχείρημα αυτό απεδείχθη αναποτελεσματικό, δεδομένου ότι σε σύντομο διάστημα η περίφραξη και οι μπάρες είχαν καταστραφεί από διάφορους που θεωρούσαν ότι η περιοχή τους ανήκει ελέω θεού και κανείς αρμόδιος δημόσιος οργανισμός δεν έχει δικαίωμα να διαταράξει τα καθιερωμένα.

Κατά το 1990 ξεκινήσαμε ως Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων την οικολογική μελέτη του Δάσους, του έλους και της χερσονήσου της Κυνόσουρας. Η μελέτη ολοκληρώθηκε το 1992 και κατέληγε στα ακόλουθα εν περιλήψει συμπεράσματα τα οποία ακόμη βρίσκονται στην επικαιρότητα.

Το δάσος της κουκουναριάς βρίσκεται σε υποχώρηση και πιέζεται από την επικράτηση της χαλεπίου πεύκης στο ανατολικό τμήμα της περιοχής του. Τα γηραιότερα δένδρα της χαλεπίου πεύκης εκτιμήθηκαν να έχουν μια μέση ηλικία των 60 χρόνων, που σημαίνει ότι άρχισαν να επικρατούν κάποιες δεκαετίες νωρίτερα και να ευνοούνται από τον άνθρωπο, δεδομένου ότι τα γηραιώτερα φέρουν εμφανώς πληγές από τη ρητινοσυλλογή. Η υποχώρηση του δάσους της κουκουναριάς συνεχίζεται δεδομένου ότι η αναγέννησή της είναι πολύ φτωχή και δεν μπορεί να συναγωνιστεί την χαλέπιο κάτω από το ίδιο καθεστώς πιέσεων. Τα δένδρα της κουκουναριάς είναι μεγάλης ηλικίας και δεν εμφανίζονται άτομα νεότερων ηλικιών σε αντίθεση με την καλύτερη ηλικιακή εκπροσώπηση της χαλεπίου. Εκτός αυτών το ανατολικό τμήμα δεχόταν και δέχεται ισχυρότερες πιέσεις λόγω του υπερβολικού φόρτου των αυτοκινήτων και της παράνομης λειτουργίας των ταβερνών στο τμήμα αυτό.

Το έδαφος της περιοχής είναι αμμώδες και υφίσταται κάποια μορφή συνοχής και καλύτερης δομής και υποστήριξης προς τα φυτά, όταν είναι καλά εμπλουτισμένο με οργανική ουσία που προέρχεται από την αποσύνθεση της νεκρής βιομάζας. Η οργανική ουσία είναι περισσότερη στις αδιατάρακτες συστάδες προς το εσωτερικό και προς τα βόρεια τμήματα του δάσους και περιορίζεται έντονα προς το παραλιακό μέτωπο. Αυτό φυσικά προξενείται από την ισχυρότερη ανθρώπινη πίεση και παρουσία. Η δομή του, λόγω της αμμώδους σύνθεσης, καταστρέφεται εύκολα και δεν μπορεί να υποστηρίξει την όποια φυσική αναγέννηση της κουκουναριάς, σε αντίθεση με τον ευρύσπορο χαρακτήρα της χαλεπίου.

Οι σχετικά σταθεροποιημένες θίνες του παραλιακού μετώπου βρίσκονται σε σημαντική υποχώρηση και ελάχιστα τμήματα μαρτυρούν τη συνεχή γραμμή του παρελθόντος. Το χειμέριο κύμα διαβρώνει την ακάλυπτη ακτή και περισσότερα δένδρα της παραλίας εμφανίζουν απογυμνωμένο τον ριζικό τους κόμβο και τμήμα των ριζών είναι πλέον στην επιφάνεια. Οι αλοφυτικές φυτοκοινότητες έχουν υποχωρήσει στο σύνολό τους πλην μιας μικρής επιφάνειας στο κεντροδυτικό τμήμα. Καταγράφηκε μόνο ένα άτομο από το Pagratium maritimum και μάλλον σήμερα δεν υφίσταται ως στοιχείο. Επίσης καταγράψαμε το είδος Anchusa aggregata με μοναδική εμφάνιση στην Αττική και έκτοτε δεν παρατηρήθηκε στην περιοχή.  Οι φυτοκοινότητες των αμμοσύρσεων παρουσίαζαν επίσης ελάχιστη παρουσία.

Η χερσόνησος της Κυνόσουρας διαπιστώθηκε και τότε, ότι ήταν ένας βοτανικός παράδεισος,  όπως έλεγε η αείμνηστη κ. Χαριτωνίδου παλαιότερα, με αρκετά σπάνια και προστατευόμενα είδη.

Όσον αφορά στο έλος και τις φυτοκοινότητές του, δεν είχαμε διαπιστώσει κάποια ιδιαίτερη απειλή, τουλάχιστον στη σύνθεση της χλωρίδας του, πλην των άπειρων σκουπιδιών και την εγκατάλειψη άχρηστων κεραιών του στρατού, τμήματα των οποίων σάπιζαν πεσμένα στο νερό και κανένας τότε δεν ενδιαφέρθηκε να αποσύρει. Κάποια επίσης απειλή υφίστατο από τον οικισμό δυτικά του αεροδρομίου τότε, όπου τμήμα του έλους αποξηράνθηκε και οικοδομήθηκε. Δεν θα σχολιάσω κι εδώ τη νομιμότητα αυτών των πιέσεων που υφίστανται ακόμη και σε πλήρη πλέον ακμή.

Τέλος παρατέθηκε μια σχετικά πλήρης καταγραφή των φυτών που απαντούν στην περιοχή που ίσως να ήταν ο πληρέστερος κατάλογος που είχε μέχρι τότε δημοσιευτεί.

Έκτοτε, η περιοχή εντάχθηκε στο δίκτυο NATURA 2000 με κωδικό GR3000003 με το Διάταγμα, ΦΕΚ 395/Δ/03.07.2000 και έχει έκταση 1.382 εκτάρια. Για την οικολογική χαρτογράφηση εργαστήκαμε για δύο χρόνια περίπου το 2001 και 2002. Τότε χωροθετήθηκε και το κωπηλατοδρόμιο που θα εξυπηρετούσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εγκαταστάθηκε στο χώρο του παλιού αεροδρομίου. Αποτελεί μια τεράστια επέμβαση στο χώρο όπου δέσμευσε μεγάλες ποσότητες νερού από τη Μακαρία πηγή. Ενδεχόμενα να δημιούργησε και προβλήματα υδρολογικής ισορροπίας που τα αποτελέσματά της να μην είναι εισέτι ορατά.

Εκτός αυτού, το κωπηλατοδρόμιο εγκαταλείφθηκε στην κυριολεξία και όλες οι υποδομές του στενάζουν. Γαία πυρί μειχθήτο! Καμιά προοπτική δεν διαφαίνεται και ούτε σκέψη για το κατά πόσο έχει προκαλέσει επιπτώσεις στο έλος και στο παραλιακό δάσος. Μία εκ των υποχρεώσεων του κωπηλατοδρομίου ήταν να δημιουργήσει ένα σύστημα δασοπυρόσβεσης με πυλώνες και καταιονισμό νερού με εκτόξευση. Εγκαταστάθηκε και δεν λειτούργησε ποτέ. Αν όλες αυτές οι ευκαιριακές και βίαιες επεμβάσεις δεν συνδέονται με τη «διασπάθιση δημόσιου χρήματος», πως αλλιώς θα μπορούσαν να αποδοθούν;

Μακάρι τα προβλήματα να σταματούσαν εδώ. Με την προηγούμενη μελέτη είχαμε προτείνει και κάποια διαχειριστικά μέτρα σχετικά εφικτά για την περιοχή και να μην δημιουργήσουν και έντονα κοινωνικά προβλήματα. Ένα μέτρο προέβλεπε την εγκατάσταση περιφραγμένων αναγεννητικών κέντρων. Με την ίδρυση του Φορέα Διαχείρισης και τη στελέχωσή του άρχισε να μπαίνει κάποια σειρά στα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία μέτρα προστασίας. Τα σοβαρότερα μέτρα που πήρε, ήταν η αποτελεσματική περίφραξη του δάσους, η απαγόρευση της κυκλοφορίας οχημάτων εντός του δάσους και ο έλεγχος της κυκλοφορίας των υπηρεσιακών οχημάτων με μπάρες. Σημαντικό έργο ήταν η οριστική κατεδάφιση των ταβερνών από τον παραλιακό χώρο και η απομάκρυνση των μπάζων. Επιπλέον πέτυχε την περίοδο του θέρους, να διακόπτει την επιμήκη κυκλοφορία των οχημάτων στο χώρο στάθμευσης του κωπηλατοδρομίου και την μεταφορά του επισκεπτών με μισθωμένα λεωφορεία σε καθορισμένες εισόδους. Οι φύλακες του φορέα περιπολούσαν κατά βάρδιες, έλεγχαν και ενημέρωναν τους πολίτες για το τι έπρεπε να προσέχουν.

Με τον Φορέα συνεργαστήκαμε ως Ινστιτούτο, σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την αναγέννηση του δάσους της κουκουναριάς με την εγκατάσταση τριών μεγάλων περιφραγμένων πειραματικών επιφανειών και εξήντα μικρότερων κλωβών, όπου δοκιμάστηκαν διάφοροι μέθοδοι φύτευσης και σποράς. Παράλληλη υποχρέωσή μας ήταν η δημιουργία φυτολογίου, η εκ νέου καταγραφή των ειδών των φυτών, η φωτογραφική τεκμηρίωση και ο εντοπισμός των σπάνιων και προστατευόμενων ειδών. Τα συμπεράσματα του προγράμματος έχουν κατατεθεί στον Φορέα και είναι αξιοποιήσιμα μελλοντικά και ίσως κάποτε αποφασίσει ο δυσκίνητος και υδροκέφαλος ΟΦΥΠΕΚΑ να εφαρμόσει.

Στο Διοικητικό Συμβούλιο του φορέα υπήρχε εκπροσώπηση τοπικών φορέων, υπηρεσιών και εκπροσώπων περιβαλλοντικών οργανώσεων. Το σχήμα αυτό λειτούργησε έως το 2021, οπότε και καταργήθηκε. Δημιουργήθηκε ένας κεντρικός οργανισμός ο ΟΦΥΠΕΚΑ, ο οποίος συγκέντρωσε όλες τις αρμοδιότητες και ο Φορέας Διαχείρισης υπέπεσε σε μια λεγόμενη έκτοτε Μονάδα Διαχείρισης, η οποία συγχωνεύτηκε με την αντίστοιχη της Πάρνηθας. Το προσωπικό περιορίστηκε εφόσον σημαντικό στελεχικό δυναμικό μεταφέρθηκε στην κεντρική διοίκηση του ΟΦΥΠΕΚΑ. Ο χώρος ευθύνης, της μιας πλέον μονάδας, αυξήθηκε υπέρμετρα και εποπτεύει την Πάρνηθα, τον Σχινιά, τον Υμηττό, το Σούνιο και τις νησίδες του Αργοσαρωνικού. Οι τοπικοί φορείς δεν συμμετέχουν πλέον στη λήψη αποφάσεων και η επιστημονική επιτροπή που δημιουργήθηκε να συνδράμει το έργο της μονάδας δεν λειτούργησε ποτέ!

Εισήγηση στο πλαίσιο επιστημονικής Ημερίδας που διοργάνωσαν οι «Φίλοι του Εθνικού Πάρκου & Υγροτόπου Σχινιά – Μαραθώνα» σε συνεργασία με το «Επιμελητήριο Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας» στις 23 Μαρτίου 2025, στο Μουσείο Μαραθωνίου Δρόμου, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Δασών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: