Posted on 9 Αυγούστου, 2026

Εν Θεσσαλονίκη τη 9η Αυγούστου 2026
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου- συγγραφέως
Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η δεκάτη Κυριακή του Ματθαίου και το μεν ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι μια περικοπή από το 17ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, η δε αποστολική μια περικοπή από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου. Στην περικοπή αυτή ο απόστολος μας περιγράφει εν ολίγοις τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήγαγε το ιεραποστολικό του έργο. Ειδικότερα μας περιγράφει τους πειρασμούς, τις θλίψεις και τους κινδύνους που υπέφερε καθ’ όλη τη διάρκεια της 30ετούς ιεραποστολικής του δράσεως. Και το κάνει αυτό ο απόστολος όχι, βέβαια, από κενοδοξία, αλλά για λόγους ποιμαντικούς. Οι θλίψεις και οι διωγμοί που υπέφερε ο απόστολος για την αγάπη του Χριστού ήταν τα ισχυρότερα τεκμήρια της γνησιότητος του ιεραποστολικού του έργου. Ας δούμε στη συνέχεια μερικά σημεία από τις περιγραφές που μας δίδει, διότι έχουν μεγάλη σημασία και για μας τους σημερινούς χριστιανούς.
Γράφει: «δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους». Δηλαδή, νομίζω ότι ο Θεός εμάς τους Αποστόλους μας έχει αναδείξει στα μάτια όλων των ανθρώπων σαν τους πιο τελευταίους, που είναι καταδικασμένοι σε θάνατο. Ο Παύλος, (όπως και οι άλλοι απόστολοι), δεν ζούσε μέσα σε ανέσεις και πολυτέλεια, με καλοπέραση και ασφάλεια. Ζούσε πάντα με την προσμονή του μαρτυρίου. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του και τους άλλους αποστόλους με μια λέξη, που το άκουσμά της μας τρομάζει. Μια λέξη, που μόνο αυτή φτάνει για να δείξει, πως ζούσαν οι απόστολοι. Ονομάζει τους αποστόλους «επιθανατίους». Ήταν δηλαδή μελλοθάνατοι. Είχαν πάρει την απόφαση της ολοκληρωτικής θυσίας. Όπως σημειώνει σε άλλη επιστολή του, την Β΄ προς Κορινθίους, είχαν το «απόκριμα του θανάτου», δηλαδή κάθε μέρα έβλεπαν μπροστά τους τον θάνατο.
Όμως δεν ήταν μόνο οι θανάσιμοι κίνδυνοι. Ολόκληρη η ζωή του Παύλου ήταν γεμάτη στερήσεις και κόπους. Διότι όπως αναφέρει παρά κάτω: «άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν». Δηλαδή από την ημέρα που ελάβαμε το αποστολικό αξίωμα και μέχρι αυτή την ώρα ζούμε με πολλές ταλαιπωρίες και περιπέτειες. Και πεινάμε και διψάμε και δεν έχουμε ρούχα για να προφυλαχθούμε από τις κακοκαιρίες και δεχόμεθα ραπίσματα και γρονθοκοπήματα και συνεχώς μετακινούμεθα από τόπο σε τόπο, χωρίς να έχουμε πουθενά σταθερή παραμονή. Πολλές φορές ο απόστολος εστερείτο και την πιο αναγκαία τροφή. Εστερείτο ακόμη και τα αναγκαία ρούχα, για να προφυλαχθεί από τις κακοκαιρίες. Τις νύχτες δούλευε με τα ίδια του τα χέρια κατασκευάζοντας σκηνές, για να βγάλει το ψωμί του και να μη γίνεται βάρος στους χριστιανούς, που τον φιλοξενούσαν. Τις ημέρες περιόδευε από πόλη σε πόλη κηρύττοντας το ευαγγέλιο.
Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, έπρεπε να υπομένει και το άσπονδο μίσος και την κακουργία των φανατικών Ιουδαίων, οι οποίοι εξεδήλωναν το μίσος των ακόμη και με ραπίσματα και με ξυλοδαρμούς. Η ράχη του τρείς φορές ραβδίσθηκε άγρια, ενώ μια φορά λιθοβολήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου. Και δεν του προκαλούσαν τόσους πόνους τα χτυπήματα αυτά, όσους του προκαλούσαν τα άλλα χτυπήματα, οι λοιδορίες, οι ύβρεις και οι βλασφημίες. Ο κόσμος τον περιφρονούσε, τον θεωρούσε σαν ένα τίποτε. Διότι όπως προσθέτει παρακάτω: «ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι». Δηλαδή έχομε γίνει στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή ωσάν τα πλέον ρυπαρά υποκείμενα του κόσμου και ωσάν τα σκουπίδια.
Και όλους αυτούς τους ξυλοδαρμούς, τις ύβρεις, τις συκοφαντίες και τις περιφρονήσεις, πώς τις αντιμετώπιζε; Το λέει παρακάτω: «λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν». Όχι μόνο δεν εξεδικείτο, όχι μόνο δεν εγόγγυζε, αλλά και συγχωρούσε αυτούς που τον καταδίωκαν και τον κακοποιούσαν. Είχε πάντοτε προ οφθαλμών τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και προσπαθούσε να μιμηθεί το παράδειγμα του, ο οποίος και Αυτός σε όλη τη διάρκεια της δημοσίας του δράσεως υπέφερε συνεχώς βλασφημίες, λοιδορίες και συκοφαντίες με αποκορύφωμα βέβαια, τα όσα υπέφερε κατά τη διάρκεια του πάθους του. Αυτή την υπομονή και την μακροθυμία του Κυρίου υπογραμμίζει και ο απόστολος Πέτρος στην πρώτη Καθολική του επιστολή, όπου γράφει, ότι ο Κύριος «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δὲ τω κρίνοντι δικαίως». Δηλαδή ο Κύριος ενώ χλευαζόταν και υβριζόταν από τους βασανιστές του, δεν ανταπέδιδε τους χλευασμούς και τις ύβρεις. Ενώ έπασχε αδίκως, δεν απειλούσε με εκδικήσεις, αλλά παρέδιδε και εμπιστευόταν τον εαυτόν του στον Θεό, που κρίνει πάντοτε με δικαιοσύνη.
Αυτή με λίγα λόγια ήταν η ζωή του Παύλου, όπως ο ίδιος την περιγράφει. Αλλά ίσως να ρωτήσει κανείς. Γιατί τα γράφει όλα αυτά ο Παύλος; Γιατί αναγκάζεται να ξεδιπλώσει την ατομική του ζωή; Τα γράφει ωσάν μια απολογία, προκειμένου να προφυλάξει τους Κορινθίους, από τη φθοροποιό δράση των ψευδοδιδασκάλων, που πάσχιζαν με πολλές διαβολές και συκοφαντίες να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των Κορινθίων στον πνευματικό τους πατέρα και να τους καταστήσουν οπαδούς των. Οι Κορίνθιοι ήταν πνευματικά τέκνα του Παύλου. Αυτός με κόπο και μόχθο τους γέννησε πνευματικά, τους έσυρε από τον βυθό της αμαρτίας και τους οδήγησε στον αγιασμό. Επί ενάμυσι χρόνο παρέμεινε στην Κόρινθο, νουθετώντας τον καθένα από αυτούς με πολύ πόνο και δάκρυα, μέχρις ότου ωριμάσουν πνευματικά και μάθουν πάνω στην πράξη, πως πρέπει ζουν και να πολιτεύονται στην εν Χριστώ ζωή. Γι’ αυτό και σαν πατέρας αληθινός τους ανοίγει την καρδιά του και με ειλικρίνεια τους παρουσιάζει την ζωή του, ώστε να μην πέσουν θύματα των απατεώνων, που είχαν έρθει στην Κόρινθο σαν παρείσακτοι και προσπαθούσαν να τους παρασύρουν στην καταστροφή.
Αλλά και για ένα ακόμη λόγο γράφει αυτά ο Παύλος. Ποιος είναι αυτός; Τον αναφέρει στη συνέχεια: «Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε». Την ίδια προτροπή επαναλαμβάνει και παρά κάτω «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού». Δηλαδή σας παρακαλώ να γίνετε και σεις μιμητές μου, όπως και εγώ έγινα μιμητής του Χριστού. Όμως, αδελφοί μου, αυτή την προτροπή που απευθύνει ο απόστολος προς τους Κορινθίους, την απευθύνει και σε μας, τους σημερινούς χριστιανούς. Καλούμεθα λοιπόν και εμείς να ακούσωμε με πολλή προσοχή την προτροπή αυτή και να αγωνιστούμε κατά δύναμη, να την βάλουμε σε πράξη.
Υπάρχουν πολλοί σήμερα, που αν τους παρουσιάσεις το ύψος της ευαγγελικής ζωής, αν τους μιλήσεις, για το μεγαλείο της διδασκαλίας του Χριστού, αν τους πής για τις αρετές που διδάσκει το ευαγγέλιο, αμέσως σου απαντούν: Καλά είναι όλα αυτά, αλλά ποιος τα εφαρμόζει σήμερα; Αυτά είναι υψηλές θεωρίες, που δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στη σύγχρονη κοινωνική ζωή. Σ’ όλους αυτούς που προβάλουν αυτές τις αντιρρήσεις, έρχεται να απαντήσει ο απόστολος: «Μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού». Είναι δυνατόν ο Κύριος να παραδώσει στους ανθρώπους εντολές, που δεν εφαρμόζονται; Εάν το ευαγγέλιο είναι ανεφάρμοστο, τότε πως το εφάρμοσε ο απόστολος Παύλος και οι άλλοι απόστολοι; Πως το εφάρμοσαν τα εκατομμύρια των αγίων, των μαρτύρων και οσίων, που έζησαν μέχρι σήμερα; Όλοι αυτοί οι άγιοι ήταν πλασμένοι από την ίδια ύλη, όπως και εμείς. Έζησαν στις ίδιες κοινωνίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, που ζούμε και εμείς και πέρασαν πολύ μεγαλύτερους πειρασμούς απ’ ό,τι εμείς. Και όμως επειδή αγωνίστηκαν, κατόρθωσαν με τη Χάρη του Θεού, να εφαρμόσουν το ευαγγέλιο. Οι άγιοι δεν είναι μόνο για να έχουμε τις εικόνες τους στα σπίτια μας, ή για να τους ζωγραφίζουμε στους τοίχους των Εκκλησιών. Δεν είναι μόνο για να τους προσκυνάμε και να τους τιμάμε με τροπάρια και ύμνους. Η Εκκλησία μας προβάλλει τους αγίους, για να τους μιμηθούμε, για να μας εμπνέουν με τη ζωή και το παράδειγμά τους.
Βέβαια, από μόνοι μας, με τις ιδικές μόνο δυνάμεις, δεν μπορούμε να επιτύχουμε τίποτε. Μπορούμε όμως με τη δύναμη του Θεού, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίους μας: «Τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί» και σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου: «Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ», δηλαδή όλα μπορώ να τα επιτύχω με τη δύναμη του Χριστού. Ας μην προφασιζόμαστε προφάσεις εν αμαρτίαις, διότι αν οι εντολές του Χριστού μας φαίνονται δύσκολες και ανεφάρμοστες, αυτό οφείλεται στη ιδική μας ραθυμία και απροθυμία. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση, ότι χριστιανική ζωή σημαίνει θλίψεις και κόπους, σημαίνει αγώνα μέχρι θανάτου για τη νέκρωση του παλαιού ανθρώπου και των παθών, σύμφωνα με τον λόγο του αποστόλου ότι «διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» και σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίους μας: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι». Ας αγωνιστούμε και εμείς, αδελφοί μου, να γίνουμε μιμητές των αγίων μας, έστω και στο ελάχιστο, πράγμα που το εύχομαι να γίνει σε όλους μας με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας, τις πρεσβείες της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των αγίων. Αμήν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου