Κατά τήν σημερινή λειτουργική Σύναξη ἀποδίδεται, δηλαδή ὁλοκληρώνεται ὁ ἑορτασμός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ Ἐκκλησία, ἀπό τῶν ἀποστολικῶν ἤδη χρόνων, τιμᾶ ἀξιοχρέως τήν Παναγία Θεοτόκο, ὄχι μόνον γιά τίς ἀρετές πού τήν κοσμοῦσαν, ὅπως τήν ἀνυπέρβλητη ἀγάπη καί ἀφοσίωσή Της πρός τόν Θεό, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν ὑπακοή, τήν ἐμπιστοσύνη στίς θεῖες ἐπαγγελίες, ἀλλά κυρίως γιά τό ὅτι ἀξιώθηκε νά γίνει ἡ μόνη Θεοτόκος. Αὐτή πού ἔτεκε, ἐγέννησε, τόν Θεόν-Λόγον, τόν Υἱό τοῦ ζῶντος Θεοῦ, μέ τήν ἐπενέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἱεροί ὑμνογράφοι καί θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζουν τήν Παναγία ὡς Πύλη τῆς Ζωῆς. Μέσῳ Αὐτῆς ὁ Σωτήρ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Χριστός, κατῆλθε σέ τοῦτο τόν κόσμο τῆς ὀδύνης, τῶν δακρύων, τοῦ πόνου, τῶν ἀδικιῶν, τῶν πολέμων γιά νά τόν ἁγιάσει, νά τόν μεταμορφώσει, νά τόν ἐξευγενίσει, καλῶντας μέ ἐλευθερία τούς πάντες κοντά Του. Καί μέσῳ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία εἶναι εἰκόνα καί σύμβολο τῆς Ἐκκλησίας, ἀνέρχεται ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεό καί Πατέρα, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρός τό Φῶς τῆς Τρισηλίου Θεότητος.
Γι’ αὐτό ἡ Παναγία εἶναι ἡ Πύλη τῆς Ζωῆς, ἡ κλῖμαξ πού μᾶς ὁδηγεῖ στόν Οὐρανό, ἡ Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου, ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς. Οἱ πιστοί τῆς Ἐκκλησίας, ἡ χορεία τῶν Ἀποστόλων, πού ἦσαν «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν τῇ προσευχῇ καί τῇ δεήσει σύν γυναιξί καί Μαρίᾳ τῇ μητρί τοῦ Ἰησοῦ» (Πράξ. 1,14), εἶχαν στό κέντρο τῆς συνάξεώς τους τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ συνέργεια τῆς Παναγίας στό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου ἔγινε ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ Θεοτόκος θεωρεῖται ὡς τό πολυτιμότερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἀνθρωπότητα καί τό σπουδαιότερο δῶρο τῆς ἀνθρωπότητας πρός τόν Θεό.
Ἕνα εἶναι χρήσιμο καί ἀναγκαῖο
Ἡ περικοπή πού ἀναγινώσκεται σήμερα στήν θεία Λειτουργία πρός τιμήν τῆς Παναγίας, προέρχεται ἀπό τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Ὁ Εὐαγγελιστής διηγεῖται τήν πορεία τοῦ Ἰησοῦ πρός τά Ἱεροσόλυμα καί τήν συνάντηση πού εἶχε σέ κάποια κωμόπολη μέ τήν Μάρθα καί τήν Μαρία. Οἱ γυναῖκες αὐτές, κατά σάρκα ἀδελφές, εἶχαν διαφορετικό χαρακτῆρα. Ἡ Μάρθα, περισσότερο ἐξωστρεφής καί δραστήρια, ἀσχολεῖτο ὑπέρ τό δέον μέ τήν φιλοξενία τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἡ Μαρία καθόταν κοντά στά πόδια Του καί ἄκουγε ἀπερίσπαστη τήν διδασκαλία Του. Κάποια στιγμή ἡ Μάρθα ἐκφράζει τό παράπονό της γιατί ἡ ἀδελφή της τήν ἄφησε μόνη στό ἔργο τῆς φιλοξενίας καί, τότε, λαμβάνει τήν ἑξῆς ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό: «μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά· ἑνός δέ ἐστι χρεία», ἀσχολεῖσαι καί ἀνησυχεῖς γιά πολλά πράγματα, ἀλλά ἕνα μόνο χρειάζεται. Ἡ Μαρία ἐπέλεξε τήν καλή μερίδα, πού ποτέ δέν θά τῆς ἀφαιρεθεῖ. Αὐτή ἡ ὠφέλιμη μερίδα, εἶναι ὁ διακαής πόθος κάθε ἀληθινά πιστοῦ νά βρίσκεται πάντοτε κοντά στόν Κύριο· νά τρέφεται, νά ζωογονεῖται, νά ἐμπνέεται ἀπό τήν παρουσία Του, ἀπό τόν λόγο Του, ἀπό τά μυστήρια τῆς Βασιλείας Του. Καί ἡ διακονία χρειάζεται· καί ἡ φιλοξενία εἶναι ἀπαραίτητη· ὅμως, δέν πρέπει νά ἀποβαίνει σέ βάρος τῆς προσπάθειας νά εἴμαστε παντοῦ καί πάντοτε μαζί μέ τόν Χριστό. Ὁ Χριστός πρέπει νά εἶναι τό κέντρο τῆς ζωῆς μας, ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης πού θά φωτίζει κάθε πτυχή τοῦ βίου, τῶν σκέψεων, τῶν ἔργων μας. Τό Εὐαγγέλιό Του πρέπει νά γίνεται τό ὕψιστο κριτήριο τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως.
Ἡ Παναγία πρότυπο πνευματικῆς ζωῆς
Ὁ Κύριος, στό τέλος τῆς περικοπῆς, μακαρίζει ὅλους ὅσοι ἀκοῦν τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν φυλάσσουν. Ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία Τόν γέννησε καί Τόν θήλασε εἶναι ἡ ὄντως Παμμακάριστος, γιατί ἡ δύναμη, ἡ ἐνέργεια τοῦ θείου λόγου συνεῖχε ὅλη τήν ὕπαρξή Της καί ἐναρμόνιζε πρός αὐτόν ὅλο τόν βίο Της. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀκούει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ καί τόν θεωρεῖ ὡς τήν κατευθυντήριο δύναμη τῆς ζωῆς του, μοιάζει κατά τό δυνατόν, μέ τήν Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους.
Αὐτό εἶναι τό ὕψιστο χάρισμα καί ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ σέ κάθε πιστό, καθότι μέσα στά ἐσωτερικά σκοτάδια, τήν γενική ἀναστάτωση, τήν ἀνασφάλεια καί τόν φόβο ὁ πιστός μπορεῖ νά λέει μαζί μέ τόν προφήτη Δαυίδ: «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλμ. 118,105). Φῶς στήν ζωή μου εἶναι ὁ νόμος σου, Κύριε. Φῶς πού φωτίζει τήν πορεία τῆς ὑπάρξεώς μου. Εἴθε μέ τίς εὐχές τῆς Παναγίας Θεοτόκου, αὐτό τό Φῶς τοῦ θείου λόγου νά ἀκτινοβολεῖ στήν ζωή κάθε ἀνθρώπου, ὥστε νά δοξάζεται ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐξάγει «ἐκ σκότους καί σκιᾶς θανάτου» (Ψαλμ. 106,14) καί γεμίζει τήν συνείδησή μας μέ τό φῶς τῆς θεότητός Του.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου