Η
διδασκαλία τής Εκκλησίας δεν είναι συρραφή από εμπνεύσεις και επινοήσεις, αλλά
συνεχής ροή τής θείας σοφίας τού Αγίου Πνεύματος από την ημέρα τής Πεντηκοστής
τών αγίων Αποστόλων. Από τό δικό τους στόμα η αλήθεια τού Ευαγγελίου μεταδόθηκε
στούς αποστολικούς πατέρες. Από εκείνους εν συνεχεία στούς πατέρες και
διδασκάλους, στούς ομολογητές και κήρυκες τού θείου λόγου, στούς οσίους και δικαίους
τής Εκκλησίας μέχρι τήν δική μας εποχή και θα μεταδίδεται μέχρι τής συντέλειας
τού αιώνα.
Τόν πνευματικό
αυτό θησαυρό, που πήρε ως παρακαταθήκη ο απ. Τιμόθεος από τόν Απόστολο τών Εθνών
Παύλο, με τήν επιβεβαίωση τόσο τών μεσσιανικών προφητειών, όσο και τών
σύγχρονων μαρτύρων τής πίστης, καλείται να τόν διαφυλάξει και να τόν μεταδώσει
στίς επόμενες γενεές τών πιστών.
Δύο κυρίων
είναι οι δυνάμεις που εξασφαλίζουν τήν ποιότητα και τήν διατήρηση τής ιερής
Παράδοσης: α) Η θεία χάρη, και β) Η αυταπάρνηση τής πίστης.
Ο Απ.
Παύλος συμβουλεύει τον απ. Τιμόθεο να παίρνει δύναμη από τήν χάρη που τού
δόθηκε από τόν Χριστό. Και είναι αλήθεια στόν πνευματικό αγώνα διατήρησης τής
αληθινής πίστεως δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε βοηθό και συμπαραστάτη. Φαίνεται ότι
εμείς κτίζουμε τήν σωτηρία μας, όμως στήν πραγματικότητα Εκείνος οικοδομεί. Είναι
σημαντικό να τό έχουμε αυτό στόν νού μας, διότι «εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον
εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες». Οφείλουμε να συμπλέουμε με την πνοή και
τήν ροή τής θείας χάριτος για να φθάσουμε στήν Βασιλεία τών Ουρανών. Με τήν βοήθεια
τής χάριτος πιστεύουμε και σωζόμαστε, με την δύναμή της προοδεύουμε στήν αρετή
και καρποφορούμε πνευματικά. Η χάρη δόθηκε από τόν Σταυρό και τήν Ανάσταση τού
Χριστού και μεταδίδεται μέσω τών τελουμένων μυστηρίων τής Εκκλησίας. Η Εκκλησία
είναι κιβωτός τής αληθείας και φορέας τής χάριτος.
Παρά ταύτα
χρειάζεται και η δική μας διάθεση, πρόθεση και βούληση, όπως ερμηνεύει ο άγιος
Ιω. Χρυσόστομος: «Η γάρ χάρις, κάν χάρις, τούς εθέλοντας σώζει», δηλαδή η θεία
χάρις, αν και δίδεται δωρεάν από τόν Θεό, όμως σώζει εκείνους που επιθυμούν,
επιζητούν και θέλουν να σωθούν. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί δια τής βίας. Και σ’
αυτήν την αυτοπροαίρετη προσπάθειά μας να συμβάλουμε στήν σωτηρία μας πάλι
έχουμε βοηθό τόν ίδιο τόν Κύριο: «ο Θεός γάρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και τό
θέλειν και τό ενεργείν υπέρ τής ευδοκίας». Ο Θεός είναι εκείνος που προβαίνει
σε κάθε ενέργεια ώστε να ενισχύσει τήν θέλησή μας για να πράττουμε ό, τι είναι σύμφωνο
με τό θέλημά Του.
Τόσο μεγάλη
είναι η συμπαράσταση και η συμμαχία τού Θεού στό έργο τής σωτηρίας μας, ώστε
Εκείνος να μας εμπνέει με τήν χάρη Του λογισμούς μετανοίας, σύνεσης και
επιθυμίες πνευματικές για να πλέξουμε τήν σωτηρία, την δικαίωση και τόν αγιασμό
τής ψυχής και τούς σώματός μας.
Ο απ.
Παύλος συμβουλεύει τον απ. Τιμόθεο να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες στόν
πνευματικό του αγώνα σαν τόν καλό στρατιώτη, «κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης»,
ώστε και τήν γνησιότητα τής ιερής παράδοσης να διατηρεί, αλλά και με την δύναμή
της να ξεπερνά τα εμπόδια και να είναι
νικηφόρος. Τού συνιστά να είναι:
α. Πειθαρχημένος. Η πειθαρχία στήν πνευματική ζωή σημαίνει
ενσυνείδητη υπακοή στούς πνευματικούς πατέρες και τούς πνευματικούς κανόνες τής
Εκκλησίας. Αυτό εξασφαλίζει στόν αγωνιζόμενο άνωθεν δύναμη και αποτρέπει τήν
πλάνη και τήν αποστασία. Τό «πείθεσθε τοίς ηγουμένοις», που γράφει σε άλλη
συνάφεια τών επιστολών του ο απ. Παύλος, αποδεικνύει ότι οι καλοί χριστιανοί
οφείλουν να πορεύονται «ως τέκνα υπακοής».
β. Θαρραλέος. Να μην φοβάται ούτε τις δυσκολίες ούτε τις απαιτούμενες
θυσίες για να ολοκληρώσει τόν σκοπό τής πνευματικής του αποστολής. Να έχει κατά
νούν αυτό που και ο ίδιος ο Παύλος λέει, «πάντα ισχύω εν τών ενδυναμούντι με Χριστώ»,
πάντοτε υπερισχύω επειδή με ενδυναμώνει στον αγώνα μου ο Χριστός.
γ. Αφοσιωμένος. Να μην παρασύρεται από την μέριμνα τού
καθημερινού βίου, «τάς τού βίου πραγματείας», και να παραμελεί τήν αποστολή του
και ξεφεύγει από τόν ιερό στόχο του που είναι η διδασκαλία τού Ευαγγελίου και η
σωτηρία τών ψυχών. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος στήν πορεία προς τήν βασιλεία
τού Θεού να παρεκκλίνει και να βρεθεί στήν δυσάρεστη θέση να μην αναγνωρίσει ο
Κύριος τόν αγώνα του.
Παράδειγμα
ο αθλητής που λαμβάνει μέρος σ’ ένα αγώνισμα. Για να αναγνωρισθούν οι αθλητικές
του προσπάθειες και να πάρει το βραβείο ή τό μετάλλιο ενός συγκεκριμένου
αθλήματος πρέπει να σέβεται τούς κανόνες τού αθλήματος. Διαφορετικά θα ακυρωθεί
ο αγώνας του. Επομένως, η μη νόμιμη άθληση δεν έχει ανταμοιβή, δεν
στεφανώνεται.
Και ποιοι
είναι οι κανόνες τής νόμιμης πνευματικής άθλησης; Ασφαλώς οι ζωηφόρες εντολές
τού Ευαγγελίου. Εντολές που οφείλει ο πιστός χριστιανός να έχει συνεχώς στόν
νού του και να εμβαθύνει στό νόημά τους. Αν παρεκκλίνει απ’ αυτές ή μειώσει τήν
σημασία τους έχει κριτή τόν ίδιο τόν Χριστό που είπε ότι δεν θα πάψει να ισχύει
ούτε ένα γιώτα ούτε μια οξεία από τόν νόμο τού Ευαγγελίου, όσο υπάρχει ο κόσμος
και μέχρι τήν συντέλεια τού αιώνα. Η ζώσα πίστη, η ταπείνωση, η υπομονή, η
μετάνοια και τέλος η προς τόν πλησίον αγάπη είναι οι γενικοί κανόνες πάνω στούς
οποίους οφείλει να πορεύεται ο πνευματικός αγωνιστής. Να κινείται και να
εντρυφά στήν ιερή παράδοση τής Εκκλησίας για να υπολογίζεται ο πνευματικός του
αγώνας και να αγιάζεται εν Χριστώ. Και να συμβάλλει ενεργά στήν ενίσχυση τών
συνοδοιπόρων τής βασιλείας τού Θεού.
Αν δεν
γίνουμε πρώτα εμείς φώς δεν μπορούμε να φωτίσουμε τούς άλλους. Γι αυτό δεν
πρέπει να απομακρυνόμαστε από τό φώς τού Ευαγγελίου. Να είμαστε φορείς τού
αγίου Πνεύματος, ώστε να ξέρουμε πού εμείς πάμε για να καθοδηγούμε τότε και
τούς άλλους. Να προσέχουμε μήπως και δώσουμε «τά άγια τοίς κυσί». Να μην
εμπιστευόμαστε δηλαδή τόν θησαυρό τού Ευαγγελίου σε όσους δεν μπορούν ή δεν
θέλουν να τόν αξιολογήσουν και να τόν αξιοποιήσουν.
Αρχιμ. Χ.Ν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου