Η Αγία μας Εκκλησίας σε μια ομάδα Αγίων έχει δώσει τον τίτλο Νεομάρτυρας . Τον τίτλο αυτό έλαβαν άνδρες και γυναίκες που μαρτύρησαν για τον Χριστό στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς. Δεν επέτρεπαν οι οθωμανικοί κατακτητές οι σκλαβωμένοι Έλληνες να πιστεύουν και να λατρεύουν τον Σωτήρα Χριστό. Τους τιμωρούσαν αυστηρά και τις περισσότερες φορές τους θανάτωναν. Πολλοί από τους Νεομάρτυρες είναι συγχρόνως και εθνομάρτυρες, δηλαδή αγωνίζονταν και για την Ελευθερία του υπόδουλου γένους. Κάποιοι προσποιούνται ότι το ξέχασαν. Eμείς, βροντοφωνάζουμε τα λόγια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη‧ «η επανάσταση του 1821 έγινε για την πίστη του Χριστού και της Ελλάδος την ελευθερία».
Πολλοί είναι οι Άγιοι Νεομάρτυρες των οποίων γνωρίζουμε τα ονόματά τους, ακόμα περισσότεροι όσοι τα ονόματά τους δεν γνωρίζουμε. Τα ονόματα όλων αυτών τα γνωρίζει ο Θεός και τους έχει στεφανώσει με το αμάραντο στεφάνι της δόξης Του και απολαμβάνουν την αιώνια Ζωή. Στο νέφος αυτό των Νεομαρτύρων περίοπτη θέση κατέχει ο Άγιος Απόστολος ο Νέος, με τον βίο του θα ασχοληθούμε.
Ο Άγιος Απόστολος ο Νέος γεννήθηκε το 1667 μ.Χ. στο χωριό του Πηλίου Άγιος Λαυρέντιος από τους Κώστα Σταματίου και τη Μέλπω. Οι γονείς του ήταν φτωχοί βιοπαλαιστές και ευσεβείς Χριστιανοί. Πήρε από τους γονείς του τα πρώτα μαθήματα ευσεβείας, τιμιότητας και εργατικότητας. Μικρός είναι ο Άγιος όταν μένει ορφανός από τους δυο γονείς του και σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων, το 1682, αναγκάζεται να φύγει από τον τόπο του και κατέληξε να δουλεύει σε ένα καπηλειό στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτή την ηλικία ο Άγιος σε ξένο και εχθρικό περιβάλλον προσπαθεί, εργάζεται, προσεύχεται στον Χριστό και διακρίνεται για την καλή του συμπεριφορά. Είναι Χριστιανός καλός.
Τέσσερα χρόνια μετά την αναχώρηση του Αγίου από το χωριό του, οι συγχωριανοί του και οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών υπέφεραν από την άδικη και μεγάλη φορολογία. Γι’ αυτό πήγε μια επιτροπή κατοίκων στην Κωνσταντινούπολη και βρήκανε τους αρμόδιους για την περιοχή επιτρόπους και έλαβε υπόσχεση και έγγραφα για την μείωση της φορολογίας. Όταν γύρισαν στον τόπο τους ο Βοεβόδας όχι μόνο δεν μείωσε τη φορολογία, αλλά θεώρησε τα έγγραφα πλαστά και σιδηροδέσμιους τους οδήγησε ο ίδιος στην Κωνσταντινούπολη και φρόντισε να φυλακιστούν ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας.
Μόλις οι κάτοικοι πληροφορήθηκαν τα γεγονότα έστειλαν επιτροπή στην Κωνσταντινούπολη να επισκεφθεί την Βασιλομήτορα , να την ενημερώσουν και να αποφυλακιστούν οι φυλακισμένοι. Ο Άγιος με καλή διάθεση προσφέρθηκε να τους βοηθήσει γιατί αυτοί δεν γνώριζαν που έπρεπε να απευθυνθούν. Επιπλέον ο Άγιος γνώριζε και την γλώσσα. Παρέδωσε το υπόμνημα σε ανώτατο αξιωματούχο, που προηγουμένως είχε επηρεαστεί από τον Βοεβόδα του Πηλίου .Ο αξιωματούχος εξαγριωμένος παραπέμπει τον Άγιο και τους άλλους στον Βοεβόδα για τιμωρία. Βασανίστηκαν άγρια. Ζητήθηκε από τον Άγιο να πληρώσει τους φόρους για τα τέσσερα χρόνια που έλειπε. Επειδή δεν είχε χρήματα του πήρε το πατρικό σπίτι στο χωριό. Σκεπτόταν ο Βοεβόδας να τους ελευθερώσει φοβούμενος μήπως οι άλλοι πάνε στην Βασιλομήτορα. Όμως, κάποιος γέρος που δεν ήθελε να φανεί ότι ο Άγιος έλυσε το πρόβλημα, καταθέτει , ψευδώς, ότι ο Άγιος είναι ο πρωταίτιος του εγχειρήματος.
Γι’ αυτό κλείνεται στη φυλακή και βασανίζεται. Μια μέρα ελευθέρωσε το ένα πόδι και προσπάθησε να δραπετεύσει. Συνελήφθη από τους φύλακες και έρχεται ο ίδιος ο Βοεβόδας και τον κτυπά με το τσεκούρι. Ο Άγιος τον ρωτά: «τι με χτυπάς με τόση σκληροκαρδία; Ή δεν γνωρίζεις ότι είμαι και από σένα και από τους υπηρέτες σου καλύτερος»; Η ερώτηση εκλαμβάνεται από τον Βοεβόδα ως ομολογία πίστεως ότι δηλαδή ο Άγιος είναι μουσουλμάνος και διατάζει να γίνει περιτομή. Φυσικά αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Αγίου και την ομολογία του: «εγώ Χριστιανός είμαι και δεν αρνούμαι την αγία μου πίστη». Νέα βασανιστήρια και φυλάκιση στη φυλακή των κακούργων. Τον περιφέραν σε διάφορους αξιωματούχους για να τον μεταπείσουν και να ασπαστεί τον μωαμεθανισμό, τάζοντας πλούτη και αξιώματα. Ο Άγιος τα απέρριπτε όλα και ομολογούσε Χριστό Σταυρωθέντα και Αναστάντα.
Τελικά κατέληξε στον Βεζύρη. Μάταια προσπάθησε και αυτός να κάνει τον Άγιο να αλλάξει γνώμη, παρά τις υποσχέσεις του για πιο μεγάλα κέρδη και μεγαλεία. Ο Άγιος δεν τους άκουγε, αλλά διαλαλούσε: «Μην αργοπορείτε και χάνετε τον καιρό σας, ό,τι είναι να κάνετε κάντε το γρήγορα. Οποιονδήποτε θάνατο και αν μου δώσετε θα τον δεχθώ προθυμότατα για χάρη του Χριστού μου. Μην αργοπορείτε λοιπόν. Θέλετε να με κάψετε; Να μαζέψω εγώ τα ξύλα και να ετοιμάσω την φωτιά. Θέλετε να με απαγχονίσετε; Να ετοιμάσω με τα ίδια μου τα χέρια τη θηλειά. Θέλετε να με αποκεφαλίσετε; Δώστε μου το ξίφος να το ακονίσω εγώ όσο χρειάζεται». Δεν πείθονταν ο Άγιος και ο Βεζύρης διέταξε να αποκεφαλιστεί.
Όλη την νύκτα τον βασάνισαν άγρια. Στον δρόμο προς τον τόπο του μαρτυρίου την άλλη μέρα βάδιζε χαρούμενος γιατί θα πήγαινε στον Χριστό. Χαιρετούσε τους Χριστιανούς που βρήκαν στο δρόμο και ζήτησε να τον συγχωρήσουν. Αυτοί κατάλαβαν τι επρόκειτο να συμβεί και από μακριά έγιναν αυτόπτες μάρτυρες. Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου ο Άγιος γονάτισε και περίμενε τον δήμιο να τον αποκεφαλίσει. Για να δώσουν χρόνο αλλαξοπιστίας στον Άγιο ο δήμιος ακούμπησε με το σπαθί τρεις φορές το λαιμό του μάρτυρα. Μετά τραβώντας τον από τα μαλλιά τον αποκεφάλισε. Το σώμα το έριξαν στη θάλασσα και το κεφάλι το πήγαν στον Βεζύρη για απόδειξη. Ήταν Δευτέρα 16 Αυγούστου 1686. Ο Μάρτυρας ήταν μόλις δεκαεννέα ετών. Στο άνθος της νιότης του.
Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου