Προς Ρωμαίους κεφάλαιο δ΄
13 Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα. 14 εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ. 15 τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας·
Σχολιασμός
Η έννοια του θανάτου ως ύπνου εγκαινιάστηκε με την Ανάσταση του Χριστού. Μέχρι τότε ο κόσμος ήξερε ότι όποιος πάει στον Άδη, από εκεί δεν βγαίνει σε καμιά περίπτωση, εκτός βέβαια από ορισμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. της Περσεφόνης, του Οδυσσέα, του Ηρακλή και του Ορφέα. Ο Χριστός επισκέφτηκε τον Άδη, τον νίκησε και πήρε μαζί του εκείνους που άκουσαν το κήρυγμά του και μετανόησαν. Οι επισκέψεις του Χριστού στους μαθητές μετά την Ανάστασή του έδωσαν την βεβαιότητα ότι ο Άδης και ο Θάνατος δεν είναι ανίκητος αλλά και οι ψυχές των νεκρών, όταν αποχωρίζονται από το σώμα, κοιμούνται έως την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και «προσδοκούνε την ανάσταση των νεκρών». Επομένως αυτοί που πεθαίνουν δεν λέγονται νεκροί αλλά κεκοιμημένοι, οι οποίοι βρίσκονται προσωρινά στο κοιμητήριο κάθε ενορίας. Αυτήν την ελπίδα έδωσε ο απόστολος Παύλος στους Θεσσαλονικείς, αλλά παρεξηγήθηκε, όταν του έγραψε ότι εμείς οι ζωντανοί δεν θα προλάβουμε την παρουσία του Κυρίου, διότι θα προηγηθούν οι νεκροί. Αυτό το ερμηνεύει περισσότερο στην Β΄ προς Θεσσαλονικείς επιστολή.
16 ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, 17 ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα. 18 Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις.
Σχολιασμός
Ο απόστολος Παύλος περιγράφει με τον πιο μεγαλοπρεπή τρόπο την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου με φωνές, προσταγές και με σάλπιγγες Κυρίου με τις οποίες καλούνται να αναστηθούν πρώτα οι νεκροί και ύστερα οι ζώντες και έτσι όλους μαζί θα τους αρπάξουν τα σύννεφα και θα τους φέρουν κοντά στον Κύριο και εκεί θα είναι πάντα μαζί του. Αυτό προφανώς το λέει για τους Θεσσαλονικείς που πίστεψαν στην διδασκαλία του, βαπτίστηκαν και με την άγια ζωή τους θα κριθούν άξιοι μιας τέτοιας βασιλικής υποδοχής.
Η εκκλησία μας κινούμενοι στο μέτρο της φιλανθρωπίας του Θεού παρακαλεί και ικετεύει για κάθε χριστιανό, ανεξάρτητα από την ζωή που έπανε. Τέλειωσε την ζωή του ό,τι μπόρεσε έκανε τώρα προσβλέπει στο έλεος του Θεού, διότι «ουκ έστιν άνθρωπος ος ζήσεται και ουχ αμαρτήσει».
Αυτόν τον πόθο της εκκλησίας τον εκφράζει με τον ωραιότερο και θεολογικότερο τρόπο ο μεγάλος μας υμνογράφος, Ιωάννης Δαμασκηνός. Με αυτούς τους στίχους παίρνουμε ελπίδα ότι ο Θεός θα ελεήσει και εμάς.

ΤΑ ΝΕΚΡΩΣΙΜΑ ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ
Τα νεκρώσιμα ευλογητάρια είναι έξι στον αριθμό και αναφέρονται στο πώς οι άγιοι βρήκαν την πόρτα του Παραδείσου, στο πως πλάστηκε ο άνθρωπος από το Θεό, στην σπίλωση της εικόνας του Θεού, που έχει ο άνθρωπος, αναφορά στον Τριαδικό φως της Θεότητας και στην παράκληση να μας βοηθήσει η Παναγία να βρούμε κι εμείς τον Παράδεισο.
Νεκρώσιµα Εὐλογητάρια. Ἦχος πλ. αʹ.
Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν µε τὰ δικαιώµατά σου.
Τῶν Ἁγίων ὁ χορός εὗρε πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ θύραν Παραδείσου,
εὕρω κἀγώ τὴν ὁδὸν διὰ τῆς µετανοίας.
τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον ἐγώ εἰµι,
ἀνακάλεσαί µε, Σωτήρ, καὶ σῶσόν µε.
Μετάφραση
Ο χορός των Αγίων βρήκε την πηγή της ζωής
και την θύρα του Παραδείσου.
Ας βρω και εγώ τον δρόμο με την μετάνοια.
Το απολωλός πρόβατο, Σωτήρα μου, είμαι εγώ,
φώναξέ με κοντά σου και σώσε με.
Ερμηνεία
Το ζητούμενο είναι να βρούμε την πηγή της ζωής και την πόρτα του Παραδείσου. Ο άνθρωπος που είναι πλασμένος για ζωή φοβάται φυσιολογικά τον θάνατο, γιατί θα την χάσει. Ο άνθρωπος γενικά δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την έννοια του θανάτου και αυτός που δεν έχει μεταφυσική πίστη αποφεύγει κάθε τι που του τον θυμίζει. Για τον πιστό όμως υπάρχει κι άλλη ζωή που πηγάζει από την πηγή της ζωής, τον Χριστό. Οι Άγιοι πραγματικά βρήκαν την πηγή της ζωής και εξακολουθούν να ζουν και να είναι παρόντες και σε αυτή τη ζωή, όπως συμπεραίνει κανείς από τις πολλές εμφανίσεις τους σε ανθρώπους και από τα πολλά τους θαύματα. Την άλλη ζωή λοιπόν μόνο στον Παράδεισο θα την βρει κανείς, όπως οι άγιοι, αλλά αυτοί βρήκαν τον δρόμο που οδηγεί σε αυτόν. Ο δρόμος αυτός δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετάνοιας. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησε ο ληστής πάνω στο σταυρό και μπήκε πρώτος στον Παράδεισο, που ήταν κλειστός μέχρι τότε. Το δρόμο της μετάνοιας πήρε ο Άσωτος, για να έρθει και να ζητήσει συγχώρεση από τον πατέρα του. Αυτό ζητάμε και στην περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής με το τροπάριο: «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα».
Είμαστε κι εμείς τα απολωλότα πρόβατα, μας ψάχνει ο Θεός για να μας βρει αλλά, αν εμείς κρυβόμαστε ή δεν θέλουμε να μας βρει, δεν θα μας βρει και δεν θα μας φέρει πίσω στην ποίμνη, δηλαδή στην εκκλησία. Η μόνη μας ελπίδα είναι να μας καλέσει ο Θεός να πάμε κοντά του και στον ουρανό αλλά και εδώ στη γη, γιατί εμείς είτε ντρεπόμαστε γι’ αυτά που κάνουμε είτε δεν βρίσκουμε τον δρόμο κι έτσι είμαστε «χαμένοι», βυθισμένοι στην απώλεια.
Ὁ πάλαι µέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας µε,
καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιµήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ
πάλιν µε ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην,
εἰς τὸ καθ’ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε
τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι.
Μετάφραση
Εσύ που παλιά με έπλασες από το μηδέν
και με τίμησες με την θεία σου εικόνα
όμως με την παράβαση της εντολής σου
με γύρισες και πάλι στο χώμα από όπου με πήρες
φέρε με και πάλι στο «καθ’ ομοίωσιν»
και αναμόρφωσέ με στο αρχαίο κάλλος.
Ερμηνεία
Όλη η ιστορία του ανθρώπου περιγράφεται συνοπτικά σε αυτό το τροπάριο. Αναφέρεται στη δημιουργία του ανθρώπου, στην πτώση του και την δυνατότητα να φτάσει στο «καθ’ ομοίωσιν», να μοιάσει δηλαδή το Θεό και να αποκτήσει και πάλι την παλιά ομορφιά, την ομορφιά την οποία χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο κατά την δημιουργία του. Το ότι είμαστε εικόνα Θεού είναι για εμάς μεγάλη τιμή. «Εἰκών εἰµι, τῆς ἀρρήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγµατα φέρω πταισµάτων» θα πει ο υμνογράφος στο επόμενο τροπάριο. Όμως αυτήν την εικόνα δεν έπρεπε να την σπιλώσουμε. Έπρεπε να την τιμήσουμε και να φτάσουμε στην ομοίωσή μας με τον Θεό. Δεν ήταν λοιπόν ένα κατοχυρωμένο προνόμιο του ανθρώπου αλλά μια αφορμή για αγώνα και τελείωση, αυτήν που ακόμη και τώρα οι άγγελοι την επιδιώκουν. Αντ’ αυτού εμείς με την παρακοή πέσαμε πολύ χαμηλά. Υποβιβάσαμε την ανθρώπινη οντότητά μας στα πιο κατώτερα στοιχεία, από τα οποία αποτελούμαστε, τα χοϊκά. Κι έτσι από χώμα γίναμε και στο χώμα πάμε. «χους ει και εις χουν απελεύσει».
Εἰκών εἰµι τῆς ἀρρήτου δόξης σου,
εἰ καὶ στίγµατα φέρω πταισµάτων,
οἰκτείρησον τὸ σὸν πλάσµα, Δέσποτα,
καὶ καθάρισον σῇ εὐσπλαγχνίᾳ,
καὶ τὴν ποθεινὴν πατρίδα παράσχου µοι,
Παραδείσου πάλιν ποιῶν πολίτην µε.
Μετάφραση
Είμαι εικόνα της ανέκφραστης δόξας σου
παρόλο ότι σπιλώθηκα από τα πταίσματά μου
γι αυτό δείξε, Δέσποτα, οίκτο στο πλάσμα σου
και καθάρισέ με ως εύσπλαχνος που είσαι
και δώσε μου και πάλι πίσω την ποθητή μου πατρίδα
και κάνε με και πάλι πολίτη του Παραδείσου.
Ερμηνεία
Συνεχίζοντας ο υμνογράφος τις σκέψεις του προηγούμενου τροπαρίου τονίζει την σπίλωση της εικόνας του Θεού, που είναι η απεικόνιση της θείας δόξας, από τον «παραπεσόντα» άνθρωπο, ο οποίος με τα πολλά του πταίσματα αμαύρωσε την εικόνα του Θεού, με την οποία τον προίκισε ο Θεός. Είναι λοιπόν αξιολύπητος ο άνθρωπος και μόνο ο οίκτος και η ευσπλαχνία του Θεού μπορεί να τον σώσει, αφού προηγουμένως καθαρίσει όλους αυτούς τους σπίλους που έχει ο άνθρωπος με τις αμαρτίες που έκανε. Ο Παράδεισος εξακολουθεί να είναι το σπίτι μας, η πατρίδα μας, από όπου ξεσπιτωθήκαμε και εκπατριστήκαμε σε ξένη χώρα, στον κόσμο αυτό, που είναι η εξορία του Αδάμ. Ξένοι και πάροικοι είμαστε εδώ πάνω στη γη, προσωρινοί και πρόσκαιροι, γιατί «η πολιτεία μας εν ουρανοίς υπάρχει», η πατρίδα μας, που την στερηθήκαμε τόσους αιώνες, είναι ο Παράδεισος. Όσο πιο διακαής είναι ο πόθος αυτός, τόσο πιο πολύ θα προετοιμαζόμαστε γι’ αυτόν, για να μην μας βρει ο Νυμφίος της εκκλησίας σε ύπνο και απογοητευμένοι να ομολογούμε: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου κεκοσμημένον, καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ, λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα, καὶ σῶσόν με»
Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς, τοὺς δούλούς σου,
καὶ κατάταξον αὐτοὺς ἐν Παραδείσῳ,
ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων, Κύριε,
καὶ οἱ δίκαιοι ἐκλάµψουσιν ὡς φωστῆρες,
τοὺς κεκοιµηµένους δούλους σου ἀνάπαυσον,
παρορῶν αὐτῶν πάντα τὰ ἐγκλήµατα.
Μετάφραση
Ανάπαυσε, Θεέ μου, τους δούλους σου
και κατάταξέ τους στις τάξεις των Αγίων
που βρίσκονται στον Παράδεισο,
όπου οι άγιοι και οι δίκαιοι θα λάμψουν ως φωστήρες.
Ανάπαυσε τους κεκοιμημένους δούλους σου
παραβλέποντας όλα τους τα αμαρτήματα.
Ερμηνεία
Ο υμνογάφος δυο φορές τονίζει να αναπαύσει ο Θεός τους κεκοιμημένους δούλους του, πράγμα που είναι το επιθυμητό για έναν άνθρωπο που ταλαιπωρήθηκε στη ζωή όχι μόνο από τις δυσκολίες αλλά και από τις επιθέσεις του Πονηρού. Βέβαια αυτή η ανάπαυση θα γίνει μόνο όταν ο Θεός τους εγκαταστήσει μέσα στον Παράδεισο. Εκεί και οι δίκαιοι, δηλαδή οι ευσεβείς και πιστοί, και οι άγιοι, δηλαδή αυτοί που στην επίγεια ζωή είχαν μέσα τους το Άγιο Πνεύμα, όχι απλώς αναπαύονται αλλά είναι λαμπεροί σαν τα αστέρια από τη λάμψη του Φωτοδότη Θεού. Μια πρόγευση για αυτό μας έδωσε ο Θεός με τους λαμπερούς αγγέλους πάνω από το μνήμα του «αναστάντος» Χριστού, καθώς και από τα λαμπερά ρούχα του Μωυσή και του προφήτη Ηλία κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού. Αυτό όμως αξιώνεται να το ζήσει αυτός που είναι καθαρός στην καρδιά και, επειδή δεν υπάρχει άνθρωπος που θα ζήσει πάνω στη γη και δεν θα αμαρτήσει, γι’ αυτό ο υμνογράφος ζητάει από τον Θεό να παραβλέψει όλα του τα «εγκλήματα», όλα του τα αμαρτήματα, για να μπορέσει να μπει στο Νυμφώνα του Κυρίου, τον Παράδεισο.
Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύµατι.
Τὸ τριλαµπὲς τῆς µιᾶς Θεότητος, εὐσεβῶς ὑµνήσωµεν βοῶντες·
Ἅγιος εἶ, ὁ Πατὴρ ὁ ἄναρχος, ὁ συνάναρχος Υἱὸς καὶ θεῖον Πνεῦµα. φώτισον ἡµᾶς πίστει σοι λατρεύοντας καὶ τοῦ αἰωνίου πυρὸς ἐξάρπασον.
Μετάφραση
Ας υμνήσουμε με ευσέβεια το τριλαμπές της μιας Θεότητας:
Είσαι Άγιος και συ ο Πατέρας που δεν έχεις αρχή και τέλος
και ο συνάναρχος Υιός και το θείο Πνεύμα.
Φώτισε εμάς, που σε λατρεύουμε με πίστη,
άρπαξέ μας από την αιώνια φωτιά και γλίτωσέ μας.
Ερμηνεία
Στα δοξαστικά, όπως αυτό, γίνεται πάντα λόγος για τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, που αποτελούν μια Θεότητα. Εκείνο που τονίζεται εδώ είναι ότι κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδας είναι φως, είναι το «τριλαμπές» φως της μιας Θεότητας. Αυτό τονίζεται και στην εορτή της Πεντηκοστής: «Φως ο Πατήρ, Φως ο Υιός, Φώς και το Άγιο Πνεύμα». Αυτό το τριλαμπές Φως μπορεί να φωτίσει τους πιστούς, που το λατρεύουν με ευσέβεια, για να κάνουν τα έργα του φωτός, γιατί αλλιώς θα φωτιστούν από μια άλλη φωτιά, καταστρεπτική και οδυνηρή, που είναι το αιώνιο πυρ της κολάσεως. Αυτό παρακαλεί ο υμνογράφος, να μας αρπάξει ο Θεός από αυτό το αιώνιο πυρ της κολάσεως, στο οποίο σίγουρα θα βρεθούμε με τα αμαρτήματα, που κάνουμε, και να μας γλιτώσει. Έτσι μόνο θα σωθούμε. Αυτό παρακαλούμε για τον «κοιμηθέντα» αδελφό μας, αυτό πρέπει να έχουμε υπόψη κι εμείς «οι περιλειπόμενοι», οι ζωντανοί, όσο ζούμε και έχουμε την ευκαιρία να αποφύγουμε την καταδίκη.
Καὶ νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀµήν.
Χαῖρε σεµνή ἡ Θεὸν σαρκὶ τεκοῦσα εἰς πάντων σωτηρίαν,
δι’ ἧς γένος τῶν ἀνθρώπων εὕρατο τὴν σωτηρίαν·
διὰ σοῦ εὕροιµεν Παράδεισον, Θεοτόκε, ἁγνὴ εὐλογηµένη.
Μετάφραση
Χαίρε εσύ που είσαι η προσωποποίηση της σεμνότητας,
εσύ που γέννησε τον Θεό κατά σάρκα για την σωτηρία όλων
και εξαιτίας σου το γένος των ανθρώπων βρήκε την σωτηρία.
Δια σού, Θεοτόκε, μακάρι να βρούμε τον Παράδεισο,
εσύ που είσαι αγνή από αμαρτίες και ευλογημένη από τον Θεό.
Ερμηνεία
Το τροπάριο αυτό λέγεται Θεοτοκίο, γιατί είναι αφιερωμένο στην Θεοτόκο. Τέτοια υπάρχουν στο τέλος όλων των Κανόνων εις ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης για την μεγάλη υπηρεσία, που προσέφερε η Θεοτόκος στο ανθρώπινο γένος. Δάνεισε την σάρκα της στο Θεό, ο οποίος την αγίασε και έτσι έχουμε κι εμείς τη δυνατότητα να την αγιάσουμε και να σωθούμε. Η ευχή μας είναι, η Θεοτόκος, η οποία με την αγνότητά της έγινε ευλογημένη και πέτυχε τον αγιασμό και την σωτηρία της, να βοηθήσει και εμάς στην μεγάλη αυτή προσπάθεια και να πρεσβεύει για εμάς στον Ελεήμονα Θεό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου