Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Η άποψη ενός δικαστικού για το εάν ο Ιησούς Χριστός ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

 


Ο Ιησούς Χριστός εμφανίσθηκε επί της γης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, δηλαδή σε απολύτως ελεγχόμενη ιστορική στιγμή. Έπειτα η δράση Του επίσης σε ορισμένο χώρο και περιβάλλον και τέλος το μαρτύριο Του, ο θάνατος Του, η ταφή και η ανάσταση Του ωσαύτως σε ορισμένο τόπο και χρόνο.

Όλα δε αυτά τα ιστορικά γεγονότα τα συνυφασμένα με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, πλαισιώνονται από πολλά αλλά σύγχρονα με αυτά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, όπως η διαταχθείσα από τον Καίσαρα απογραφή των κατοίκων της Αυτοκρατορίας, το όνομα του συγκεκριμένου Καίσαρα, του Οκταβιανού Αύγουστου, επί των ημερών του οποίου εγεννήθη ο Χριστός, καθώς και το όνομα του άλλου Καίσαρα, του Τιβέριου, επί των ημερών του οποίου εσταυρώθη και ανέστη ο Χριστός, το όνομα του ηγεμόνα της Παλαιστίνης, ο οποίος εδίκασε και κατεδίκασε τον Χριστό, του Πόντιου Πιλάτου, καθώς επίσης και βασιλέων της Παλαιστίνης, όπως του Ηρώδη, του σφαγέα των νηπίων κ.λπ. Από τα γεγονότα αυτά, όσα αναφέρονται στην επί γης δράση Του και κυρίως τα θαύματα Του, και πάνω απ' όλα η ανάσταση Του, αποδεικνύουν τον Χριστόν Θεόν αληθινό, στο όνομα του Οποίου θυσιάζονται οι μάρτυρες της πίστεως. Μιλάμε για γεγονότα, για τα οποία υπάρχουν αδιάψευστοι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, οι Απόστολοι, οι οποίοι δεν έχουν κανένα απολύτως λόγο να ψεύδονται.

Σας καταθέτω επ' αυτού την τεσσαρακονταετή και πλέον δικαστική πείρα μου, με βάση την οποία λέγω ότι από την μελέτη της «δικογραφίας», για να χρησιμοποιήσομε και κάποιους νομικούς όρους, που αναφέρεται στη δίκη του Ιησού Χριστού, μπορώ να βεβαιώσω ότι δεν έχω συναντήσει πιο συνεπείς, πιο σαφείς, πιο σταθερούς στις θέσεις τους και πιο αξιόπιστους μάρτυρες από τους Αποστόλους, τις μαρτυρίες των οποίων κανένα απολύτως άλλο στοιχείο της δικογραφίας μπόρεσε να ανατρέψει. Προς επίρρωσιν δε τούτου λέγω τούτο και μόνο. Ποιό συμφέρον είχαν οι Απόστολοι να καταθέσουν ψευδώς υπέρ της Αναστάσεως του Χριστού, την στιγμή μάλιστα κατά την οποίαν ήταν βέβαιο ότι, αν το έκαναν, κινδύνευαν ακόμη και με την ίδια τους τη ζωή, την οποίαν όλοι τους σχεδόν τελικώς θυσίασαν υπέρ της Αναστάσεως, ενώ, αν σκέφτονταν το συμφέρον τους, έπρεπε να καταθέσουν κατά του γεγονότος της αναστάσεως; Αυτοί όμως, όλοι τους, εν ενί στόματι καταθέτουν και μαρτυρούν αυτά τα οποία «ακηκόασιν, εωράκασι τοις οφθαλμοίς αυτών, α εθεάσαντο και α αι χείρες αυτών εψηλάφησαν» (Α' Ιω. α' 1), βεβαιώνοντας όλους μας ότι «ου δύνανται α είδον και ήκουσαν μη λαλείν» (Πραξ. δ' 20).

Ομολογώ ότι σε καμιά δίκη από τις πάμπολλες που έχω διεξαγάγει στην μακροχρόνια δικαστική μου ζωή δεν ευτύχησα να έχω τέτοιες ακλόνητες αποδείξεις, σαν κι αυτές που υπάρχουν για την γέννηση, τα θαύματα, τα πάθη, τον θάνατο, την ταφή και τέλος την Ανάσταση του Χριστού, στις οποίες να στηρίξω με τόση βεβαιότητα την ψήφο μου!

(Βασίλειος Ευτ. Νικόπουλος, Πρόεδρος Αρείου Πάγου ε.τ. Δ.Ν., "Η δυστυχία του να είσαι άθεος", εκδ.Αρμός, σελ.72-74)

Δεν υπάρχουν σχόλια: