on 27/01/2026
Μαργαρίτα Γεωργιάδου1
Ευγενία Τσιπιτσίδου2
Σπύρος Μπέης3
Με αφορμή το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας με τίτλο «Ενεργή μάχη: Ολοκληρωμένη αναμόρφωση του συστήματος πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης έναντι δασικών πυρκαγιών και λοιπών φυσικών, τεχνολογικών ή ανθρωπογενών καταστροφών».
Το νέο νσχ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση της πολιτικής προστασίας. Υπόσχεται μετατόπιση από την αντίδραση στην πρόληψη, καθιέρωση στρατηγικού σχεδίου 10ετίας, εφαρμογή της «προδιαγεγραμμένης καύσης» και ελεγχόμενης βόσκησης. Μια δεύτερη ανάγνωση όμως αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: τη θεσμοθέτηση της φωτιάς ως εργαλείο διαχείρισηςκαι την αξιοποίηση της για άλλες επιδιώξεις του κρατικού μηχανισμού άσχετες με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Η φωτιά δεν είναι πολιτική πρόληψης. Είναι ομολογία αποτυχίας.
Η προδιαγεγραμμένη καύση δεν είναι ούτε νέα ούτε «έξυπνη» μέθοδος. Είναι ένα διαχειριστικό εργαλείο, που σε ειδικές περιπτώσεις, με αυστηρούς επιστημονικούς όρους, μπορεί να αξιοποιηθεί — όχι όμως ως κύρια στρατηγική πρόληψης και ειδικά όχι στα μεσογειακά δάση της Ελλάδας. Οι θάμνοι των μεσογειακών οικοσυστημάτων πρεμνοβλαστάνουν άμεσα μετά την πυρκαγιά και ανακτούν πάνω από 60% της μάζας τους μέσα σε έναν χρόνο. Το υποτιθέμενο «παράθυρο» αντιπυρικής ασφάλειας είναι μικρό και η ανάγκη επανάληψης των καύσεων οδηγεί σε φαύλο κύκλο οικολογικής εξάντλησης και εδαφικής υποβάθμισης.
Η κυβέρνηση, ουσιαστικά, προωθεί μια μέθοδο που δεν εφαρμόζεται σε μικτά δάση πεύκων και θαμνώνων — ούτε με όρους οικολογικής λογικής, ούτε με επιχειρησιακή ασφάλεια, σε μια απόπειρα να καλύψει επιχειρησιακά κενά και να εναρμονιστεί με τις αποφάσεις ΕΕ και ΝΑΤΟ για την ανθεκτικότητα μέσων και υποδομών στο πλαισιο της «πολεμικής προετοιμασίας».
Επισημαίνουμε ότι όπως είναι γνωστό οι φωτιές στον μεσογειακό χώρο δεν υπακούουν σε ημερολόγια ούτε «χαμηλή υγρασία φθινοπώρου». Η μετατροπή έρπουσας φωτιάς σε επικόρυφη μπορεί να γίνει σε δευτερόλεπτα.
Το «Στρατηγικό Σχέδιο Διαχείρισης Δασικών Πυρκαγιών», σε πλήρη ευθυγράμμιση με τους ευρωατλαντικούς μηχανισμούς, οικοδομεί μια υποδομή αντιμετώπισης κρίσεων, όχι προστασίας οικοσυστημάτων. Προτεραιότητα δεν είναι το δάσος, αλλά οι «ανθεκτικές υποδομές». Το περιβάλλον δεν αντιμετωπίζεται ως φυσικός πόρος ζωής και κοινό αγαθό, αλλά ως εμπόρευμα, πεδίο ασκήσεων και κερδοφορίας.
Η Δασική Υπηρεσία: Από απούσα ως αποδιοπομπαίος τράγος
Σε αυτή τη βάση, η Δασική Υπηρεσία δεν έχει καμία αρμοδιότητα. Μια Δασική Υπηρεσία άλλωστε, αποδυναμωμένη, χωρίς χρηματοδότηση, μέσα και ανθρώπινο δυναμικό.
Ποιος θα εφαρμόσει αυτές τις πρακτικές;
Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη όταν ξεφύγει η φωτιά — γιατί σίγουρα θα ξεφύγει;
Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο επιδιώκει ταυτόχρονα να μετακυλίσει την πολιτική ευθύνη της, στους εργαζόμενους στο πεδίο, χωρίς μάλιστα να κρατάει τα προσχήματα: Χωρίς εφόδια, χωρίς πλαίσιο, χωρίς σοβαρή επιστημονική υποστήριξη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι: Προδιαγεγραμμένη καύση χωρίς ολοκληρωμένη δασική διαχείριση και προστασία είναι καταστροφή. Και όταν προβλέπεται το ΚΥΣΕΑ να αποφασίζει για ζητήματα όπως το πού και πώς θα επιτραπούν παρεμβάσεις στο δάσος, ακομη και για τη βόσκηση, αυτό δεν γίνεται από άγνοια. Είναι απολύτως συνειδητή πολιτική κατεύθυνση όπως προαναφέραμε.
Με αυτές τις ρυθμίσεις, αφαιρείται στην πράξη από τη Δασική Υπηρεσία και το ήδη διασπασμένο αντικείμενο της πρόληψης, υποβαθμίζεται ο ρόλος της και ανοίγει ένας ακόμη δρόμος προς την πλήρη διάλυσή της. Η μεταφορά της πρόληψης και της αντιπυρικής προστασίας των δασών ως αρμοδιότητα σε επιτελικά όργανα της Πυροσβεστικής, δεν υπηρετεί την προστασία των δασών, αλλά τη σταδιακή αποδόμηση του βασικού κρατικούεπιστημονικού φορέα που θα μπορούσε να ασκήσει ουσιαστική προστασία αν υπήρχε η ανάλογη δασική πολιτική της κυβέρνησης. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή.
Η προστασία των δασών υπονομεύεται όταν περιορίζεται στην προκαταστολή και την καταστολή των δασικών πυρκαγιών. Πολύ περισσότερο όταν αποτελεί “πεδίο βολής” και άσκησης δυνάμεων με πρόσχημα την προδιαγεγραμμένη καύση. Άλλωστε το δρομο έχει ήδη ανοίξει το πολυδιαφημιζόμενο πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ…..
Το δάσος δεν είναι φλόγες. Είναι οικοσύστημα. Κινδυνεύει από ασθένειες, εδαφική διάβρωση, καταπατήσεις, απώλεια βιοποικιλότητας, μείωση της φυσικής αναγέννησης. Από υποβάθμιση της άγριας πανίδας, ορνιθοπανίδας, ακύρωση της εισφοράς του στην παραγωγή Οξυγόνου, στην υδάτινη ισορροπία κλπ. Κινδυνεύει ακομη και η ίδια του η ύπαρξη αν υποβαθμιστεί συστηματικά. Ο πυρήνας της προστασίας του δεν μπορεί να είναι η φωτιά.
Οφείλει να είναι η επιστημονικά τεκμηριωμένη, μακρόπνοη, ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία με μόνιμη παρουσία, σχέδιο και έργα.
Η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, μετρά την προστασία των δασών μόνο με βάση το κόστος – όφελος. Μετατρέπει το περιβάλλον σε πεδίο επενδυτικής «αξιοποίησης». Με ανεμογεννήτριες που τεμαχίζουν οικοσυστήματα. Με αποχαρακτηρισμούς που νομιμοποιούν καταστροφές. Με την εμπορευματοποίηση της γης. Με fasttrack επενδύσεις και «κατά παραγγελία» μελέτες. Άλλωστε η ρητή αναφορά στον ν. 4412/2016 για τις αναθέσεις, κάτι που φέρνει τυποποίηση και ανοίγει τον δρόμο για πιο εργολαβική προσέγγιση.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί, ούτε πρέπει να είναι τεχνική ή αποσπασματική. Δεν μπορεί να εξαντλείται στη συζήτηση για το πότε, πού και πώς θα καίμε «ελεγχόμενα». Η γενίκευση της προδιαγεγραμμένης καύσης δασικής βλάστησης ως κεντρικού εργαλείου πρόληψης δασικών πυρκαγιών και για ελεγχόμενη βόσκηση δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες, αλλά τις συγκαλύπτει. Αποτελεί υποκατάστατο της απουσίας ουσιαστικής δασικής διαχείρισης, της χρόνιας υποστελέχωσης και της εγκατάλειψης της υπαίθρου. Σε συνδυασμό μάλιστα με την έλλειψη επαρκούς επιστημονικού και εργατικού προσωπικού και μέσων από τα Δασαρχεία, συμβάλλει στη βέβαιη υποβάθμιση των Δασών και στη διευκόλυνση της εκχώρησης της διαχείρισης των Δασών στους ξυλοβιομήχανους και ξυλέμπορους.
Οι δασικές πυρκαγιές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μία από τις απειλές — όχι ως το μοναδικό πρόβλημα. Η μονοθεματική εστίαση στη φωτιά συσκοτίζει άλλες, εξίσου κρίσιμες πιέσεις: ασθένειες, απώλεια βιοποικιλότητας, διάβρωση, εγκατάλειψη της διαχείρισης. Μόνο μια συνολική πολιτική για το δάσος, και όχι μια πολιτική «πυρκαγιάς», μπορεί να αποτελέσει πραγματική πρόληψη.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πολιτική προστασίας όσο παραμένει σε ισχύ ένα αντιδασικό νομικό πλαίσιο που διευκολύνει αποχαρακτηρισμούς, κατατμήσεις και επενδυτικές χρήσεις γης εις βάρος των οικοσυστημάτων. Η προστασία των δασών δεν συμβιβάζεται με fast track διαδικασίες, ούτε με την αντιμετώπιση της φύσης ως «χώρου αξιοποίησης».
Όσο κυριαρχεί και δεν απορρίπτεται από όλους μας η αντίληψη του «κόστους – οφέλους» και η σταδιακή στρατιωτικοποίηση και της περιβαλλοντικής πολιτικής. Το δάσος δεν είναι υποδομή ασφαλείας, ούτε πεδίο ασκήσεων «ανθεκτικότητας». Είναι ζωντανό οικοσύστημα και κοινωνικό αγαθό, με πολλαπλές λειτουργίες που δεν αποτιμώνται σε λογιστικούς πίνακες.
Απέναντι σε αυτή τη λογική, προβάλλει ως αναγκαιότητα και ως μοναδική πρόταση με κριτήριο την προστασία του Περιβάλλοντος και την εξυπηρέτηση των κοινωνικών – λαϊκών αναγκών, η ολοκληρωμένη δασική διαχείριση και προστασία, με επιστημονικά τεκμηριωμένα σχέδια, μακροχρόνιο ορίζοντα και έλεγχο από το λαό.
Διαχείριση που θα υλοποιείται από μια διαφορετικά οργανωμένη, ισχυρή, ανασυγκροτημένη Δασική Υπηρεσία με μόνιμο προσωπικό, εξοπλισμό και θεσμική αρμοδιότητα στο πεδίο. Χωρίς αυτή τη βάση, κάθε «εργαλείο» —ακόμη και το πιο ήπιο— μετατρέπεται σε παράγοντα κινδύνου. Επειδή αποφασίζεται από κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν τα δαση ως εμπόρευμα, πηγή κέρδους για τους επιχειρηματικούς ομίλους κάθε μορφής, ως “φαιό νταμάρι” είτε ως “πεδίο βολής φθηνό”.
1Μαργαρίτα Γεωργιάδου
Δασολόγος Δασαρχείου Λαγκαδά
Μέλος Δ.Σ. Π.Ε.Δ.Δ.Υ.-Π.Ο.ΓΕ.Δ.Υ.
2Ευγενία Τσιπιτσίδου
Δασολόγος Δ.Δ. Ανατ. Ατικής
Μέλος ΔΣ Συλλόγου Εργαζομένων Δασικών Υπηρεσιών Αττικής
3Σπύρος Μπέης
Δασολόγος Δ.Δ. Θεσπρωτίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου