Μελετῶντας μέ προσοχή καί προσευχή τήν Εὐαγγελική περικοπή πού ἀναγνώσθηκε στήν Θεία Λειτουργία, αἰσθανόμαστε τό σθένος πού προ έρχεται ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀκτινοβολία τῆς θεότητος καί τῆς ἀγάπης Του πρός πάντας, ἡ ὁποία ἔχει τό σθένος νά μεταβάλλει τίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καί νά ἀναγεννᾶ, νά ἀναπλάθει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, νά τήν ὁδηγεῖ στήν σωτηρία.
Ὁ Κύριος περνᾶ μέσα ἀπό τήν Ἱεριχώ. Πλῆθος ἀνθρώπων τόν ἀκο λουθοῦσε, μεταξύ αὐτῶν καί ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, ἄνθρωπος μέ πλοῦτο καί δύναμη, ὁ ὁποῖος, ὅμως, εἶχε πλουτίσει μέ ἀδικίες καί ἐκμε τάλλευση τῶν συνανθρώπων του. Ὁ Ζακχαῖος ἐπιθυμοῦσε νά δεῖ τόν Χριστό. Λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ σωματικοῦ του ἀναστήματος δυσκολευό ταν. Καί τί ἔκανε; Δέν δίστασε νά ἀνέβει ἐπάνω σέ μιά συκομουριά, χω ρίς νά ὑπολογίσει τό ἀξίωμα καί τήν κοινωνική του θέση, γιά νά μπορέ σει νά τόν δεῖ.
Ἡ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ
Ποιό ἦταν τό κίνητρο τοῦ πόθου, τῆς ἀκατανίκητης ἐπιθυμίας, πού ὤθησε τόν Ζακχαῖο νά συναντηθεῖ μέ τόν Χριστό καί νά τόν γνωρίσει; Προφανῶς, δέν ἀστοχοῦμε λέγοντας ὅτι τό ὑπαρξιακό κενό πού αἰσθά νεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἔλλειψη νοήματος στήν ζωή του, ὁ ἀδυσώπη τος ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως ἀπό τό βάρος τῶν ἀδικιῶν καί ἁμαρτιῶν, ἡ μοναξιά πού βιώνει ἀπό τήν ἀπουσία τῆς ἀληθινῆς φιλίας καί ἀγάπης, ἡ ἐπίγνωση τῆς λανθασμένης ὁδοῦ πού ἀκολουθεῖ καί τόν ὁδηγεῖ στήν ἀπώλεια, ἡ ἀπογοήτευση, ἐντέλει, ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, τοῦ δίνει τό ἔναυσμα νά ἀποταθεῖ σέ Αὐτόν πού μπορεῖ νά τόν σώσει, νά τόν γε μίσει μέ ἐλπίδα ἀκαταίσχυντη, δύναμη καί πίστη γιά νά ἀναθεωρήσει ὅλη τήν ζωή του.
Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀκτινοβολεῖ «φῶς ἱλαρόν», πραότητα, ἀλή θεια, ἀγάπη, κατανόηση, ἐλευθερία, χαρά, ζωή, εἰρήνη, ἐλπίδα καί ἔτσι προσελκύει κάθε καλοπροαίρετο ἄνθρωπο νά τόν γνωρίσει, νά τόν ἀγα πήσει, νά πιστεύσει ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Ζῶντος Θεοῦ· «Θεός ἀλη θινός ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ», ὅπως ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Μετάνοια καί ἀρετή
Ἡ ἀγάπη καί ἡ πίστη τοῦ Ζακχαίου πρός τόν Κύριο Ἰησοῦ μεταμόρ φωσαν τήν ὕπαρξή του. Ἔπαυσε νά ἀδικεῖ, ἔδωσε τά μισά ἀπό τά ὑπάρ χοντά του στούς πτωχούς καί ἀνταπέδωσε στό τετραπλάσιο ὅσα εἶχε πάρει μέ ἀπάτη. Ἐδῶ διαφαίνεται ἡ ἀρνητική καί ἡ θετική πλευρά τῆς μετανοίας. Ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ γιά τίς ἁμαρτίες καί τά λάθη του καί, ἀκολούθως, προσπαθεῖ νά ἀποκαταστήσει, νά διορθώσει, νά θεραπεύ σει κάθε μορφή ἀδικίας, κάθε πληγή πού προξένησε στούς συνανθρώ πους του. Αὐτό, ἀκριβῶς, σημαίνει νά ζεῖ κάποιος μέ ἀρετή. «Ἀρετή», λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «δέν εἶναι τά χρήματα, ὥστε νά φοβηθεῖς ἄνθρωπε τήν φτώχεια, οὔτε ἡ ὑγεία τοῦ σώματος γιά νά φοβηθεῖς τήν ἀσθένεια, οὔτε ἡ ἐκτίμηση τῶν πολλῶν γιά νά ἀποφύγεις τήν κακή φήμη, οὔτε, ἁπλά καί ἀόριστα, τό νά ζεῖ κάποιος, ὥστε νά σοῦ φανεῖ φοβε ρός ὁ θάνατος. Ἀρετή εἶναι ἡ ἀκριβής παραμονή στήν ἀληθινή πίστη καί ὁ ὀρθός τρόπος ζωῆς». Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Ζακχαῖος μέ τήν δύναμη τῆς ἀληθινῆς πίστεως βίωσε καί τόν ὀρθό τρόπο ζωῆς, ἔζησε μέ εὐαγγελική ἀρετή.
Ὁ Χριστός στήν ἀναζήτηση καί σωτηρία τοῦ ἀπολωλότος
Ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος στόν Ζακχαῖο τόν διαβεβαιώνει ὅτι σώθη κε, γιατί καί αὐτός εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, δηλαδή δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος θέλει, διά τῆς μετανοίας, «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4). Καί, ἀκολού θως, διακηρύσσει τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἦλθε γιά νά ἀναζητήσει καί νά σώσει ὅσους βρίσκονται μακριά ἀπό τόν Θεό. Αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπως περιεκτικά τό περιγράφει ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ: «Θά ἀναζητήσω, λέγει ὁ Κύριος, τό χαμένο πρόβατο, θά φέρω πίσω τό παραστρατημένο, στό πληγωμένο θά βάλω ἐπιδέσμους καί τό ἀδύναμο θά τό δυναμώσω» (Ἰεζ. 34,16).
Εἴθε αὐτές οἱ ἀλήθειες νά αὐξάνουν τήν πίστη καί τήν εὐγνωμοσύνη μας πρός τόν Θεό!
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://apostoliki-diakonia.gr/wp-content/data/fk/2026/04-2026(3791).pdf
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου