Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026

Από τα τοπία του μόχθου, στο σημερινό μίσος για την ύπαιθρο

 

on 03/11/2026

Στη χώρα μας η απαξίωση αποκτά διαστάσεις αόρατης βίας και μίσους απέναντι σε ό,τι θυμίζει κάτι από τα παλιά.

 

Πηγή: Κωστής Χατζημιχάλης* | parallaximag.gr

Για τις κοινότητες της υπαίθρου, αυτό που στη γεωγραφία ονομάζουμε «τοπίο», είναι ο χώρος και ο κόσμος όπου καθημερινά ζει, εργάζεται και παράγει πολιτισμό η τοπική κοινωνία. Θυμίζω κάτι που έχω ξαναγράψει από τη Νάξο: «χωράφι όσο θωρείς, αμπέλι όσο μπορείς, σπίτι όσο χωρείς», περιγραφή που ακούγαμε με παραλλαγές και στα άλλα νησιά.

Για τους ντόπιους ήταν ένα τοπίο σωματοποιημένο, το βλέπεις, το δουλεύεις, το κατοικείς, μετριέται με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του σώματος. Ήταν αποτέλεσμα μόχθου και βιωματικής συμπεριφοράς γενεών, που τελικά αποτυπώθηκε στην κλίμακα και στην οικολογική διαχείριση των κρίσιμων τοπικών πόρων: της γης, του νερού και της πέτρας.

Ο ενσωματωμένος πολιτισμός στα χωράφια, στα αμπέλια, στα κτίσματα, στις ξερολιθιές και στους οικισμούς καθώς και τα ίχνη από τη φροντίδα της γης, του νερού και των πέτρινων κατασκευών, ονομάστηκαν «τοπίο» από τους επισκέπτες και τις επισκέπτριες: ζωγράφους, περιηγητές, γεωγράφους, λογοτέχνες, αρχιτέκτονες, φωτογράφους και όσους/ες ασχολούνται με την αναπαράσταση, την ανάλυση και τη μελέτη του χώρου της υπαίθρου.

Από τη σωματοποιημένη σχέση των ντόπιων, οι επισκέπτες-μελετητές θα κρατήσουν μόνο το βλέμμα, που έμελλε να γίνει η βασική είσοδος-παράμετρος ανάλυσης κάθε τόπου ως τοπίο: το βλέμμα του παρατηρητή είναι αυτό που επιλέγει τι να δει ως τοπίο και πώς να το δει.

Η Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και η ζωγραφική του 18ου και του 19ου αιώνα εγκαινίασαν τη μακρά βουκολική παράδοση που εξιδανικεύει και επενδύει την ύπαιθρο με ρομαντισμό, σαν ένα καταφύγιο φυσικής τάξης, αμόλυντο τόσο με την κοινωνική όσο και με την περιβαλλοντική έννοια. Αυτή η αντίληψη, εν μέρει κυρίαρχη και σήμερα, βασίζεται σε αυτό που ονομάζουμε «γεωγραφικές φαντασίες», την κυρίαρχη αναπαράσταση πολιτισμών και χώρων από απόσταση, όπως την έχει περιγράψει ο Εντουαρτ Σαίντ στον Οριενταλισμό.

Η γεωγραφική φαντασία, ως διακριτός τρόπος «γνώσης από απόσταση», έχει σοβαρές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις όταν ασκείται από την εξουσία, γιατί προσδίδει νόημα, καθορίζει συμπεριφορές και πρακτικές που επηρεάζουν τις τύχες των τόπων και των κατοίκων τους.

Αυτά σκεπτόμουν τον Αύγουστο που πέρασε, διαβάζοντας και βλέποντας τις πολλές και δίκαιες κριτικές για τον υπερτουρισμό, για τις απαράδεκτες εργασιακές σχέσεις που επιβάλει, για το εκτός ελέγχου real estate, για την κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους και στα λιμάνια, αλλά και τις διθυραμβικές περιγραφές για τα «αμόλυντα τοπία» της ορεινής Ελλάδας, με τα ποτάμια, τα δάση και την ηρεμία, μακριά από την πολυκοσμία των νησιών και των ακτών. Χωρίς να υποβαθμίζω ούτε στιγμή την ουσία αυτών των παρατηρήσεων, δεν παύουν να προέρχονται από το βλέμμα του επισκέπτη και μάλιστα του τουρίστα.

Εκείνων που έχουν τα χρήματα, τον χρόνο και την δυνατότητα για «διακοπές», ένα προνόμιο πολύ λίγων στη σημερινή Ελλάδα.

Το βλέμμα τους σταματά σ’ αυτό που φαίνεται, στα κατεστραμμένα τοπία των νησιών ή στα διατηρημένα των βουνών, ενώ λίγες και λίγοι ενδιαφέρονται για το «πως φτάσαμε μέχρι εδώ», για την μετατροπή των τοπίων του μόχθου σε εμπορεύματα, για το πως «έπαψαν να είναι τόποι και τρόποι ζωής, που δεν αντιστοιχούν πιά σε βιωμένες πραγματικότητες», όπως έγραφε ο Άγγελος Ελεφάντης στον Πολίτη (Μάρτης 2002).

Έτσι, δεν μου προξένησε έκπληξη η περιορισμένη προσοχή σε μια άλλη φετινή αυγουστιάτικη είδηση: στην αναστολή λειτουργίας 275 σχολείων λόγω έλλειψης μαθητών. Όπως θα υποθέσετε δεν αφορά τις τουριστικές περιοχές αλλά τις ορεινές κοινότητες της Μακεδονίας, της Θράκης και της Πελοποννήσου.

Και την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου ανακοινώθηκε το κλείσιμο 33 ακόμη σχολικών μονάδων στην Ήπειρο. Μια εικόνα δημογραφικής κατάρρευσης συνοδεύει τα «αμόλυντα τοπία» των βουνών, σε πλήρη αντίθεση με την πληθυσμιακή άνθηση και τα γεμάτα σχολεία της Ελλάδας του υπερτουρισμού.

Οι δυο Ελλάδες έξω από τις πόλεις, η δημογραφική κατάρρευση στα βουνά και ο υπερτουρισμός στα νησιά και στις ακτές, διαμορφώνουν και τα εντελώς αντιθετικά τοπία τους.

Υποφέρουν ωστόσο από ένα κοινό πρόβλημα, την κοινωνική και πολιτική απαξίωση της υπαίθρου. Mια απαξίωση που σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήγει σε μίσος για ό,τι δεν είναι δρόμοι, τουρισμός, real estate, φωτοβολταϊκά, ανεμογεννήτριες, τώρα και data centers. Μια νεοφιλελεύθερη γεωγραφική φαντασία για την ύπαιθρο του 21ου αιώνα, όπου τα πάντα έχουν αξία μόνο ως εμπορεύματα.

Είναι ενδείξεις μιας ακραίας και ιδιαίτερα επικίνδυνης μακροπρόθεσμα προοπτικής για την ελληνική ύπαιθρο χωρίς τη δυνατότητα παραγωγής τροφής, η οποία εξελίσσεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αλλά μετά την οικονομική κρίση 2008-2012, τον COVID-19 και σήμερα με την κλιματική κρίση, παίρνει ακραίες διαστάσεις. Ορισμένες και ορισμένοι είχαμε αντιδράσει από τότε, αλλά ως συνήθως οι φωνές που ενοχλούν δεξιά, κεντρώα ή αριστερά αυτιά δεν λαμβάνονται υπόψη.

Από τη μια πλευρά ο ορεινός χώρος, οι περιοχές της αποβιομηχάνισης και οι πεδινές περιοχές με καταστροφές της αγροτικής παραγωγής, χάνουν κατοίκους, σχολεία, τράπεζες, ΕΛΤΑ και εισοδήματα, διατηρεί όμως σε σημαντικό βαθμό τα νερά, τα δάση και την βιοποικιλότητα.

Από την άλλη, η υπερεκμετάλλευση της υπαίθρου στις τουριστικές περιοχές και στα νησιά, καταστρέφει τοπία, στερεί τη γη από τους παραγωγούς της, αδειάζει τους υδροφόρους ορίζοντες για να γεμίσει πισίνες, αλλά ελκύει κατοίκους, τα σχολεία είναι γεμάτα και τα εισοδήματα παραμένουν από τα υψηλότερα στη χώρα.

Την σταδιακή συρρίκνωση και τη συνεχή μεγέθυνση, δυο βίαιες διαδικασίες για ανθρώπους και φυσικούς πόρους, οι δεξιοί τεχνοκράτες ονομάζουν, την μεν πρώτη «μοιραία εξέλιξη» (μα το ίδιο δεν συμβαίνει και στην υπόλοιπη Ευρώπη;) και τη δεύτερη «αναπτυξιακή δυναμική» (ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» της Ελλάδας).

Είναι η πεμπτουσία της κοντόφθαλμης πολιτικής νοοτροπίας αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις, κατοίκων της Αθήνας στην πλειοψηφία, οι οποίοι υπόσχονται «πράσινη και βιώσιμη ανάπτυξη» ενώ αντιμετωπίζουν το νερό, τα δάση και τις πεζούλες στα νησιά μόνο ως περιφράξεις, χωρίς να έχουν μυρίσει ποτέ φρέσκα σύκα, χωρίς να έχουν ακούσει ποτέ τον γκιώνη ή το θρόισμα των φύλων μιας οξιάς.

Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα και δεν χρειάζεται κανένας λυρισμός, καμία νοσταλγία γι’ αυτό που χάθηκε, ένας πένθιμος και ανούσιος αποχαιρετισμός.

Γιατί είναι γνωστό όταν, μαγνητισμένοι από τις πόλεις, φύγουν οι άνθρωποι και τα κοπάδια μην αντέχοντας τον συνεχή μόχθο, τα χωράφια θα ρημάξουν, τα δάση θα επεκταθούν, οι πεζούλες στα νησιά θα υποχωρήσουν χωρίς συντήρηση.

Είμαστε μακριά από την εποχή του μεσοπολέμου, τότε που η γεωγραφική φαντασία για την ύπαιθρο ήταν βασισμένη στη «σιτάρκεια», μια εθνική πολιτική που οδήγησε σε ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες, όπως η αγροτική μεταρρύθμιση και η αγροτική εγκατάσταση των προσφύγων, η ίδρυση του υπουργείου Γεωργίας το 1917, η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας το 1929, τα μεγάλα εγγειοβελτιωτικά έργα στην ελληνική ύπαιθρο κ.ά..

Μετά το Β’ΠΠ, στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η συνεργασία των εθνικών με τα κοινοτικά κέντρα αποφάσεων, διαμόρφωσαν μια γεωγραφική φαντασία της υπαίθρου ως κατ’ εξοχήν χώρο αγροτικής παραγωγής με κύριο φορέα εφαρμογής την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Στην παραγωγική περίοδο, η γη και το νερό αντιμετωπίστηκαν επιθετικά, ως πόροι εν αφθονία, με λιγοστές πολιτικές προστασίας.

Η εκμηχάνιση της γεωργίας και η εκτεταμένη χρήση χημικών λιπασμάτων, αύξησε την παραγωγικότητα του εδάφους στις πεδινές και αρδευόμενες περιοχές, με ενίσχυση από μεγάλα υδραυλικά έργα, φράγματα και οδικές υποδομές. Η επιρροή της ΚΑΠ ήταν καθοριστική γιατί οι επιδοτήσεις κατεύθυναν τις παραγωγικές επιλογές, κάποιες με αρνητικές μακροχρόνιες συνέπειες, όπως πχ στη Θεσσαλία με την καλλιέργεια βαμβακιού, που τότε φυτεύτηκε μέχρι και σε γλάστρες.

Η υδροβόρος αυτή καλλιέργεια οδήγησε σε υπεράντληση επιφανειακών και υπόγειων υδάτων και σε φαραωνικά έργα όπως η ημιτελής εκτροπή του Αχελώου.

Η γενναιοδωρία της ΚΑΠ και οι προσπάθειες κοινωνικής αναδιανομής που ίσχυαν μέχρι την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στη δεκαετία του ’80, δεν στάθηκαν ικανές για να κρατήσουν τους αγρότες στη γη τους. Σε όλες τις χώρες και ειδικά στη Νότια Ευρώπη η πλειοψηφία των αγροτών ήταν από τότε άνω των 50 ετών.

Η μείωση του αγροτικού πληθυσμού συνοδεύτηκε από ευρύτερες οικονομικές και κοινωνικές αναδιαρθρώσεις οι οποίες οδήγησαν και σε αλλαγές πολιτικών για την ύπαιθρο. Το 1988, η αναφορά της ΕΕ για το «Μέλλον της Κοινωνίας της Υπαίθρου», εγκαινίασε τη γεωγραφική φαντασία της υπαίθρου ως χώρου κατανάλωσης. Από τότε, τα διάφορα μέρη της αγροτικής υπαίθρου μετατράπηκαν σε τόπους όπου άνθρωποι με υψηλότερα εισοδήματα έρχονται απ’ έξω για να καταναλώσουν την ποικιλία των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν το χώρο της υπαίθρου.

Μια αστικο-κεντρική φαντασία της αγροτικής κοινωνίας που επιβεβαιώνει την άποψη του Ζακ Ντελόρ για τους Ευρω-αγρότες του μέλλοντος ως «κηπουρούς-συντηρητές» του Ευρωπαϊκού τοπίου: ο ρόλος τους είναι να το συντηρούν και να το διατηρούν όμορφο για να το απολαμβάνουν οι μεσαίες τάξεις των πόλεων, ως τουρίστες ή ως ιδιοκτήτες εξοχικών. Μια φαντασία που απαξίωσε τη γη ως παραγωγό τροφής και μαζί με την άνοδο της διεθνούς ζήτησης για διακοπές, οδήγησαν στην τουριστική κατάκτηση της νοτιοευρωπαϊκής υπαίθρου.

Η κλιματική κρίση και οι πολιτικές μείωσης παραγωγής διοξειδίου του άνθρακα, έχουν αλλάξει δραματικά τις συνθήκες στην ύπαιθρο. Μαζί με τα προβλήματα ερημοποίησης και ραγδαίας μείωσης των καλλιεργούμενων εκτάσεων, εμφανίστηκαν νέοι διεκδικητές της υπαίθρου, οι ανεμογεννήτριες, τα φωτοβολταϊκά, τα «μικρά» υδροηλεκτρικά και τα data centers, εγκαινιάζοντας μια νέα γεωγραφική φαντασία της υπαίθρου ως χώρο παραγωγής «πράσινης» ενέργειας. Δεν είναι μια παραγωγή βασισμένη στη γη όπως παλιά.

Στην Ελλάδα χρησιμοποίησε τους τόπους της υπαίθρου μόνο ως χωροθέτηση, δεσμεύοντας τεράστιες εκτάσεις γης και πολύτιμους υδάτινους πόρους, αρχικά ανεξέλεγκτα και εκ των υστέρων με προσχηματικές χωροταξικές και περιβαλλοντικές ρυθμίσεις, με ελάχιστους εργαζόμενους αλλά γενναίες επιδοτήσεις και αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις αρνητικές της συνέπειες.

Η απαξίωση της υπαίθρου ως τόπου παραγωγής βρώσιμων προϊόντων, μια ύπαιθρος χωρίς αγρότες, βρίσκεται, δυστυχώς, στον πυρήνα των νεοφιλελεύθερων ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών για τη γεωργία και την περιφερειακή ανάπτυξη, με σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις.

Σηματοδοτεί το τέλος μιας μακράς περιόδου κατά την οποία οι αγροτικές κοινωνικές δυνάμεις είχαν σημαντική πολιτική δύναμη και ασκούσαν επιρροή και πιέσεις τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Τώρα η ταξική ισορροπία έχει αλλάξει και οι νέες μεσαίες τάξεις των πόλεων έχουν την πλειοψηφία: καταναλώνουν τόσο τον αστικό χώρο όσο και το χώρο της υπαίθρου ως επισκέπτες, ζώντας στις πόλεις και διαθέτοντας δεύτερη κατοικία στην εξοχή, ή ζώντας στην επαρχία και δουλεύοντας στις πόλεις ή ως ψηφιακοί νομάδες.

Στη χώρα μας όμως αποκτά διαστάσεις αόρατης βίας και μίσους απέναντι σε ό,τι θυμίζει κάτι από τα παλιά.

Γιατί ως αόρατη βία καταλαβαίνω το κλείσιμο των σχολείων, των τραπεζών και των ΕΛΤΑ, τους ντόπιους που σπρώχνονται στο περιθώριο. Γιατί ως ανομολόγητο μίσος καταλαβαίνω τις εκτροπές των ποταμών, την υφαρπαγή της γης για real estate ή για φωτοβολταϊκά, την ισοπέδωση των βουνοκορφών για ανεμογεννήτριες, τα καμένα δάση από τα ηλεκτροφόρα καλώδια.

Υπερβολές θα μου πείτε.

Όμως πώς αλλιώς να εξηγήσω την ένθερμη αποδοχή από τη ΝΔ των νεοφιλελεύθερων αλλαγών στην ΚΑΠ και την εμπορική συμφωνία με την Mercosur που θα καταστρέψει ότι έχει απομείνει από την αγροτική παραγωγή; Πώς αλλιώς να εξηγήσω την τεράστια καταστροφή του ζωϊκού κεφαλαίου με τις σφαγές λόγω αφθώδους πυρετού ενώ υπήρχαν εμβόλια; Πώς αλλιώς να εξηγήσω τις βαριές βλάβες που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια από την απουσία κράτους δικαίου, όπως το θάψιμο του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ;

Τέλος, πώς αλλιώς να εξηγήσω την παρότρυνση του ίδιου του πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη «να κτίσουμε τα δάση γιατί κάποτε θα καούν» και «να κλείσουν τα μικρά ελαιοτριβεία για να γίνουμε ανταγωνιστικοί»;

Μπροστά μας εξελίσσεται μια τεραστίων διαστάσεων αλλαγή των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής και επιβίωσης στον τόπο που μας έλαχε να ζούμε. Δημιουργούν αισθήματα πολιτικής ασφυξίας, αδικίας και ανασφάλειας από τους σπασμένους κρίκους βιωματικής επαφής με την ύπαιθρο. Ο δημόσιος χώρος, η φύση, η γη, τα νερά και οι πέτρες είναι ο ορίζοντας μέσα στα οποία διαμορφώνονται τα νοήματα της συλλογικότητας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό η βίαιη υφαρπαγή τους συμβάλλει στο να γίνουμε τα υποτελή άτομα που χρειάζεται η νεοφιλελεύθερη κατάσταση των πραγμάτων. Αυτή η κατάσταση θα συνεχιστεί και θα επιδεινωθεί από την κλιματική κρίση.

Όχι μόνο γιατί βρίσκεται στον πυρήνα του σημερινού κυρίαρχου προτύπου οικονομικής μεγέθυνσης, αλλά γιατί είναι για πολλούς ένας «υπαρξιακός ακρωτηριασμός», όπως ωραία το περιγράφει ο Κώστας Μανωλίδης , και μια «ώθηση για πολιτική παραίτηση», αυτό ακριβώς που επιδιώκει το status quo.

Απέναντι σ’ αυτές τις τάσεις επείγει η αντίστασή μας.

* Ο Κωστής Χατζημιχάλης είναι Ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Υπήρξε Πανεπιστημιακός στο ΑΠΘ, στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων, Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, από το 1980 έως το 1998.

———————

1 https://www.topontiki.gr/2020/07/15/mitsotakis-gia-tin-kataskevi-xenodochiou-sto-erimiti-kapia-stigmi-tha-kai-kaname-to-sosto-video/

2  https://www.fanpage.gr/eidiseis/mitsotakis-na-klisoun-ta-eleotrivia-gia-na-ginoume-antagonistiki/amp/

3 https://commonality.gr/kostas-manolidis-i-diachroniki-axia-tis-kammenis-gis/

Πηγή: parallaximag.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: