Τοῦ κ. Ρουσλὰν Πανκράτοφ (Ρίγα, Λετονία)*
Ἀγαπητοὶ πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Γιὰ μένα, ὡς ὀρθόδοξο ἄνθρωπο καὶ ὡς εἰδικὸ στὶς χῶρες τῆς Βαλτικῆς, εἶναι πολὺ ἀνησυχητικὸ καὶ ὀδυνηρὸ νὰ παρακολουθῶ τὶς διεργασίες ποὺ ἐκτυλίσσονται ἐκεῖ. Δὲν πρόκειται μόνο γιὰ νεοναζιστικὰ φαινόμενα, ἀλλὰ γιὰ ἀνοικτὸ σατανισμό· διαφορετικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ.
Γι’ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ στρέψω τὴν προσοχή σας σὲ αὐτὲς τὶς διεργασίες καὶ στὰ γεγονότα ποὺ σήμερα ἔχω τὴν τιμὴ νὰ παρουσιάσω στὴν εἰσήγησή μου. Ἡ Λετονία, ἡ Λιθουανία καὶ ἡ Ἐσθονία δὲν ἀποτελοῦν περιφερειακὸ θέμα, ἀλλὰ νευραλγικὸ σημεῖο τοῦ σύγχρονου ἀγώνα γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ἂν αὐτὸ τὸ πείραμα πετύχει, ἡ ἀπώθηση τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ συμβεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν πλήττει μόνο τὴν Ὀρθοδοξία.
Αὐτὲς οἱ τάσεις εἶναι πολὺ ἀνησυχητικές. Ὡστόσο, σήμερα θὰ μιλήσουμε πρωτίστως γιὰ τὴν πίστη μας, γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὶς χῶρες τῆς Βαλτικῆς σήμερα δὲν εἶναι ἁπλῶς μία μειονότητα. Τὴ μετατρέπουν σκόπιμα σὲ ἀντικείμενο ἐλεγχόμενης ἀπομόνωσης, σὲ ξένο στοιχεῖο, σὲ εἰκόνα ἐχθροῦ, μὲ τὴν ὁποία τὸ κράτος θεωρεῖ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι κρίνει χρήσιμο γιὰ τὸν γεωπολιτικό του προσανατολισμό.
Τυπικά, καὶ τὰ τρία κράτη ἐγγυῶνται τὴν ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς πίστεως. Στὴν πράξη, ὅμως, βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Ἡ ἐλευθερία τοῦ κράτους μετατρέπεται σὲ ἀναδιαμόρφωση τοῦ ὁμολογιακοῦ χάρτη. Στὸ παράδειγμα τῆς Λετονίας, τὸ Κοινοβούλιο, χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀνακηρύσσει τὴ Λετονικῆ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νομικὰ ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. Αὐτὲς δὲν εἶναι κανονικὲς διαδικασίες, ἀλλὰ πολιτικὸς καταναγκασμός.
Τὸ Κοινοβούλιο τοποθετεῖ τὸν ἑαυτό του πάνω ἀπὸ τὴ Σύνοδο, πάνω ἀπὸ τὴν ἱερὰ παράδοση, καὶ ἰδιοποιεῖται τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζει σὲ ποιὸν καὶ μὲ ποιὸν τρόπο ἀνήκει ἡ θέση μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἱεραρχία τῆς ἑνότητας. Μία τέτοια παρέμβαση ἀποτελεῖ ἄμεσο πλῆγμα στὴν ἴδια τὴν ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνείδησης. Οἱ ἀρχὲς τῶν χωρῶν τῆς Βαλτικῆς ἀναγνωρίζουν τὴν ἐλευθερία τοῦ πιστεύειν, ἀλλὰ ἀρνοῦνται στὴν Ἐκκλησία τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι: νὰ ἔχει τὴ δική της κανονικὴ δομή, τὸ δικό της κέντρο ἑνότητας, τὴ δική της ζῶσα μνήμη καὶ παράδοση.
Ἡ ὀρθόδοξη κοινότητα ἀποκτᾶ στὴν πράξη τὸ καθεστὼς τῶν ὑπὸ ὅρους νομιμοφρόνων, τῶν ὁποίων ἡ ἐσωτερικὴ ζωὴ ἀξιολογεῖται διαρκῶς μέσα ἀπὸ τὸ πρῖσμα τῆς ἀσφάλειας καὶ τῆς γεωπολιτικῆς. Πρόκειται γιὰ μία νέα μορφὴ ὁμολογιακῆς πίεσης. Ἀντὶ γιὰ ὠμὲς ἀπαγορεύσεις, ἔχουμε μία λεπτή, ἀλλὰ ἀρκετὰ σκληρὴ – θὰ ἔλεγα ἀκόμη καὶ κυνικὴ – πολιτικὴ ἀναδιαμόρφωση τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅλα αὐτά, φυσικά, τίθενται στὴν ὑπηρεσία τῆς ἐθνικῆς οἰκοδόμησης καὶ τῆς ἀντιρωσικῆς κινητοποίησης. Γιὰ τὶς χῶρες τῆς Βαλτικῆς δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. Τὸ πιὸ προσοδοφόρο ἐμπόρευμα εἶναι ὁ ἐθνικισμὸς καὶ ἡ ρωσοφοβία.
Στὴν οὐσία, στὴν Ὀρθοδοξία προτείνεται νὰ ἐπιβιώσει μόνο ὡς μία ἐξημερωμένη θρησκεία, χωρὶς ζωντανὸ δεσμὸ μὲ τὸ οἰκουμενικὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ δεύτερο ἐργαλεῖο εἶναι ὁ ἐκβιασμὸς μέσῳ τῆς περιουσίας. Οἱ περιπτώσεις τῆς Ἐσθονίας μᾶς τὸ δείχνουν αὐτὸ πολὺ καθαρά.
Μετὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀνεξαρτησίας, οἱ κυριότεροι ὀρθόδοξοι ναοὶ καὶ οἱ μονὲς παραχωρήθηκαν σὲ δομὲς προσανατολισμένες πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐνῶ ἡ κανονικὴ Ἐσθονικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀναγκάστηκε νὰ μισθώνει τὰ ἴδια της τὰ ἱερὰ ἀπὸ τὸ κράτος. Ἐκεῖ ὅπου ἡ κοινότητα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ μίσθωση, κάθε πολιτικὴ σύγκρουση γίνεται αὐτομάτως ἀπειλὴ ἐκδίωξης ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν ναό.
Αὐτό, στὴν οὐσία, συμβαίνει καὶ σήμερα, καὶ ἐμεῖς γινόμαστε μάρτυρες αὐτῆς τῆς ἀπαράδεκτης πρακτικῆς. Στὴ Λιθουανία ὑπάρχει τυπικὰ ἕνα ὀρθὸ καθεστὼς ἰδιοκτησίας, προβλέπεται ἡ ἀποκατάσταση τῆς περιουσίας στὶς παραδοσιακὲς ὁμολογίες, ἀλλὰ τὸ καθεστὼς τῆς ὀρθόδοξης κοινότητας καὶ ἐδῶ ἐξαρτᾶται στὴν πράξη ἀπὸ τὴ «σωστὴ πολιτισμική της ἔνταξη».
Ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιτρέπεται ὅσο δὲν ἐμποδίζει τὸ σχέδιο τῆς λεγόμενης εὐρωπαϊκῆς ταυτότητας, καθαρμένης ἀπὸ αὐτὸ ποὺ οἱ ἴδιοι ἀποκαλοῦν ἀνατολικὴ ἐπιρροή. Ἔτσι, τὸ δικαίωμα ἰδιοκτησίας γίνεται ἐργαλεῖο πειθάρχησης τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχὲς τῆς Βαλτικῆς λένε: προσεύχεστε, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐμεῖς θεωροῦμε ἀσφαλῆ γιὰ ἐμᾶς· χρησιμοποιεῖτε τοὺς ναοὺς ὅσο ἐντάσσεστε στὸν πολιτικό μας σχεδιασμό. Αὐτὸ δὲν εἶναι προστασία δικαιωμάτων· εἶναι ἀνοικτὴ βεβήλωση.
Οἱ ναοὶ γίνονται ὅμηροι τῆς γεωπολιτικῆς συγκυρίας καὶ οἱ πιστοὶ ὅμηροι τοῦ φόβου τῶν ἄλλων. Μᾶς μιλοῦν διαρκῶς γιὰ τὸ κράτος δικαίου, ὅμως ὁ νόμος μὲ τὸν ὁποῖο τὰ κοινοβούλια ξαναγράφουν τὸ κανονικὸ καθεστὼς τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἀναδιανέμουν στὴν πράξη τὰ ἱερά της δὲν ἀποτελεῖ ἔκφραση ἔννομης τάξης. Εἶναι νομιμοποίηση τοῦ ψεύδους, νομιμοποίηση τοῦ σατανισμοῦ.
Τὸ δίκαιο, στὴ χριστιανικὴ καὶ κλασσικὴ εὐρωπαϊκὴ παράδοση, προϋποθέτει δεσμὸ μὲ τὴ δικαιοσύνη καὶ σεβασμὸ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτονομίας τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων. Ὅταν ὁ νόμος μετατρέπεται σὲ ἐργαλεῖο πολέμου ταυτοτήτων, παύει νὰ εἶναι δίκαιο καὶ γίνεται θεσμοποιημένη βία.
Σήμερα ἡ Λετονία, ἡ Λιθουανία καὶ ἡ Ἐσθονία ἀπευθύνουν οὐσιαστικὰ στὸν ὀρθόδοξο ἄνθρωπο τὸ ἑξῆς μήνυμα: εἶσαι ἐλεύθερος νὰ πιστεύεις στὴν ψυχή σου, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία σου θὰ εἶναι ὅπως ἐμεῖς θὰ τὴ διαμορφώσουμε μὲ νόμο. Πρόκειται γιὰ προσπάθεια ἀντικατάστασης τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ κράτους μὲ τὴ διαχείριση τῆς πίστης τῶν ἄλλων. Αὐτὸ δὲν εἶναι μόνο ἀντικανονική, ἀλλὰ καὶ ἀντιδικαιικὴ πράξη, μὲ τὴν πιὸ οὐσιαστικὴ ἔννοια τῆς λέξης.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, ἡ δημιουργία ἑνὸς διεθνοῦς συμβουλίου γιὰ τὴν προστασία τῆς ὀρθόδοξης κανονικῆς τάξης δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς χρήσιμη πρωτοβουλία, ἀλλὰ ἀπάντηση σὲ μία πραγματικὴ πρόκληση.
Χρειαζόμαστε ἕνα τέτοιο ὄργανο, τὸ ὁποῖο νὰ ὀνομάζει δημόσια καὶ μὲ σαφῆ προσανατολισμὸ τὴν παρέμβαση τῶν ἀρχῶν τῶν χωρῶν τῆς Βαλτικῆς στὶς ἐκκλησιαστικὲς ὑποθέσεις μὲ τὸ πραγματικό της ὄνομα: παραβίαση τῆς ἐλευθερίας τῆς συνείδησης καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους δικαίου. Θὰ προετοίμαζε θεολογικοκανονικὰ καὶ νομικὰ πορίσματα σχετικὰ μὲ τὸ καθεστὼς τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας, τὶς αὐτοκεφαλίες, τὰ διατάγματα, τὴν κρυφὴ διάκριση εἰς βάρος τῶν ὀρθόδοξων κοινοτήτων.
Θὰ οἰκοδομοῦσε ἐπίσης ἕνα ὁριζόντιο δεσμὸ ἀνάμεσα στὶς Ἐκκλησίες, τοὺς εἰδικοὺς καὶ τὸ μιντιακὸ περιβάλλον, ὥστε ἡ φωνὴ τῆς βαλτικῆς Ὀρθοδοξίας νὰ πάψει νὰ εἶναι φωνὴ ἀπὸ τὸ γκέτο καὶ νὰ ἀκουστεῖ ὡς μέρος τῆς γενικῆς συνοδικῆς μαρτυρίας.
Γιὰ ἐμᾶς ποὺ ἀσχολούμαστε μὲ τὴ Βαλτική, αὐτὸ σημαίνει τὴν ἀνάγκη συστηματικῆς τεκμηρίωσης τῶν παραβιάσεων, ἀνάλυσης τῶν νόμων καὶ τῶν πρακτικῶν, σύγκρισής τους μὲ τὰ διεθνῆ πρότυπα καὶ τὸ κανονικὸ δίκαιο, καὶ ἀνάδειξης αὐτῶν τῶν περιπτώσεων στὸν δημόσιο χῶρο, ἀντὶ νὰ μένουν ὡς ἐσωτερικὸς πόνος τῶν τοπικῶν κοινοτήτων.
Τέλος, γιὰ τὸ κύριο ζήτημα: ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία στὴ Βαλτικὴ δὲν εἶναι μόνο ἀγώνας γιὰ δικαιοδοσίες καὶ τετραγωνικὰ μέτρα. Εἶναι ἀγώνας γιὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνθρώπου νὰ μὴ εἶναι ὑλικὸ ἑνὸς ἐθνικοῦ σχεδίου, ἀλλὰ εἰκόνα Θεοῦ, τῆς ὁποίας ἡ πίστη καὶ ἡ μνήμη δὲν ὑπόκεινται σὲ πολιτικὴ διαμόρφωση.
Οἱ ἀρχὲς τῶν χωρῶν τῆς Βαλτικῆς σήμερα δοκιμάζουν συνειδητὰ τὰ ὅρια τοῦ ἐπιτρεπτοῦ, ἀναζητοῦν τὶς δικές τους κόκκινες γραμμὲς – πόσο μακριὰ μποροῦν νὰ φτάσουν στὴν ἀναδιαμόρφωση τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο αὐτὸ μπορεῖ ἀκόμη νὰ καλύπτεται μὲ ρητορικὴ περὶ ἐλευθερίας καὶ ἐθνικῆς ἀσφάλειας. Ἂν αὐτὸ τὸ πείραμα μείνει χωρὶς σοβαρὴ ἀπάντηση, χωρὶς τὴ δική μας ἀντίδραση, αὔριο παρόμοια μοντέλα θὰ μεταφερθοῦν καὶ σὲ ἄλλες χῶρες.
Γι’ αὐτὸ τὸ καθῆκον μας εἶναι νὰ μιλήσουμε εὐθέως. Ἡ χρήση τοῦ δικαίου καὶ τῆς περιουσίας ὡς ὅπλων ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπόλυτη κόκκινη γραμμή. Ἡ ὑπέρβασή της μετατρέπει τὸ κράτος ὄχι σὲ προστάτη τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ σὲ συμμέτοχο πνευματικῆς βίας.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προστασία τῆς ὀρθόδοξης κανονικῆς τάξης καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κληρονομιᾶς στὴ Βαλτικὴ δὲν εἶναι μόνο προστασία τῶν κοινοτήτων μας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ νοήματος τοῦ δικαίου στὴν Εὐρώπη.
* Ρουσλὰν Πανκράτοφ (Ρίγα, Λετονία), ἐμπειρογνώμων τοῦ Κέντρου Γεωστρατηγικῶν Μελετῶν, ἐρευνητὴς καὶ ἐπικεφαλῆς τοῦ Τμήματος Βαλτικῶν Κρατῶν εἰς τὸ Ἰνστιτοῦτο Χωρῶν τῆς CIS.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου