Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

17 Ιουνίου 1919. Η σφαγή των Προσκόπων του Αϊδινίου και η εκδίκηση του Κονδύλη


Ιούν
Απόσπασμα από το βιβλίο «Χαμένες Πατρίδες» του Γιάννη Καψή

«Η Πέργαμος αποκτήθηκε ξανά, γρήγορα. Ο στρατηγός Νίδερ, διοικητής του Α’. Σώματος, που ανέλαβε, στο μεταξύ, την διοίκηση Στρατού Κατοχής, αντέδρασε κεραυνοβόλα. Αλλ‘ η τραγωδία εκείνη ήταν ένα προμήνυμα, που δεν αντελήφθηκε τη σημασία του ο Στρατός μας — τουλάχιστον ορισμένοι αξιωματικοί. Ήταν ακόμη ζαλισμένοι από το μεθύσι της 2ας Μαΐου — η υπερβολική αυτοπεποίθηση, η υπεραισιοδοξία, τους έκανε να λησμονούν στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας. Κι αυτή ήταν η αιτία μιας τραγωδίας ακόμη πιο μεγάλης — της δεύτερης τραγωδίας μέσα στον ίδιο μήνα. Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Αϊδινίου.

Είναι αλήθεια, ότι ο συνταγματάρχης Σχοινάς, ο οποίος είχε την διοίκηση του Αϊδινίου, αντιμετώπιζε μια κατάσταση καθόλου ευχά­ριστη: Ο τουρκικός πληθυσμός δεν είχε αφοπλισθεί. Η επιβολή λογοκρισίας απαγορευόταν από τους Συμμάχους και την ύπαιθρο λεληλατούσαν οι ληστοσυμμορίες. Εκτός απ ‘ αυτό, η περιοχή που ήταν νότια του ποταμού Μαιάνδρου, ελέγχονταν από τους Ιταλούς κι είχε γίνει βάση ανεφοδιασμού των Τούρκων, οι οποίοι, μάλιστα, διατηρούσαν οργανωμένο στρατόπεδο στη Τζίνα. Αλλ‘ ο συνταγ­ματάρχης Σχοινάς είχε στη διάθεση του τρία τάγματα πεζικού, τη διοίκηση με τον λόχο επιτελείου του 4ου συντάγματος, ουλαμό πυροβολικού και δύναμη Χωροφυλακής. Είχε ακόμη και θετικές πληροφορίας, ότι οι Τούρκοι της πόλης βρισκόταν σ’ επαφή με τους Τσέτες και ήταν φανερό, ότι κάτι ετοίμαζαν. Δεν είχε, λοιπόν, το δικαίωμα ν’ αδιαφορήσει.

Δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση, το Αϊδίνι ήταν μια από τις πιο ωραίες και φιλόξενες πόλεις της Ανατολής κι οι Έλληνες κάτοικοι της δεν ήξεραν πώς να περιποιηθούν τους ελευθερωτές τους. Ίσως αυτή να ήταν η πιο πιθανή εξήγηση του τραγικού σφάλματος: ο Σχοινάς δεν είχε λάβει μέτρα ασφαλείας. Ο κύριος όγκος της δύναμης του βρισκόταν μέσα στη πόλη, η πλειοψηφία των αξιωματικών του απολάμβανε τις περιποιήσεις των Ελλήνων.

Κι η συμφορά ξέσπασε.

Το απόγευμα της 15ης Ιουνίου, απόσπασμα, κινούμενο κατά μήκος του Μαιάνδρου, δέχεται την επίθεση 400 άτακτων. Συμπλέκεται, τους απωθεί προσωρινά, αλλά συμπτύσσεται, ενώ παρακολου­θείται από τον εχθρό, που καταλαμβάνει τις νότιες παρυφές του Αϊδινίου. Η απειλή είναι άμεση, ο κίνδυνος μεγάλος. Κι όμως η νύχτα περνά χωρίς καμία αντίδραση από τη μεριά του Στρατού μας. Και μόλις ξημερώνει, αρχίζει μια μάχη σκληρή, μέσα στην πόλη, χωρίς σχέδιο, χωρίς συντονισμό. Οι Τούρκοι του Αϊδινίου, που είχαν έτοιμα τα όπλα τους, μόλις ακούγονται οι πρώτες ντουφεκιές, ανοίγουν τα παράθυρα των σπιτιών τους κι αρχίζουν να κτυπούν τους στρατιώτες μας πισώπλατα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν είναι περίεργο πως το Αϊδίνι έπεσε. Απορίας άξιο είναι πώς, με την ψυχολογία του πανικού, οι στρατιώτες μας πολέμησαν μια ολόκληρη μέρα μέσα στην κόλαση εκείνη.Το τι έγινε στις 17 Ιουνίου στην μαρτυρική πόλη του Αϊδινίου, είναι δύσκολο να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Αλλ‘ υπάρχει μια γλαφυρή αδιάψευστη μαρτυρία η αφήγηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου του Β ‘, ενός από τους τελευταίους εκπροσώπους της στρατευμένης Εκκλησίας μας, που είχε αναπτύξει υπέροχη εθνική δράση τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ο σεβαστός ιεράρχης, τοποτηρητής της Μητρόπολης Ηλιούπολης και Θείρων (Αϊδινίου) την εποχή εκείνη, σ’ ένα από τα έγγραφα του αρχείου του, αναφέρει:

«… Ό συνταγματάρχης Σχοινάς καί τό περί αυτόν επιτελείον έπανικοβλήθησαν καί διέταξαν έγκατάλειψιν των φυλακίων καί συγκέντρωσιν του στρατού εντός της πόλεως. Εφήρμοσαν, δηλαδή, άνευ αντιστάσεως τό σχέδιο των έπιτεθέντων, οίτινες έπεδίωκον νά μεταφέρωσι τήν μάχην εντός της πόλεως, της οποίας τό μέγα πλήθος ώπλοφόρει. Ήναγκάσθη, ούτως, ο ελληνικός Στρατός νά άποδυθή, εις οδομαχίαν, βαλλόμενος πανταχόθεν, εκ των οικιών, τών μιναρέδων, τών δημοσίων καταστημάτων κλπ. Εις έπίμετρον καί εκ μέρους του Στρατού καί εκ μέρους τών Τούρκων κατοίκων ήνάφθησαν πυρκαιαί, πολλαπλασιασθέντος ούτω του τρόμου καί τού πανικού τών ημετέρων, οί όποιοι, μεθ’ όλα ταύτα, εάν έξωπλίζοντο, θά ήσαν Ικανοί, άν όχι νά άποκρούσωσι τούς εισβολείς, τουλάχιστον νά κρατήσουν αυτούς μακράν της ελληνικής.

Άλλ’ ο συνταγματάρχης έχασε τήν ψυχραιμίαν καί πρωτοβουλίαν του εις τοιούτον βαθμόν, ώστε παρέταξεν, έξοπλίσας, τούς προσκόπους, διά νά κρατήσουν άμυνα, ίνα ασφαλώς υποχώρηση καί εκκένωση τήν πόλιν, άφήσας ούτως εις τό έλεος τού Θεού τούς κατοίκους καί δή τούς προσκόπους, οίτινες, ώς ήτο φυσικόν, άπεδεκατίσθησαν, κατακρεουργηθέντος καί τού αρχηγού αυτών, αειμνήστου Αύγερίδου.

» Οί Τούρκοι πλέον ακάθεκτοι εισήλασαν εις τήν ελληνική συνοικίαν.

Πύρ καί σφαγαί καί άπαγωγαί καί ληστεία καί ατιμώσεις γυναικών καί παραθένων καί αρρένων έπηκολούθησαν, διαρκέσασαι επί τετραήμερον…

» Αι γενόμεναι παρά τών Τούρκων καταστροφαί ήσαν τεράστιαι. Πλήν τών οικιών τής ελληνικής συνοικίας, οίόποίαι, ανεξαιρέτως, έγένοντο παρανάλωμα πυρός καί που έκάησαν ζώντες πολυάριθμοι πολίται πάσης τάξεως καί ηλικίας, οι επιζήσαντες παρουσίαζαν άξιοθρήνητον θέαμα, ημίγυμνοι καί μέ συντετριμμένον τό ηθικόν, περιφερόμενοι καί θρηνούντες τούς άπολεσθέντας καί τάς περιουσίας των.

» Αιχμάλωτοι καί όμηροι ώς άγέλαι λύκων άπήχθησαν εις τό έσωτερικόν, ών ή τραγική περιπέτεια χρήζει ιδιαιτέρας λεπτομερούς άφηγήσεως…».

Ανατριχιαστική ήταν η συμφορά που έπληξε το Αϊδίνι. Πάγωσε το αίμα των στρατιωτών μας, όταν πληροφορήθηκαν την καταστροφή. Κι ασφαλώς θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα το ηθικό τους, αν δεν υπήρχε ο Κονδύλης. Ο τολμηρός εκείνος πολέμαρχος κινήθηκε σαν αστραπή κι έδωσε ένα καλό μάθημα στους Τούρκους και τους προστάτες τους.

Το Αϊδίνι ήταν ζωσμένο απ ‘ τις φλόγες. Ο Σχοινάς πανικόβλητος φεύγει κι οι άνδρες του, χωρίς ηγέτη, τον ακολουθούν. Κι όμως δεν έφυγαν όλοι. Μια διλοχία μάχεται επί των Τράλλεων και των βορειανατολικών υψωμάτων της πόλης. Ποιοι είναι; Μα ποιοι άλλοι απ ‘ τους Ευζώνους του 38ου τάγματος του Τζαβέλλα Απτόητοι, γενναίοι, σαν ήρωες του Ομήρου, έχουν τραβήξει τις ξιφολόγχες κι αποδεκατίζουν τους Τσέτες. Ο διοικητής της διλοχίας, λοχαγός Γ. Λαμπράκης, τρέχει από μετερίζι σε μετερίζι κι εμψυχώνει τους άνδρες του. Περιττό, οι άνδρες εκείνοι δεν είχαν ανάγκη από ενθαρρυντικά λόγια. Μπαρούτι και σφαίρες ήθελαν τ’ άλλα ήταν δική τους δουλειά. Μια δουλειά, που την ήξεραν καλά.

Ο Σχοινάς έχει τόσο πανικοβληθεί, που εγκαταλείπει τη πόλη χωρίς να ειδοποιήσει τη διλοχία. Κι άξαφνα, οι Τσολιάδες μας βρίσκονται κυκλωμένοι από τετραπλάσιο εχθρό: Τσέτες, μεθυσμένους από την εύκολη νίκη, από αίμα χιλιάδων αθώων. Αλλ‘ ο Λαμπράκης δεν χωράτευε κι έδωσε τη μόνη διαταγή, που μπορεί να δώσει ένας άξιος ηγήτορας σε παρόμοιες στιγμές: Ειδοποίησε τους διμοιρίτες του, ότι θ’ άνοιγαν δρόμο με την λόγχη θα έπεφταν μέχρις ενός, αλλά δεν θα παραδίνονταν, δεν θ’ άφηναν τους πληγωμένους τους στα χέρια των Τούρκων. Τρεις ώρες πολεμούσαν οι Εύζωνοι του Λαμπράκη, τρεις ώρες άνοιγαν το δρόμο τους, ξεκοιλιάζοντας Τσέτες. Κάποτε, διέσπασαν τον κλοιό κι έφθασαν δυτικά της πόλης. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός, μπορούσαν να φύγουν.

Είδαν, όμως, ένα θέαμα, που σπάραξε τη ψυχή τους: Στους δυτικούς πρόποδες των Τράλλεων έχουν συγκεντρωθεί εκατοντάδες γυναικόπαιδα — όσα κατόρθωσαν να γλυτώσουν την μανία των Τούρκων. Δεν έχουν συνέλθει ακόμη από την τραγική συμφορά κι όταν βλέπουν τους Ευζώνους μας να φεύγουν, αφήνουν το πικρό παράπονο να ξεχειλίσει: «Πού φεύγετε; Πού μας αφήνετε;» Κι ο Λαμπράκης δεν φεύγει. Μένει κι αναχαιτίζει, για μια ακόμη φορά, τους Τούρκους.

Το Αϊδίνι ήταν μια από τις πιο ανεπτυγμένες ελληνικές πόλεις της Ανατολής. Οι Χριστιανοί κάτοικοι της και πλούσιοι ήταν και εξελιγμένοι. Και τα νεαρά Ελληνόπουλα είχαν ιδρύσει δυο προσκοπικές ομάδες που ήταν το καύχημα της Ανατολής. Ο Αντνάν ο Μαινάδριος (Μεντερές) ζήλεψε, θέλησε να τους μιμηθεί. Κι ίδρυσε την τουρκική προσκοπική ομάδα του Αϊδινίου. Αλλ ‘ η τύχη της ήταν κωμικοτραγική. Ακολουθώνατς το παράδειγμα του θηλυπρεπούς αρχηγού τους, οι Τούρκοι πρόσκοποι του Αϊδινίου προκαλούσαν τα γέλια, όταν έκαναν παρέλαση με τα φεσάκια τους. Κι η ομάδα του Μεντερές άρχισε να τροφοδοτεί με «πεσκίρ – τσογλάν» όλα τα χαμάμ του Αϊδινίου και της Σμύρνης. Ο Μεντερές ήταν από τους πρώτους που ακολούθησε το κεμαλικό Κίνημα, όχι από πατριωτισμό, αλλά από ανθελληνικό μίσος.

Ήταν μαζί με τους Τσέτες, που επιτέθηκαν στο Αϊδίνι. Με τις πρώτες τουφεκιές οι Έλληνες πρόσκοποι τρέχουν να βοηθήσουν το Στρατό μας. Δεν είναι πολλοί — μόλις 31, αλλ‘ ο ηρωισμός τους είναι υπέροχος. Οι μεγαλύτεροι αρπάζουν τα όπλα και πολεμούν μαζί με τους στρατιώτες, οι μικρότεροι μεταφέρουν πολεμοφόδια, παίρνουν τους τραυματίες και μεταδίδουν μηνύματα. Μόνο το θέαμα των μικρών αυτών ηρώων, με τα γυμνά γόνατα, θα έπρεπε να εμψυ­χώσει τον Σχοινά. Κι όμως φεύγει, αφήνοντας αυτός, ένας μόνιμος αξιωματικός, τους μικρούς προσκόπους να καλύψουν την υποχώρηση του. Πολλοί από τους Προσκόπους έπεσαν την ώρα της μάχης.

Ήταν οι πιο τυχεροί. Όσοι δεν πρόφθασαν, έπεσαν στα χέρια της ομάδας των δημίων του Μεντερές κι οδηγήθηκαν ανατολικά της πόλης, στις όχθες του Εύδωνος ποταμού, που έγινε κι ο τόπος του μαρτυρίου τους. Οι Τσέτες καλούν τον αρχηγό τους, τον τοπικό έφορο Νικόλαο Αυγερίδη, ν’ απαρνηθεί τον εθνισμό του, να προσκυνήσει τον Μωάμεθ, αν ήθελε να σωθεί. «Ζήτω η Ελλάδα!», ήταν η απάντηση του ήρωα εκείνου. Φρύαξαν οι Τσέτες, λύσσαξαν από το κακό τους. Στο πρόσταγμα του Μεντερές, ένας Τσέτης τραβά το μαχαίρι του και βγάζει το μάτι του Αυγερίδη. Το αίμα πετάγεται με ορμή, πιτσιλίζει και τον βασανιστή του. Αλλ ‘ ο Αυγερίδης δεν λυγίζει. Τον καλούν και πάλι ν’ αρνηθεί την Πατρίδα του. Κι αυτή. τη φορά απαντούν όλοι μαζί, βροντοφωνούν: «Ζήτω η Ελλάδα!». Τα δύσμοιρα παιδιά βάδιζαν προς το θάνατο σαν να πήγαιναν σε πανηγύρι κι ήταν πράγματι πανηγύρι για τους Έλληνες της εποχής εκείνης ο θάνατος για την Πατρίδα. Οι Τσέτες δεν μπορούν πια να συγκρατηθούν. Ο Αυγερίδης κομματιάζεται, ο Φιλοκτήτης Αργυράκης γδέρνεται κυριολεκτικά, ο Βεϊνόγλου αποκεφαλίζεται, κανείς δεν γλυτώνει.

Τόση ήταν η μανία των Τούρκων, που και νεκρούς ακόμη τους βασανίζουν. Παλουκώνουν τα πτώματα τους τα ευνουχίζουν επιδίδονται σ’ ένα όργιο φρικιαστικό — όργιο, που δεν μπορεί να συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Κι όταν, δυο ημέρες αργότερα, οι στρατιώτες μας ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι, δεν μπορούν να κρύψουν τη συγκίνηση τους. Με δακρυσμένα μάτια, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές, σηκώνουν στην αγκαλιά τους τα τυραννισμένα πτώματα των μικρών ηρώων για να τα θάψουν. Ας είναι ελαφρό το χώμα, που τα σκεπάζει. Στο Αϊδίνι δεν ηττήθηκε ο Στρατός μας, νικήθηκε ο Σχοινάς. Κι απόδειξη είναι ότι οι ίδιοι οι νικημένοι, αυτοί, που έφευγαν πανικόβλητοι, επιστρέφουν. Έχουν ενισχυθεί από τους υπόλοιπους λόχους των Ευζώνων του Τζαβέλλα και άλλα τμήματα και με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Σταυριανόπουλο ξαναπαίρνουν το Αϊδίνι. Οι Τούρκοι δεν αντιτάσσουν αξιόλογη άμυνα. Έχουν πληροφορηθεί ότι μία ταξιαρχία κινείται από Βορρά εναντίον τους και προσπαθούν να σωθούν με τη φυγή.

Το θέαμα της κατεστραμμένης πόλης ήταν τραγικό. Η ελληνική συνοικία είχε μεταβληθεί σε σωρό από ερείπια, που κάπνιζαν ακόμη. Από τις 11.000 Έλληνες κατοίκους — ντόπιους και πρόσφυγες του εξωτερικού — 6.500 σφάγησαν με τον πιο άγριο τρόπο.

Γυναίκες ατιμάστηκαν, παρθένες και παιδιά βιάστηκαν και περιουσίες αρπάχτηκαν, όπως είδαμε στην περιγραφή του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Αλλ‘ η τιμωρία των φονιάδων δεν θ’ αργούσε. Την ημέρα που έπεφτε το Αϊδίνι, στη Σμύρνη αποβιβαζόταν το 3ο σύνταγμα πεζικού, που επέστρεφε από την Ρουμανία. Τη δράση του συντάγματος αυτού στην Ουκρανία τη δίνει ένα άγνωστο περιστατικό — ένα επεισόδιο, που συνέβη, όταν οι Λευκορρώσοι κι οι Στρατοί των Συμμάχων, ακόμη κι αυτή η στρατιά του Βράγκελ, υποχωρούσαν τρέχοντας. Το 3ο σύνταγμα δεν μπορούσε να κρατήσει το απέραντο εκείνο Μέτωπο μόνο του. Υποχωρούσε αλλ ‘ υποχωρούσε συντεταγμένο, χωρίς να χάσει ούτε μια μάχη. Αντίθετα, μάλιστα. Σταματούσε κι ανέτρεπε τις επιθέσεις των επαναστατών, δίνοντας τον καιρό στους άλλους να φύγουν. Ήταν το ίδιο σύνταγμα, που κράτησε το περιχαρακωμένο στρατόπεδο της Οδησ­σού — το στρατόπεδο της φυγής — δίνοντας μια τρομερή μάχη. Και στο κορύφωμα της, κτύπησε το τηλέφωνο του σταθμού διοίκησης.

Τα καλώδια δεν είχαν κοπεί, στη βιασύνη της φυγής, κι ακούσθηκε μια φωνή, από την άλλη άκρη του Μετώπου. Ζητούσε το διοικητή αλλ‘ εκείνος βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή. Κι ο άγνωστος είπε στον λοχαγό Γιαννιό, που τον αντικαθιστούσε: «Έδώ Άταμάνος Γκρηγκόριεφ… Γιατί, μωρέ Έλληνες, μας πολεμάτε; Εσάς δέν μπορούμε νά σας νικήσουμε… Αφήστε μας νά τσακίσουμε τούς άλλους». Αυτό ήταν το 3ο σύνταγμα. Διοικητής του ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης. Αυτός διετάχθη να τιμωρήσει τους σφαγείς του Αϊδινίου.

Οι ορεσίβιοι πολεμιστές του είναι ταλαιπωρημένοι από το υγρό στοιχείο, με το οποίο ουδέποτε τα είχαν πολύ καλά. Μόλις όμως πληροφορούνται, ότι θα κτυπήσουν τους Τούρκους, τα πόδια κάνουν φτερά. Ο Κονδύλης, που δεν ήταν μόνο πολεμιστής, αλλά κι ευφυής αξιωματικός, μ’ επιτελικό δαιμόνιο, ενεργεί κεραυνοβόλα. Μεταφέρει το σύνταγμα του σιδηροδρομικά μέχρι το Οδεμήσι, βόρεια του Αϊδινίου, και με ταχύτητα αστραπής περνά τα Θείρα, δρασκελίζει τον ορεινό όγκο της Μεσωγίδας και φθάνει ανατολικά του Αϊδινίου. Θέλει ν’ ανακόψει την υποχώρηση των Τούρκων. Δεν θέλει να τους διώξει, θέλει να τους τσακίσει. Αλλ‘ οι Τούρκοι έχουν υποχωρήσει νότια του Μαιάνδρου, ζητώντας προστασία στην ιταλική ζώνη Κατοχής.Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι η συνενοχή των Ιταλών στην επίθεση κατά του Αϊδινίου είναι αναμφισβήτητη. Οι Τσέτες εξόρμησαν από το στρατόπεδο της Τζίνας σε βάθος 50 – 60 χιλιομέτρων από τον Μαίανδρο. Κι ασφαλώς η κινησή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Ξαναπέρασαν τον Μαίανδρο, όπου οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκια, χωρίς και πάλι να ενοχληθούν. Αλλ‘ η χειροπιαστή απόδειξη της ενοχής τους ήταν οι ιταλικές επωμίδες κι άλλα ιταλικά εφόδια, που βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης. Κι οι καταθέσεις αιχμαλώτων, που ομολόγησαν, ότι οι Τσέτες είχαν επιτεθεί υποστηριζόμενοι από μια Ιταλική πολυβολαρχία και τμήμα πολυβόλων. Αυτοί ήταν οι Ιταλοί «σύμμαχοι» μας…

Ο Κονδύλης, φθάνοντας στο Αϊδίνι, δεν είχε δώσει ακόμη μάχη κατά των Τούρκων, μικροσυμπλοκές με ομάδες άτακτων δεν μπορούσαν να κορέσουν το μένος του. Και παίρνει μια απόφαση, που το στρατηγείο ενέκρινε… εκ των υστέρων: Διατάζει τους άνδρες του να περάσουν τη πέτρινη γέφυρα του Μαιάνδρου και να εισβάλουν στην ιταλική ζώνη Κατοχής. Μόλις αρχίζει η διάβαση του Μαιάνδρου φθάνει λαχανιασμένος ένας Ιταλός ταγματάρχης με δύο άλλους αξιωματικούς και ζητεί να συναντήσει τον Κονδύλη, ο οποίος τον δέχεται… έφιππος. Και με διερμηνέα — ο Κονδύλης μόνο τη… θεσσαλική μιλούσε άπταιστα — του ζητάει να σταματήσει την προέλαση του, γιατί εκεί στην περιοχή του Μαιάνδρου ήταν η ιταλική ζώνη.

— Πες του — λέγει ο Κονδύλης στο διερμηνέα — ότι θα σταματήσω μόνο αν μου παραδώσουν τους Τούρκους.

— Μα αυτό είναι αδύνατο, απαντά ο Ιταλός.

— Τότε εγώ θα προχωρήσω.

Ο ιταλός ταγματάρχης, με το τηλέφωνο του διπλανού φυλακίου, ζητεί οδηγίες από τους ανωτέρους του και επιστρέφοντας, ζητεί από τον Κονδύλη να περιμένει μέχρις ότου γίνουν συνεννοήσεις μέσω της Αρμοστείας. Αλλ‘ αυτό εξοργίζει τον Κονδύλη:

— Να του πεις, ότι εγώ δεν ξέρω από υψηλή διπλωματία. Ώσπου να συνεννοηθούν αυτοί, εγώ θα έχω πιάσει τους Τούρκους.

— Αν προχωρήσετε, απειλεί ο Ιταλός, έχω διαταγή να διατάξω πυρ.

— Δεν πειράζει, απαντά ο Κονδύλης.

Και σπηρουνίζοντας τ’ άλογό του τίθεται επικεφαλής των ανδρών του, περνά τον Μαίανδρο, χωρίς, φυσικά, να τολμήσουν αντίσταση οι Ιταλοί, και ξεκινά την καταδίωξη των Τούρκων.

Η εκδίκηση του Κονδύλη ήταν τρομερή, όπως τρομερός ήταν κι ο ίδιος. Σαν κεραυνός πέφτει πάνω στο τουρκικό στρατόπεδο της Τζίνας και το διαλύει.Και χωρίς καθυστέρηση συνεχίζει την προέλαση του, καταλαμβάνει τον ορεινό όγκο Σαπουντζά Νταγ και κάνει μια κυκλωτική κίνηση προς Δυσμάς, στρέφει προς Βορρά κι επιστρέφει στις γραμμές μας από την κατεύθυνση των Σωκίων. Στο πέρασμα του — γιατί να το κρύψει κανείς; — τίποτε δεν μένει όρθιο. Όποιο χωριό τουρκικό τολμά ν’ αντισταθεί, καταστρέφεται, οι αντάρτικες ομάδες, που προσπαθούν να τον αναχαιτίσουν, συντρίβονται. Σπείρει τον τρόμο, τον πανικό στους Τούρκους, προκαλεί ακόμη και το δέος των δικών μας. Κι ο συνταγματάρχης Σταυριανόπουλος εξομολογείται σε Μικρασιάτη δημοσιογράφο :
«Μπαίνοντας στόν σιδηροδρομικό σταθμό του Ντεμερτζίκ, είδα μερικούς Τούρκους συγκεντρωμένους. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Πίστευα, ότι άπό εκεί, πού πέρασε ό Κονδύλης, δέν είχε μείνει Τούρκος, ούτε γιά δείγμα».

» Ό Κονδύλης, μέ ζωηρή φωνή, έτοιμος γιά καυγά, άπαντα: «Νά πήτε σ’ αυτόν τόν κύριον ότι, εφ’ όσον προστατεύουν τούς Τούρκους καί τούς άφήνουν ελευθέρους νά μας χτυπούν, θά κάψω όχι εφτά, άλλά δεκαεφτά χωριά, έστω κι άν χρειασθή νά φθάσω στήν Βαβυλώνα».

Δεν υπάρχουν σχόλια: