Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Μαργαρώ: η θρυλική Μυκονιάτισσα που έθρεψε τον Πειραιά

 Η θρυλική Μαργαρώ άνοιξε το ταβερνάκι της στο Χατζηκυριάκειο όταν στον Πειραιά έπεφταν ακόμη βόμβες και με τα φαγητά της τάισε λιμενεργάτες και ναυτάκια, που την είχαν σαν δεύτερη μάνα τους.


Φωτογραφίες: Σοφία Παπαστρατή

Γεωργία Παπαστάμου

Μία είναι η Μαργαρώ. Όλη η πόλη έχει περάσει από το ταβερνάκι της στην άκρη της Χατζηκυριακού και ακόμα και όσοι δεν την πρόλαβαν έχουν ακούσει ιστορίες για τη θρυλική Μυκονιάτισσα που έθρεψε τον Πειραιά, μια ζωή πάνω από τα τηγάνια και τις κατσαρόλες της. Η Μαργαρώ Χανιώτη, γεννημένη στην Ανω Μερά, από φτωχή οικογένεια, έμαθε από μικρό κορίτσι να μαγειρεύει, όταν βρέθηκε υπηρέτρια σε ένα πλουσιόσπιτο της Σύρου. Ξαναγύρισε στη Μύκονο, παντρεύτηκε και, αφού γέννησε τα πέντε παιδιά της, το ’37 τα πήρε από το χέρι και, μαζί με τον σύζυγό της, Γιάννη, έβαλαν όλοι τους πλώρη για τον Πειραιά, για μια καλύτερη τύχη. Ο άντρας της έπιασε δουλειά στο λιμάνι, φορτωτής στο κάρβουνο, και εκείνη άνοιξε το πρώτο της μαγαζί, ένα υπόγειο μαγέρικο στην οδό Αφεντούλη, κοντά στο Τζάνειο, ταΐζοντας τους λιμενεργάτες, ακόμα και μέσα στην κατοχή.

Μαργαρώ, η mere του Πειραιά
Η Μαργαρώ Χανιώτη, με την ποδιά εργασίας, καθισμένη μαζί με τα ναυτάκια.

Μερικά χρόνια αργότερα, το ’44, μετακόμισε στην παλιά μπακαλοταβέρνα του Σαντορινιού, δίπλα στην πύλη της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Με τους βομβαρδισμούς του Πειραιά, ο παλιός ιδιοκτήτης είχε φοβηθεί και ήθελε να πουλήσει το δίπατο για να το ξεφορτωθεί. Η Μαργαρώ πάλι, ψύχραιμη, άρπαξε την ευκαιρία να μεταφερθεί από το ενοικιαζόμενο υπόγειο στο κτίσμα που θα χωρούσε άνετα μαγαζί και σπίτι για την οικογένεια. «Με το που το αντίκρισε, τρελάθηκε. Αλλά μπροστά στον Σαντορινιό γύρισε στον άντρα της και άρχισε να του φωνάζει “Πού με έφερες; Εδώ πέρα πέφτουν μπόμπες, θα μας σκοτώσουν όλους”, για μην ανέβει η τιμή», θυμάται από αφηγήσεις ο εγγονός της, Κώστας Χανιώτης.

Μαργαρώ, η mere του Πειραιά
Ο μικρότερος εγγονός της Μαργαρώς, Σπύρος Χανιώτης, συνεχίζει τα τηγανίσματα στο παλιό της πόστο.

Εξυπνη, εργατική, δυναμική γυναίκα, έφερνε μόνη της βόλτα την ταβέρνα σε μια δύσκολη περιοχή. «Μιλάμε για μια κακόφημη γειτονιά. Αβατο. Υπήρχε όμως σεβασμός για “της κυρα-Μαργαρώς”. Εκείνη, μόνη της, κουλάντριζε το μαγαζί. Ο άντρας της δούλευε στο λιμάνι και αργότερα είχε και έναν σοβαρό τραυματισμό στο μάτι του», λέει ο μικρότερος εγγονός της, Σπύρος. Η ίδια έπαιρνε μούστο και έφτιαχνε δικό της κρασί, ενώ στην κουζίνα της τηγάνιζε μαρίδα, γόπα, γαύρο σε δύο μεγάλα πετρογκάζ, ετοίμαζε μαγειρευτά, έκανε σάντουιτς, ομελέτες και ό,τι άλλο ήξερε. «Στα χρόνια του πατέρα μου αρχίσαμε να σερβίρουμε μόνο γαρίδες και μπαρμπούνια τηγανητά. Η γιαγιά έκανε απ’ όλα. Εβραζε πέντε διαφορετικά είδη χόρτων, μαγείρευε μπακαλιάρο παστό στον φούρνο με πατάτες, ιμάμ μπαϊλντί. Ο,τι έκανε ήταν φανταστικό, γιατί είχε τρομερή υπομονή. Τις Κυριακές μαγείρευε κοκκινιστό με πατάτες τηγανητές. Πιο έντονα θυμάμαι τα κεφτεδάκια της, που ήταν μαγικά», περιγράφει ο ίδιος.

Μαργαρώ, η mere του Πειραιά

«Μεσοτοιχία» με τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, η Μαργαρώ όχι μόνο καλομαγείρευε για τους σπουδαστές, αλλά ήταν και το απάγκιο τους. «Τότε στη σχολή ήταν σκληρά τα πράγματα. Οι δόκιμοι περνούσαν πολλά καψόνια και στερήσεις, τους ταλαιπωρούσαν. Οταν έρχονταν εδώ να φάνε, η γιαγιά τούς παρηγορούσε. Εχουν έρθει απόστρατοι ναύαρχοι και μας έχουν πει: “Η γιαγιά σας ήταν σαν δεύτερη μητέρα για εμάς. Μας έδινε κουράγιο να καταφέρουμε ό,τι καταφέραμε”», περιγράφει ο Σπύρος. Μαζί με τον καλό λόγο, πήγαιναν και έρχονταν οι κεφτέδες και οι ομελέτες που κερνούσε η Μαργαρώ τους τιμωρημένους, μέσα από τη μάντρα.

Μέχρι το ’76 που πέθανε, η Μαργαρώ δεν σταμάτησε να δουλεύει στην ταβέρνα. Με την ποδιά εργασίας, καθισμένη μαζί με τα ναυτάκια, τη βλέπεις σήμερα στη μεγεθυμένη φωτογραφία που δεσπόζει πάνω από τα τραπέζια της αυλής.

 
Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 250.

Δεν υπάρχουν σχόλια: