Μνήμη εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ
Κυριακὴ 18 Ὀκτωβρίου 2026
Μπορουμε να ζωγραφισουμε το Χριστο μεσα μας;

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, 18 Ὀκτωβρίου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ πανηγυρίζει τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Λουκᾶ, τοῦ ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ σήμερα καὶ ὁ πενιχρός μου λόγος αὐτὸν θὰ ἔχῃ ὡς θέμα. Ἂς δοῦμε λοιπὸν τὰ τοῦ βίου του.
Ὁ ἅγιος Λουκᾶς δὲν ἦταν Ἰουδαῖος, δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀποστόλους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἦταν Ἕλληνας ὡς πρὸς τὴν πατρίδα καὶ κάτοικος μιᾶς ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς, τῆς Ἀντιοχείας, τὴν ὁποία εἶχε ἱδρύσει ὁ μέγας Ἀλέξανδρος. Παιδὶ διακεκριμένης οἰκογενείας, πλούσιας καὶ ἀριστοκρατικῆς, ἦταν εὐφυὴς καὶ ἐπιδεκτικὸς μαθήσεως. Σπούδασε σὲ περίφημες σχολὲς τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ἐξέλεξε ὡς ἐπάγγελμα, μᾶλλον ὡς διακονία, τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Ἔγινε λοιπὸν γιατρὸς μὲ καλὴ κατάρτισι καὶ φήμη μεταξὺ τῶν συναδέλφων του στὸν τότε κόσμο.
Ἀλλὰ τί νὰ τὰ κάνῃς αὐτὰ ὅλα; τὴν πατρίδα καὶ τὶς σπουδές, τὰ γράμματα καὶ τὶς ἐπιστῆμες, τὴν εὐφυΐα καὶ τὶς ἱκανότητες; Δὲν εἶνε αὐτὰ ὁ σκοπὸς τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου. Καταλάβαινε ἆραγε τότε ὁ ἅγιος Λουκᾶς τὸ νόημα τῆς ζωῆς, τὸ γιατί εἶχε ἔρθει στὸν κόσμο; Ζοῦσε ἀκόμα μέσα σὲ σκοτάδι, ἦταν εἰδωλολάτρης. Καὶ κατὰ μία τραγικὴ ἀντίθεσι, ἐνῷ ζοῦσε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, τὸ ὄνομά του ἦταν Λουκᾶς· λατινικὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο παράγεται ἀπὸ τὴ λέξι λούξ (lux), ποὺ σημαίνει φῶς. Λοὺξ δὲν λέγαμε κ᾽ ἐμεῖς μερικὲς λάμπες φωτισμοῦ;
Ἔχουμε βλέπετε στὸ λεξιλόγιό μας καὶ ἀρκετὲς λέξεις ξενικῆς προελεύσεως. Ἔτσι εἶνε καὶ τὸ ὄνομα Λουκᾶς. Λουκᾶς λοιπὸν καὶ Λουκιανὸς (ἀπὸ τὸ lux) θὰ πῇ «φῶς», «φωτεινός», ὅλoς φῶς. Καὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ φημισμένος γιατρὸς μὲ τὸ ὄνομα Λουκᾶς ἦταν ἀκόμα σὲ σκοτάδι, σκοτάδι βαθύ, μεσάνυχτα εἶχε.
Καὶ ξαφνικὰ τὸ σκοτάδι τῆς ψυχῆς του ἔγινε φῶς! Πῶς αὐτό; πῶς μέσα στὴν καρδιά του ἔλαμψε ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης; Μὲ ἕνα κήρυγμα ποὺ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος περνοῦσε τότε ἀπὸ τὴν πατρίδα του. Αὐτὸ ἦταν! πίστεψε στὸ εὐαγγέλιο, βαπτίστηκε, ἔγινε Χριστιανός. Καὶ ὄχι ἁπλὸς Χριστιανός, ἀλλὰ καὶ πιστὸς ἀκόλουθος στὴ μικρὴ συνοδεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου· καὶ ἀκόμα ἦταν γιατρός, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα στὸν ἀπόστολο (βλ. Κολ. 4,5-11,14-18). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τὸν ὀνομάζει ἰδιαιτέρως «Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητός» (ἔ.ἀ. 4,14) –ὁ γιατρός μου, λέει–, γιατὶ προσέφερε τὶς ἰατρικὲς ὑπηρεσίες του στὸν Παῦλο καὶ στὴ συνοδεία του. Καὶ ἔμεινε ὁ Λουκᾶς κοντὰ στὸν Παῦλο στὴν πρώτη καὶ τὴν δευτέρα φυλάκισί του· ἐνῷ ἄλλοι τὸν ἐγκατέλειψαν, αὐτὸς ἔμεινε μέχρι τέλους πιστὸς σ᾽ αὐτόν.
Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ Λουκᾶς μιμήθηκε τὸν διδάσκαλό του. Ἄρχισε νὰ κηρύττῃ καὶ αὐτός. Περιώδευσε ἀρκετὰ μέρη, ἡ φωνή του ἀκούστηκε στὰ πέρατα τοῦ κόσμου.
Κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ κήρυξε – πῶς; Μὲ τοὺς ἀκόλουθους τρόπους.
� Πρῶτον μὲ τὴ γλῶσσα του. Διότι, ἂν πιστεύῃς στὸ Χριστό, πρέπει καὶ νὰ μιλᾷς γι᾽ αὐτόν. Ἀλλοίμονο σ᾽ αὐτὸν ποὺ δὲν μιλάει γιὰ τὸ Χριστό. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ ὁμιλοῦμε, ἀλλὰ πρὸ παντὸς γιὰ νὰ κηρύττουμε τὸ ἄφθαστο μεγαλεῖο του. «Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα» (Ψαλμ. 115,1. Β΄ Κορ. 4,13).
� Κήρυξε ἀκόμα καὶ διὰ τοῦ γραπτοῦ λόγου, διὰ τῶν συγγραμμάτων του. Καὶ μέχρι σήμερα ἡ φωνὴ τοῦ Λουκᾶ ἀκούγεται μέσα στὶς ἐκκλησίες μας. Ἔγραψε δύο βιβλία θεόπνευστα· τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, μέσα στὸ ὁποῖο ὑπάρχουν λεπτομέρειες ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ δὲν ὑπάρχουν στοὺς ἄλλους εὐαγγελιστάς. Ἔγραψε λ.χ. γιὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας (βλ. Λουκ. 1,26-38)· γιὰ τὴ συνάντησι τῆς Ἐλισάβετ καὶ τῆς Παρθένου, ὅτι τότε «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς» (ἔ.ἀ. 1,44)· γιὰ τὴ Γέννησι τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀλησμόνητη ἐκείνη νύχτα ποὺ στρατιὰ ἀγγέλων ἔψαλλε τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη…» (ἔ.ἀ. 2,14), ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε σὲ φάτνῃ (βλ. ἔ.ἀ. 2,7) καὶ τὸν προσκύνησαν οἱ ποιμένες. Ἔγραψε γιὰ τὸν βαπτιστὴ Ἰωάννη. Πολλὲς λεπτομέρειες μᾶς διέσωσε ἰδίως γιὰ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο· καὶ αὐτὰ τὰ ἄκουσε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς ἴδιας τῆς Παναγίας, τὴν ὁποία ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως.
Στὸν Λουκᾶ ὀφείλουμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ ὅτι, ἐνῷ ἄλλοι εὐαγγελισταὶ ἔγραψαν ἄλλες παραβολὲς τοῦ Κυρίου, αὐτὸς διέσωσε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ (βλ. ἔ.ἀ. 15,11-32), ποὺ ἀποτελεῖ τὴν παρηγορία ὅλων μας. Ἐκεῖ περιγράφεται τόσο τὸ βάθος τῆς πτώσεώς μας ὅσο καὶ τὸ ὕψος τῆς σωτηρίας μας. Εἴθε ν᾽ ἀξιωθοῦμε κ᾽ ἐμεῖς νὰ ποῦμε τὸ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (ἔ.ἀ. 15,21).
Τὸ ἄλλο σύγγραμμά του εἶνε οἱ Πράξεις τῶν ἀποστόλων, στὸ ὁποῖο διηγεῖται τὸν βίο τῶν ἀποστόλων καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ Παύλου, στὸν ὁποῖον ἐμαθήτευσε καὶ κοντὰ στὸν ὁποῖον ἔμεινε μέχρι τῆς φυλακίσεως καὶ τοῦ μαρτυρίου του. Οἱ Πράξεις πιστοποιοῦν πὼς ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστὸς οἱ Χριστιανοὶ τῶν πρώτων αἰώνων τὸ ἐφάρμοσαν. Κατὰ τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰω. 13,34· 15,12,17· βλ. Α΄ Ἰω. 3,11,23· 4,7· Β΄ Ἰω. 5) ἀποτελοῦσαν μία οἰκογένεια μὲ πατέρα τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸ καὶ «εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2,44).
� Κήρυξε λοιπὸν προφορικὰ μὲ τὴ γλῶσσα του, γραπτῶς διὰ τοῦ συγγραφικοῦ καλάμου του, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδιαίτερη λογοτεχνικὴ χάρι, γιατὶ ἦταν ἄριστος κάτοχος τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης. Κήρυξε ἀκόμα τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ – πῶς; διὰ τοῦ χρωστῆρος. Ὑπάρχει καὶ παράδοσις ὅτι ζωγράφιζε. Δὲν ζωγραφίζει βέβαια κανεὶς μόνο μὲ τὸν χρωστῆρα· ζωγραφίζει καὶ μὲ τὸν κάλαμο, μὲ τὴ γραφίδα, μὲ τὴ συγγραφή. Καὶ μ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἀπέδωσε τὶς μορφὲς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου κ.λπ.. Καὶ ὅποιος διαβάζει τὸν Λουκᾶ, νομίζει ὅτι βλέπει ζωντανὲς τὶς μορφὲς ὅλων αὐτῶν. Ἀλλὰ στὴν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας διασώθηκε, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ζωγράφος μὲ τὸν χρωστῆρα, ὅπως ἀκοῦμε στὸν Παρακλητικὸ Κανόνα τῆς Θεοτόκου· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν, τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου τὴν Ὁδηγήτριαν» (μεγαλ. Παρ. Καν.).
� Διασῴζεται ὅμως καὶ παράδοσις, ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τρόπων ποὺ εἴδαμε, ἐκήρυξε τὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴ θυσία του. Αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ συνέγραψε τὸ Εὐαγγέλιο, τέλος τὸ ὑπέγραψε καὶ μὲ τὸ αἷμα του. Συνελήφθη, ὡδηγήθηκε στὸ κρατητήριο, ὡμολόγησε ὅτι εἶνε Χριστιανός, καὶ ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο γιὰ τὸν Κύριο.
* * *
Ὅπως, ἀδελφοί μου, κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ἦταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἔτσι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ στὴ δική μας ζωή. Ὁ Λουκᾶς εἶχε ζωγραφίσει τὸν Χριστὸ πρῶτα μέσα του, στὴν καρδιά του, καὶ κατόπιν μὲ τοὺς ἄλλους τρόπους ποὺ ἀναφέραμε. Γι᾽ αὐτό, ὅποιος διαβάζει τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο βλέπει ἐκεῖ καθαρὰ τὴ μορφὴ τοῦ Κυρίου μας, ζωντανή. Ἔτσι νὰ Τὸν ἔχουμε κ᾽ ἐμεῖς μέσα μας, ἀληθινό· τέλειο, ἄμωμο, ἄψογο, ἀναμάρτητο, ἐσταυρωμένο καὶ ἀναστημένο, ζωντανό, νικητή. Εὔκολο εἶνε νὰ τὸν ζωγραφίσουμε καὶ νὰ τὸν ἔχουμε σὲ μία εἰκόνα· γέμισε ὁ τόπος ἀπὸ εἰκόνες. Ἄχ, ἀδελφοί μου, ὅποιος περιορίζεται σ᾽ αὐτό, εἶνε τυπικὸς Χριστιανός· τὸ οὐσιαστικὸ εἶνε νὰ ζωγραφίσῃ τὸ Χριστὸ μέσα του.
Πῶς γίνεται αὐτό; Διὰ τῆς ἀγάπης, διὰ τοῦ θείου ἔρωτος. Πές μου τί ἀγαπᾷς νὰ σοῦ πῶ ποιός εἶσαι. Ἀγαπᾷς τὸ παιδί σου; γι᾽ αὐτὸ τό ᾽χεις μέσ᾽ στὴν καρδιά σου· ἡ μάνα σκέπτεται τὸ παιδί της μέρα – νύχτα. Εἶσαι ἐρωτευμένος; γι᾽ αὐτὸ ζῇς ἔχοντας διαρκῶς μέσα σου τὸ πρόσωπο τῆς ἀγαπημένης σου. Κάνε λοιπὸν ἔτσι καὶ γιὰ τὸ Χριστὸ μέσα σου· κάνε τὴν καρδιά σου ἀτελιέ, ποὺ λένε οἱ ζωγράφοι, πάρε χρώματα καὶ παράστησε ἐκεῖ τὸν Ἠγαπημένον σου, ἐκεῖνον ποὺ ἀξίζει νὰ ἀγαπᾶται πάνω ἀπὸ κάθε ἄλλο πρόσωπο ἢ πρᾶγμα στὸν κόσμο. Θὰ γίνῃς ἔτσι κ᾽ ἐσὺ μία εἰκόνα, ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Βλέποντας ἐσένα (τὸν ὑπάλληλο, τὸν ἐργάτη, τὸν ἀξιωματικό κ.λπ.· βλέποντας πρὸ παντὸς ἐσένα τὸν ἱερέα καὶ ἐπίσκοπο) νὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι· Ζωντανὸς εἶνε ὁ Χριστός. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας ἄπιστος Γάλλος εἶπε· Ἂς σβήσουμε τὶς εἰκόνες στὶς ἐκκλησίες, μὰ μὲ τοὺς ζωντανοὺς Χριστιανούς, τοὺς ἁγίους, τί θὰ κάνουμε;… Ὅσο δηλαδὴ ὑπάρχει καὶ ἕνας ἅγιος ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἀήττητος· γιατὶ καὶ ἕνας ἅγιος ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει!
Τελευταῖα ἔγινε μιὰ ἔρευνα, ποιούς θαυμάζει καὶ λατρεύει ὁ κόσμος· καὶ τί ἔδειξε· ὅτι πρῶτοι ἔρχονται καλλιτέχνες, θεατρίνοι, ἠθοποιοί, ἀθληταί… Καὶ ὁ Χριστός; Ἔρχεται τελευταῖος. Ποιός τὸν λατρεύει; Ὅποιος τὸν λατρεύει, τὸν ὁμολογεῖ, μιλάει γι᾽ αὐτόν. Ἀγαπᾷς τὸ Χριστό; Δεῖξε το διὰ τοῦ βίου σου· μὲ τὴν καρτερικὴ ζωή σου, μὲ τὸν τίμιο ἀγῶνα σου, μὲ τὸ μαρτυρικό σου φρόνημα.
Τελειώνω μ᾽ ἕνα παράδειγμα. Πιστός, ποὺ λάτρευε φλογερὰ τὸν Κύριο ἦταν ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας. Ὅταν λοιπὸν τὸν ἔρριξαν στὰ λιοντάρια καὶ τὸν κατασπάραξαν, ἔμεινε μόνο ἡ καρδιά του· δὲν τὴν πείραξαν. Καὶ λέει ἡ παράδοσις, ὅτι ἄνοιξαν τὴν καρδιὰ καὶ μέσα σ᾽ αὐτὴν βρῆκαν γραμμένο· Χριστέ, ὁ ἔρωτας τῆς ψυχῆς μου!
Ὤ πόσο πίσω εἴμαστε! Σ᾽ ἐμᾶς ὁ ἔρωτας τῆς καρδιᾶς μας εἶνε τὰ ἐπίγεια· χρήματα, δόξες, μεγαλεῖα, γυναῖκες, ἄντρες, ὅλα τὰ ἐγκόσμια. Ἔρωτας Χριστοῦ ἔκαιγε τὴν καρδιὰ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων. Μακάρι τὸν ἔρωτα αὐτὸν νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε. Γι᾽ αὐτὸ σᾶς συνιστῶ· ἀφιερῶστε χρόνο καὶ μελετῆστε μὲ προσοχὴ τὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, γραμμένο στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ παρουσιάζει ἐπὶ αἰῶνες τώρα ὄχι νεκρὴ ἀλλὰ ζωντανὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε θὰ αἰσθανθοῦμε τὸ μεγαλεῖο ἐκεῖνο καὶ θὰ ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο· «Ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20), ὁ ὁποῖος βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Λουκᾶ τοῦ Νοσοκομείου Φλωρίνης καὶ ἐνδεχομένως τὴν 18-10-1987. Ἐδῶ δημοσιεύεται μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 30-8-2026.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου