Έχουμε σκεφθεί στ’ αλήθεια ποτέ τι είναι ο εαυτός; Υπάρχει ο λεγόμενος «αντικειμενικός», στην πραγματικότητα μεταφυσικός «εαυτός» («ego») του Καρτέσιου και του Καντ, ο οποίος συνίσταται σε μια αυθύπαρκτη, τρόπον τινά, ουσία, η οποία μπορεί και επιθεωρεί τον κόσμο εκεί-έξω και επίσης είναι ικανή διά της «ενδοσκοπήσεως» να αυτοεξερευνάται. Ο εαυτός δεν χρειάζεται κανέναν άλλον: είναι τελείως αυτάρκης.

Αυτό το μεταφυσικό «ego» είναι κατά κάποιον τρόπον ένας μικρός θεός, ο οποίος, π.χ. στον Καρτέσιο, μπορεί να ίσταται έξω από τον κόσμο και να ρωτά: «άραγε ο κόσμος υπάρχει;». Μπορεί επίσης να στέκεται και έξω από τον Θεό και να ρωτά επίσης: «άραγε ο Θεός υπάρχει;». Και αποφαίνεται σχετικώς. Ο Καρτέσιος πρώτα απέδειξε ότι υπάρχει αυτός ο εαυτός διά του «cogito ergo sum». Του φάνηκε ότι αφού σκέπτεται, είναι βέβαιο ότι υπάρχει και τούτο το μυστηριώδες «ego». Και ο Καντ παρομοίως. Δεν έχει νόημα εδώ να αναπτύξουμε περισσότερο αυτήν την γραμμή σκέψης.
Το ερώτημα του αν υπάρχω πραγματικά δεν τέθηκε ποτέ στην ορθόδοξη χριστιανική σκέψη. Εκεί ο Εαυτός ήταν μια δωρεά. Τι θα πει αυτό; Κατά την ορθόδοξη πατερική Θεολογία, ο Θεός βρίσκεται πιο κοντά σε μας από ό,τι ο ίδιος μας ο εαυτός! Δεν θα έπρεπε να εκλάβουμε αυτόν τον ισχυρισμό ως μια υπερβολή ή μια ωραιολογία των Πατέρων. Πράγματι, ο Θεός είναι πιο κοντά σε μας από τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό είναι μια αναμφισβήτητη αλήθεια για την Πατερική Θεολογία.
Αυτό το κατάλαβα πολύ νωρίς, από την παιδική μου κιόλας ηλικία, όταν μου δόθηκε ως δώρο το να μιλώ ακατάπαυστα στον Θεό. Δεν θα τολμούσα να αποκαλύψω αυτό που μου συνέβη τότε, αν δεν ήθελα να δείξω στον αναγνώστη ότι ο διάλογος με τον Θεό, και μάλιστα ο ατελεύτητος, ήταν για μένα ως παιδί, κάτι τελείως φυσικό. Μου φαινόταν απίστευτα παράξενο ότι οι μεγάλοι δεν μιλούσαν παρά ελάχιστα για τον Θεό. Σκεπτόμουν ότι υποκρίνονται: στην πραγματικότητα μέσα τους μιλούν για τον Κύριο, αλλά για λόγους που δεν καταλάβαινα ακριβώς το κρύβουν.
Αυτό που μου συνέβαινε, το ότι μιλούσα διαρκώς στον Θεό, δεν θα μπορούσα να το πω «προσευχή», μολονότι, όπως μου διευκρίνισαν μετά οι Πατέρες, ήταν πράγματι προσευχή. Δεν θα έλεγα ότι είχα ανάγκη να μιλώ σε κάποιον, για αυτό και έπιανα κουβέντα με τον Θεό, αλλά βίωνα την τρομερή αλήθεια ότι μέσα μου υπάρχει κάποιος Άλλος, που είναι πιο «Εγώ», για να το πω έτσι, από τον ίδιο μου τον Εαυτό. Και έτσι, χωρίς τελειωμό, ό,τι κι αν έκανα, έπιανα κουβέντα προπαντός με την Παναγία. Παναγία μου τώρα παίζω, Παναγία μου τώρα τρώγω, Παναγία μου τώρα κλαίω. Όπως είπα, δεν αντλούσα κάποια ψυχολογική ανακούφιση, ότι λέω κάπου τα βάσανά μου και ξεθυμαίνω. Όχι. Αν και είχα προβλήματα, δεν συνέβαινε καθόλου αυτό. Αυτό που ίσχυε ήταν ότι είχα «ανακαλύψει», μολονότι δεν χρησιμοποιώ τον κατάλληλο όρο, την διαλογική φύση του Εαυτού. Και για την ακρίβεια, είχα ανακαλύψει ότι ο Εαυτός είναι μια Δωρεά, και μάλιστα του Θεού.
Το κατάλαβα πολύ καλά, όταν διάβασα, πολύ αργότερα, το βιβλίο του αγίου Αυγουστίνου «Εξομολογήσεις». Εκεί, και μόνο εκεί είδα, να συμβαίνει το ίδιο ακριβώς γεγονός: κάποιος για όλα να πιάνει κουβέντα με τον Θεό. Δεν θα χρησιμοποιούσα ούτε ακριβώς την λέξη «αναφέρει»: αναφέρει τα πάντα στον Θεό. Ο λόγος είναι ότι δεν είχα τίποτε δικό μου για να το «αναφέρω» στον Θεό: εξαρχής όλα ήταν του Θεού.
Μόλις διάβασα τις «Εξομολογήσεις» του αγίου Αυγουστίνου, στενοχωρήθηκα που μερικοί δεν τον αναγνωρίζουν για άγιο. Η ευλάβεια, και όχι απλώς ευσέβεια, του αγίου, δεν περιγράφεται. Όπως λέει ένας γάλλος φιλόσοφος, ο Marion, της Σχολής της Φαινομενολογίας, και οι Ντεκάρτ-Καντ καταλάβαιναν στο βάθος ότι ο Εαυτός είναι μια «givevess» (κάτι που «δίνεται»), αλλά δεν αναγνώριζαν ότι πρόκειται για «gift», «δώρο». Και ήταν αυτή η αίσθηση που κυριαρχούσε μέσα μου, ότι ο Εαυτός ήταν ακριβώς ένα «δώρο». Μπορείς να δίνεις κάτι, και όμως αυτό το δόσιμο να μην συνιστά δωρεά. Το δώρο είναι κάτι παραπάνω.
Και καταλάβαινα ότι ο Εαυτός μου είναι ένα δώρο όταν έρχονταν, προπαντός το καλοκαίρι- τον χειμώνα δεν είχαμε ιερέα- ο αγιόπαπας, ο καλογερόπαπας, άγαμος που είχε νικήσει την σάρκα, να μας μιλήσει προπαντός για την εξομολόγηση. Δεν είχαμε ξαναδεί στα μέρη μας άγαμο ιερέα, κανείς δεν πίστευε ότι μπορούσε άνθρωπος να αφιερώσει έτσι την ζωή του στον Θεό- μετά είναι αλήθεια ότι κάποιοι μαθητές του, έγγαμοι ιερείς, στάθηκαν και αυτοί άγιοι. Όσο μιλούσε ο καλόγερος – και δεν μιλούσε παρά μόνο στο κήρυγμα, κάθε άλλη κουβέντα έλειπε από το στόμα του- μου αποκαλύπτονταν επιτέλους ότι όλη αυτή η συνεχής ομιλία με την Παναγία οφείλονταν στο ότι ο Εαυτός μου ήταν δώρο. Και οι εικόνες μιλούσαν αλλιώτικα τότε, ο άγιος Γέροντας ήταν ο πατέρας μου, έστω κι αν είχα σαρκικό πατέρα. Αυτόν τον αγαπούσα πια, μετά την γνωριμία με τον Γέροντα, ακόμα πιο πολύ.
****************
Αλλά εκεί που καταλάβαινα ότι ο Εαυτός μου ήταν Δώρο, ήταν η στιγμή της εξομολόγησης. Δεν ένιωθα απολύτως καμιά ενοχή. Ο Γέροντας, σαν μικρός Χριστός, έπαιρνε όλες τις αμαρτίες. Αφού τις έπραξα εγώ, ο εαυτός μου, πώς γίνεται να τις παίρνει ο Χριστός; Και ο Γέροντας επαναλάμβανε: «Τώρα εξομολογήθηκαν τα πάντα, τα έσβησε το Αίμα του Χριστού, παιδί μου μην τα σκέφτεσαι πια. Εφόσον τα εξομολογήθηκες, είναι πια δεν υπάρχουν».
Όλα αυτά τα κατάλαβα καλύτερα, όταν διάβασα στον βίο του αγίου Ιερωνύμου πως του εμφανίστηκε ο Χριστός και του είπε: «Ιερώνυμε, θέλω να μου δώσεις κάτι». «Τι να σου δώσω, Χριστέ μου; είπε ο άγιος Ιερώνυμος. Όλα, Κύριέ μου, στα έδωσα». «Τις αμαρτίες σου θέλω, Ιερώνυμε. Τις αμαρτίες σου». Ο Κύριός μας είναι ο αληθής Εαυτός μας. Είμαστε η απάντηση στην κλήση Του. Προηγείται η φωνή Του, προηγείται το κάλεσμα. «Κατ’ εικόνα Θεού» έπλασε ο Κύριος τον άνθρωπο. Δόξα στον εν Τριάδι Θεό!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου