Όταν μιλάμε για την τραγωδία της Κύπρου, αναφερόμαστε στο 1974 και στην τουρκική εισβολή, η οποία άφησε πίσω της νεκρούς, αγνοούμενους, καταστροφές και το 37% του νησιού υπό στρατιωτική κατοχή.
Του Μανώλη Καλατζή
Και όμως, σχεδόν αγνοούμε, τα όσα προηγήθηκαν, τα οποία εκ των υστέρων αντιλαμβανόμαστε ότι αποτελούσαν μια προδιαγεγραμμένη πορεία, προς τον Ιούλη του 1974, η ο οποία κορυφώθηκε με το πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη, που έδωσε το πρόσχημα το οποίο ανέμενε η Τουρκία, για να εισβάλλει ως εγγυήτρια δύναμη.
Δέκα χρόνια νωρίτερα, το 1964, η Τουρκία είχε κάνει πρόβα εισβολής, η οποία δεν υστερούσε σε βαρβαρότητα, από την εισβολή του 1974. Φαίνεται όμως πως οι συνθήκες δεν ήταν «ώριμες» για να ολοκληρωθεί το έγκλημα, αλλά ο σπόρος είχε πέσει. Ένας σπόρος που τον καλλιέργησε η τουρκική επεκτατικότητα και η ελληνική αφροσύνη.
Τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1964, παρέμειναν σχεδόν κλειδωμένα, ως μυστικά που δεν θα έπρεπε ποτέ να ειπωθούν, γιατί έτσι επέβαλλε το «εθνικό συμφέρον». Ένα συμφέρον, που κάτω από τη σκόνη της ιστορίας, έθαψε ανθρώπους, έθαψε ηρωικές στιγμές, έθαψε μια αλήθεια που συνεχίζει να πληγώνει. Μόλις πριν λίγα χρόνια βρέθηκε το κουράγιο, να ανοίξει αυτό το κλειδαμπαρωμένο συρτάρι, και από μέσα του αναδύθηκε η οσμή της αγνωμοσύνης του Κυπριακού και του Ελληνικού κράτους. Μία πτυχή αυτής της ιστορίας, είναι αυτή που αφορά το πλήρωμα του περιπολικού σκάφους «Φαέθων», το οποίο βρέθηκε να παλεύει μόνο του, απέναντι στην τουρκική πολεμική αεροπορία. Ήταν Αύγουστος του 1964.
Οδύσσεια με μια βάρκα
Μετά τα γεγονότα των Χριστουγέννων του 1963, η κατάσταση μύριζε στη κυριολεξία μπαρούτι. Οι Τουρκοκύπριοι με καθοδήγηση της Τουρκίας, αποσύρθηκαν από τις δομές της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας και κλείστηκαν στους θύλακες, που αποτέλεσαν τα «στρατηγεία» στα οποία προετοιμάστηκε η εισβολή. Τον Αύγουστο του 1964, υπήρχαν πληροφορίες ότι οι Τούρκοι θα επιχειρούσαν να ξεφορτώσουν οπλισμό και πυρομαχικά στις βορειοδυτικές περιοχές του νησιού ενισχύοντας του θύλακες που είχαν δημιουργηθεί. Ο χρόνος πίεζε και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διέθετε Ναυτικό.
Ο επιχειρηματίας Αναστάσιος Λεβέντης είχε διαθέσει χρήματα για την αγορά δύο σκαφών τα οποία είχαν κατασκευαστεί το 1935 στη Γερμανία από το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ. Επρόκειτο για παλιά ξύλινα σκάφη στα οποία δόθηκαν οι ονομασίες «Φαέθων» και «Αρίων». Στόχος ήταν να εξοπλιστούν και να στελεχωθούν με πεπειραμένο πλήρωμα ώστε να αναλάβουν ρόλο φύλαξης των βορείων ακτών της Κύπρου.
Όταν παραλήφθηκαν τα δύο σκάφη, έγινε μια γρήγορη επισκευή τους στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας και ξεκίνησαν για την Κύπρο.
Σε μια συνομιλία που είχαμε πριν λίγα χρόνια με τον κυβερνήτη του «Φαέθων» Δημήτρη Μητσάτσο, μας είχε αναφέρει ότι η πλοήγηση από τη Σαλαμίνα στην Κύπρο ήταν μια πραγματική περιπέτεια, καθώς τα σκαριά ήταν παλιά όπως παλιός ήταν και ο εξοπλισμός τους. Ακόμα και η πυξίδα έδειχνε λάθος κατεύθυνση και χρειάστηκε η ναυτοσύνη των πληρωμάτων για να μπορέσουν να φτάσουν στην Κύπρο. Ακόμα και το ίδιο το ταξίδι ήταν επικίνδυνο, καθώς έπλεαν χωρίς σημαία ώστε να παραμείνει μυστική η αποστολή. Τα μέλη του πληρώματος χρησιμοποιούσαν ψεύτικα κυπριακά ονόματα και σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού έκαναν πρόβες για να τα συνηθίσουν.

Περιπολία θανάτου
Ως αποτέλεσμα της βιαστικής επισκευής στο Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, το «Φαέθων» εμφάνιζε διάφορες μηχανικές βλάβες οι οποίες έπαιξαν ρόλο και στην κρίσιμη μάχη, στις 8 Αυγούστου του 1964, καθώς το πλοίο σχεδόν ακινητοποιήθηκε. Στην Κύπρο είχε φτάσει χωρίς διακριτικά και σημαίες και εξοπλίστηκε κατά την άφιξη του με 4 πυροβόλα. Όμως, όπως διαπιστώθηκε, τα πυρομαχικά που διατέθηκαν δεν ταίριαζαν για τις τρεις από τις τέσσερις κάννες των πυροβόλων του, με αποτέλεσμα μόνο η μία κάννη να μπορεί να κάμει βολή όταν χρειάσθηκε κατά την ώρα της μάχης.
Το μεσημέρι της 8ης Αυγούστου 1964, ενώ μαίνονταν οι τουρκικοί βομβαρδισμοί στη περιοχή Τηλλυρίας, μετά την επίθεση της Ε.Φ την προηγούμενη μέρα, για τη διάλυση του προγεφυρώματος Μανσούρας – Κοκκίνων, το πλοίο μετακινήθηκε από τη Μανσούρα προς τον κόλπο του Ξερού. Εκεί, αναμένοντας να φτάσουν νέα πυρομαχικά, δέχθηκε επίθεση από τουρκικά αεροπλάνα. Πλέοντας με μία μόνη μηχανή, εξαιτίας βλάβης, το πλοίο δεν είχε τη δυνατότητα ελιγμών. Παρά τις προειδοποιήσεις του κυβερνήτη Δημήτρη Μητσάτσου προς όσους κληρωτούς στρατιώτες είχαν υποχρεώσεις ή επιθυμούσαν, να φύγουν εγκαίρως με μία βάρκα, ώστε να έχουν τις λιγότερες δυνατές απώλειες, κανένα και τα 23 μέλη του πληρώματος δεν θέλησε να εγκαταλείψει την αποστολή. Έμειναν όλοι και κατάφεραν με το μοναδικό πυροβόλο που διέθετε το «Φαέθων», να καταρρίψουν ένα τουρκικό αεροσκάφος F-100. Με οδηγίες του Δ. Μητσάτσου το «Φαέθων» κινήθηκε μεταξύ δύο πλοίων με αμερικανική σημαία, ώστε να αποτρέψει την τουρκική επίθεση, αλλά οι Τούρκοι δεν έλαβαν υπόψη το ενδεχόμενο να χτυπήσουν ακόμα και εμπορικό πλοίο των ΗΠΑ.

Δεν βυθίστηκε και πάλεψε
Από τους βομβαρδισμούς των Τούρκων, σκοτώθηκαν στο «Φαέθων», ένας αξιωματικός, δύο υπαξιωματικοί και τέσσερις ναύτες από την Ελλάδα, καθώς και ένας Κύπριος. Ο κυβερνήτης Δ. Μητσάτσος, βαριά τραυματισμένος στο δεξί χέρι, έριξε το πλοίο στην παραλία και διέταξε την εγκατάλειψή του. Ακόμα και όταν το πλήρωμα προσπαθούσε να απομακρυνθεί τρέχοντας στη στεριά οι Τούρκοι συνέχιζαν να τους χτυπούν. Οι νεκροί ήταν οι Παναγιώτης Χρυσούλλης 26 ετών από την Αθήνα (σημαιοφόρος), Σπυρίδων Αγάθος 29 ετών από τη Γαρούνα της Κέρκυρας (υποκελευστής), Νικόλαος Πανάγος 28 ετών από την Πραγματευτή της Αρκαδίας (υποκελευστής), Παναγιώτης Θεοδωράτος 21 ετών από το Μονοπώλαχο της Κεφαλλονιάς (ναύτης), Νικόλαος Νιάφας 22 ετών από τη Λαμία (ναύτης), Νικόλαος Καπαδούκας 22 ετών από τη Γλώσσα Σκοπέλου (ναύτης) και ο Κύπριος εθελοντής ‘Αντης Φιλήτας 22 ετών από τη Μόρφου.
Άφησε ένα χέρι στη Κύπρο
Ο επιζήσας κυβερνήτης του «Φαέθων» Δημήτρης Μητσάτσος σε συνομιλία που είχαμε, ανέφερε πως ο ίδιος δεν μπόρεσε να πάει στις κηδείες των πεσόντων του πλοίου του, καθώς ήταν βαριά τραυματισμένος και νοσηλευόταν.

Λίγες μέρες μετά , όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, τον έστειλαν στο Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιά το οποίο ουσιαστικά ήταν εκτός λειτουργίας, ώστε να μην γίνει αντιληπτός από τους δημοσιογράφους και να μην αποκαλυφθεί η συμμετοχή αξιωματικών του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στις μάχες στην περιοχή Τηλλυρίας. «Ήρθα με δύο χέρια από την Κύπρο. Το χέρι μού το κόψανε οι αποφάσεις. Στην Ελλάδα με κλείσανε σε ένα νοσοκομείο που δεν λειτουργούσε για να μην με δουν οι δημοσιογράφοι και εκεί έπαθα γάγγραινα», μας είχε πει. Χωρίς αρτιμέλεια πια, οι Αρχηγοί του Ναυτικού, τού έλεγαν: «Πώς θα σε εμφανίζουμε; Με το μανίκι στην τσέπη;» και έτσι ο ίδιος υποχρεώθηκε να δώσει εξετάσεις, να μπει στο Πολυτεχνείο και να σταδιοδρομήσει ως μηχανολόγος στη ναυτιλία, τελώντας σε πολεμική διαθεσιμότητα από το Πολεμικό Ναυτικό.
«Αγνοούμενοι» οι πεσόντες
Μαζί με την μάχη του 1964 ξεχάστηκαν και οι άνθρωποι που θυσιάστηκαν. Ο Δ. Μητσάτσος γνώριζε για την τύχη των οστών του πρώτου μηχανικού Νικόλαου Πανάγου, τα οποία είχαν παραδοθεί στην οικογένειά του, αλλά αργότερα έγινε γνωστό πως δεν ήταν καν τα σωστά. Πίστευε όμως ότι οι υπόλοιποι νεκροί του «Φαέθων» είναι θαμμένοι στο κοιμητήριο Κωνσταντίνου και Ελένης στη Λευκωσία. «Όταν βλέπω την μπουλντόζα τώρα για τις εκταφές νομίζω ότι βλέπω τους ανθρώπους να μου μιλάνε και νιώθω την πικρία. Οι γονείς και τα αδέρφια τους έχουν πεθάνει. Δεν υπάρχει κανείς να αναζητήσει αυτά τα οστά». Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ο Δ. Μητσάτσος επέστρεψε στον τόπο της μάχης. Στο σημείο όπου είχε προσαράξει το πλοίο, έστεκε τότε η προβλήτα στον κόλπο του Ξερού, η οποία έκτοτε έλιωσε από τις ναπάλμ που έριξαν τα τουρκικά αεροσκάφη.
«Ήταν τιμή μας» μας είπε «που πολεμήσαμε εκεί για την Κύπρο, αλλά αυτή η μέρα παραμένει στη μνήμη μου». Είπε ακόμα πως προσπάθησε να ξεχάσει όλα όσα έγιναν και είχε επιχειρήσει να πάει στην Κύπρο, για να αποτίσει φόρο τιμής στους πεσόντες, κάτι που όμως δεν του επετράπη, πριν από μερικά χρόνια.
Το 2018 με 54 χρόνια καθυστέρηση, η Κυπριακή Δημοκρατία έκανε το χρέος της στους πεσόντες της ακταιωρού «Φαέθων». Τα λείψανά τους επιστράφηκαν στους δικούς τους στην Ελλάδα, αλλά η ντροπή για την αδικαιολόγητη έλλειψη ευαισθησίας δεν σβήνει.
Για να αποτραπεί νέο ρεζίλεμα με παράδοση λάθος οστών υπήρξε ταυτοποίηση με DNA.
Δεν έλειψαν οι «συγγνώμες» και οι «απολογίες» για την επί δεκαετίες αναλγησία που επέδειξε το κράτος για το οποίο θυσιάστηκαν. Είχαν έρθει στην Κύπρο νέοι, με χιλιάδες όνειρα, και επέστρεψαν σε ένα κιβώτιο σκεπασμένο με την ελληνική και την κυπριακή σημαία, χωρίς να τους περιμένουν πλέον γονείς, ίσως όχι και αδέλφια, παρά κάποια παιδιά ή συγγενείς.

Πολύχρονη ασέβεια
Την ίδια ασέβεια που είχε επιδείξει η Πολιτεία στους πεσόντες του «Φαέθων», επιφύλαξε και για πολλούς ακόμα μεταξύ των οποίων και οι νεκροί του μεταγωγικού αεροσκάφους που καταρρίφθηκε από φίλια πυρά την 21η Ιουλίου 1974 στη Λευκωσία. Οι νεκροί καταδρομείς και το πλήρωμα του αεροσκάφους είτε θάφτηκαν όπως όπως μέσα στο κουφάρι του κατεστραμμένου αεροσκάφους, είτε μεταφέρθηκαν σε νεκροταφείο και θάφτηκαν σε ομαδικό τάφο χωρίς να μπορεί να γίνει εύκολη ταυτοποίηση των σορών.
Για δεκαετίες αυτοί οι άνθρωποι παρέμεναν θαμμένοι χωρίς «ταυτότητα» αν και όλοι γνώριζαν ποιοι είναι και που βρίσκονταν. Οι συγγενείς τους ματαίως περίμεναν την παράδοση των λειψάνων τους για να τους θάψουν στην Ελλάδα. Όταν πια αποφασίστηκε να γίνει ανασκαφή για εντοπισμό των λειψάνων, οι γονείς των περισσοτέρων είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Και αυτό το κεφάλαιο έκλεισε πριν λίγα χρόνια, αλλά το θέμα των αγνοουμένων παραμένει ακόμα ανοικτό, καθώς αναζητούνται τα λείψανα αρκετών εκατοντάδων ακόμα, που είτε θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους στα κατεχόμενα, είτε είναι θαμμένοι στις ελεύθερες περιοχές χωρίς κάποιος να γνωρίζει που.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου