Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε ολοένα και συχνότερα μάρτυρες περιστατικών έντασης μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών. Καταγγελίες, μηνύσεις και ακραίες αντιδράσεις προκαλούν εύλογο προβληματισμό στην εκπαιδευτική κοινότητα. Πού οφείλεται αυτή η αυξανόμενη επιθετικότητα και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί με παιδαγωγικούς όρους, χωρίς να διαρραγεί η αναγκαία σχέση σχολείου και οικογένειας;
Γιατί αυξάνεται η ένταση γονέων–εκπαιδευτικών;
Η σύγχρονη αναπτυξιακή ψυχολογία αναγνωρίζει ότι ο γονεϊκός ρόλος σήμερα ασκείται υπό συνθήκες έντονης πίεσης.
Οι αυξημένες οικονομικές ανάγκες, η εργασιακή ανασφάλεια και οι απαιτήσεις της καθημερινότητας οδηγούν πολλούς γονείς στο να εργάζονται πολλές ώρες, περιορίζοντας την ουσιαστική τους παρουσία στο οικογενειακό περιβάλλον.
Σύμφωνα με το οικολογικό μοντέλο του Bronfenbrenner (1979), το παιδί αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλέγμα αλληλεπιδρώντων συστημάτων, όπου οι συνθήκες ζωής και εργασίας των γονέων επηρεάζουν άμεσα τη συναισθηματική και κοινωνική του ανάπτυξη.
Η μειωμένη παρουσία του γονέα συχνά συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα ενοχής και αίσθημα ανεπάρκειας. Η θεωρία της προσκόλλησης επισημαίνει ότι οι γονείς τείνουν να ταυτίζουν τη συμπεριφορά και την εικόνα του παιδιού με τη δική τους αξία ως γονείς (Bowlby, 1988).
Έτσι, όταν το παιδί εμφανίζει δυσκολίες ή προβληματική συμπεριφορά στο σχολείο, η ενημέρωση από τον εκπαιδευτικό μπορεί να βιωθεί όχι ως παιδαγωγική πράξη, αλλά ως προσωπική κριτική.
Όταν η επικοινωνία αυτή γίνεται αιφνιδιαστικά, χωρίς προηγούμενη συστηματική επαφή ή με αυστηρό τόνο, είναι πιθανό να ενεργοποιηθούν αμυντικοί μηχανισμοί στον γονέα (Rutter, 2013).
Όπως υπογραμμίζει ο Rogers (1961), όταν απειλείται η αυτοεικόνα ενός ατόμου, η αντίδρασή του είναι συχνά αμυντική και όχι δεκτική στον διάλογο. Έτσι, η σύγκρουση δεν προκύπτει τόσο από το ίδιο το περιστατικό, όσο από το συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό παρουσιάζεται.
Η σημασία της έγκαιρης επικοινωνίας από το σχολείο
Η διεθνής παιδαγωγική βιβλιογραφία τονίζει ότι η συνεργασία σχολείου και οικογένειας πρέπει να είναι συνεχής και προληπτική και όχι να ενεργοποιείται μόνο όταν προκύπτει πρόβλημα (Epstein, 2011).
Ο εκπαιδευτικός καλείται να επιδιώκει συχνή επαφή με τους γονείς, να ενημερώνει εγκαίρως για μικρές δυσκολίες, αλλά και για θετικά στοιχεία της σχολικής πορείας του παιδιού.
Όταν ο γονέας έχει μια συνολική εικόνα και δεν αιφνιδιάζεται από ένα ξαφνικό αρνητικό τηλεφώνημα, είναι ψυχολογικά πιο προετοιμασμένος να ακούσει και να συνεργαστεί.
Η έγκαιρη ενημέρωση, ο ήρεμος και περιγραφικός λόγος, η αποφυγή χαρακτηρισμών και η έμφαση στη συνεργασία μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα έντασης.
Αντίθετα, η αυστηρότητα χωρίς προηγούμενη σχέση εμπιστοσύνης είναι πιθανό να ενεργοποιήσει την άμυνα του γονέα και να οδηγήσει σε σύγκρουση.
Η επικοινωνία λοιπόν μπορεί να είναι το μαγικό κλειδί που θα ρυθμίσει τις σχέσεις των εκπαιδευτικών με τους γονείς και ως εκ τούτου, την ποιότητα λειτουργίας κάθε σχολικής μονάδας.
Συνεπώς, αυτή θα πρέπει να αποτελεί το κύριο μέλημα όλων των συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία είτε πρόκειται για εκπαιδευτικούς είτε για μαθητές είτε για γονείς.
Δηλαδή, αν θέλουμε μια σχολική μονάδα να λειτουργεί ποιοτικά, χωρίς προβλήματα και παρέχοντας μόνο θετικά στοιχεία αναφορικά με τη διδακτική και μαθησιακή διαδικασία, τότε θα πρέπει να ενδιαφερθούμε ιδιαίτερα για την επικοινωνία και τον τρόπο που αυτή διεξάγεται, σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας της σχολικής μονάδας.
Με βάση το σκεπτικό αυτό, η σχολική συμβουλευτική αποτελεί μια αναγκαιότητα την οποία η εκπαιδευτική κοινότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να παραβλέψει.
Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η επικοινωνία που αναπτύσσεται σε κάθε διοικητικό και λειτουργικό επίπεδο μιας σχολικής μονάδας έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία απαιτούν ειδικές συνθήκες και ενέργειες, προκειμένου να καταστεί η σχολική μονάδα αποτελεσματική και να μπορέσει να λειτουργήσει απρόσκοπτα.
Μολονότι η έρευνα δεν έχει προχωρήσει αρκετά σε ζητήματα επικοινωνίας εκπαιδευτικών και γονέων, εντούτοις στη βιβλιογραφία υπάρχουν αναφορές οι οποίες επισημαίνουν τα προβλήματα που αναπτύσσονται σε αυτό το διμερές επικοινωνιακό πλαίσιο (Grapin, &Kranzler, 2018).
Τα προβλήματα αυτά, οφείλονται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι οι γονείς επιδιώκουν να παρεμβαίνουν στο εκπαιδευτικό έργο την ίδια στιγμή που οι εκπαιδευτικοί δεν είναι σε θέση να ανεχτούν τέτοιου είδους παρεμβάσεις, όταν, μάλιστα, οι παρεμβάσεις αυτές πραγματοποιούνται ανεξέλεγκτα, με απαξιωτική και προσβλητική διάθεση και με αδιακρισία.
Πιο συγκεκριμένα, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι ενώ, ειδικά στον κατ' εξοχήν χώρο διδασκαλίας και μάθησης, στις σχολικές μονάδες, η εκπαιδευτική διαδικασία θα έπρεπε να διεξάγεται σε απόλυτα ήρεμο κλίμα, χωρίς εντάσεις, χωρίς φωνές, χωρίς συγκρούσεις, δεν συμβαίνει συνήθως κάτι τέτοιο. Για αυτό ευθύνονται όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας.
Οι εκπαιδευτικοί σε συνεργασία με τη διεύθυνση του σχολείου και την ΕΔΥ, όπου αυτή υπάρχει, μπορούν και πρέπει να συνεργάζονται προκειμένου αφενός να υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης με τους γονείς, αφετέρου να εξομαλύνονται τα τυχόν προβλήματα που προκύπτουν στη σχολική καθημερινότητα.
Αποτελεί κοινό μυστικό ότι σε κάθε σχολική μονάδα υπάρχουν άγραφοι κανόνες συμπεριφοράς. Μεταξύ των κανόνων αυτών, συγκαταλέγονται και οι κανόνες διδακτικής επικοινωνίας (White&Braddy, 2017).
Ο τρόπος με τον οποίο οφείλει ο εκπαιδευτικός να απευθύνεται στους μαθητές και το αντίστροφο, ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς οφείλουν να απευθύνονται σε εκπαιδευτικούς και το αντίστροφο καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να απευθύνονται οι μαθητές στους συμμαθητές τους, αποτελούν ζητήματα ζωτικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της σχολικής μονάδας, για τη διδακτική και μαθησιακή της αποτελεσματικότητα.
Ο αμοιβαίος σεβασμός αποτελεί τον θεμέλιο λίθο ανάπτυξης επικοινωνιακών σχέσεων αλληλοσεβασμού, αμοιβαίας συνεργασίας και γενικότερα, όλων όσων εννοούμε μιλώντας για «καλή συμπεριφορά» στο σχολείο.
Στην πραγματικότητα, κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας καλείται να διαδραματίσει έναν επικοινωνιακό ρόλο. Το μέλος εκείνο που θα καταφέρει να παίξει καλύτερα το ρόλο του, θα γίνει, τελικά, εκείνο που θα σημειώσει εξαιρετικές επιτυχίες στο σχολικό του περίγυρο σε αρχική φάση και μεταγενέστερα στο κοινωνικό του περιβάλλον.
Συνεπώς, γνωρίζοντας τη σπουδαιότητα της επικοινωνίας στη ζωή του ανθρώπου, αποτελεί σοφή επιλογή η πλήρης ανάπτυξη των επικοινωνιακών δεξιοτήτων συστηματικά,οργανωμένα και θεσμικά, μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία.
Το γεγονός αυτό ισχύει για όλους όσοι εμπλέκονται στη διαδικασία αυτή είτε πρόκειται για γονείς είτε για μαθητές είτε, βεβαίως και πολύ περισσότερο θα έλεγε κανείς, για εκπαιδευτικούς.
Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εκπαιδευτικοί εντοπίζουν μαθητές οι οποίοι αποκλίνουν επικοινωνιακά ή εμφανίζουν αδυναμίες και προβλήματα στην επικοινωνία τους, τότε θα πρέπει να συνεργάζονται με ειδικούς, αφού ενημερώσουν τη σχολική διεύθυνση και τους γονείς, προκειμένου τα παιδιά να ξεπεράσουν τα προβλήματα και τις αδυναμίες τους και να καταστούν επικοινωνιακά επαρκή. Συνήθως, πολλοί εκπαιδευτικοί και γονείςπιστεύουν ότι τα παιδιά που παρουσιάζουν επικοινωνιακά προβλήματα, θα έχουν τη δυνατότητα να τα υπερβούν επιτυχώς, με την πάροδο του χρόνου και να τα ξεπεράσουν.
Όμως, κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί διότι, όπως έχουν δείξει σχετικές έρευνες, μόνο η έγκαιρη αντιμετώπιση προβλημάτων επικοινωνίας και η ειδική υποστήριξη και συμβουλευτική των παιδιών, ανάλογα με τη φύση και την ένταση του προβλήματος, βοηθούν στην αντιμετώπιση των επικοινωνιακών προβλημάτων (Slavin, 2018).
Τα περισσότερα προβλήματα επικοινωνίας μπορούν να αντιμετωπιστούν σχετικά εύκολα με την καθοδήγηση ειδικού. Όμως, οι διαταραχές επικοινωνίας αντιμετωπίζονται συνήθως ελάχιστα ή καθόλου και πάντως εξαιρετικά δύσκολα.
Ο ρόλος του εκπαιδευτικού σε όλα αυτά είναι καθοριστικής σημασίας, όπως εξάλλου είναι και ο ρόλος των γονέων. Για το λόγο αυτό και οι δύο, οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς, οφείλουν πάντα να συνεργάζονται πολύ στενά μεταξύ τους, υπερβαίνοντας για το συμφέρον του παιδιού τυχόν μικροψυχίες,απερισκεψίες και ανόητους εγωισμούς.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του εκπαιδευτικού. Οι γονείς καλούνται να επιζητούν συνειδητά την επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό, όχι μόνο όταν προκύπτει πρόβλημα, αλλά ως μέρος της συνολικής εκπαιδευτικής πορείας του παιδιού τους.
Ο σεβασμός στο παιδαγωγικό έργο του εκπαιδευτικού είναι θεμελιώδης. Ο εκπαιδευτικός δεν είναι ανταγωνιστής ούτε αντίπαλος, αλλά επαγγελματίας με επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία στη διαχείριση παιδιών και σχολικών ομάδων. Η στάση απαξίωσης και η πεποίθηση ότι ο γονέας «τα ξέρει όλα», υπονομεύει τη συνεργασία και επηρεάζει αρνητικά το ίδιο το παιδί.
Η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει άκριτη αποδοχή, αλλά διάθεση διαλόγου. Ο γονέας οφείλει να ακούει, να ρωτά, να εκφράζει τις ανησυχίες του με σεβασμό και να αποφεύγει τη λογική της αντιπαράθεσης. Το παιδί ωφελείται όταν βλέπει ότι οι σημαντικοί ενήλικες της ζωής του συνεργάζονται και δεν συγκρούονται.
Η ευθύνη της πολιτείας
Η αντιμετώπιση της έντασης μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη των εμπλεκομένων.
Η πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει το φαινόμενο ως παιδαγωγικό και κοινωνικό ζήτημα και να διαμορφώσει ένα σαφές, υποστηρικτικό θεσμικό πλαίσιο.
Απαραίτητη είναι η ουσιαστική θεσμική προστασία των εκπαιδευτικών κατά την άσκηση του παιδαγωγικού τους έργου, ώστε να αποφεύγεται η εύκολη ποινικοποίηση της εκπαιδευτικής πράξης.
Παράλληλα, η ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών στο σχολείο, όπως η σταθερή και όχι αποσπασματική παρουσία σχολικών ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, μπορεί να συμβάλει στη διαχείριση κρίσεων πριν αυτές κλιμακωθούν.
Η πολιτεία οφείλει επίσης να επενδύσει σε επιμορφωτικά προγράμματα για εκπαιδευτικούς και γονείς, με έμφαση στην επικοινωνία, τη διαχείριση συγκρούσεων στη σχολική κοινότητα και τη συνεργασία σχολείου–οικογένειας.
Η σαφής οριοθέτηση ρόλων και ευθυνών μπορεί να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά και να καλλιεργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης αντί αντιπαράθεσης.
Συμπέρασμα
Η αυξανόμενη επιθετικότητα απέναντι στους εκπαιδευτικούς δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών και ψυχολογικών πιέσεων. Η συνεργασία σχολείου και οικογένειας δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Όταν εκπαιδευτικοί, γονείς και πολιτεία λειτουργούν συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά, το σχολείο μπορεί να γίνει χώρος ασφάλειας, διαλόγου και ουσιαστικής ανάπτυξης για το παιδί.
Τσούκη Ευθαλία ΠΕ 23 Ψυχολόγων
Τσίγγρος Δημήτριος ΠΕ 70 Δασκάλων
(Οι συντάκτες του άρθρου υπηρετούν στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση νομού Ιωαννίνων)
Βιβλιογραφικές αναφορές
Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. London: Routledge.
Bronfenbrenner, U. (1979). The Ecology of Human Development: Experiments by Nature and Design. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Epstein, J. L. (2011). School, Family, and Community Partnerships: Preparing Educators and Improving Schools. Boulder, CO: Westview Press.
Rogers, C. R. (1961). On Becoming a Person. Boston: Houghton Mifflin.
Rutter, M. (2013). Child and Adolescent Psychiatry (5th ed.). Oxford: Wiley-Blackwell.
Ελληνική Εταιρεία Σχολικής Ψυχολογίας. Άρθρα και επιμορφωτικό υλικό για τη συνεργασία σχολείου–οικογένειας.
Σταμάτης, Π. Ι. (2011). Εισαγωγή: Έννοιες και μορφές επικοινωνίας. Στο Α. Κοντάκος και Φ.
Καλαβάσης (Επιμ.), Θέματα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού 4 (σσ. 9-22). Αθήνα: Ατραπός.
Σταμάτης, Π. Ι. (2013). Επικοινωνία στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Διάδραση.
Σταμάτης, Π. Ι. (2015). Προσχολική και Πρωτοσχολική Παιδαγωγική. Εκπαιδευτικές διαστάσεις της επικοινωνιακής διαδικασίας. Αθήνα: Διάδραση.]\
Σχόλιο elekklesia: Η επιθετικότητα αυξάνεται επειδή θεωρείται το σχολικό περιβάλλον ως χώρος καταπίεσης και στέρησης "δικαιωμάτων παιδικού αυταρχισμού και ατομισμού". Θεωρούν το σχολείο ως χώρο αποθήκευσης παιδιών και όχι χώρο παιδείας που απαιτεί ΣΕΒΑΣΜΟ προς του εκπαιδευτικούς και συνεχή προσπάθεια - η πορεία της οποίας φαίνεται μέσω της βαθμολογίας (βαθμός, βαθμίδα = σκαλοπάτι, δείχνει σε ποιό σκαλοπάτι βρίσκεται το παιδί) - αρέσει δεν αρέσει έτσι είναι. Να αφήσουν οι γονείς και οι κηδεμόνες τα συμπλέγματά τους έξω από το σχολείο, γιατί έχει ήδη έρθει μιά άλλη νοοτροπία που δεν ανέχεται τέτοιες συμπεριφορές και εκεί δεν περνάνε τα γλυκανάλατα περί "ψυχολογικού προβλήματος" του παιδιού ή επιθετικότητα κατά των εκπαιδευτικών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου