(Ποῖος συμφωνεῖ μὲ αὐτὰς εἰς τὴν Κύπρον;)
Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Ἕνα θέμα ποὺ δὲν τολμήθηκε ποτὲ ὁποιαδήποτε θεολογικὴ ἀνάλυση, ἀπὸ τοὺς ἀπολογητὲς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι καὶ οἱ λεγόμενες “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, οἱ ὁποῖες ἔχουν παρεισφρήσει στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης. Ἐνῶ πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν πανεπιστημιακῶν, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀπολογητὲς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, στὸ θέμα τοῦτο τηροῦσαν ἀφωνία.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ καλούμενες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις” στὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὴν πνιγηρὴ πλειοψηφία τῶν αἱρετικῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων τοῦ Π.Σ.Ε. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ «προσλαμβάνωμεν τὸ ἀλλότριο, φθείροντες τὸ ἡμέτερον», λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (PG 35, 1124).
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, γίνεται σαφὴς ἀναφορὰ στὶς “ἐκκλησιολογικὲς” προϋποθέσεις τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, χωρὶς ὅμως νὰ καταγράφονται ἀναλυτικά. Αὐτὸ συνέβαλε στὴν εὐκολότερη ἀποδοχή τους.
Στὴ γνωστὴ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ποὺ τιτλοφορεῖται «Ἡ Ἐκκλησία, οἱ Ἐκκλησίες καὶ τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», ἀναφέρεται στὴν παράγραφο 5 ὅτι «Οἱ ἐκκλησίες-μέλη τοῦ Π.Σ.Ε. ἀναγνωρίζουν στὶς ἄλλες ἐκκλησίες στοιχεῖα τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησίας*». Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀναγνώριση στοιχείων τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας στοὺς Πεντηκοστιανούς, τοὺς Λουθηρανούς, στοὺς Μεθοδιστὲς καὶ στὶς λοιπὲς αἱρετικὲς ὁμάδες μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.;
Στὴν παράγραφο 8 τῆς «Δήλωσης τοῦ Τορόντο», ἀναφέρεται ὅτι, «Οἱ ἐκκλησίες-μέλη εἰσέρχονται σὲ πνευματικὲς σχέσεις, γιὰ νὰ οἰκοδομηθεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀνακαινισθεῖ ἡ ζωὴ τῶν ἐκκλησιῶν*».
Πότε στὴν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει εἰπωθεῖ τέτοιος λόγος; Θὰ μποροῦσε ποτὲ κανεὶς ἐκ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἀναφέρει ὅτι, τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ θὰ οἰκοδομηθεῖ ἀπὸ τὶς πνευματικὲς σχέσεις μὲ αἱρετικὲς κοινότητες;
Στὴ Δήλωση τοῦ Τορόντο τονίζεται καὶ τὸ ἀκόλουθο : «οἱ ἐκκλησίες ἀναγνωρίζουν ὅτι τὸ νὰ ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τῆς ἴδιας του τῆς ἐκκλησίας»*.
Κατ’ οὐσία ἡ καλούμενη αὐτὴ “ἐκκλησιολογικὴ προϋπόθεση”, ὄχι μόνο σχετικοποιεῖ τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναιρεῖ μὲ ἕνα περίεργο τρόπο, καθότι ὑποδεικνύει καθοδηγητικὰ μὲ τὸν τονισμὸ “περιεκτικότερο” (more inclusive), σὲ ποιὰ ἐκκλησία ἔχει μεγαλύτερη σημασία νὰ ἀποτελοῦμε μέλη. Ὑπογράφοντας μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ὅτι δὲν ἔχει τόση σημασία νὰ ἀνήκομε στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀλλὰ εἶναι περιεκτικότερο νὰ ἀνήκουμε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λὲς καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀναιρεῖ ἢ δὲν ἀναιρεῖ ἡ προϋπόθεση – παραδοχή, τὴν ἐκκλησιαστική μας αὐτοσυνειδησία ὡς Ὀρθοδόξων;
Οἱ λεγόμενες “ἐκκλησιολογικὲς προϋποθέσεις”, ἀποτελοῦν τὸ καταστάλαγμα τοῦ συνονθυλεύματος τοῦ Π.Σ.Ε., καὶ σκοπὸ εἶχαν νὰ καταγράψουν προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὑπηρετοῦν τὴ “συνύπαρξη” ἐντὸς αὐτοῦ.
Πρόσφατα στὴν Κύπρο, ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης στὸ σύνολό τους, ἦταν βασικότατη προϋπόθεση, γιὰ νὰ μὴ τεθεῖ σὲ ἀργία Ἐπίσκοπος. Σὲ καμιὰ Τοπικὴ Ἐκκλησία, ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δέχθηκαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, δὲν ἔχει ἐπισυμβεῖ κάτι τέτοιο.
Ἀλήθεια ποιὸς στὴν Κύπρο ἔχει τοποθετηθεῖ συγκεκριμένα ἐπὶ τῶν λεγομένων “ἐκκλησιολογικῶν” προϋποθέσεων τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο, μὲ ἀναγνώριση στοιχείων τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας σὲ αἱρετικὲς κοινότητες κ.λπ.;
Σὲ κείμενο τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, τὸ ὁποῖο τιτλοφορεῖται “Ὑπόμνημα σχετικὰ μὲ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”**, τὸ ὁποῖο εἶχε κατατεθεῖ στὴ συνεδρία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου στὶς 11 Φεβρουαρίου 2016, καὶ περιλαμβάνεται στὸ βιβλίο “Ἐκκλησιολογικὴ παρέμβαση”, τοῦ Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου (Ἔκδοση Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία 2020), γίνεται σχολιασμὸς ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ γιὰ τὴν παράγραφο 5 τῆς Δήλωσης τοῦ Τορόντο.
Ὁ Θεοφιλέστατος Καρπασίας σχολιάζοντας μὲ ὀρθόδοξη σοβαρότητα τὴν κοινὴ αὐτὴ δήλωση σημειώνει μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς : “«Ἡ κοινὴ αὐτὴ δήλωση» ἀναγνωρίζει μ’ ἕνα ἄμεσο τρόπο τὴ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων» τοῦ Προτεσταντισμοῦ, ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι κάθε «Ἐκκλησία» – Ὁμολογία κατέχει μέρος τῆς ἀλήθειας καὶ ἡ συνένωση ὅλων θὰ ἀποτελέσει τὴ μία ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια”**. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ λοιπὸν νὰ «προσλαμβάνωμεν τὸ ἀλλότριο, φθείροντες τὸ ἡμέτερον», λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (PG 35, 1124).
Σημειώσεις:
*«Ἡ συμβολὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας στὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» (Στυλιανοῦ Χ. Τσομπανίδη)
** “Ἐκκλησιολογικὴ παρέμβαση”, Ἐπισκόπου Καρπασίας Χριστοφόρου, Ἔκδοση Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου, Λευκωσία 2020.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου