Η παρέκκλισις της Ορθοδόξου διδασκαλίας.

π. ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
«Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ». Ἀπ. Παῦλος
εἰσαγωγικό ἀπό entaksis: Τὸ κείμενο ἀποτελεῖ μία δριμεῖα καὶ ἀφυπνιστικὴ παρέμβαση τοῦ π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ἡ ὁποία στρέφεται κατὰ τῆς ἐκκοσμικεύσεως τοῦ χριστιανικοῦ κηρύγματος καὶ τῆς ἀλλοιώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος. Ὁ π. Θεόκλητος, στηλιτεύει τὴν τάση τῆς ἐποχῆς νὰ παρουσιάζει ἕναν χριστιανισμὸ «ἀνώδυνο», ἀποστειρωμένο ἀπὸ τὸ ἀσκητικὸ βίωμα καὶ τὴν ἑκούσια θυσία. Μέσα ἀπὸ μία αὐστηρή, ἀλλὰ βαθιά πατερικὴ γλώσσα, καλεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς νόθες χαρὲς καὶ τὸν φαρισαϊσμὸ, ἐπιστρέφοντας στὴν «τεθλιμμένη ὁδὸ» τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ἐλευθερία. ΠΟΣΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΕΙΝΑΙ; Ἡ Ἄρνηση τοῦ Σταυροῦ: Σήμερα, ὅσο ποτέ, ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ θρησκεία πρέπει νὰ εἶναι ἕνα μέσον ψυχολογικῆς ἐκτόνωσης καὶ κοινωνικῆς εὐρεσκείας. Ἡ ἐπισήμανση ὅτι ὁ χριστιανισμὸς χωρὶς θυσία εἶναι «πονδερὴ δεξιότης» πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ὀδύνης, περιγράφει ἀκριβῶς τὴ σύγχρονη πνευματικὴ χλιαρότητα. Ἡ Παρερμηνεία τῆς «Χριστιανικής Χαρᾶς»: Ἡ κριτικὴ στὸν πληθωρισμὸ τῆς «ἐν Χριστῷ χαρᾶς» ὡς συνθήματος ποὺ καλύπτει τὴν ἀπουσία μετανοίας, εἶναι συγκλονιστικά σύγχρονη. Ἡ διάκριση ποὺ κάνει ὁ π. Θεόκλητος μεταξὺ τῆς «νόθης χαρᾶς» καὶ τῆς χαρᾶς ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ πάθος καὶ τὸν σταυρό, παραμένει τὸ κριτήριο τῆς γνησιότητος τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ Σχέση Κόσμου καὶ Μοναχισμοῦ: Τὸ κείμενο ἀναδεικνύει τὸν μοναχισμό ὡς τὴν «ἀπλανῆ μαγνητικὴ βελόνη» τῆς Ἐκκλησίας. Σὲ μία ἐποχὴ ὅπου ὁ μοναχισμὸς συχνὰ παρεξηγεῖται ἢ πολεμεῖται ὡς «ἀπηρχαιωμένος», ἡ ὑπενθύμιση ὅτι ἀποτελεῖ τὸ μέτρο τῆς χριστιανικῆς ἀκρίβειας εἶναι ἀναγκαία. Ἡ Πνευματικὴ Ὑποκρισία: Ἡ καταγγελία τοῦ «χριστιανικοῦ σπόρ» —δηλαδὴ τῆς ἐνασχόλησης μὲ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὡς χόμπι ἢ κοινωνικὴ ἐκδήλωση— καθρεφτίζει τὴ σύγχρονη τάση γιὰ μία θρησκευτικότητα χωρὶς προσωπικὸ κόστος καὶ ἐσωτερικὴ ἀλλοίωση.
Ολίγα χριστιανικά περιοδικά δύνανται νὰ σεμνύνωνται, ὅτι διασώζουν τὸ καθαρὸν Πατερικὸν πνεῦμα, ὡς τὸ παρόν. Ἡ «Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη» ἐγεννήθη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει καὶ χάρις εἰς τὴν τροφοδότησίν της ἀπὸ τὰς πλουσιωτάτας ἁγιορειτικὰς Βιβλιοθήκας κατώρθωσε νὰ κρατηθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της, μὲ κάποιαν ἐκλαΐκευσιν μέν, ἀλλὰ μὲ αὐστηρῶς γνησίαν ὀρθόδοξον ὕλην. Μέχρι σήμερον διακονεῖ μὲ εὐσυνειδησίαν καὶ συνέπειαν τὸ μοναστικὸν Ἰδεῶδες, ὅπερ εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ βάθος τοῦ χριστιανισμοῦ, καὶ τούτου ἕνεκεν διεσώθη ἐκ τῆς ἀφεύκτου διολισθήσεως εἰς ἐπίπεδα ρεουσῶν καταστάσεων, μὴ ἐπαισχυνομένη νὰ ἐμφανίζεται μὲ τὴν ἀκτινοβολίαν τῶν «ἀπηρχαιωμένων» ἀληθειῶν καὶ τὴν «ἀσυγχρόνιστον» ταπείνωσιν τῶν Πατέρων, οὓς ἡ παροῦσα γενεὰ θέλει ν’ ἀγνοῇ.
Εἰς τὰς στήλας τοῦ σεμνοῦ τούτου καὶ Πατερικοῦ περιοδικοῦ, ἁρμόζει νὰ γράψωμεν μερικάς παρατηρήσεις μας ἐπὶ τοῦ συγχρόνου χριστιανικοῦ κηρύγματος καὶ πῶς ἐκλαμβάνουν οἱ σημερινοὶ χριστιανοὶ τὴν θρησκείαν τῆς θυσίας καὶ τῶν ἡρωϊσμῶν.
Θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τοῦ Ἁγίου Ὄρους διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἡ ἐρήμωσίς του ἀπὸ νέους Μοναχοὺς δὲν σημαίνει μόνον, ὅτι αἱ κατευθύνουσαι τὴν εὐσεβῆ ἑλληνικὴν νεότητα χριστιανικαὶ ὀργανώσεις βάλλουν ἀπροκαλύπτως πρὸς πᾶν ὅ,τι ἔχει σχέσιν μὲ τὸν ἔνδοξον θεσμὸν τοῦ μοναχισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ πιστοποιεῖ καὶ τὸν ποιοτικὸν χριστιανισμόν, ποὺ κηρύττεται ἀπὸ τὴν ἡγέτιδα πνευματικὴν τάξιν τῆς πατρίδος μας, τὴν θρησκεύουσαν.
Τὸ εἴπομεν καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν. Χάρις εἰς τὸν ζῆλον καὶ τὴν δραστηριότητα τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν ἀδελφοτήτων κατωρθώθη, ὥστε νὰ συγκρατῆται ἡ ἄπειρος νεότης, «ἧς ἡ διάνοια ἔγκειται ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρά». Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, ὑπὸ τῶν θεολόγων μας ἀναπτύσσεται κατὰ τρόπον, ἀφήνοντα τὴν ὑποψίαν, ὅτι, ἢ ἀγνοεῖται τὸ βαθύτερον πνεῦμά του, ἢ ἡ οἰκονομικὴ συγκατάβασις ὑπερέβη τὰ ἐσκαμμένα καὶ ἐξεκοσμικεύθη ἐντελῶς ὁ χριστιανισμός. Ἤ, τέλος, πῶς νὰ τὸ εἴπωμεν, εἶναι σήμερον ἀφόρητος, πολὺ ἀπαιτητικός, ὑπὲρ ἄγαν στρυφνός, κατηφής, διὰ τὴν παροῦσαν γενεάν, εἶναι τεθλιμμένος καὶ ἐπιζητεῖ διὰ βίου μέχρις αἵματος ἀγῶνα.
Ἡ πιθανολόγησις αὐτή, καθιστᾷ κάπως εὐεξήγητον τὴν πρὸς τὸν μοναστικὸν βίον ἐχθρότητα τῶν ὠργανωμένων θρησκευτικῶν κινήσεων. Καὶ οὕτω αἱ ἱ. Μοναὶ ἀπεγυμνώθησαν καὶ ἀπειλοῦνται εἰς τελείαν ἐρήμωσιν μὲ τὴν προοδευτικὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐναπομεινάντων μοναχῶν. Τί συμβαίνει λοιπὸν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἑλλάδα; Τὸ χριστιανικὸν κήρυγμα τείνει νὰ συμβιβάσῃ τὸ φιλόκοσμον πνεῦμα τῶν χριστιανῶν μὲ τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ἐπιταγὰς τῆς ἁγίας μας θρησκείας.
Ὁ Σταυρός, ὅστις ἀποτελεῖ σύμβολον ἀενάου θυσίας, παραμένει ὑψωμένος καὶ καθορᾶται ὡς ἁπλοῦν σημεῖον τοῦ χριστιανισμοῦ, ἀπολέσαν τὸ θεῖον του περιεχόμενον. Διδασκόμεθα νὰ προσευχώμεθα κατὰ τρόπον φαρισαϊκὸν — διότι ὅλαι αἱ ἐποχαὶ ἔχουν τὸν φαρισαϊσμόν των — καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν βέβαια νὰ ἀποφύγωμεν τοῦτο, διότι ἡ ἔλλειψις συνοχῆς τῆς καρδίας, ἄγει μοιραίως εἰς τὸν φαρισαϊσμόν. Μερικὰ ἀνώδυνα πομπώδη καὶ φλύαρα ψελλίσματα καὶ βαττολογίαι, μὲ ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ὀνομάζονται προσευχή. Βίος ἐστερημένος πνευματικοῦ πυρὸς καὶ λυγμῶν τῆς ψυχῆς καὶ τεταπεινωμένης καρδίας, ὁδηγεῖ ἀναγκαίως εἰς τὴν πλέον ἀποκρουστικὴν ὑπόκρισιν.
Σήμερον δὲν ὑπάρχει τόπος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν διὰ θυσίας. Διότι, ἐπιθυμοῦντες νὰ τοποθετήσουν ἑαυτοὺς εἰς μίαν χριστιανικὴν θέσιν — προφανῶς διὰ νὰ μὴ ὑπολειφθοῦν εἰς τὸ χριστιανικὸν τοῦτο σπὸρ — καὶ θέλοντες νὰ δώσουν τὴν βεβαιότητα εἰς ἑαυτούς, ὅτι προσφέρουν κάτι ὡς χριστιανικὴν καταβολήν, δημιουργοῦν δυνατότητας τοιαύτης προσφορᾶς, ὥστε καὶ εἰς θυσίας νὰ μὴ ὑποβάλλωνται, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχουν ψιχία τινὰ ὑπὲρ τῆς ὁλότητος, εἰς οἱονδήποτε τομέα τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Ἀλλ’ αὐτὸς κάθε ἄλλο παρὰ χριστιανισμὸς εἶναι. Ὑπάρχει εἰς τοὺς ἀνθρώπους μία πονηρὰ δεξιότης εἰς τὴν ἐφεύρεσιν τῶν μέσων καὶ τῶν τρόπων, δι’ ἧς κατορθοῦται νὰ συνδυάζεται ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος χωρὶς ὀδύνην. Αὐτὸ ὅμως, χωρὶς ὑπερβολήν, ἀποτελεῖ τὴν πλέον ἐπικίνδυνον αὐταπάτην.
Ὁ χριστιανισμὸς εὑρίσκει τὴν ἐφαρμογήν του ἐν τῇ ἑκουσίᾳ θυσίᾳ. Ἄλλως δὲν δύναται νὰ νοηθῇ. Ὁ χριστιανισμὸς ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐξόχων ἡρωϊσμῶν. Ἐνδέχεται νὰ ἀναλώσῃ τις τὸν βίον του εἰς ἀγαθοεργίας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ δικαιοῦται ἐπὶ τῆς μερίδος τῶν διὰ τὸν Κύριον ἐσταυρωμένων. Διατί; Διότι ὅ,τι ἀξιοποιεῖ ἐν τῷ χριστιανισμῷ τὴν ἀγαθὴν πρᾶξιν, εἶναι ἡ θυσία. Τὸ μέτρον τῆς ἀγάπης καθορίζεται ἀπὸ τὸν βαθμὸν τῆς θυσίας.
Ἀλλὰ τί εἶναι θυσία; Νὰ τί πρέπει νὰ μάθωμεν, νὰ τί δὲν γνωρίζομεν. Ἡ γνῶσις τῆς θυσίας, ἡ ὑποβολή μας εἰς τὴν θυσίαν, ἰδοὺ ὁλόκληρος ὁ χριστιανισμός. Ὅταν θυσιασθῶμεν, τότε θὰ ἐννοήσωμεν, διατί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος, τί ἦτο τὸ ἀπολυτρωτικόν του ἔργον, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, διατί εἴμεθα ἠγαπημένοι, διατί κολαζόμεθα αἰωνίως καὶ διατί ἀμειβόμεθα ἀτελευτήτως. Τότε θὰ ἐννοήσωμεν ὁποῖον ἄρρητον μεγαλεῖον ἐγκλείει ὁ χριστιανισμός.
Ἴσως τότε νὰ ὑποκλιθῶμεν, καὶ θὰ ὑποκλιθῶμεν μετὰ ταπεινώσεως, πρὸ τοῦ διασυρομένου μοναχισμοῦ, καὶ θὰ ἴδωμεν νὰ συρρέουν ἐξ ἑώας καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης μυριάδες μυριάδων χριστιανῶν, περιβεβλημένων τὸν ποδήρη καὶ πένθιμον χιτῶνα τοῦ μαρτυρικοῦ μοναχοῦ. Καὶ οἱ ἱστορικοί, αὐτοὶ ποὺ κρίνουν μὲ παγωμένην καρδίαν καὶ μὲ τὴν ξηρότητα τοῦ ἐγκεφάλου, θὰ ἔχουν νὰ γράψουν, ὅτι τὴν τάδε ἐποχὴν «παρετηρήθη φαινόμενον ὁμαδικῆς παραφροσύνης», ὡς ἐχαρακτήρισαν καὶ τὴν ἐνδοξοτέραν καὶ ἁγιωτέραν ἐποχὴν τοῦ χριστιανισμοῦ. Καὶ θὰ ἔχουν δίκαιον…
Δὲν ζῶμεν βίον ἐσωτερικόν. Ἡ κενοδοξία μᾶς ὠθεῖ εἰς μωρὰς ἐπιδεικτιάσεις. Χριστιανὸς ὅμως σημαίνει, βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν καρδίαν.
Κριτικάρομεν τὴν σύγχρονον πνευματικὴν κατάστασιν τῶν χριστιανῶν διὰ νὰ μεμφθῶμεν τὸ κακὸν καὶ παραπλανητικὸν κήρυγμα, ποὺ ἂν ἄλλους ὠφελῇ, πολλοὺς ὅμως βλάπτει, διότι τοὺς φράσσει τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ὁποὺ διήνοιξεν εἰς τοὺς μαθητάς του ὁ Χριστός. Καὶ τοὺς κρατεῖ τὸ κήρυγμα εἰς χλιαρότητα καὶ ὑποκρισίαν.
Δὲν γνωρίζομεν ἐκ ποίων ἀγγελικῶν παρεμβολῶν ἀποτελοῦνται τὰ διάφορα χριστιανικὰ σωματεῖα καὶ Ἀποστολικαὶ Διακονίαι ποὺ διοχετεύουν εἰς τὸν κόσμον τοσοῦτον πληθωρισμὸν χαρᾶς. Τὸ σύνθημα εἶναι: «ἡ ἐν Χριστῷ χαρά». Φενάκη. Καὶ διαστροφὴ πάσης χριστιανικῆς ἀρχῆς. Καὶ παραχώρησις ἄμετρος εἰς τὸν κατώτερον ἄνθρωπον. Καὶ ἀποχαλίνωσις τῶν σεμνοτύφων παθῶν. Ἰδοὺ τὸ σημερινὸν πνεῦμα καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις τῆς πλάνης καὶ τὸ ἐκχείλισμα τῆς χριστιανικῆς καθοδηγήσεως.
Ποῦ ὁ συγκλονισμὸς τῆς ψυχῆς ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ τί ἔκαμεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, τί κάμνει «ἕως ἄρτι» καὶ τί ἀνταπόδοσιν ἀνταποδίδομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀγάπην του, ἥτις μᾶς σώζει ἀπὸ τοῦ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δικαίου θανάτου;
Ποῦ ἡ διαβρωτικὴ καὶ ἀφθαρτίζουσα φλὸξ τοῦ «παροξυσμοῦ ἀγάπης» πρὸς τὸν εἰσέτι καθηλωμένον Χριστόν;
Ποῦ ἡ συντριβὴ ἐκ τῆς ἁμαρτωλότητός μας;
Ποῦ ἡ γλυκεῖα ὀδύνη τοῦ χριστιανοῦ, εἰς ὃν ἐχαρίσθη — φαντασθῶμεν τὴν δωρεὰν — «ἐχαρίσθη, ὄχι μόνον τὸ εἰς αὐτὸν τὸν Χριστὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν». Τὸ πάσχειν ἐχαρίσθη. Θαῦμα. Καὶ ἡμεῖς τὸ ἀγνοοῦμεν. Τὴν μεγαλυτέραν τιμήν. Τὴν θέλησιν τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐξομοιωθῶμεν αὐτῷ. Καὶ ἡμεῖς νὰ χαίρωμεν θέλομεν. Δὲν πλανώμεθα λοιπόν; Καὶ δὲν κλαίομεν…
Ἀλλὰ μήπως ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν δὲν ἐκήρυξε τὴν χαράν; Ἔγραφε, «χαίρετε ἀδελφοί μου, πάλιν ἐρῶ χαίρετε». Ναί, ἀλλ’ ἐκήρυττε τὴν χαρὰν τὴν ἀναπηγάζουσαν ἐκ τῆς μακαρίας ἐλπίδος. Συνίστα χαρὰν τὴν γεννωμένην ἐκ τοῦ καθημερινοῦ ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας θανάτου. Χαρὰν διεσάλπιζεν, ἀλλ’ αὐτὴν ποὺ ὁ ἴδιος ᾐσθάνετο «ἐν τοῖς παθήμασί του» καὶ ἐκήρυττεν «Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον». Ἐν τῷ χριστιανισμῷ ἡ χαρὰ γεννᾶται ἐκ τῆς ὀδύνης. «Ὅταν ἡ γυνὴ τίκτῃ» (Ἰωάν. 16, 21). Ἄνευ προηγουμένης ὀδύνης, ἡ χαρὰ εἶναι νόθος, ἁμαρτωλὸς καὶ ἔνοχος.
Κατεπλάγημεν ἀναγνώσαντες εἰς περιοδικὸν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κηρυττομένην κατὰ κόρον τὴν χαράν, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐν τῷ δημοσίῳ αὐτοῦ βίῳ ἦτο χαρούμενος καὶ ὅτι πολλάκις ἔκαμνε μετὰ τῶν μαθητῶν του ἀγγλόηχον «χιοῦμορ». Ἄκουσον! Ἄκουσον!
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μᾶς λέγει, ὅτι «Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν, τύπον ὑπολιμπάνων, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ». Ἀλλοίμονον! Ἐπειδὴ δυσκολευόμεθα ἡμεῖς νὰ «ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ», φροντίζομεν καταλλήλως νὰ κάμωμεν τὸν Χριστὸν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡμᾶς! Αὐτὸ εἶναι τὸ σύγχρονον κήρυγμα, ἄρα καὶ οἱ χριστιανοί.
Τὸ χριστιανικὸν κήρυγμα ἔχασε τοὺς προσανατολισμούς του σήμερον ἡ προσπάθεια δέον νὰ κατατείνῃ, ὄχι εἰς τὴν «εὐρυτέραν ἐξάπλωσιν» τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ κήρυγμα εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, διότι «ὁ Χριστὸς κηρύττεται οὐχ ἁγνῶς».
Λοιπὸν στροφὴ πρὸς τοὺς Πατέρας. Στροφὴ πρὸς τὸν Χρυσόστομον μὲ τοὺς κρεμαστῆρας του (1) καὶ τὰς νηστείας καὶ τὰς ἀγρυπνίας του. Στροφὴ πρὸς τὸν φιλέρημον καὶ φιλομόναχον Γρηγόριον, πρὸς τὸν ἀποστεωμένον καὶ ἀσκητικώτατον Μ. Βασίλειον. Πρέπει νὰ γνωρίσωμεν τοὺς Πατέρας μας, «ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμηθῶμεν τὴν πίστιν». Πρέπει νὰ πλησιάσωμεν τοὺς Ἀββάδες, ποὺ ἀποπνέουν ἄρωμα ἁγνότητος. Πρέπει νὰ στραφῶμεν εἰς τὴν πρακτικὴν φιλοσοφίαν τῶν Πατέρων, «οἵτινες εὗρον τὴν πρᾶξιν εἰς θεωρίας ἐπίβασιν».
Δὲν γράφομεν ὑπερβολὰς καλογηρικάς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποκαθάρωμεν τὴν πίστιν, νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν πίστιν, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ὑποκρισίαν.
Ἂς ἀφήσωμεν τοὺς νόθους ἐνθουσιασμοὺς καὶ τὴν «πνευματικὴν χαρὰν» καὶ ἂς ἴδωμεν τὴν πραγματικότητά μας ὡς χριστιανῶν. Παραπέμπομεν τὸν ἀναγνώστην τοῦ παρόντος σημειώματος, εἰς ἐσχάτως μεταφρασθὲν βιβλίον τοῦ Καθολικοῦ Μασσιγιόν, «περὶ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεκτῶν». Ὁ μέγας αὐτὸς κληρικός, δὲν ἦτο καλόγηρος, καὶ ὅμως εἰς τὴν ψυχήν του ἦτο ριζωμένον τὸ Ἀποστολικόν: «Ἀδελφοί μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε». Τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶναι καλὸν βοήθημα.
Ἐσχάτως μοὶ ἔγραψε θεολόγος τις, στέλεχος μιᾶς θρησκευτικῆς ἀντιμοναχικῶν ἀρχῶν ὀργανώσεως: «Αὐτὰ ποὺ γράφετε πάτερ, —τὰ «Καλογερικὰ» — βυθίζουν τοὺς χριστιανοὺς εἰς ἀπελπισίαν». Καὶ ἐσκέφθην, ὅτι δὲν εἶχεν ἄδικον. Πῶς νὰ ἀκούσῃ κανεὶς περὶ τῆς «στενῆς καὶ τεθλιμμένης ὁδοῦ» χωρὶς ν’ ἀπελπισθῇ, ἐφ’ ὅσον ἐσυνήθισεν εἰς τὴν λεωφόρον τῆς «χαρᾶς;». Καὶ ἀνελογίσθην, τί μέγα πρᾶγμα εἶναι ὁ μοναχισμός που, δὲν κηρύττει μέν, ἀλλά, ὡς ἀπλανὴς μαγνητικὴ βελόνη, δεικνύει εἰς τοὺς χριστιανοὺς τὸν νοητὸν πολικὸν ἀστέρα, ποὺ σώζει ἀπὸ τὰ πελάγη τῆς «χαρᾶς» καὶ ἀπὸ τὰς τρικυμίας τοῦ βίου τούτου. Καὶ μόνη ἡ σκυθρωπὴ ὕπαρξίς του, φθάνει διὰ νὰ σαλπίζῃ σιωπηρῶς πρὸς τοὺς εὐσεβεῖς, ὅτι οἱ Πατέρες των διῆλθον τὴν «στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδόν», καὶ «ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν».
(1) Πρόκειται περὶ σχοινίων, τὰ ὁποῖα δεδεμένα ἀπὸ τῆς στέγης καὶ κρεμάμενα, ἦσαν ἐν χρήσει τοῖς ἀσκηταῖς, οἵτινες ἐκρατοῦντο κατὰ τὰς ὁλονυκτίους προσευχάς των.

ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ – ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ
Επί τη χιλιετηρίδι του Αγίου Όρους
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ “ΑΣΤΗΡ – ΑΛ. & Ε. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΑΘΗΝΑΙ 1962
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ: Ι.Ν.ΑΓΙΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΙΣΤΙΑΙΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου