Οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις γύρω από τον αιφνίδιο και τραγικό θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη έχουν φέρει στο προσκήνιο ένα ευρύτερο επιστημολογικό και θεσμικό ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο «εναλλακτικές» πρακτικές προωθούνται ως θαυματουργές θεραπείες και αποκτούν ιατρική νομιμοφάνεια, χωρίς, όμως, να πληρούν κατ’ ανάγκην τα κριτήρια επιστημονικής εγκυρότητας και κλινικής αποτελεσματικότητας που διέπουν την τεκμηριωμένη ιατρική.
Το σώμα ως «startup»
Η ψευδοϊατρική δεν χρειάζεται να αποκηρύξει την επιστήμη· της αρκεί να οικειοποιηθεί τη γλώσσα, τα σύμβολα, την αισθητική και το κύρος της για να στήσει μια επικερδή μηχανή παραγωγής ψευδαισθήσεων, η οποία ακμάζει στη σύγχρονη βιομηχανία του wellness και της μακροζωίας. Βιοσυντονισμός, ομοιοπαθητική, σαμανικές και κβαντικές «θεραπείες», τεχνολογίες anti-ageing, πρωτόκολλα αποτοξίνωσης, ακριβά συμπληρώματα και πολλά άλλα συγκροτούν μια παγκόσμια βιομηχανία τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η άνθηση αυτή δεν συμβαίνει εν κενώ. Τροφοδοτείται από την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής: τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος αναθέτει στον σύγχρονο άνθρωπο έναν ακόμη ρόλο: να γίνει ο «επιχειρηματίας του εαυτού του». Το σώμα μετατρέπεται σε μια νέα «startup», με επιδόσεις που τελούν υπό διαρκή αξιολόγηση, μέτρηση και βελτιστοποίηση. Η υγεία μετατοπίζεται βίαια από κοινωνικό δικαίωμα σε ατομικό στοίχημα. Αρρώστησες; Φταις εσύ που δεν «επένδυσες» εγκαίρως. Γερνάς ή καταρρέεις από την κόπωση; Φταίει που δεν αγόρασες το κατάλληλο «φάρμακο». Έτσι, οι ταξικές ανισότητες, οι εξαντλητικές συνθήκες εργασίας και η απουσία κράτους πρόνοιας εξαφανίζονται μαγικά πίσω από το «ευαγγέλιο» της ατομικής ευθύνης.
Εμπόριο ελπίδας στα συντρίμμια του ΕΣΥ
Σε μελέτη τους στο Milbank Quarterly (2026) οι N. Karreman, M. Zenone, N. Maani και B. Hawkins αναδεικνύουν ότι ο κλάδος του wellness επιστρατεύει μια επιθετική ατζέντα μάρκετινγκ: αμφισβητεί την επιστημονική κοινότητα, πιέζει ενάντια σε κάθε θεσμική ρύθμιση και αξιοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να χειραγωγήσει. Αυτή η εμπορική μηχανή τρέφεται από την κλονισμένη εμπιστοσύνη του πολίτη προς τους θεσμούς και την επιστήμη, μια απαξίωση που τροφοδοτείται μέσα από τη στοχευμένη διάλυση του δημόσιου συστήματος Υγείας.
Στην ελληνική πραγματικότητα, η βιομηχανία της «ευεξίας» ανθίζει υπό την κάλυψη μιας κυβέρνησης που προωθεί μεθοδικά το νεοφιλελεύθερο αφήγημα της ατομικής ευθύνης. Με τη συστηματική απαξίωση, αλλά και την ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ, η κυβερνητική πολιτική πριμοδοτεί ανοιχτά την ανεξέλεγκτη ιδιωτική αγορά, ενώ παράλληλα η κρατική εποπτεία αποσύρεται και εξαφανίζεται. Όπου το ΕΣΥ αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες της κοινωνίας η απόγνωση των ευάλωτων ομάδων τους ωθεί προς την ιδιωτική Υγεία. Και εκεί ακριβώς εισβάλλουν οι επιτήδειοι της «ευεξίας», οι σύγχρονοι θαυματοποιοί με τα «κβαντικά» μαντζούνια, τα μαγικά φίλτρα και τα ελιξίρια της απάτης.
Ακόμη και για ένα φαινομενικά απλό πρόβλημα υγείας η υποβάθμιση του ΕΣΥ μπορεί να ωθεί τους ασθενείς προς τον ιδιωτικό τομέα, όχι επειδή επιλέγουν κατ’ ανάγκην την ιδιωτική περίθαλψη, αλλά επειδή προσπαθούν να αποφύγουν τις αναμονές, τις ελλείψεις και την ταλαιπωρία. Εάν, όμως, ο ιδιώτης στον οποίο καταφεύγουν λειτουργεί ως κομπογιαννίτης, ο μέσος ασθενής δεν διαθέτει ούτε την εξειδικευμένη γνώση ούτε τα μέσα για να αξιολογήσει την επιστημονική εγκυρότητα όσων του προτείνονται.
Η σχέση γιατρού και ασθενούς είναι, εκ των πραγμάτων, σχέση άνισης πληροφόρησης. Γι’ αυτό η ευθύνη για την προστασία του ασθενούς δεν μπορεί να μετακυλίεται στον ίδιο. Όταν το κράτος νίπτει τας χείρας του, αποσύρεται από την ουσιαστική εποπτεία και αφήνει την προστασία της υγείας να υπαχθεί στη λογική της ατομικής επιλογής, δεν ενισχύει απλώς την ελευθερία της αγοράς· διευρύνει τον χώρο στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η ασυδοσία της.
Η «αριστεία» του laissez-faire
Το μέλλον προδιαγράφεται ακόμη πιο δυσοίωνο, καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεσμοθέτησε τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων μέσω του Ν. 5094/2024, εισάγοντας τα παραρτήματα ξένων ιδρυμάτων ως Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ). Η εξέλιξη αυτή έρχεται να ολοκληρώσει μια μακρά πορεία εμπορευματοποίησης, κατά την οποία η ακαδημαϊκή εκπαίδευση εξισώνεται με την ιδιωτική αγορά των κολεγίων και την τυπική αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Σε ένα τέτοιο απορρυθμισμένο τοπίο, όπου η γνώση μετατρέπεται σε εμπόρευμα, διευρύνεται επικίνδυνα ο χώρος για την ακαδημαϊκή νομιμοποίηση ατεκμηρίωτων τίτλων σπουδών και επιστημονικοφανών «ειδικοτήτων». Το κρίσιμο θεσμικό διακύβευμα, συνεπώς, υπερβαίνει το ζήτημα του ποιος διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσει έναν τίτλο σπουδών· αφορά πρωτίστως το ποιες εγγυήσεις υφίστανται και από ποιον ελεγκτικό μηχανισμό, ώστε ο τίτλος αυτός να αντιστοιχεί σε ουσιαστική επιστημονική κατάρτιση και πραγματική επαγγελματική επάρκεια.
Ο τραγικός θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε στο φως ένα σύνθετο πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε κυβερνητικούς και πολιτικούς παράγοντες, celebrities, influencers, ιδιωτικές εταιρείες, παρόχους Υγείας, δημόσιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, επαγγελματικούς συλλόγους και σωματεία. Εδώ ακριβώς ξεγυμνώνεται το κυβερνητικό αφήγημα και αρχίζει ο καταλογισμός των πολιτικών και δυνητικά ποινικών ευθυνών. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία έκανε σημαία της την «αριστεία», το επιτελικό κράτος και την τεχνοκρατική υπεροχή, αποδεικνύεται επικίνδυνα ανεπαρκής όταν πρόκειται για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού προβάλλει ως αναγκαία προϋπόθεση για την υπέρβαση των παθογενειών που έχουν συσσωρευτεί από τη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Δεν αρκεί μόνο μια εναλλαγή προσώπων στην εξουσία, αλλά απαιτείται και μια ριζική αναθεώρηση της πολιτικής και ιδεολογικής αντίληψης για το κράτος, την κοινωνία και την υγεία. Και όταν η υγεία πάψει να αντιμετωπίζεται ως ατομική υπόθεση και εμπορεύσιμο προϊόν, γίνει ξανά συλλογικό και κοινωνικό δικαίωμα, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική... ευεξία!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου