Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι και ο οίνος

| Ημερομηνία Εορτής: | 28/02/2026 |
| Τύπος εορτής: | Με βάση το Πάσχα. Εορτάζει 43 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα. |
| Άγιοι που εορτάζουν: | Αναμνηση Θαυματος Κολλυβων Αγιου Θεοδωρου Του Τηρωνος |
| Πολιούχος: | Ορεστιάδα, Θεόκτιστο Αρκαδίας |
| Περιεχόμενα: | |
| |
Ο Ιουλιανός ο παραβάτης, γνωρίζοντας ότι οι χριστιανοί καθαρίζονται με τη νηστεία στη πρώτη εβδομάδα της αγίας Σαρακοστής - γι' αυτό την λέμε καθαρά εβδομάδα - θέλησε να τους μολύνει. Διέταξε λοιπόν, κρυφά, όλες οι τροφές στην αγορά να ραντισθούν με αίματα ειδωλολατρικών θυσιών.
Όμως με Θεία ενέργεια, φάνηκε στον ύπνο του τότε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Ευδοξίου, ο μάρτυρας Θεόδωρος και φανέρωσε το πράγμα. Παρήγγειλε να ενημερωθούν όλοι οι χριστιανοί, να μην αγοράσουν καθόλου τρόφιμα από την αγορά και για να αναπληρώσουν την τροφή να βράσουν σιτάρι και να φάνε τα λεγόμενα κόλλυβα, όπως τα έλεγαν στα Ευχάϊτα. Ετσι και έγινε και ματαιώθηκε ο σκοπός του ειδωλολάτρη αυτοκράτορα. Και το Σάββατο τότε, ο ευσεβής λαός που διαφυλάχθηκε αμόλυντος στην καθαρά εβδομάδα, απέδωσε ευχαριστίες στον μάρτυρα.
Από τότε γύρω στα μέσα του Δ΄ αιώνα, η Εκκλησία τελεί κάθε έτος την ανάμνηση αυτού του γεγονότος σε δόξα Θεού και τιμή του μάρτυρα αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος.
Περισσότερα για τον Άγιο Θεόδωρο τον Τήρων μπορείτε να διαβάσετε στις 17 Φεβρουαρίου.

| Ημερομηνία Εορτής: | 28/02/2026 |
| Τύπος εορτής: | Σταθερή. Εορτάζει στις 28 Φεβρουαρίου εκάστου έτους. |
| Άγιοι που εορτάζουν: | Αγια Κυραννα η Νεομαρτυς (; - 1751) |
| Πολιούχος: | Όσσα Θεσσαλονίκης |
| Περιεχόμενα: | |
| |
Kυράννα παθών, και βασάνων κυρία,
Φανείσ’ απήλθε προς Kύριον Kυρίων.
Η Αγία νεομάρτυς Κυράννα γεννήθηκε στο χωριό Αβυσσώκα ή Βυρσόκα, στη σημερινή Όσσα της Θεσσαλονίκης, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους. Στο Μαρτύριό της αναφέρεται ότι ήταν εξαιρετικά όμορφη. Αυτή η εξωτερική ομορφιά της Κυράννας, που δεν ήταν τίποτε άλλο από το αντικατόπτρισμα της εσωτερικής της ωραιότητας, αποτέλεσε και την αφορμή να οδηγηθεί στο μαρτύριο, καθώς κάποιος γενίτσαρος, εισπράκτορας των φόρων στο χωριό της Κυράννας, που την ερωτεύθηκε, προσπάθησε επανειλημμένα με κολακείες και δώρα να την ελκύσει και να την πείσει να αλλαξοπιστήσει, για να τη νυμφευθεί. Επειδή όμως η Κυράννα δεν αποδεχόταν τις κολακείες, ούτε πολύ περισσότερο τα δώρα του Τούρκου, αυτός νομίζοντας πως θα την κάμψει με τον φόβο άρχισε να την απειλεί ότι θα την βασανίσει σκληρά και τέλος θα την θανατώσει, αν δεν υποχωρήσει και δεν αρνηθεί την πίστη της. Αλλά ούτε αυτά τα μέσα έφεραν το ποθητό αποτέλεσμα για το γενίτσαρο. Τότε την οδήγησε βίαια στον κριτή της Θεσσαλονίκης και ψευδομαρτύρησε εναντίον της, ότι του είχε δηλώσει ότι θα αλλαξοπιστήσει για να τη νυμφευθεί, αλλά τελικά δεν τήρησε την υπόσχεσή της. Η Αγία Κυράννα με πνευματική ανδρεία ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό. Έτσι οι Τούρκοι την οδήγησαν στη φυλακή.
Ο γενίτσαρος, που την οδήγησε στον κριτή, ζήτησε και έλαβε την άδεια του Αλή Εφέντη, μπέη του κάστρου της Θεσσαλονίκης, να επισκέπτεται την Αγία στη φυλακή, όπου με κολακείες αλλά και βασανιστήρια προσπαθούσε να την μεταπείσει. Όταν έφευγε αυτός, συνέχιζε τα βασανιστήρια ο δεσμοφύλακας, τον οποίο έλεγχαν για την σκληρότητά του τόσο οι υπόλοιποι φυλακισμένοι, όσο και κάποιος άλλος φύλακας Χριστιανός.
Κάποια φορά ο γενίτσαρος επισκέφθηκε και πάλι την Αγία στη φυλακή και την βασάνισε μέχρι θανάτου. Ο Χριστιανός φύλακας επέπληξε τότε δριμύτατα το δεσμοφύλακα και τον απείλησε ότι θα τον καταγγείλει στο πασά, επειδή επέτρεπε να εισέρχονται στη φυλακή παράνομα άνθρωποι ξένοι και να βασανίζουν τους φυλακισμένους. Έτσι, όταν μετά από λίγο ο γενίτσαρος ξαναήλθε στη φυλακή, φοβούμενος ο δεσμοφύλακας δεν του επέτρεψε την είσοδο. Αυτός τότε τον κατήγγειλε στον Αλή Εφέντη, ο οποίος τον κάλεσε και τον επέπληξε, γιατί παράκουσε τις διαταγές του. Ύστερα από αυτό το γεγονός, ο δεσμοφύλακας επέστρεψε οργισμένος στη φυλακή και ξέσπασε πάνω στην Κυράννα, την οποία κρέμασε και άρχισε να χτυπά αλύπητα. Μπροστά σε αυτό το θέμα όλοι οι φυλακισμένοι, ακόμη και οι Μωαμεθανοί, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να καταφέρονται εναντίον του δεσμοφύλακος, ο οποίος άφησε την Αγία κρεμασμένη κι έφυγε. Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 1751 μ.Χ.
Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες ένα θείο φως κάλυψε ξαφνικά το σώμα της Αίας Κυράννας, η οποία άφηνε την τελευταία της πνοή, και ύστερα εξαπλώθηκε σε όλη την φυλακή. Μπροστά σε αυτό το θαύμα οι Χριστιανοί ευχαριστούσαν τον Κύριο, ενώ οι Μωαμεθανοί ενόμιζαν ότι ήταν φωτιά και τρομοκρατήθηκαν.
Ο Χριστιανός φύλακας, ο οποίος πήγε να κατεβάσει την κρεμασμένη Αγία, τη βρήκε νεκρή. Στο μεταξύ το φως είχε υποχωρήσει, αλλά παρέμενε σε όλο το χώρο μια άρρητη ευωδία. Ο φύλακας τότε, περιποιήθηκε το ιερό λείψανο της Μάρτυρος, το οποίο την επόμενη μέρα παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη. Στο Συναξάρι της Νεομάρτυρος αναφέρεται ότι το σκήνωμα της Αγίας ενταφιάσθηκε «ἔξω τῆς πόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἐνταφιάζονται καὶ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν τὰ λείψανα», δηλαδή στο Κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής.
Ασματική ακολουθία της συνέγραψε ο Χριστόφορος Προδρομίτης.
Ως ημέρα της μνήμης της Νεομάρτυρος αναφέρεται σε Λαυρεωτικό Κώδικα η 1η Ιανουαρίου. Στην Όσσα όμως, η Αγία Κυράννα εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου. Αιτία αυτής της εορτολογικής μετατοπίσεως ίσως είναι το ότι ο εορτασμός της κατά τις 28 Φεβρουαρίου συχνά συνέπιπτε με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, περίοδο χαρμολύπης, ενώ στις 8 Ιανουαρίου επιπλέον οι κάτοικοι της Όσσας ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο χωριό τους εξαιτίας των εορτών των Χριστουγέννων. Η μνήμη της Αγίας τιμάται πανηγυρικά και από τους Οσσαίους της Θεσσαλονίκης και στο ναό της Αχειροποιήτου κατά τη Κυριακή μετά τις 8 Ιανουαρίου.
Στο χωριό Όσσα, βρίσκεται ο Ιερός Ναός της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Κυράννας, που είναι και πολιούχος της κοινότητας, αφιερωμένος στη μνήμη της νεομάρτυρος Κυράννας. Ο ναός κτίστηκε το 1840 μ.Χ., όπως αναφέρει ο Αστέριος Θηλυκός ή το 1868 μ.Χ. σύμφωνα με επιγραφή κτίσεως. Σε αυτόν φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα της Αγίας Κυράννας, φιλοτεχνημένη γύρω στο 1870, από τον Χριστόδουλο Ιωάννου Ζωγράφο από την Σιάτιστα.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Χαίρε Όσσης ο γόνος και θείον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστού του Θεού, η αθλήσασα στερρώς υστέροις έτεσι, και καθελούσα τον εχθρόν, καρτερία σταθερά. Και νυν απαύστως δυσώπει, υπέρ των πίστει τιμώντων, την μακαρίαν σου άθλησιν.
Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων.
Παρθενομάρτυς Κυράννα, νύμφη Χριστοῦ ἀληθῶς καλλιπάρθενε, τοὺς τῇ θερμῇ σου πρεσβείᾳ προστρέχοντας, παντοίων νόσων καὶ θλίψεων λύτρωσαι, καὶ δίδου ἡμῖν χαρὰν ἄληκτον.
Κάθισμα
Ἦχος β΄....

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πιο ταραγμένους αιώνες της ιστορίας. Παρά ταύτα είναι ο αιώνας ανάδειξης πλειάδας επιφανών αγίων, ως επιβεβαίωση της μεγάλης αλήθειας, πως όπου: «επλεόνασεν ή αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν ή χάρις» (Ρωμ.5,20). Μια τρανή απόδειξη ότι η Εκκλησία του Χριστού συνεχίζει και στις δύσκολες και παρακμιακές ημέρες μας, να σώζει και να αγιάζει, να αναδεικνύει αγίους. Ανάμεσά τους ο νεωστί καταταγείς στους αγιολογικούς δέλτους, άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, μια σπουδαία ασκητική μορφή του αγιορείτικου μοναχισμού, άξιος συνεχιστής του γνησίου μοναχικού ιδεώδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε τις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο χωριό Αμπελοχώρι Θηβών, από ευσεβείς γονείς, τον Ιωάννη Παπανικήτα και την Βικτώρια. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ευάγγελος. Είχε άλλα τρία αδέλφια. Η οικογένειά του μετακόμισε στην πόλη των Θηβών, για να διευκολυνθούν τα παιδιά στις σπουδές τους και εγκαταστάθηκε σε οικία, κοντά στο Ναό της Μεγάλης Παναγίας. Οι ευλαβείς και απλοϊκοί γονείς του του ενέπνευσαν την άδολη πίστη στο Θεό και την απλοϊκή ευσέβεια. Από μικρό παιδί τον διέκρινε μια σπάνια ωριμότητα και φιλομάθεια και γι’ αυτό τον έστειλαν να σπουδάσει στο Γυμνάσιο και στο Σχολαρχείο Θηβών.
Ο Ευάγγελος έδειξε επιμέλεια στα μαθήματά του, αλλά περισσότερο τον έθελγε η Εκκλησία. Ο περικαλλής Ναός της Παναγίας είχε γίνει το δεύτερο σπίτι του. Σύχναζε στην εκκλησία, ντυνόταν παπαδάκι και χαιρόταν αφάνταστα με τα φανταχτερά του άμφια. Είχε αποκτήσει την αγάπη και την συμπάθεια των ιερέων και πολλών ενοριτών.
Η υγεία του όμως ήταν εύθραυστη, στα 14 χρόνια του, είχε εκδηλωθεί σοβαρή αλλεργική πάθηση στα μάτια του, με πολύ ενοχλητικούς κνησμούς, η οποία τον ακλούθησε σε όλη τη ζωή του.
Μετά την αποφοίτησή του από το Σχολαρχείο, οι γονείς του φρόντισαν να τον αποκαταστήσουν επαγγελματικά. Αλλά όμως είχε γεννηθεί στην ψυχή του νεαρού Ευάγγελου μια ακατανίκητη έλξη για την μοναχική ζωή. Καταλυτική επίδραση στις αποφάσεις του διαδραμάτισε η γνωριμία του με δύο σπουδαίους αγιορείτες μοναχούς και φίλους της οικογένειας, από το Πυρί της Βοιωτίας, Εφραίμ και Νικηφόρος, οι οποίοι αργότερα έγιναν οι πνευματικοί Γεροντάδες του. Ισχυρή επίδραση είχε και η παρότρυνση της ευσεβούς μητέρας του, η οποία, ύστερα από θερμή προσευχή στον άγιο Εφραίμ το Σύρο, έλαβε την πληροφορία ότι ο Θεός προόρισε το γιό της να γίνει μοναχός και να προκόψει πνευματικά.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, σε ηλικία 21 ετών μετέβη στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στα Κατουνάκια, στο Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, όπου μόναζαν οι δύο προαναφερόμενοι Θηβαίοι μοναχοί, Εφραίμ και Νικηφόρος, και εντάχτηκε στη συνοδεία τους. Αφού διήνυσε την διετή δοκιμασία, εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Λογγίνος. Με ζήλο και ταπεινό φρόνιμα προσέφερε πρόθυμα τις διακονίες που του ανέθεταν και με την καθοδήγηση των Γεροντάδων του άρχισε τον πνευματικό του αγώνα, ώστε, ενωρίς άρχισαν να διαφαίνονται οι αρετές του και η πνευματική του πρόοδος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από το Γέροντά του Νικηφόρο, λαμβάνοντας το όνομα Εφραίμ και το επόμενο έτος έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλλιεργώντας με ζήλο, ακρίβεια και επιμέλεια την κλίμακα των αρετών, αναδείχτηκε ενωρίς ένας γνήσιος μοναχός, φορέας πνευματικής ωριμότητας. Είχε λάβει το προσωνύμιο «ο χαρισματούχος υποτακτικός», λόγω της υπακοής που επέδειξε στον Γέροντα Νικηφόρο, έναν γέροντα πολύ σκληρό και δύστροπο.
Σπουδαίος σταθμός στη μοναχική του ζωή υπήρξε η γνωριμία του με τον άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898-1959), τον αποκαλούμενο και «πρύτανη της ησυχαστικής ζωής». Αφού πήρε την ευλογία από τον Γέροντά του Νικηφόρο, συνδέθηκε πνευματικά με τον Ιωσήφ, ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν στο απόγειο της πνευματικής του ωριμότητας. Όπως είναι γνωστό ο Γέροντας Ιωσήφ είχε μυηθεί στην πνευματική και ησυχαστική ζωή από τους περίφημους αγιορείτες ησυχαστές μοναχούς Καλλίνικο και Δανιήλ.
Ο Γέροντας Ιωσήφ δέχτηκε με χαρά τον Εφραίμ, διαβλέποντας ότι είχε ενώπιον του έναν μοναχό ζηλωτή της μοναχικής ζωής, στολισμένο με την αρετή της ταπείνωσης. Έβγαλε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής, το οποίο έδωσε στον Εφραίμ και του ζήτησε να το τηρεί με ακρίβεια. Του δίδαξε την καλλιέργεια της Νοεράς Προσευχής, της μονολόγιστης Ευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησoν με», ως αδιάλειπτη προσευχή, σύμφωνα με την προτροπή του αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄Θεσ.5,17), ως αδιάκοπη μνήμη του Θεού, ως διαρκή αίσθηση της παρουσίας Του, ως τρόπο ζωής. Παράλληλα ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ του δίδαξε τον τρόπο της «φυλακίσεως των αισθήσεων», τον τρόπο αποκοπής των παθών και απόκρουσης των πειρασμών, με τον οποίο καθαρίζεται ο νους από πονηρούς λογισμούς και οδηγείται στον θείο φωτισμό. Μελετούσε με πάθος την «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και εντρυφούσε στα ιερά διδάγματα των ασκητικών Πατέρων, τους οποίους ήθελε να γίνει μιμητής και ακόλουθός τους.
Κοντά στο φωτισμένο Γέροντα διδάχτηκε την καλλιέργεια της ταπείνωσης και της υπακοής, ως βασικές αρετές της γνήσιας μοναχικής ζωής, δια των οποίων ο μοναχός αποκόβει το δικό του θέλημα και καθίσταται διάκονος των εν Χριστώ αδελφών του. Με μεγάλη προθυμία εκτελούσε άοκνα τις πιο ταπεινές και κουραστικές διακονίες. Παράλληλα ασκούνταν στην αυστηρή νηστεία, την αγρυπνία και στο θείο στοχασμό. Ασκήθηκε ιδίως στην καταπολέμηση της κενοδοξίας, αποφεύγοντας κάθε ανθρώπινο έπαινο και θεωρώντας και παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως άσημο και αμαρτωλό. Πίστευε και δίδασκε πως ό, τι καλό κατορθώσουμε, είναι μηδαμινό στα μάτια του Θεού και δώρο δικό Του. Η κενοδοξία είναι ένα από τα πλέον δολερά πάθη, με το οποί μας παγιδεύει ο πονηρός, για να πιστέψουμε ότι είμαστε δήθεν σπουδαίοι και να μας οδηγήσει στην υπερηφάνεια.
Στα 1973 κοιμήθηκε ο Γέροντάς του Νικηφόρος ο Θηβαίος. Το 1980, κατ’ εντολήν και ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ, σύστησε δική του μοναχική συνοδεία. Από τότε επωμίσθηκε και την ευθύνη της πνευματικής καθοδήγησης της αδελφότητας. Με πνεύμα αγάπης, πραότητας και διάκρισης δίδασκε, νουθετούσε και παιδαγωγούσε τους υποτακτικούς του, κερδίζοντας την αγάπη τους, το σεβασμό τους και την αφοσίωσή τους.
Οι νέες λειτουργικές και τις καθοδηγητικές ευθύνες του, δεν μείωσαν τον προσωπικό του αγώνα. Απομονωμένος στο φτωχικό και απέριττο κελί του, προσεύχονταν με θέρμη για όλο τον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό του. Αγρυπνούσε προσευχόμενος, μειώνοντας στο ελάχιστο τον ύπνο του. Τηρούσε με ακρίβεια και ιδιαίτερη αυστηρότητα τις νηστείες, αρκούμενος σε στοιχειώδη τροφή. Συνέχιζε να τον ταλαιπωρεί η νεανική του πάθηση της αλλεργίας, αλλά και μια σπάνια μορφή εκζέματος στην άρθρωση του ποδιού του. Όμως υπέφερε τα σωματικά του παθήματα με υπομονή και δοξολογία στο Θεό, θεωρώντας τα ως παιδαγωγικά μέσα για την τελείωσή του.
Η πνευματική του πρόοδος επιβραβεύτηκε από το Θεό, με το διορατικό χάρισμα, το οποίο είναι απτό σημείο αγιότητας. Μπορούσε να διαβάζει τα κρυφά των καρδιών και του νου των ανθρώπων, με σκοπό πάντα να τους ωφελήσει παιδαγωγικά και να τους συμβουλεύει πατρικά. Είχε αποκτήσει την ικανότητα να χορηγεί τα πλέον αποτελεσματικά πνευματικά φάρμακα, για την σωτηρία τους. Είχε αξιωθεί επίσης και με το προορατικό χάρισμα. Χαρακτηριστική περίπτωση η πρόρρησή του για το μεγάλο σεισμό στη Θεσσαλονίκη το 1977. Προσφωνούσε τους επισκέπτες του με τα ονόματά τους, χωρίς να τους γνωρίζει πρωτύτερα και φανερώνοντας τα κρύφια της ψυχής τους, με σκοπό πάντα την ψυχική τους ωφέλεια, την πνευματική τους πρόοδο και τη σωτηρία τους.
Είναι πολύ σημαντική η μαρτυρία του γνωστού δογματολόγου καθηγητού του της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, σχετικά με την γνώμη του Γέροντα Εφραίμ, για την σύγχρονη παναίρεση του Οικουμενισμού, την σύνοψη όλων των κακοδοξιών του παρελθόντος. Ο Γέροντας του απάντησε με μια φρικτή προσωπική του εμπειρία. Ύστερα από θερμή ολονύκτια προσευχή, για να του αποκαλυφτεί τι είναι ο Οικουμενισμός: «γέμισε το κελί μου από αφόρητη δυσωδία, η οποία μου έφερνε ασφυξία στην ψυχή, δεν μπορούσα να αναπνεύσω πνευματικά»! Και συνέχισε: «Σε όλες τις περιπτώσεις, που είναι μπλεγμένες με μάγια, με ακάθαρτα πνεύματα, αυτή είναι η κατάσταση, στην οποία με εισάγει. Μερικές φορές υπάρχει και λεκτική απάντηση, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, αυτή ήταν η απάντηση και έχω απόλυτη τη βεβαιότητα, ότι ο Οικουμενισμός δεν έχει το Πνεύμα το Άγιο, αλλά το πνεύμα το ακάθαρτο»! Λυπόνταν ο αγιασμένος Γέροντας, βλέποντας τα «τολμηρά ανοίγματα» πολλών ορθοδόξων κληρικών προς τους αιρετικούς, παραβιάζοντας την παράδοση της Εκκλησίας. Επίσης τον απασχολούσε και η ενότητα της Εκκλησίας. Λυπόταν αφάνταστα για τα σχίσματα, τονίζοντας εμφαντικά, πως «το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος»!
Μια άλλη πτυχή της πνευματικότητας και της αγιότητας του αγίου Εφραίμ είναι και η συγκλονιστική, από μέρους του, βίωση της Θείας Λειτουργίας. Όπως είχε αποκαλύψει ο ίδιος σε ιερομόναχο φίλο του, κατά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, έβλεπε το Χριστό στα άγιο δισκάριο, αδυνατώντας να συγκρατεί τα δάκρυά του και καταβρέχοντας το Ιερό Αντιμήνσιο. Επίσης έβλεπε δίπλα του αγγέλους την ώρα που λειτουργούσε! Όπως έλεγε ο ίδιος, η κάθε λειτουργία ήταν γι’ αυτόν και μια θεοπτία!
Το 1996 ο όσιος Γέροντας έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και καθηλώθηκε σε ακινησία για δύο χρόνια. Δέχτηκε τη δοκιμασία αυτή ως παιδαγωγία και ευλογία από το Θεό, δοξολογώντας και ευχαριστώντας Τον.
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1998 κοιμήθηκε εν ειρήνη, παραδίδοντας την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο αγάπησε και υπηρέτησε πιστά σε όλη του τη ζωή και ετάφη στον περίβολο του κελιού του, σε τάφο που είχε ανοίξει ο ίδιος πριν από χρόνια και εκεί στοχάζονταν την ματαιότητα του κόσμου και την αξία της σωτηρίας.
Στις 9 Μαρτίου του 2020 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου προέβη στην αγιοκατάταξή του, ορίζοντας να εορτάζεται η μνήμη του στις 27 Φεβρουαρίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης.
Ο νεοφανής άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης αποτελεί αναμφίβολα λαμπρό παράδειγμα αγωνιζόμενου πνευματικού ανθρώπου στην σύγχρονη άνυδρη πνευματικά και υλόφρονη εποχή μας. Επίσης αποτελεί ζωντανή μαρτυρία η ομολογία του για την δαιμονική προέλευση του Οικουμενισμού, για την πρωτοφανή, στις τραγικές ημέρες μας, επέλαση του θρησκευτικού συγκρητισμού, ο οποίος στοχεύει να καταπνίξει και να εξαφανίσει την μόνη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, της μοναδικής Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 27η Φεβρουαρίου 2026
Την πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έρχεται να διαλύσει ο φαιδρός και χαρμόσυνος τόνος της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου, ή των Χαιρετισμών, όπως λέγεται. Από αρχαιοτάτων χρόνων καθιέρωσε η Εκκλησία μας να ψάλλεται πανηγυρικά η ακολουθία αυτή κάθε χρόνο την περίοδο της αγίας Τεσσαρακοστής, τις Παρασκευές των πέντε εβδομάδων των νηστειών. Η ακολουθία είναι εντεταγμένη μέσα στα πλαίσια της ακολουθίας του μικρού αποδείπνου και ψάλλεται μαζί με τον κανόνα του Ακαθίστου τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρη. Ο ύμνος αποτελείται από το προοίμιο και 24 οίκους, (στροφές), σε αλφαβητική ακροστιχίδα από το Α μέχρι το Ω.
Δεν γνωρίζουμε ποιός είναι ο συγγραφέας του υπέροχου αυτού ύμνου. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση ο ποιητής του ύμνου θεωρείται ο μεγάλος βυζαντινός υμνογράφος του 6ου αιώνος, ο άγιος Ρωμανός ο Μελωδός. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα, ότι η καθιέρωσή του στο εορτολόγιο της Εκκλησίας, είναι συνδεδεμένη με δύο γεγονότα: τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και την θαυμαστή απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Αβάρους το 626 μ.Χ. μετά από μια φοβερή επιδρομή και πολιορκία της πόλεως από ξηρά και από θάλασσα. Η θαυμαστή διάσωση της πόλεως από μια βεβαία καταστροφή και λεηλασία αποδόθηκε στη Παναγία, την «υπέρμαχο στρατηγό», προς τιμήν της οποίας όλος ο λαός της πόλεως την νύχτα εκείνη της 7ης προς 8η Αυγούστου του 626, έψαλλε όρθιος τον Ακάθιστο Ύμνο στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Μέσα από το υπέροχο αυτό σύνολο των 24 οίκων θα προσπαθήσουμε, με την Χάρη της Παναγίας μας, να σχολιάσουμε ένα μόνο στίχο, τον πρώτο στίχο της πρώτης στροφής: «Χαίρε δι ής η χαρά εκλάμψει, χαίρε δι’ ής η αρά εκλείψει». Χαίρε συ από την οποία θα λάμψει η χαρά, χαίρε συ, διά της οποίας θα καταργηθή η κατάρα. Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και η Εύα και τους έβαλε μέσα στον παράδεισο για να απολαμβάνουν την χαρά του παραδείσου, που προερχόταν όχι μόνον από τα κάλη και τις ομορφιές του πανέμορφου εκείνου κήπου, αλλά κυρίως από την ζωντανή κοινωνία που είχαν με τον Θεό, καθώς αισθανόταν την παρουσία της Χάριτος του Θεού μέσα τους. Από τότε όμως που αμάρτησαν και παρέβησαν την εντολή που τους έδωσε ο Θεός, στερήθηκαν πλέον την Χάρη του Θεού, στερήθηκαν την χαρά του Παραδείσου. Τότε ένοιωσαν μέσα τους πόσο φτωχοί ήταν χωρίς την Χάρη του Θεού. Τότε ένοιωσαν την έλλειψη της χαράς, τι σημαίνει να ζη κανείς χωρίς την χαρά που πηγάζει από τον Θεό. Και από τότε δεν έπαψαν να την αναζητούν οπουδήποτε υποπτεύονταν ότι θα μπορούσαν να βρουν έστω και ένα ίχνος χαράς, μια σταγόνα χαράς.
Η πτώσις των πρωτοπλάστων μέσα στον παράδεισο δεν ήταν ένα γεγονός μικρής σημασίας. Ήταν ένα φοβερό και τρομακτικό γεγονός με παγκόσμιες διαστάσεις και με συνέπειες που επεκτάθηκαν σ’ όλο το ανθρώπινο γένος και σ’ όλη την κτιστή δημιουργία. Ο πρώτος καρπός, η πρώτη συνέπεια της αμαρτίας των πρωτοπλάστων ήταν η φθορά και ο θάνατος, όχι μόνο γι’ αυτούς τους ιδίους, αλλά και για όλους τους απογόνους των, για όλο το ανθρώπινο γένος. Ο άνθρωπος από αθάνατος που ήταν, έγινε δούλος του θανάτου, από πανευτυχής και μακάριος κατάντησε δυστυχής και ταλαίπωρος. Οι πρωτόπλαστοι μετά την πτώση τους κατάλαβαν βέβαια σε τι κατάντημα έφθασαν, αλλά ήταν πλέον αργά. Όταν εξωρίστηκαν από τον παράδεισο και στερήθηκαν την παρουσία της Χάριτος, τότε συνειδητοποίησαν, τι είχαν και τι έχασαν. Τότε έκλαυσαν και εθρήνησαν πικρά και δεν έπαυσαν να κλαίνε σ’ όλη τους την ζωή, ζητώντας το έλεος του Θεού. Από τότε ο θρήνος και το κλάμα σαν καρπός της αμαρτίας ζημώθηκαν με την ανθρώπινη φύση και αποτελούν αναπόσπαστα γνωρίσματα της ζωής του. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που ήρθε σ’ αυτό τον κόσμο και δεν έκλαυσε. Με κλάματα έρχεται στον κόσμο αυτό το νεογέννητο βρέφος και με δάκρυα και θρήνους εγκαταλείπει την παρούσα ζωή, την ώρα που με οδύνη πολλή χωρίζεται η ψυχή από το σώμα.
Βέβαια η αμαρτία των πρωτοπλάστων ήταν μεν τραγική και ολέθρια, όχι όμως οριστική και ανεπανόρθωτη. Το τραύμα της αμαρτίας που δέχθηκαν ήταν βέβαια μεγάλο, αλλά όχι και αθεράπευτο. Και τούτο διότι ο άνθρωπος αμάρτησε επειδή εξαπατήθηκε από τον διάβολο και όχι επειδή επενόησε από μόνος του την αμαρτία. Γι’ αυτό ο Θεός που από τη φύση του είναι αγάπη, δεν ήταν δυνατόν να παραβλέψει το πλάσμα του αβοήθητο. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έστειλε τον μονογενή του Υιό, ο οποίος εφόρεσε την ανθρώπινη φύση και έγινε όμοιος με μας άνθρωπος, χωρίς να παύσει να είναι και Θεός. Και στη συνέχεια με την σταυρική του θυσία, με το αίμα που έχυσε πάνω στο σταυρό, μας εκαθάρισε από τον ρύπο της αμαρτίας, μας ανέπλασε και ανεκαίνισε, μας ελύτρωσε από την φθορά και τον θάνατο. Δια ποίου προσώπου προσέλαβε την ανθρώπινη φύση; Διά της Θεοτόκου. Αυτή έφερε στον κόσμο τον Κύριο και μαζί μ’ αυτόν την χαρά της λυτρώσεως. Δι’ αυτής έλαμψε η χαρά της σωτηρίας και δι’ αυτής εξέλειπε και καταργήθηκε η κατάρα της αμαρτίας.
Η μόνη αληθινή χαρά, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η χαρά, που πηγάζει από την λύτρωση και την σωτηρία του ανθρώπου, από την φθορά και τον θάνατο. Είναι καρπός και αποτέλεσμα της παρουσίας της Χάριτος του αγίου Πνεύματος. Κάθε άλλη χαρά είναι ψεύτικη, πρόσκαιρη, απατηλή, διότι δεν μπορεί να καταργήσει την φθορά και τον θάνατο, από τον οποίο πηγάζει όλη η λύπη, όλος ο πόνος και όλη η οδύνη της παρούσης ζωής. Όλες οι χαρές του κόσμου είναι ψεύτικες, όχι μόνον διότι είναι πρόσκαιρες, αλλά και διότι είναι ζυμωμένες με πόνους, λύπες και δάκρυα και τελικά με τον ίδιο τον θάνατο. Πολύ περισσότερο ψεύτικες και ολέθριες είναι οι χαρές, που είναι συνυφασμένες με την αμαρτία, οι χαρές της κραιπάλης και της ασωτίας, της αρπαγής και της πλεονεξίας, διότι οδηγούν στην αιώνια λύπη του αιωνίου θανάτου.
Αυτή την αληθινή χαρά εύχομαι από καρδίας να ποθήσωμε και να αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, αμήν.
Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Θεολόγου – συγγραφέως
Ι. Μ. Κυθήρων και Αντικυθήρων
Εν Κυθήροις τη 26η Φεβρουαρίου 2026
Κυρίαρχο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πένθιμης και κατανυκτικής περιόδου της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την οποίαν διανύουμε με την Χάρη του Θεού, αγαπητέ φίλε αναγνώστα, είναι η νηστεία. Επειδή δε πολλοί από εμάς αγνοούμε την σημασία και το ρόλο της στην πνευματική μας ζωή, γιαυτό και θα αναφερθούμε εν ολίγοις πάνω στο σπουδαιότατο αυτό θέμα με οδηγό τους αγίους Πατέρες μας.
Αν ανατρέξουμε στους λόγους των αγίων Πατέρων περί νηστείας, θα διαπιστώσουμε, ότι όλοι τους δίδουν σ’ αυτήν ένα καθολικό χαρακτήρα, που περιλαμβάνει την όλη ψυχοσωματική υπόσταση του ανθρώπου.
Η νηστεία κατά τους Πατέρες αναφέρεται πάντοτε στη διπλή της μορφή, δηλαδή ως νηστεία των τροφών και ως νηστεία των παθών. Με τον τρόπο αυτόν διερμηνεύουν το βαθύτερο πνεύμα του Ευαγγελίου και τον ασκητικό χαρακτήρα της πνευματικής ζωής μέσα στο χώρο της Ορθοδοξίας. Όταν δε με την λέξη νηστεία αναφέρονται ειδικότερα στις τροφές, τότε ως επί το πλείστον εννοούν την αποχή από ορισμένα είδη τροφών για ένα χρονικό διάστημα, αν και η λέξη νηστεία κατά κυριολεξία σημαίνει πλήρη ασιτία.
Ο Μέγας Βασίλειος στον πρώτο περί νηστείας λόγο του τονίζει την αρχαιότητα του θεσμού και την ανάγει στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος. Η πρώτη εντολή που έλαβε ο Αδάμ στον Παράδεισο ήταν εντολή νηστείας και εγκρατείας. Επειδή δε δεν ενήστευσε, εξέπεσε από τον Παράδεισο. Τώρα λοιπόν χρειαζόμαστε και πάλι την νηστεία, για να επανέλθουμε σ’ αυτόν. Στη συνέχεια ο ιερός Πατήρ προχωρεί σε μια ιστορική αναδρομή στην ιστορία του Ισραήλ, όπου βλέπει καταξιωμένο τον θεσμό της νηστείας στη ζωή μεγάλων ανδρών του Ισρηλιτικού λαού. Ο Μωϋσής μετά από νηστεία 40 ημερών πάνω στο όρος Χωρήβ αξιώνεται να δεχθεί από τον Θεόν τις πλάκες του νόμου. Αντίθετα κάτω στους πρόποδες του όρους η λαιμαργία εξώθησε τον λαό στην ειδωλολατρεία και κατόπιν στην μέθη και στην ασωτεία. Η οινοποσία αχρήστευσε την επί 40 ημέρες προσμονή του δούλου του Θεού στην νηστεία και στην προσευχή. Αυτές τις πλάκες, που έλαβε η νηστεία τις κομμάτιασε η μέθη, διότι ο προφήτης δεν έκρινε άξιο να νομοθετείται από τον Θεό λαός μέθυσος. Κατά τον καιρόν της παραμονής των στην έρημο οι Εβραίοι, εν όσω μεν ήσαν ευχαριστημένοι με το μάνα, που τους έδινε ο Θεός με θαυμαστό τρόπο, νικούσαν τους εχθρούς των. Όταν όμως εγόγγυσαν και άρχισαν να ζητούν κρέατα και να επιθυμούν να γυρίσουν πίσω στην Αίγυπτο, τότε τα πτώματά τους έπεσαν στην έρημο και δεν είδαν την γή της επαγγελίας. Ο προφήτης Ηλίας μετά από νηστεία 40 ημερών καταξιώθηκε να δεί τον Θεόν μέσα στο σπήλαιο του όρους Χωρήβ. Διά μέσου της νηστείας οι τρείς παίδες στην Βαβυλώνα, όταν ερίφθησαν στο καμίνι της φωτιάς, παρέμειναν αβλαβείς και αποδείχθηκαν δυνατότεροι του πυρός. Ο προφήτης Δανιήλ επί τρεις εβδομάδες παρέμεινε νηστικός και έτσι εδίδαξε τα λιοντάρια να νηστεύουν, όταν κατέβηκε στον λάκκο. Οι Νηνευΐτες, επειδή ενήστευσαν και επένθησαν, ανέτρεψαν την απόφαση του Θεού, αφού έκαναν μαζί με τους ανθρώπους και τα ζώα να νηστεύσουν. Ο προφήτης Ησαΐας, ομιλών περί νηστείας, επισημαίνει τον κίνδυνο τυποποιήσεώς της και προβάλλει στο λαό όλα εκείνα τα στοιχεία, που συνιστούν την αληθινή νηστεία, η οποία, τότε μόνον είναι αποδεκτή από τον Θεόν, όταν συνδυάζεται με την αποχή από την αμαρτία (Ησ.1,13-17). Η ζωή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ήταν μια συνεχής νηστεία. Τέλος ο ίδιος ο Κύριός μας, τόσο με το προσωπικό του παράδειγμα, όσο και με την διδασκαλία του, προσδιορίζει την θετική του στάση απέναντι στο θεσμό της νηστείας και προδιαγράφει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ορθή και θεάρεστη άσκησή της στην επί του Όρους ομιλία του.
Όταν οι Πατέρες ομιλούν για την νηστεία και όταν απέχουν από ορισμένα είδη τροφών, δεν το κάνουν από περιφρόνηση προς τις τροφές, ούτε από διάκριση σε καθαρές και μη καθαρές, αφού κατά τον απόστολο «παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» (Α΄ Τιμ.4,4). Οι Πατέρες, χρησιμοποιούντες την νηστεία, αποβλέπουν στη σταύρωση του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών. Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων παρατηρεί: «Ας χρησιμοποιήσωμε με μέτρο την τροφή, χωρίς να παρασυρόμαστε στην γαστριμαργία, ώστε να υπερισχύσωμε και των σαρκικών ηδονών». Ο άγιος Ιωαννης ο Χρυσόστομος σε πολλά σημεία των λόγων του και στα ερμηνευτικά του υπομνήματα την χαρακτηρίζει άλλοτε σαν όπλο, άλλοτε σαν μητέρα των αρετών και άλλοτε σαν φάρμακο. Όπως όμως το φάρμακο, και αν ακόμη μύριες φορές είναι ωφέλιμο, γίνεται άχρηστο και επιβλαβές, όταν είναι άπειρος αυτός που το χρησιμοποιεί, έτσι και η νηστεία. Πρέπει να γνωρίζουμε πότε και πως και σε ποιό μέτρο θα την χρησιμοποιήσουμε ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του σώματος, την εποχή του έτους, και τις τοπικές συνθήκες.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων Πατέρων στους περί νηστείας λόγους των είναι ο καθολικός τρόπος θεωρήσεώς της. Αληθινή νηστεία κατά τους Πατέρες δεν είναι μόνον αυτή, που περιορίζεται στην πλήρη, ή μερική αποχή από ορισμένες τροφές, αλλά εκείνη, που επεκτείνεται στην εγκράτεια των παθών και την αποφυγή της αμαρτίας. Έτσι η νηστεία αποκτά τις πραγματικές της διαστάσεις. Ο αββάς Ποιμήν σ’ ένα απόφθεγμά του στο Γεροντικό λέγει, ότι η νηστεία δεν πρέπει να είναι σωματοκτόνος, αλλά παθοκτόνος. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην 8η ομιλία του στη Γένεση λέγει, ότι εκείνος που νηστεύει θα πρέπει, παράλληλα με την νηστεία των τροφών, να αγωνίζεται να είναι μετριόφρων, ήσυχος, ήμερος, ταπεινός, να περιφρονεί την δόξαν της παρούσης ζωής, να προσεύχεται, να εξομολογείται και να κάνει ελεημοσύνες. Ο Μέγας Βασίλειος συμπληρώνει στον 2ο λόγο του περί νηστείας, ότι αληθής νηστεία είναι η αποξένωσις από κάθε κακό, η εγκράτεια της γλώσσης, η αποφυγή του θυμού και των σαρκικών επιθυμιών, της κατακρίσεως, του ψεύδους και της επιορκίας. Την ίδια αυτή διδασκαλία, σε ποιητική πλέον μορφή, βρίσκουμε πλούσια στην εκκλησιαστική υμνογραφία, ιδίως στα τροπάρια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η οποία αποτελεί την κατ’ εξοχήν περίοδο εγκρατείας ολοκλήρου του εκκλησιαστικού έτους.
Ενώ δε όλοι οι Πατέρες από την μία πλευρά εγκωμιάζουν την νηστεία, τονίζουν την αξία της, και προβάλλουν τους καρπούς της, από την άλλη θαυμάζουμε την σοφία της διακρίσεώς των στον τρόπο της εφαρμογής της στην κάθε μία συγκεκριμένη περίπτωση. Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος σ’ ένα λόγο του προς τον επίσκοπο Κάστορα παρατηρεί, ότι «εκείνοι, (δηλαδή οι Πατέρες), δεν μας παρέδωσαν ένα κανόνα νηστείας, ούτε ένα τρόπο μεταλήψεως τροφών, ούτε και στο ίδιο μέτρο, επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, ούτε όλοι την ίδια ηλικία, αλλά ούτε όλοι είναι εξ’ ίσου υγιείς». Χωρίς δηλαδή να παραθεωρούν, ή να υποτιμούν την αξία της νηστείας ως εκφραστή του ασκητικού χαρακτήρος του Ορθοδόξου ήθους, παράλληλα δεν εγκλωβίζονται σε άκαμπτες αρχές, νόμους και κανόνες, αλλά κινούνται με μιά θαυμαστή πνευματική ελευθερία στο συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνουν υπ’ όψιν πλείστους όσους παράγοντες, που είναι δυνατον να τροποποιήσουν, ή και να μεταβάλλουν το μέτρο και τον χρόνο της νηστείας, όπως η ασθένεια, το είδος της εργασίας, οι ανθυγιεινές συνθήκες της ζωής και οι κλιματολογικοί παράγοντες. Επίσης άλλες ειδικές περιπτώσεις, όπως εγκυμονούσες και θηλάζουσες μητέρες και μικρά παιδιά. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις ανέκαθεν καθιερώθηκε στη ζωή της Εκκλησίας η αρχή της οικονομίας. Μάλιστα υπάρχει κανόνας της Εκκλησίας, ο 69ος Αποστολικός, ο οποίος προβλέπει κατάλυση της νηστείας, γι’ αυτούς, που αδυνατούν να νηστεύσουν λόγω ασθενείας.
Καλόν αγώνα, καλή μετάνοια και καλό υπόλοιπο της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής.