Posted on 17 Φεβρουαρίου, 2026

1.24 Διὸ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῶν καρδιῶν αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν τοῦ ἀτιμάζεσθαι τὰ σώματα αὐτῶν ἐν αὐτοῖς, 1.25 οἵτινες μετήλλαξαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει, καὶ ἐσεβάσθησαν καὶ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα, ὅς ἐστιν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. 1.26 Διὰ τοῦτο παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας. αἵ τε γὰρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν εἰς τὴν παρὰ φύσιν, 1.27 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἄρσενες ἀφέντες τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς θηλείας ἐξευκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τὴν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι καὶ τὴν ἀντιμισθίαν ἣν ἔδει τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες. 1.28 Καὶ καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν τὸν Θεὸν ἔχειν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν αὐτοὺς ὁ Θεὸς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα, 1.29 πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ, πορνείᾳ πονηρίᾳ πλεονεξίᾳ κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου φόνου ἔριδος δόλου κακοηθείας, 1.30 ψιθυριστάς, καταλάλους, θεοστυγεῖς, ὑβριστάς, ὑπερηφάνους, ἀλαζόνας, ἐφευρετὰς κακῶν, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, 1.31 ἀσυνέτους, ἀσυνθέτους, ἀστόργους, ἀσπόνδους, ἀνελεήμονας· 1.32 οἵτινες τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ ἐπιγνόντες, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες ἄξιοι θανάτου εἰσίν, οὐ μόνον αὐτὰ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι. (Προς Ρωμαίους)
Τὸ ἐδάφιο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες ἄξιοι θανάτου εἰσίν, οὐ μόνον αὐτὰ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ συνευδοκοῦσι τοῖς πράσσουσι» (Ρωμ. α΄ 32) ἀποτελεῖ τὴν κορύφωση τῆς ἀναλύσεώς του γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ἡ φράση «ἄξιοι θανάτου εἰσίν» δὲν εἶναι μιά νομικὴ ποινὴ ἢ ἀναφορὰ στὸν βιολογικὸ θάνατο, ἀλλὰ ἀναφέρεται στὸν πνευματικὸ θάνατο, δηλαδή τὸν ἑκούσιο χωρισμὸ τοῦ ανθρώπου ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἐνῷ γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐπιλέγει νὰ τὸ ἀγνοήσει, ή ἔστω νὰ τὸ ἀπωθήσει στὰ βάθη τοῦ ὑποσυνειδήτου, τότε ἡ καρδιά του νεκρώνεται. Ἡ γνώση ἐδῶ γίνεται παράγοντας εὐθύνης· ἀφαιρεῖ κάθε δικαιολογία ἀγνοίας καὶ μετατρέπει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ ἕνα ἁπλὸ σφάλμα σὲ συνειδητὴ ἀποστασία.
Ἡ λέξη «συνευδοκοῦσι» φέρει ἰδιαίτερο βάρος. Ὁ Ἀπόστολος ξεκαθαρίζει ὅτι ἡ ἐνοχὴ δὲν περιορίζεται σὲ αὐτὸν ποὺ πράττει τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἐγκρίνει. Αὐτὴ ἡ ἔγκριση δὲν εἶναι πάντα ρητή· ἐκδηλώνεται ἐξίσου μέσα ἀπὸ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν ἀπουσία τοῦ ἐλέγχου. Ὅποιος σιωπᾶ μπροστὰ στὸ κακὸ καὶ ἀποφεύγει νὰ τὸ ἐλέγξει, οὐσιαστικὰ τὸ ἀποδέχεται καὶ τοῦ ἐπιτρέπει νὰ διαιωνιζεται.
ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΒΙΟ
Στὸν κόσμο μας, ἡ συνευδοκία λαμβάνει μορφὲς ποὺ δοκιμάζουν τὴ χριστιανικὴ συνείδηση. Στὸν πολιτικὸ βίο, ἡ ψῆφος καὶ ἡ στήριξη σὲ πρόσωπα ἢ παρατάξεις ποὺ προωθοῦν ἀντίχριστα νομοθετήματα εἶναι μία κλασσικὴ μορφὴ συνευδοκίας. Ὅταν ὁ πιστὸς νομιμοποιεῖ μὲ τὴν ψῆφο του τὴν ἀνατροπὴ τοῦ φυσικοῦ νόμου καὶ τῆς θείας τάξεως (ὅπως τὴν προσβολὴ τῆς οἰκογένειας ἢ νομοθεσίες κατὰ τῆς ζωῆς), παύει νὰ εἶναι ἁπλὸς παρατηρητής. Καθίσταται πνευματικὸς συμμέτοχος στὶς συνέπειες αὐτῶν τῶν ἐπιλογῶν, ἀφοῦ δανείζει τὴ δύναμή του γιὰ νὰ ριζώσει ἡ ἀποστασία.
Ἡ συνευδοκία ἐμφανίζεται συχνὰ μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἐπαγγελματικῆς ὑπακοῆς ἢ τῆς ἐπιβιώσεως. Ὁ ἐργαζόμενος ποὺ βλέπει τὸν ἐργοδότη του νὰ παρανομεῖ, νὰ ἐξαπατᾶ ἢ νὰ ἀδικεῖ, καὶ ἐπιλέγει ὄχι ἁπλῶς νὰ σιωπᾶ, ἀλλὰ νὰ διευκολύνει καὶ νὰ ἐπικροτεῖ αὐτὲς τὶς πρακτικές, μετέχει στὴν ἁμαρτία. Ἡ συμμετοχὴ σὲ δόλιες διαδικασίες μὲ τὴ λογικὴ «ἔτσι κάνουν ὅλοι» εἶναι ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ «συνευδοκεῖν».
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Ἐδῶ ἡ συνευδοκία εἶναι συχνὰ ἡ πιὸ δυσδιάκριτη, γιατί κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴ συναισθηματικὴ ἀγάπη. Ὅταν οἱ γονεῖς, γιὰ μιά ψευδὴ «εἰρήνη» ἢ ἀπὸ φόβο μήπως δυσαρεστήσουν τὰ τέκνα τους, δικαιολογοῦν ἢ καὶ ἐπιβραβεύουν ἐπιλογὲς ζωῆς ποὺ συγκρούονται εὐθέως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, τότε συνευδοκοῦν στὴν πνευματική τους καταστροφή. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη ἐλέγχει μὲ διάκριση· ἡ συνευδοκία ἀνέχεται καὶ χειροκροτεῖ τὸ λάθος, καλλιεργώντας τὴν πνευματικὴ ἀπονέκρωση τῶν οἰκείων μας.
Ἡ Εὐαγγελικὴ ἀρχὴ φωτίζει τὸ φαινόμενο μίας συγκατάβασης ποὺ παρουσιάζεται ὡς «ἀνεκτικότητα». Ὅταν ἡ ἁμαρτία κανονικοποιεῖται καὶ ἐπικροτεῖται γιὰ χάρη μίας κοινωνικῆς εἰρήνης, ἡ κοινωνία παύει νὰ ἔχει πνευματικὰ ἀντισώματα. Ἡ σιωπὴ μπροστὰ στὸ κακό, ὅταν συνοδεύεται ἀπὸ ἀποδοχή, λειτουργεῖ ὡς συλλογικὴ πτώση. Τὸ ἐδάφιο τῆς Πρὸς Ρωμαίους εἶναι ἕνας αὐστηρὸς ἀλλὰ σωτήριος ἔλεγχος. Ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ὄχι μόνο γιὰ ὅσα πράττει κρυφά, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα ἐγκρίνει δημόσια. Ἡ πνευματικὴ ἀφύπνιση ξεκινᾶ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ συνευδοκία ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴν θαρραλέα ὁμολογία τῆς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΣ
Μία ἄλλη παράμετρος τοῦ θέματος ἀναδεικνύεται μέσα ἀπὸ ἕνα ὑπέροχο ἄρθρο τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη, ὅπου παρατίθεται ἡ μαρτυρία τοῦ ὁσίου Σωφρονίου τοῦ Ἁγιορείτου γιὰ τὴ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ πολέμου: «Μέ συνέπαιρνε κατά κάποιον τρόπο ἡ αἴσθηση τῶν παθημάτων τῆς οἰκουμένης. Σέ αὐτό συνέβαλλε ἡ ἐμπειρία μου ἀπό τόν Πρῶτο Παγκόσμιο πόλεμο καί τή Ρωσική Ἐπανάσταση πού ἀκολούθησε. Ζοῦσα γιά χρόνια μέσα σέ πνιγηρή ἀτμόσφαιρα ἀδελφοκτόνου μίσους, ἀρχικά ἐξαιτίας τοῦ Παγκοσμίου κι ἔπειτα ἐμφυλίου πολέμου. Ἔκτοτε μοῦ εἶναι προτιμότερο νά ἀκούω γιά χιλιάδες ἴσως θύματα ἀπό σεισμούς, πλημμῦρες, ἐπιδημίες καί ἄλλες θεομηνίες καί καταστροφές, πού προκαλοῦν συνήθως τή συμπάθεια ὅλων, παρά γιά πολέμους, πού σχεδόν χωρίς ἐξαίρεση παρασύρουν τούς πάντες σέ ἠθική συμμετοχή στούς φόνους. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἁμαρτία ἀπό τόν πόλεμο» (Ὀψόμεθα τόν Θεόν…, σ. 146).
Ὅπως πολὺ εὔστοχα σχολιάζει ὁ π. Θωμᾶς, ἡ ἐπισήμανση τοῦ ὁσίου Σωφρονίου γιὰ τὴν «ἠθικὴ συμμετοχὴ στοὺς φόνους» δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀντιληπτή. Ὅταν κάποιος χαίρεται μὲ τὶς πολεμικὲς «ἐπιτυχίες» ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀντιμαχομένους, συμμετέχει ἠθικὰ στοὺς φόνους ποὺ διαπράχθηκαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ἠθικὸ κακὸ ἑνὸς πολέμου, ποὺ γίνεται σὲ ἕνα μικρὸ μέρος τῆς γῆς, μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ ὅλον τὸν κόσμο.
Ἡ συνευδοκία στὸν πόλεμο ἀποκαλύπτεται ἔτσι ὡς μία παγκόσμια πνευματικὴ ἀσθένεια, ὑπογραμμίζοντας πὼς ἡ ἀληθινὴ μετάνοια ἀπαιτεῖ τὴν πλήρη ἀποδέσμευση ἀπὸ κάθε μορφὴ ἐπιδοκιμασίας τοῦ κακοῦ, ὅποιο προσωπεῖο κι ἂν αὐτὸ ἐνδύεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου