Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συνήθως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι γιά νά ἀκολουθήσουν ἕνα πρόσωπο, μιά ἰδέα ἤ μιά στάση ζωῆς, ἀκόμη καί μία ὁμάδα, εἴτε πολιτική, εἴτε κοινωνική, εἴτε θρησκευτική, εἴτε ἀθλητική, ἑλκύονται ἀπό κάποιες ὑποσχέσεις. Αὐτές ἔχουν νά κάνουν ἄλλοτε μέ τό συμφέρον, ἄλλοτε μέ τίς ἀνάγκες καί ἄλλοτε μέ τίς ἰδέες καί τίς προσδοκίες τῶν ὅσων καλοῦνται νά ἀκολουθήσουν.

Τά κριτήρια τοῦ κόσμου Τό συμφέρον εἶναι ἄμεσα ὑλοποιήσιμο. Ἀκολουθοῦμε αὐτούς πού μᾶς ὑπόσχονται ὅτι θά ἐκπληρώσουν τίς ἐπιθυμίες μας, αὐτούς πού θά μᾶς βοηθήσουν νά περάσουμε καλύτερα στή ζωή μας, νά ἀναδειχθοῦ - με, νά γίνουμε ἐπιτυχημένοι. Ἐξίσου ὑλοποιήσιμη εἶναι καί ἡ ἐκπλή - ρωση τῶν ἀναγκῶν μας. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε ἀνάγκη τῆς τροφῆς καί τῆς ἐπιβίωσης, ἀλλά καί τῆς καταξίωσης καί τῆς ἀποδοχῆς καί τῆς ἀγάπης, κάποτε καί τῆς ἐξουσίας. Τέλος, ὑπάρχει καί ἡ ἐκπλήρωση τῶν προσδοκιῶν. Αὐτές συνήθως πηγάζουν καί ἀπό τίς ἰδέες. Ἀκολουθοῦμε πρόσωπα, τά ὁποῖα ὑπόσχονται ὅτι θά πραγματοποιήσουν ἰδέες καί νοοτροπίες γιά εὐρύτερους μετασχηματισμούς σέ ἐπίπεδο κοινωνίας καί ζωῆς, πού θά βοηθήσουν τόν κόσμο καί ἑπομένως καί ἐμᾶς, νά ζήσουμε διαφορετικά, μέ βάση κριτήρια καί ἀξίες. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί οἱ ἄν - θρωποι δέν εἴμαστε πάντοτε σταθεροί σέ ὅσους ἀκολουθοῦμε. Τούς δοκιμάζουμε ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀξιοπιστία καί στή συνέπεια στά ὅσα διακηρύττουν καί στά ὅσα πράττουν. Εὔκολα μεταβάλλουμε προτιμήσεις, γιατί διαπιστώνουμε πώς δέν ἐκπληρώνουν εἴτε γιατί δέν θέλουν εἴτε γιατί δέν μποροῦν τά συμφέροντα, τίς ἀνάγκες καί τίς προσδοκίες μας.

Τό νόημα τῆς αἰωνιότητας 

Στή ζωή τῆς πίστης ἔχουμε καί ἐκεῖ ὑποσχέσεις, ἐπαγγελίες. Μόνο πού δέν τίς δίνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά ὁ Θεός. Αὐτοί πού ἀκολουθοῦν τόν Θεό γιατί ἐμπιστεύονται τίς ἐπαγγελίες του, γίνονται οἱ Ἅγιοι. Καί οἱ Ἅγιοι «πέτυχαν τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ» (Ἑβρ. 11,33), διότι γνώριζαν ποιές εἶναι, τίς ἀποδέχτηκαν καί ἀγωνίστηκαν γι’ αὐτές. 

Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουν νά κάνουν μέ τήν καθημερινότητα, τά συμφέροντα, τίς ἀνάγκες, τίς προσδοκίες γιά τό σήμερα. Εἶναι ἐπαγγελίες πού φέρουν τό νόημα τῆς αἰωνιότητας. Ἀντί γιά τήν ἱκανοποίηση τοῦ πρόσκαιρου συμφέροντος ὁ Θεός ὑπόσχεται τή στενή καί τεθλιμμένη πύλη, τήν ὁδό τῆς θυσίας, τῆς ἄσκησης, τῆς ἐγκράτειας, τῆς ὀλιγάρκειας, ἀκόμη καί τήν ὁδό τῆς στέρησης. Ὅποιος πιστεύει, γνωρίζει ὅτι ἡ ζωή του δέν θά πορευτεῖ κατά πῶς ἡ ἀνθρώπινη ἐπιθυμία γιά πλατιά ὁδό ἀπόλαυσης καί εὐθυμίας ζητεῖ, ἀλλά θά εἶναι ἕτοιμος γιά θυσία, ἡ ὁποία θά καταξιώνεται ἀπό τή χαρά τῆς πίστης. Ἡ χαρά φέρει μέσα της καί τή λύπη, διότι δέν ἐκπληρώνονται τά συμφέροντα. Ὅμως αὐτός πού ἀκούει καί ἀποδέχεται τίς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ γνωρίζει ὅτι τό συμφέρον του εἶναι ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἀκόμη καί μέσα ἀπό τόν πόνο τῆς θυσίας. 

Τήν ἴδια στιγμή, ὁ Θεός δέν ὑπόσχεται τήν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν μας, ἀλλά τήν ὑπέρβασή τους. Κι αὐτό γίνεται διά τῆς ἀγάπης, τόσο πρός ἐκεῖνον ὅσο καί πρός τόν πλησίον. Ἡ σχέση μέ τόν Θεό μᾶς δείχνει ὅτι μόνο μία ἀνάγκη ὑπάρχει πραγματικά· αὐτή τῆς ἀγάπης. Καί ὅποιος ἀγαπᾶ, μπορεῖ καί δίνεται. Γιά νά γευθεῖ μέσα ἀπό τή χαρμολύπη τῆς ὑπομονῆς, τῆς ὑπακοῆς, τοῦ σταυροῦ, τῆς δοτικότητας, ἀκόμη καί χωρίς καμία ἀνταπόδοση, οὔτε κἄν ἠθική, ὅτι τό χρέος ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί τοῦ συνανθρώπου γεμίζει τήν ὕπαρξη δύναμη ὥστε νά μπορεῖ νά διακρίνει τά οὐσιώδη καί αὐτά πού διαρκοῦν. 

Τέλος, ἡ ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ ἔχει νά κάνει μέ τήν ὑπόσχεση τῆς Ἀνάστασης. Δηλαδή τῆς αἰώνιας ζωῆς, μέ τήν ὁποία ἡ παροῦσα δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ. Γι’ αὐτό καί εἶναι «τό νέφος τό περικείμενον τῶν μαρτύρων τοσοῦτον» (Ἑβρ. 12,1), διότι ἡ σχέση μέ τόν Θεό μᾶς βάζει σέ μία ἄλλη προοπτική. Αὐτή τῆς γνώσης καί τῆς βίωσης τοῦ νοήματος τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ κατά Θεόν. Τά ὑπόλοιπα, τά ἀνθρώπινα, ὁ Ἅγιος χωρίς νά τά ἐγκαταλείπει, καθώς τόν κόσμο οἰκεῖ, τά θεωρεῖ στήν πραγματική τους ἀξία, δηλαδή ὡς προετοιμασία γιά τά κρείττονα. 

Οἱ Ἅγιοι, τέκνα τοῦ Θεοῦ

 Ἡ Ἐκκλησία, παρουσιάζοντας καί τιμώντας ὅλους τούς Ἁγίους της τήν Κυριακή μετά τήν Πεντηκοστή, δείχνει ὅτι ὁ δρόμος τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι καρπός τῆς «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» ζωῆς, δηλαδή τῆς μετοχῆς στή ζωή τῆς πίστης στόν Χριστό καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δρόμου. Καί οἱ Ἅγιοι δέν ἐγκαταλείπουν ὅλους ἐμᾶς πού, λιγότερο ἤ περισσότερο, παραμένουμε προσκολλημένοι στήν ὁδό τοῦ συμφέροντος, τῆς ἀνάγκης, τῶν προσδοκιῶν. Στήν ὁδό πού καθιστᾶ τήν πίστη θρησκεία, ἐκπλήρωση ἀναγκῶν, ἐκζήτηση ἀνταμοιβῆς ἤ καί λύτρωσης ἀπό φόβους. Οἱ Ἅγιοι γίνονται καί παραμένουν τέκνα Θεοῦ. Αὐτό λείπει ὡς προτεραιότητα ἀπό ἕναν ἐκκοσμικευμένο καί ἀνθρωποκεντρικό πολιτισμό, ὁ ὁποῖος δέν μπόρεσε νά διακρίνει τά οὐσιώδη, ἴσως γιατί κι ἐμεῖς ἀποτύχαμε νά τά ζήσουμε ἤ τά διαστρεβλώσαμε μέσα ἀπό μιά λογική ἐξουσίας, ἄνεσης καί ἀδυναμίας νά συζητήσουμε μέ ταπείνωση, σεβασμό καί ἀφειδώλευτη ἀγάπη. Οἱ Ἅγιοι ἔδειξαν καί δείχνουν τόν δρόμο τῆς θυσίας, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀνάστασης. Καί μεσιτεύουν γιά τόν καθέναν μας. Ἄς τούς ἀκολουθοῦμε μέ χαρά, μέ τήν ἐλπίδα κι ἐμεῖς νά συμμετάσχουμε στό δικό τους νέφος, ὑπερβαίνοντας τό πρόσκαιρο, πού ἐνίοτε γίνεται τόσο καταθλιπτικό, ὅπως στήν ἐποχή μας, ὅταν διακρίνεται ἡ ματαιότητά του γιά τούς πολλούς. 

π. Θ. Μ.

http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/fk/2021/26_2021(3552).pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια: