Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Η τρωική καταγωγή των Τενεατών

* Ομιλία της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη στο IHA Zoom Forum (25.6.2020)
Τον 1ο αι. π.χ. ο γεωγράφος Στράβων αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής (8.6.22):  «Η Τενέα αποτελεί κώμη της Κορινθίας όπου βρίσκεται το ιερό του Τενεάτη Απόλλωνα. Λέγεται ότι οι περισσότεροι από τους αποίκους που ακολούθησαν τον Αρχία στην ίδρυση των Συρακουσών, ήταν από δω· εν συνεχεία η Τενέα ωφελήθηκε περισσότερο από τους άλλους οικισμούς και στο τέλος απέκτησε δική της διακυβέρνηση.[1] …Φαίνεται ότι υπάρχει κάποια συγγένεια μεταξύ Τενεατών – Τενεδίων από τον Τέννη, γιο του Κύκνου, όπως έχει πει ο Αριστοτέλης.[2] Και η όμοια λατρεία του Απόλλωνα μεταξύ τους αποτελεί μεγάλη απόδειξη».
     Τον 2ο αι. μ.Χ. ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει στα Κορινθιακά (2.5.4): «Οι άνθρωποι στην Τενέα λένε ότι είναι Τρώες, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν στην Τένεδο από τους Έλληνες και κατοίκησαν εδώ με άδεια του Αγαμέμνονα. Γι’ αυτό περισσότερο απ’ όλους τους θεούς τιμούν τον Απόλλωνα».
     Εάν συγκρίνουμε τις δύο μαρτυρίες, επισημαίνουμε τα εξής: από μία παρατήρηση περί ύπαρξης συγγένειας μεταξύ Τενεδίων-Τενεατών την οποία ο Στράβων χρεώνει στον Αριστοτέλη, φτάνουμε σε μία ξεκάθαρη και άρτια αναπτυγμένη εκδοχή που οι ίδιοι οι Τενεάτες προπαγάνδιζαν τον καιρό της ρωμαιοκρατίας στην Ελλάδα. Εάν τοποθετήσουμε τον τρωικό πόλεμο γύρω στο 1200 π.Χ., τότε εκπλήσσει το γεγονός ότι παρά τον συγχρωτισμό με το ελληνικό στοιχείο για περισσότερα από χίλια χρόνια και τις τυχόν επιμιξίες, οι Τενεάτες δεν ξέχασαν την καταγωγή τους.
     Η ονομασία Τένεδος θεωρείται προελληνική (Fick 1905, 64· Halliday 1928· Hornblower 2015, 172). Ως άλλες ονομασίες του νησιού παραδίδονται ΚάλυδναΛεύκοφρυςΛυρνησσός και Φοινίκη (Στράβ. 13.1.46, Plin. nat. 5.140, Ησύχ. λ744). Απ’ αυτές μόνο η Λεύκοφρυς αποτελεί ελληνική λέξη (Λεύκοφρυς,  <λευκός φρύς, i. ‘αυτός που έχει λευκά φρύδια’, ii. ‘νησί περιζωσμένο από λευκό/αφρό’). Οι λέξεις Κάλυδνα και Λυρνησός δεν είναι ελληνικές, ενώ η ονομασία Φοινίκη παραπέμπει σε παρουσία Φοινίκων στο νησί. Επιπλέον, ο Καλλίμαχος αναφέρει ότι η Τένεδος κατοικείτο παλαιά από Λέλεγες (απ. 91 Διήγ. Pfeiffer). Οι Λέλεγες ήταν προϊστορικός λαός βαλκανικής καταγωγής, ο οποίος μεταξύ της 2ης και 1ης χιλιετίας μετανάστευσε αφ’ ενός στην Τρωάδα (π.χ. Ιλ. Φ 86-7) και στη νοτιοδυτική Μ. Ασία, αφ’ ετέρου στην Ελλάδα.[3] Επομένως, πριν από τον αιολικό αποικισμό (δηλ. πριν από το τέλος της δεύτερης χιλιετίας π.Χ.) κυριαρχούσε στην Τένεδο το ξένο στοιχείο.
     Ας εξετάσουμε τώρα κατά πόσον ο μύθος του Τέν(ν)η εναρμονίζεται με τους ισχυρισμούς περί τρωικής καταγωγής των Τενεατών και συγγένειάς τους με τους Τενεδίους. Ο πατέρας τού Τένη, Κύκνος, βασίλευε στη μικρασιατική πόλη Κολωναί· από τον πρώτο του γάμο είχε αποκτήσει έναν γιο και μια κόρη, τον Τένη και την Ημιθέα (ή Αμφιθέα). Η δεύτερη γυναίκα του Κύκνου ερωτεύθηκε τον πρόγονό της Τένη. Όμως εκείνος δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της, και τότε η μητρυιά του για να τον εκδικηθεί, είπε στον άνδρα της ότι ο Τένης επεχείρησε να τη βιάσει. Ο Κύκνος πίστεψε προς στιγμήν τα ψέματα της νέας του γυναίκας· θυμωμένος έκλεισε τα παιδιά σε μια λάρνακα και τα έριξε στη θάλασσα. Το κύμα έφερε τη λάρνακα στο νησί που μετονομάστηκε σε Τένεδο προς τιμήν του Τένη. Όταν αργότερα ο Κύκνος έμαθε την αλήθεια, σκότωσε τη δεύτερη γυναίκα του και πήγε στην Τένεδο για να ζήσει με τα παιδιά του.[4]
     Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την εποχή των Τρωικών η Τένεδος αποτελούσε μία από τις πόλεις-δορυφόρους της Τροίας· σύμφωνα με την Ιλιάδα (Λ 625) ο Αχιλλέας κυρίευσε το νησί.[5] Σύμφωνα με τα Κύπρια (Υπόθ. 9 West) καθ’ οδόν προς την Τροία, ο ελληνικός στόλος προσορμίστηκε στην Τένεδο· όταν ο Τένης είδε τους Έλληνες να πλησιάζουν, προσπάθησε να τους διώξει πετώντας τους πέτρες και σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα. Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα (Αλεξ. 229 κ.ε.) ο Αχιλλέας σκότωσε τον Κύκνο[6] και τα παιδιά του. Ο Λυκόφρων παρουσιάζει τον θάνατό τους ως την πρώτη επιτυχία των Ελλήνων στην τρωική εκστρατεία.
     Οι κάτοικοι του νησιού αφιέρωσαν στον νεκρό ήρωά τους Τένη ένα τέμενος όπου τον τιμούσαν ως θεό. Σύμφωνα με μιαν εκδοχή ο Απόλλων ήταν ο πραγματικός πατέρας του Τένη, ενώ ο Κύκνος ήταν ο θετός (Κύπρ. Υπόθ. 9, Αλεξ. 240 κ.ε. και Σχόλια, Απολλόδ. Επ. 3.23). Τ’ όνομα Κύκνος ίσως απηχεί ανάμνηση του Kukunnis, βασιλιά της Wilusa (δηλ. του Ιλίου) γύρω στο 1300 π.Χ. (Hornblower 2015, 174). Και αξίζει να ειπωθεί ότι ο ιστορικός Κόνων (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ., 26 F 1.28 FGH) παρουσιάζει τον Κύκνο ως βασιλιά όλης της Τρωάδας.
     Από τον μύθο του Τένη ενδιαφέρουν τα εξής στοιχεία: i. η ανατολική καταγωγή του ήρωα ο οποίος από την Τρωάδα πέρασε στην Τένεδο, ii. η στενή σύνδεσή του με τον θεό Απόλλωνα, και iii. η φιλική/συμμαχική σχέση της Τενέδου με την Τροία την εποχή των τρωικών.
     Για τους αρχαίους ιστοριογράφους, μυθογράφους, ποιητές και σχολιαστές ο Τένης ήταν ο επώνυμος ήρωας του νησιού. Όμως, όπως έχω ειπεί, οι νεώτεροι μελετητές θεωρούν τη λέξη Τένεδος προελληνική· έτσι, προηγείται του ονόματος του μυθικού Τένη. Σχετικά με την ετυμολογική σχέση μεταξύ της λέξης Τενέα με τις λέξεις ΤένηςΤένεδος παραμένουν ανοικτές όλες οι πιθανότητες: είτε δεν υπάρχει καμία συγγένεια είτε λόγω Τενε-. μπορεί κάποιος να ισχυριστεί πραγματική ή λαϊκή ετυμολογία· δηλ. η λ. Τενέα προήλθε από τ’ όνομα Τένης, το οποίο με τη σειρά του έχει προέλθει από το προελληνικό Τένεδος.
     Η μεγάλη λατρεία του Απόλλωνα στην Τενέα, για την οποία κάνουν λόγο ο Στράβων και ο Παυσανίας (έ.α.), φωτίζεται καλύτερα εάν ληφθούν υπ’ όψιν: 1. η στενή σχέση του Τένη με τον θεό (έχω αναφέρει ότι σύμφωνα με μια εκδοχή ο Τένης είχε για πραγματικό πατέρα τον Απόλλωνα), και 2. η μεγάλη λατρεία του Απόλλωνα σε Τένεδο και γειτονικές πόλεις της Τρωάδας που μνημονεύει ήδη ο Όμηρος. Στην Ιλιάδα Α 37-39 ο ιερέας Χρύσης προσεύχεται στον Απόλλωνα: ‘επάκουσέ με, αργυρότοξε, που σκέπεις τη Χρύση και την πανίερη Κίλλα, και με δύναμη κυβερνάς την Τένεδο, Σμινθέα’.
     Η λέξη Σμινθεύς () απαντά σε πινακίδες της γραμμικής Β (simiteu).Το ιερό του τοποθετείται κοντά στην πόλη Αμαξιτό της Τρωάδας· εκεί ο θεός λατρευόταν ως εξολοθρευτής των αρουραίων οι οποίοι κατέστρεφαν τη γεωργική παραγωγή (π.χ. σιτηρά και σταφύλια, βλ. Αιλιαν. Ζώων Ιδ. 12.5, Απολλ. Σοφ. 143.9 Bekker). Σύμφωνα με τον Στράβωνα (13.1.48) το λατρευτικό άγαλμα του θεού ήταν έργο του παριανού γλύπτη Σκόπα (ακμή: 370-330 π.Χ.) και παρίστανε τον θεό με ποντικό κάτω απ’ τα πόδια του.
     Αξίζει όμως να ειπωθεί ότι για τον Απόλλωνα της Τενέδου ο Στέφανος Βυζάντιος διασώζει τη μαρτυρία του ιστοριογράφου Αριστείδη (2ος/1ος αι. π.Χ.) και άλλων, ότι ο θεός παριστανόταν να κρατά έναν πέλεκυ εξ αιτίας όσων συνέβησαν στον Τένη.[7]
     Πραγματικά, ο πέλεκυς συνδέεται με τον μύθο του Τένη· σύμφωνα με μία εκδοχή, μόλις ο Κύκνος προσορμίστηκε στο νησί για να ζητήσει συγγνώμη από τα παιδιά του, ο Τένης οργισμένος έκοψε τα σχοινιά του πλοίου με τσεκούρι (Κόνων 26 F 1.28 FGH, Παυσ. 10.14.4). Σύμφωνα πάλι μ’ άλλη εκδοχή κάποιος Τενέδιος βασιλιάς όρισε να θανατώνονται οι μοιχοί με πελέκι. Έτσι, επικράτησε να λέγεται για όποιον κλείνει αυστηρά μία υπόθεση ότι την έκοψε με τενέδιο τσεκούρι (Τενέδιος πέλεκυς).[8] Επιπλέον, οι παραστάσεις των νομισμάτων της Τενέδου δείχνουν ότι ο πέλεκυς αποτελεί ένα από τα σύμβολα του νησιού. Σε νομίσματα ήδη της αρχαϊκής εποχής απεικονίζεται στη μία πλευρά ένα κεφάλι με δύο πρόσωπα (είτε πρόκειται για τον Διόνυσο και τη Σεμέλη είτε για τον Δία και την Ήρα),[9] ενώ στο κέντρο της άλλης πλευράς προβάλλει ένα μεγάλο διπλοπέλεκο. Το διπλοπέλεκο ήταν ιερό αντικείμενο και μ’ αυτό σκότωναν το νεογέννητο μοσχάρι που προοριζόταν για θυσία στη γιορτή του Διονύσου όπως μαρτυρεί ο Αιλιανός (Ζώων Ιδ.12.34). Επομένως, καλό είναι να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν την πληροφορία που παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος ότι ο Απόλλων της Τενέδου κρατούσε πέλεκυ, αφού ο πέλεκυς κυριαρχεί τόσο πολύ σε μύθους, παραδόσεις κι έθιμα του νησιού ώστε στο τέλος ν’ αποτελεί σύμβολό του. Επιπλέον, αξίζει εδώ να ειπωθεί ότι σε μικρασιατικά νομίσματα των ρωμαϊκών χρόνων απεικονίζεται ο Απόλλων να κρατά διπλοπέλεκο στο ένα χέρι και κλαδί δάφνης στο άλλο.
    Ο πέλεκυς ως εξάρτημα διαφοροποιεί τον Τενέδιο Απόλλωνα από τον Σμινθέα της γειτονικής Τρωάδας ο οποίος συνήθως κρατεί τόξο στο ένα χέρι και φιάλη ή κλαδί δάφνης στο άλλο.[10] Η ομοιότητα στη λατρεία μεταξύ του Τενεάτη και Τενεδίου Απόλλωνα, την οποία επισημαίνει ο Στράβων (8.6.22), δεν αποκλείεται να περιελάμβανε την απεικόνιση του θεού με πέλεκυ και στην Τενέα. Μακάρι οι ανασκαφές που διεξάγονται με τόσο επισταμένο τρόπο, να φέρουν στο φως ένα τέτοιο εύρημα!
     Συνοψίζοντας, ο μύθος του Τένη με καταγωγή του ήρωα από την Τρωάδα, συγγένεια με τον Απόλλωνα και μεγάλη λατρεία των δύο τους στην Τένεδο συνάδει με τις μαρτυρίες του Στράβωνα και Παυσανία περί τρωικής καταγωγής των Τενεατών και συγγένειά τους με τους ανατολίτες Τενεδίους.
     Την εποχή ανόδου της ρωμαϊκής δύναμης πόλεις με τρωική καταγωγή (όπως π.χ. η σικελική Έγεστα) διέθεταν μια καλή προϋπόθεση προκειμένου ν’ αντιμετωπιστούν ευνοϊκά από τους Ρωμαίους κατακτητές. Υπενθυμίζω ότι Λατίνοι συγγραφείς του 3ου και 2ουαι. π.Χ., όπως Ennius, Cato Censorius, Varro, κ.ά., υπογραμμίζουν τις τρωικές καταβολές της Ρώμης και προβάλλουν τον Αινεία ως γενάρχη των Ρωμαίων. Στον Όμηρο ο Αινείας είναι νέος, ωραίος, ανδρείος κι ευσεβής· κατάγεται από σπουδαία γενιά κι έχει για μητέρα του την Αφροδίτη. Οι Τρώες τον τιμούν εξ ίσου με τον Έκτορα (Ιλ. Β 819 κ.ε., Ν 460-1, Ρ 753 κ.ε., Υ 158 κ.ε.).
     Η Έγεστα ήταν μία από τις σημαντικές πόλεις των Ελύμων στη ΒΔ Σικελία. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (6.2.3) κατοικήθηκε μετά την πτώση της Τροίας από Τρώες πρόσφυγες και κάποιους περιπλανώμενους Φωκείς. Σύμφωνα με τον Λυκόφρονα ιδρύθηκε από τον τρωαδίτη Αίγεστο ή Αιγέστη (Αλεξ. 964 και Σχόλιον), ενώ σύμφωνα με τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα (Ρωμ. Αρχ. 1.52.4-53.1) ιδρύθηκε από τον Αινεία. Πάντως, από τον 6ο αι. π.Χ. η πόλη είχε σημαντικά εξελληνισθεί.
     Πατέρας τού Αιγέστη ήταν ο σικελικός ποταμός Κριμισός, εκεί όπου ο Κορίνθιος στρατηγός Τιμολέων το καλοκαίρι του 341 π.Χ. κατανίκησε τους Καρχηδονίους και στόλισε την πατρίδα του Κόρινθο με λαμπρά πολεμικά λάφυρα και θριαμβευτικές επιγραφές που διακήρυτταν την ελληνική επιτυχία εναντίον των βαρβάρων της Δύσεως (Τίμαιος FGH 566 F 118, Διόδ, Σικ. 16.78-81, Πλούτ. Τίμ. 25-9). Κατά τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο (264-241 π.Χ.), οι Εγεσταίοι έδιωξαν την καρχηδονιακή φρουρά και συμμάχησαν με τους Ρωμαίους επικαλούμενοι κοινή καταγωγή από τον Αινεία (Cic. Verr. 2.4.33.72, Zωναρ. 8.9.12). Γι’ αυτές τους τις πράξεις οι Ρωμαίοι φάνηκαν γενναιόδωροι απέναντι στην Έγεστα και την ανακήρυξαν civitas libera et immunis (δηλ. τής παραχώρησαν εσωτερική αυτονομία και απαλλαγή από φόρους).
     Όλ’ αυτά ήταν σίγουρα γνωστά στους Τενεάτες των Συρακουσών και κατ’ επέκταση της Τενέας. Όταν λοιπόν το 146 π.Χ. έφτασε η στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ της πανίσχυρης Ρώμης και της εξασθενημένης πλέον Ελλάδας, οι Τενεάτες έκριναν φρόνιμο να συμμαχήσουν με τους Ρωμαίους προβάλλοντας ως επιχείρημα την κοινή τους καταγωγή (όπως είχαν πράξει περίπου 100 χρόνια πιο μπροστά οι Εγεσταίοι). Έτσι η πόλη τους σώθηκε κι εξακολούθησε να υπάρχει (πρβλ. Στράβ. 8.6.22).
     Πρόθεσή μου ήταν να εξετάσω τις φιλολογικές πηγές και να σας συντροφεύσω σ’ ένα οδοιπορικό από τα μικρασιατικά παράλια και την Τένεδο προς την κορινθιακή Τενέα κι από δω προς τη Σικελία και Ρώμη. Στην ανασκαφική ομάδα της Τενέας εύχομαι κάθε επιτυχία! Θα χαρούμε όλοι να έλθουν στο φως ωραία, νέα ευρήματα!
Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη
Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών
[1] Οι Συρακούσες ιδρύθηκαν το 733 π.Χ. και γνώρισαν μεγάλο πλούτο (πρβλ. Στράβ. 6.2.4). Μόνον ο Στράβων (8.6.22) παραδίδει ότι οι περισσότεροι άποικοι προέρχονταν από την Τενέα. Φαίνεται ότι οι ξενιτεμένοι Τενεάτες δεν ξέχασαν τον τόπο καταγωγής τους και τον ενίσχυαν οικονομικά.
[2] Πρβλ. απ. 594 Rose προερχόμενο μάλλον από κάποια Τενεδίων πολιτεία.
[3] Λέλεγες υπήρχαν στη Λευκάδα, Εύβοια, Λοκρίδα, Βοιωτία, Μέγαρα, νησιά Αιγαίου, και αλλού. Τ’ όνομά τους σχηματίστηκε μετά από αναδιπλασιασμό (όπως βάρ-βαρ-ος). Ίσως σημαίνει ‘φλύαροι’ λόγω της ξενικής τους λαλιάς (πρβλ. λαλέωλαλαγέω· ‘φλυαρώ, λέω’) ή συνδέεται με την κραυγή λελε. Ο Παυσανίας (1.39.6) παραδίδει έναν ισχυρισμό των Μεγαρέων ότι ο Λέλεξ ήλθε από την Αίγυπτο, βασίλευσε στα Μέγαρα και υπήρξε επώνυμος του λαού.
[4] Για τον μύθο του Τένη βλ. Κύπρ. Υπόθ. 9 West, Αριστότ. απ. 611.22 Rose, Διόδ. Σικ. 5.83, Απολλόδ. Επ. 3.23-26, Παυσ. 10.14.1-4, Πλουτ. Αίτ. Ελλ. 28.
[5] Πρβλ. επίσης Απολλ. Σοφ. 151.23 Bekker Τένεδος νσος σύμμαχος Τρώων, Ησύχ. τ 475 Τένεδος· πόλις Τρωϊκ  νσος.
[6] Πρώτος ο Πίνδαρος αναφέρει τη θανάτωση του Κύκνου από τον Αχιλλέα (Ολ. 2.82, Ισθμ. 5.39).
[7] Στέφ. Βυζ. s.v. Τένεδος· καί φησιν ριστείδης κα λλοι τν ν Τενέδπόλλωνα πέλεκυν κρατεν δι τ συμβάντα τος περ Τένην.
[8] Βλ. Αριστότ. απ. 593, 611.24 Rose.
[9] Cahn (1994), LIMC VII.1, 892.
[10] Palagia (1984), LIMC II.1, 231-2.

--

Capt.Ευάγγελος Ν.Μ. Ρήγος.
Πρόεδρος ΙΗΑ
Www.Professors-Phds.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: