Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ ΚΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΝΝΕΑ!


kantiotis-avgoustinos

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 17,12-19)
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου
«Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;» (Λουκ. 17,17)
Θὰ μιλήσω ἁπλᾶ, ἀγαπητοί μου. Δὲν ξέρω ἂν θὰ μ᾽ ἀκούσετε. Παλαιότερα, ἕνα λόγο ἔλεγε ὁ κήρυκας καὶ ἑκατὸ ἔκαναν οἱ Χριστι­ανοί, τώρα χίλια κηρύγματα ἀκοῦνε κι οὔτε ἕ­να δὲν κάνουν. Γιατί ὁ λόγος δὲν καρποφορεῖ; Ἡ ἀπάν­τησι βρίσκεται στὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως… Δὲν γνωρίζω λοιπὸν ἂν θὰ μ᾽ ἀ­κούσετε. Ἀλλὰ κι ἂν κανένας δὲν ἀκούσῃ, «ἐγὼ εἶπα καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω».
Θὰ σᾶς ἐκφράσω ἕνα παράπονο. Ὄχι δικό μου – ποιός εἶμ᾽ ἐγὼ νὰ παραπονεθῶ γιὰ σᾶς; Εἶνε παράπονο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶδα τὸν Κύριο σὲ ὅραμα· ὁράματα βλέπουν οἱ ἅγιοι, κ᾽ ἐγὼ ἅγιος δὲν εἶμαι. Δὲν εἶ­δα τὸν Κύριο, ὥστε νὰ πῶ ὅτι μοῦ παρήγγειλε κάτι. Ἄκουσα ὅμως τὴ φωνή του.
–Μπᾶ; ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ; ὁ Χριστὸς εἶνε τώρα στὰ οὐράνια, πῶς ἀκούγε­ται ἐδῶ κάτω ἡ φωνή του;… Κι ὅμως ἀκούγεται. Πρῶτα – πρῶτα μὲ τὴ συνείδη­σι, μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός. Ἔπειτα στὴ φύσι, ἀπὸ ὁ­­λόκληρη τὴν κτίσι· κ᾽ ἕ­να φύλλο τοῦ δέν­τρου, ποὺ σείει ὁ ἄνε­μος, κάτι σοῦ λέει. Πρὸ παν­τὸς ὅ­μως ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, καθαρὴ καὶ διαυ­γής, ἀκούγεται μέσα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Μέσα λοιπὸν στὸ σημερινὸ εὐ­αγγέλιο ἀκούγεται τὸ παράπο­νο τοῦ Χριστοῦ. –Ναί, θὰ πῆ­τε· θά ᾽νε λοιπὸν παράπονο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὄχι γιὰ μᾶς σήμερα… Κι ἂν σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ ἐκείνους τότε, τί θὰ πῆτε;
Ποιό εἶνε τέλος πάντων αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ διαβαίνει τοὺς αἰῶνες καὶ φθάνει μέχρι ἐμᾶς; πότε ὁ Χριστὸς παραπονέθηκε; Ὁ Κύριός μας σπανίως ἐξέφρασε παράπονο. Μία ἀπὸ τὶς λίγες φορὲς εἶνε κι αὐτὴ ποὺ διηγεῖται σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει;
* * *
Ὁ Χριστός, ὁδοιπορώντας μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του, ἔφτασε ἔξω ἀπὸ μία πόλι. Ἐκεῖ, ψη­λὰ ἀπὸ κάποια ῥάχη, ἄκουσε μιὰ φωνή, δυνα­τὴ σὰν σάλπιγγα, ποὺ προερχόταν ἀπὸ πολλὰ στόματα. Ἡ φωνὴ ἔλεγε· «Ἐλέησέ μας» (Λουκ. 17,13).
Ποιοί φώναζαν καὶ τί ζητοῦσαν; Νὰ ἤθελαν ἆραγε λεφτά; Ὄχι· τσουβάλια χρυσᾶ νομίσμα­τα νὰ τοὺς ἔδινες, δὲν τοὺς ἔνοιαζε. Τί νὰ προσ­φέρουν τὰ χρήματα ὅταν κανεὶς πά­σχῃ ἀπὸ ἀ­θεράπευτη ἀσθένεια; εἶνε ἄχρηστα. Τί νὰ τὰ κάνῃς τὰ χρυσᾶ νομίσματα; τὸ πολὺ – πολὺ μ᾽ αὐ­τὰ νὰ ἀγοράσῃς μιὰ χρυσῆ λεκάνη νὰ φτύ­νῃς τὸ αἷμα σου. Ἀλλὰ τὸ αἷμα, εἴτε τὸ φτύνει ὁ πλούσιος σὲ χρυσῆ λεκάνη εἴτε τὸ φτύνει ὁ φτωχὸς σ᾽ ἕνα μαντήλι, αἷμα εἶνε. Κ᾽ οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ ἦταν μὲν φτωχοί, ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾽ τὰ χρήματα εἶχαν ἀνάγκη κάτι ἄλλο. Ἦ­ταν ἄρρωστοι· ἔπασχαν ἀπὸ ἀσθένεια ποὺ τότε –καὶ μέχρι πρότινος ἀκόμη– ἦ­ταν ἀθεράπευ­τη καὶ θεωρεῖτο θε­οκατάρατη· ἦταν λεπροί.
Ἔπασχαν ἀπὸ λέπρα. Δηλαδή, τὸ αἷμα τους δὲν κυκλοφοροῦσε ὁμαλὰ στὰ ἀγγεῖα τοῦ σώ­ματος· σταματοῦσε, ἔπηζε, καὶ οἱ σάρκες τους σάπιζαν· γι᾽ αὐτὸ αἰσθάνονταν κνισμό, φαγού­ρα. Αὐτιὰ καὶ μύτες ἔπεφταν, τὸ πρόσωπο παραμορφωνόταν· ὁ πιὸ ὄμορφος ἄντρας γινόταν ἕνας σάτυρος, ἡ πιὸ ὄμορφη κοπέλλα γινόνταν ἡ πιὸ ἄσχημη. Τὸ χειρότερο ἀπ᾿ ὅ­λα, ἔ­χαναν τὸν ὕπνο, ἔμεναν ἄυπνοι. Κ᾽ ἐπειδὴ ἡ νόσος ἦταν μεταδοτικὴ καὶ ἀθεράπευτη, τοὺς ἔδιωχναν ἀπὸ τὰ σπίτια καὶ τὶς πόλεις. Τοὺς ὑ­πο­χρέωναν νὰ ζοῦν ἔξω, σὲ σπηλιές. Τοὺς κρεμοῦ­σαν κ᾽ ἕνα κου­­δούνι στὸ λαιμό, νὰ χτυπάῃ καὶ νὰ προειδοποι­ῇ νὰ φεύγουν ὅλοι μακριά τους.
Δέκα τέτοιοι λεπροὶ λοιπὸν φώναξαν στὸ Χριστό. Κι ὁ Κύριος ἄκουσε τὴ φωνή τους καὶ ἀποφάσισε νὰ τοὺς θεραπεύσῃ· χωρὶς γιατρούς, κλινικὲς καὶ φάρμακα. Ὅπως ὅμως ὥριζε ὁ νό­μος, τοὺς ἔ­στειλε στοὺς ἱερεῖς, νὰ πιστοποιή­σουν ἐκεῖνοι τὴ θεραπεία. Καὶ καθὼς αὐτοὶ βά­διζαν νὰ πᾶνε στοὺς ἱερεῖς, ἐκεῖ καθ᾽ ὁδὸν ἔ­γινε τὸ θαῦμα· θεραπεύθηκαν τελείως. Ὅπως ἀφαιροῦμε ἀπὸ τὸ ψάρι τὰ λέπια, ἔτσι ἔπεσαν ἀπ᾽ τὸ σῶμα τους τὰ λέπια τῆς ἀσθενείας καὶ τὸ δέρμα τους ἔγινε ὁλοκάθαρο σὰν βελοῦδο.
Τί ἔπρεπε τώρα νὰ κάνουν; Νὰ ἐκφράσουν εὐγνωμοσύνη· νὰ πᾶνε κάποιο δῶρο στὸ ναό, νὰ κόψουν λίγα ἀγριολούλουδα νὰ τὰ προσ­φέρουν στὸ Χριστό, νὰ τοῦ ποῦν ἕνα εὐ­χαριστῶ. Τίποτε ἀπ᾽ αὐτά! Γύρισαν τὰ νῶ­τα στὸν Ἰησοῦ, πῆγε ὁ καθένας στὴ γυναῖκα καὶ στὰ παιδιά του, ξέχασαν ἐντελῶς τὸν εὐ­εργέτη τους. Μόνο ἕνας —κι αὐτὸς ξένος, «ἀλλογε­νής» (Λουκ. 17,18)—, ἔδειξε εὐ­γνωμοσύνη· ἦρθε κ᾽ ἔ­πεσε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τὸν εὐχαριστοῦ­σε καὶ δόξαζε τὸ Θεὸ «μετὰ φωνῆς μεγάλης» (Λουκ. 17,15).
* * *
Ἀπὸ τοὺς δέκα, ἀδελφοί μου, ποὺ ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο, ἐννέα εἶνε ἀχάριστοι καὶ ἕ­νας εὐγνώμων. Μικρὸ τὸ ποσοστὸ τῆς εὐγνωμοσύνης ἐμπρὸς στὴν ἀχαριστί­α· ἕνα πρὸς δέκα, δηλαδὴ 10%. Ἐγὼ ὅμως σ᾽ ἐμᾶς βλέπω σήμερα μιὰ ἀναλογία ἀκόμη μικρότερη. Ἀπὸ ὅλους ὅσους ἔ­χουν βαπτιστῆ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πόσοι τὸν θυμοῦνται καὶ ἔρχονται νὰ τοῦ ποῦν ἕνα εὐχαριστῶ τὴν Κυριακή; Ἀπὸ μία ἔρευνα ποὺ κάναμε βρέθηκε ποσοστὸ μόλις 2%. Ἂν ὅλοι ἐκκλησιάζονταν, θά ᾿πρεπε νά ᾿χουμε τετραπλάσιες ἐκ­κλησίες. Τώρα ἀρκοῦν αὐτὲς ποὺ ἔχουμε· μόνο σὲ μεγάλες ἑ­ορτὲς παρατηρεῖται στενότης. Τὸ ὑπόλοιπο ἔτος οἱ πολλοὶ δὲν αἰσθάνον­­ται τὴν ἀνάγκη Κυριακὴ πρωὶ νὰ λειτουργηθοῦν μία ὥρα – γιατὶ μία ὥ­ρα μὲ τὸ ρολόι εἶ­νε ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασι­λεία…» μέχρι τὸ «Δι᾿ εὐ­χῶν…». Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάβ­βατο, Κυριακή, 168 ὧρες μᾶς δίνει ὁ Θεὸς κάθε ᾽βδο­μάδα. Ἀπὸ τὶς 168, ποὺ σοῦ δίνει, ἔ­λα 1 ὥρα νὰ πῇς ἕνα εὐχαριστῶ στὸν Πλάστη καὶ Δημιουρ­γὸ ποὺ σ᾽ ἀ­φήνει καὶ ζῇς. Κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς καὶ κάθε ἀναπνοὴ εἶνε μιὰ εὐεργεσία του. Ἔλα λοιπὸν νὰ εὐχαριστήσῃς γιὰ τὴν ὑγεία, γιὰ τὴ γυναῖ­κα καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ ᾿δωσε, γιὰ τὴν ἐλεύθερη πατρίδα, γιὰ ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπολαμβάνεις, ὑλικὰ καὶ πνευματικά.
Μόνο ἂν τύχῃ μνημόσυνο κάποιου συγγενοῦς ὑπάρχει ἐκκλησίασμα. Ἀλλὰ κάθε Κυρια­κὴ –ἂν πιστεύουμε– γίνεται ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ· ὄχι ἑ­νὸς συγγενοῦς μας (τοῦ πατέρα, τῆς μάνας κ.λπ.), ἀλλὰ τοῦ Βασιλέως μας, τοῦ Κυρίου ἡ­μῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ! «Μεμνημένοι τοίνυν», λέ­με, «…τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσε­ως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐν­δόξου πάλιν παρουσίας (τοῦ Χριστοῦ)» (θ. Λειτ. πρὸ τοῦ καθαγ.). Μὴν παρεξηγηθῶ, δὲν εἶμαι ἐναντίον τῶν μνημοσύνων· δὲν εἴμαστε προτεστάντες καὶ χιλιασταὶ νὰ καταργήσουμε τὰ μνημόσυνα. Θέλω νὰ πῶ τοῦτο· ὅπως τρέχεις στὸ μνημόσυνο συγγενοῦς, τρέξε πιὸ πολὺ στὸ μνημό­συ­νο τοῦ Κυρίου, ποὺ σὲ ἀγάπησε καὶ σοῦ τὸ ἔδειξε δίνοντας γιὰ σένα τὸ τίμιο αἷμα του.
Ὥστε λοιπὸν ἐμεῖς εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ τοὺς δέκα λεπρούς. Γιατὶ ἐκεῖ μέσ᾿ στοὺς δέκα βρέθηκε ἕνας· ἐνῷ σ᾽ ἐμᾶς μέσ᾿ στοὺς ἑκα­τὸ βρίσκονται μόλις δύο νὰ ᾽ρθοῦν νὰ ποῦν εὐ­χαριστῶ στὸ Θεό. Συνε­πῶς, τὸ παράπονο τοῦ Χρι­στοῦ ἰσχύει περισσότερο σ᾽ ἐμᾶς· «Οὐχὶ οἱ δέ­κα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐν­νέα ποῦ;» (Λουκ. 17,17).
Σὲ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες βάσεις τῆς ἀεροπορίας μας, ὅπου ὑπηρετοῦν 600 παιδιά, ὁ διοικητὴς τὴν Κυριακὴ ἄφησε τοὺς σμηνῖτες ἐλεύθερους ὅσοι θέλουν νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία. Κι ἀπὸ τοὺς 600 δὲν πῆγαν οὔτε 20! Περιμένουμε ἔπειτα προκοπὴ καὶ εὐλογία; Ἐὰν στὴ βάσι αὐτὴ ἐρχόταν ὁ ἀνώτατος ἄρχων, δὲν θ᾽ ἀπουσίαζε οὔτε ἕνας· θὰ ἦταν ὅλοι ἐ­κεῖ γυαλισμένοι – τακτοποιημένοι καὶ θὰ στέκονταν κλαρῖνο. Δὲν καταφρονοῦμε ἀρ­χὲς καὶ ἐξουσίες· ἀλλὰ στὴ θεία λειτουργία γί­νεται ὑποδοχὴ τοῦ Βασιλέως τῶν ὅλων· «Ὡς τὸν βα­σιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι…» (χερουβ.), λέμε. Τὰ πιστεύουμε αὐτὰ ἢ δὲν τὰ πιστεύουμε;
Ἐμεῖς εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἐννέα λεπρούς. Γιατί; Ὄχι μόνο διότι τὸ ποσοστό μας εἶνε λιγώτερο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἑξῆς ἐπὶ πλέον λόγο. Αὐτοὶ οἱ ἐννιὰ φάνηκαν ἁπλῶς ἀ­χάριστοι, ξέχασαν τὸ Χριστό. Δὲν τόλμησαν ὅ­μως καὶ νὰ τὸν προσβάλουν· ὄχι δά. Ἐνῷ ἐ­μεῖς, ὄχι μόνο δὲν πατοῦμε στὴν ἐκκλησιά, ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ χτυποῦν καμπάνες καὶ λειτουργοῦν οἱ ναοί, τὴν ὥρα ἐκείνη κάποιοι «χριστιανοὶ» ἀνοίγουν τὰ στόματά τους καὶ βλαστημοῦν. Γι᾽ αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ Χριστοῦ εἶνε μεγάλο· «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι; …Ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με σταυρῷ με προσηλώσατε» (ὄρθρ. Μ. Πέμπτ., ἀντίφ. ιβ΄). Εἴμαστε λοιπὸν ἢ δὲν εἴμαστε χειρότεροι ἀπὸ τοὺς ἐννέα αὐτούς;
Δὲν ἔχει ὅμως ἀνάγκη ὁ Χριστὸς ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια. Κι ἂν ἀκόμα ἐμεῖς βλαστημᾶμε, ἔ­χει ἐκεῖ­νος πλῆθος ἀγγέλων στὸν οὐρανὸ καὶ ἀν­­θρώπων στὴ γῆ, παν­τοῦ στὸν κόσμο, ποὺ τὸν προσκυνοῦν καὶ τὸν λατρεύουν. Ἂν ἐμεῖς δὲν τὸν λατρεύσουμε, καὶ οἱ νεκροὶ καὶ οἱ τάφοι καὶ τὰ βουνὰ καὶ οἱ θάλασσες θὰ φωνάξουν ὅτι εἴ­μαστε ἀχάριστοι. Καὶ οἱ πέτρες ποὺ πατοῦμε θὰ φωνάζουν ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός…» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.)· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερ­υψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(Εἰς ἱερὸ ναὸ  τῶν Ἀθηνῶν 16-1-1966)

Δεν υπάρχουν σχόλια: