Χριστὸς Ἀνέστη!
Σάββατο 18 Απριλίου 2026
Όταν ανοίχτηκε ο τάφος του Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου, όλη η περιοχή γύρω ευωδίασε…
Posted on 17 Απριλίου, 2026

Γράφει ο π. Ηλίας Μάκος
Καθώς η Εκκλησία μας στις 19 Σεπτεμβρίου εορτάζει την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Αμφιλοχίου (Μακρή), η περιγραφή του γεγονότος από τον ιερομόναχο π. Ηλία Καλατζή είναι αποδεικτική ότι ο γέροντας της Πάτμου ήταν ειλικρινής και άδολος και ανυστερόβουλος καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο π. Ηλίας: «Το 1981, στις 19 Σεπτεμβρίου, κατόπιν πιέσεων πολλών πιστών και των υπευθύνων της Μεγάλης Μονής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, πραγματοποιήθηκε η εκταφή των λειψάνων του γέροντος.
Όταν ανοίχτηκε ο τάφος, ο οποίος βρίσκεται μέσα στα πεύκα, όλη η γύρω περιοχή ευωδίασε, με αποτέλεσμα οι παρευρισκόμενοι να αρχίσουν να αναρωτιούνται τι συμβαίνει. ῾Η ευωδία διαρκούσε και μετά την πλύση των αγίων λειψάνων.
Ο ηγούμενος της Μονής του Θεολόγου Ισίδωρος -ο μετέπειτα μακαριστός επίσκοπος Τράλλεων – ο οποίος παρευρισκόταν στην εκταφή, χρειάστηκε να φύγει για λίγο από το νησί για ανάγκες της Μονής μας. Όταν επέστρεψε μου είπε: -Μύρισε τα χέρια μου, ακόμη ευωδιάζουν μετά το άγγιγμα της κάρας του Γέροντα».
Τι μεγαλύτερο σημάδι ότι στην αγνή καρδιά του είχε ανάψει θερμός ο πόθος της θείας αγάπης, γι’ αυτό και αξιώθηκε ευωδίας και θαυμάτων αλλά και της αγιοποίησής του το 2018, μετά τον τεκμηριωμένο φάκελο, που υπέβαλαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο οι αδελφές της Μονής Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που εκείνος είχε ιδρύσει.
Όπως ακριβώς η ευωδία των οστών του διαχύθηκε στο περιβάλλον, έτσι και η πίστη του αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου, εκδηλώνεται υποδειγματική και θαυμαστή και μέσω των πολλών θαυμάτων του, βεβαιώνοντας ότι εν Κυρίω έζησε και εν Κυρίω απέθανε.
Όταν ζούσε και ενώ βρισκόταν στο κελί του νιώθει ότι κάποια Ελένη από την Ικαρία τον φωνάζει να πάει κοντά της. Κατεβαίνει στο λιμάνι, βρίσκει αμέσως ιστιοφόρο, κατεβαίνει στην Ικαρία και ξαφνικά βλέπει μια έξαλλη γυναίκα να τρέχει προς τη θάλασσα να αυτοκτονήσει (το αποκάλυψη η ίδια αργότερα). Φώναξε, χωρίς να τη γνωρίζει προσωπικά, το όνομά της και η γυναίκα σώθηκε.
Είκοσι ένα χρόνια μετά το θάνατό του, το 1991, η Ειρήνη, ήταν σε σε κωματώδη σχεδόν κατάσταση˙, νοσηλευόμενη στο Ευαγγελισμό από οξεία παγκρεατίτιδα. Φέρανε αγιασμένο νερό, από αυτό, που είχαν πλύνει τα λείψανα του γέροντα Αφιλοχίου, αλείψανε το σημείο του σώματος, όπου το άρρωστο όργανο και η βελτίωση ήρθε ταχεία.
Ό,τι κατόρθωσε ο γέροντας της Πάτμου, το κατόρθωσε γιατί δε νύσταξε, δεν κοιμήθηκε η ψυχή του ούτε για μια στιγμή. Άγρυπνος στεκόταν και όχι αδιάφορος και απαθής.
Είναι ενδεικτικό πολλών πραγμάτων το γεγονός ότι ο αγκάλιαζε με πολύ απλότητα τους πάντες και ιδίως τους ανθρώπους του μόχθου, που προσέτρεχαν κοντά του με ελπίδα.
Και με αυτό τον τρόπο αγάπης του ανέτρεπε πολλά από τα στερεότυπα της κοσμικής πραγματικότητας.
Με ύφος γαλήνιο και λόγο πάντα μεστό και σοβαρό, ανοιγόταν σε μια κοινωνία προσώπων, κοιτώντας τους άλλους στα μάτια και ψάχνοντας πέρα από το τώρα, το μονίμως επίκαιρο.
Η πνευματική οικοδομή του δεν στηρίζεται στην άμμο, αλλά είχε θεμέλιο την ταπείνωση. Αν δεν είχε ταπείνωση ο γέροντας Αμφιλόχιος, κανένα από τα κατορθώματά του δεν θα μπορούσε να σταθεί. Απέφευγε τις ακρότητες, αλλά και τις ψευδοευγένειες στη συμπεριφορά του.
Έκρινε αυστηρά τον εαυτό του και με επιείκεια τους άλλους και δεχόταν ευχαρίστως την κριτική και τις υποδείξεις. Και έτσι κατέκτησε τη δυσκολοπάτητη κορυφή των αρετών. Και ας θεωρούσε τον εαυτό του τελευταίο…
Είχε γίνει ένα με τον Κύριο. Της χάρης, της παντοδυναμίας Του μέτοχος. Άνθρωπος ουράνιος. Στοιχείο ευεργετικό για τον εαυτό του και τους άλλους.
Έχουμε ανάγκη να γίνουμε μακρόθυμοι και υπομονετικοί, όπως μακρόθυμος και υπομονετικός ήταν ο γέροντας Αμφιλόχιος.
Γιατί η ζωή μας είναι γεμάτη από αντιξοότητες και απρόσμενες καταστάσεις. Γιατί έχουμε να κάνει με συνανθρώπους μας ατελείς, οξύθυμους, όπως ενδεχομένως να είμαστε και εμείς, άδικους πολλές φορές και κακούς.
Τι χρειάζεται; Η μακροθυμία και η υπομονή του γέροντα Αμφιλοχίου.
Είναι τζαναμπέτηδες αυτοί, Κύριε.
Posted on 17 Απριλίου, 2026
.jpg)
γράφει η ΕΛΕΝΑ
Σκέφτομαι μία μεγάλη γραμμή από την γη να χάνεται στην αρχή του ουρανού. Άνθρωποι πάνω της προχωρούν κρατημένοι -από αγγέλους μάλλον-. Είναι τυλιγμένοι με τα μεγάλα σύννεφα, αυτοί που τους κρατούν, και δεν τους βλέπουμε-.
Τους οδοιπόρους της αιωνιότητος τους γνωρίζουμε. Ήταν δίπλα μας πριν. Στα χέρια κρατούμε ακόμη τα αμυγδαλωτά των κοινών μας εορτών και σε κάποια τσέπη μας εξέχει μια τοσοδούλα μελαγχολία τους. Αυτοί τώρα είναι καλά. Φορούν τα καλά τους ρούχα και ανεβαίνουν τόσο όμορφοι, τόσο αγαπημένοι, τόσο γεμάτοι τις ομορφιές που ζήσαμε και απολύτως προσμονάριοι του Παραδείσου.
Αυτή την μεγάλη γραμμή εδώ και χρόνια πια, δεν την βλέπω ποτέ άδεια. Πέρασε ο καιρός και παίρνουν την θέση τους. Όποιος είναι στην κορυφή χάνεται στα νέφη και γίνεται ανάμνηση….Ο καθένας τους ένα βαθούλωμα στην καρδιά μας, μια προσευχή, ένας κόμπος στο κομποσκοίνι των κεκοιμημένων.
Έχουν μυρωδιές αυτοί οι άνθρωποι και τις άφησαν εδώ, έχουν αφήσει τα αγγίγματα των χεριών τους, τα γέλια τους που ακούμπησαν σε καρδιές ημών των άλλων και τώρα όλα αυτά (και άλλα πολλά) έγιναν ορφάνια.
Ο Κώστας φορούσε πάντα μία παλαιομοδίτικη κολόνια, κάτι ανάμεσα σε λεμόνι και κίτρο και όταν ερχόταν στο γραφείο ήταν σαν να είχε έρθει ένας κύριος άλλης εποχής. ‘Ισως και να ανήκε στις εποχές που περιέγραφε στα βιβλία του, μπορεί και να είχαν ποτίσει τα χειρόγραφα των ερευνητικών του εργασιών που άφηνε προς δημοσίευση κι’ έτσι με το που ανθίζουν οι λεμονιές, η θύμησή του υπογραμμίζεται, βηματίζει στην ζωή μας.
Είμαστε καλά μ’ αυτό γιατί αν δεν θυμάσαι, ακόμη κι’ αν δεν πονάς με τις απουσίες, είσαι κάτι σαν μισερός άνθρωπος. Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά κάποιος χειροκροτεί και είναι η ψυχή σου που ευφραίνεται με τις μνήμες, όπως ευφραίνονταν και με την συντροφιά τους όταν ήταν εδώ. Σαν την θειά την Μαριώ που έτσι και μυρίσουμε τηγανητή πιπεριά γίνεται παρούσα καθώς πάντα πιπεριές τηγάνιζε στον καφενέ του άντρα της, όπου πηγαίναμε και την βλέπαμε με την γιαγιά μου. Ήταν αδελφή της και τα απογεύματα πολλών Κυριακών πηγαίναμε στο καφενείο, διασχίζαμε την σάλα, τραβούσαμε μία κλαρωτή κουρτίνα και περνούσαμε στην μικρή κουζινίτσα, λιλιπούτεια σαν την ίδια την κοντούλα την Μαριώ. Ήταν μια χαρούμενη γυναίκα, όμορφη και καλή. Στο τηγάνι της οι πιπεριές στην καρδιά της ο έρωτας με τον ομορφάνθρωπο που παντρεύτηκε και δίπλα, στο σπίτι της, μπαινόβγαιναν τα παιδιά της -έξη τον αριθμό. Ξέρουμε όλη την ζωή της, έζησε τότε που η κάθε ζωή εύκολα γινόταν παραμύθι, αλλά το κάλεσμα της παρουσίας της είναι η ευωδιά της πιπεριάς που τσιτσίριζε στο τηγάνι. Πάνε πολλά χρόνια που έφυγε, έφτασε προ πολλού στην κορυφή της γραμμής και χάθηκε στα σύννεφα αλλά έχει σημαντική θέση στην ηδύτητα που διασώσαμε, ανάμεσα σε μπακλαβάδες Πρωτοχρονιάς, κουλουράκια μιας άλλης θείας, της Αθηνάς, αλλά και ένθα όλες οι γλύκες των χεριών που μας άγγιξαν αναπαύονται σε μικρά βελούδινα κουτάκια.
Είπα κουτάκια και θυμήθηκα τα κουτάκια όπου βάλανε τις βέρες μας οι γονείς μας πριν μας τις φορέσουν σε αρραβώνες μεγαλειώδεις, με γλέντια και χαρές. Όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη σημαντικά, όταν δεν ήταν όλα μία ευθεία γραμμή, σαν καρδιογράφημα θανάτου. Υπήρχε ζωή τότε, γι’ αυτό και όταν ερχόταν ο θάνατος στην ουσία δεν ήταν παρά μία θέση στην γραμμή που βγάζει στον ουρανό. Αγαπούσαμε τότε με μιαν αγάπη που έφτανε πέρα από τον θάνατο, γι’ αυτό και δεν λησμονούμε τις μικρές ευτυχίες που άφησαν πίσω τους αυτοί που έδωσαν τα ονόματά τους στην ευτυχία που καθόρισε ο καθένας τους στις δικές μας ζωές.
Είναι -ευτυχώς- πολλοί. Μια ιστορία η κάθε τους ανάσα δίπλα μας, Ένα λιβάνι για κάθε όνομα στο θυμιατό μας και αυτοί να μας χαμογελούν καθώς περιμένουν στην γραμμή των ενθυμήσεών μας, έξω από τον Παράδεισο.
Κύριε, δώσε στις ψυχούλες που νοημάτισαν τις ημέρες μας στο δικό Σου Όνομα μια θέση που να Σε βλέπουν , η έστω λίγο από το Φως Σου γιατί είναι τζαναμπέτηδες αυτοί και δεν βολεύονται με λιγότερο ήλιο! (Τους ξέρω καλά Σου λέγω).
Παρασκευή 17 Απριλίου 2026
ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
|
|
















